Μεταξύ 18 και 22 Απριλίου 2026 πραγματοποιήθηκε η 4η Συνδιάσκεψη του Internationalist Standpoint (ISp – η διεθνής πρωτοβουλία στην οποία συμμετέχει το «Ξ»). Οι βασικές συζητήσεις στηρίχθηκαν σε τρία κείμενα:
1. Επικαιροποίηση των Διεθνών Εξελίξεων (διαβάστε εδώ)
2. Για την τακτική (διαβάστε εδώ)
3. Ο Μαρξισμός και το Εθνικό Ζήτημα
Άλλες συζητήσεις περιλάμβαναν το χτίσιμο και την ανάπτυξη της δουλειάς του ISp σε διεθνές επίπεδο. Υπήρξαν επίσης ειδικές συζητήσεις για Ιράν, Βραζιλία, Ηνωμένες Πολιτείες και ενημερωτικές εισηγήσεις σχετικά με τη δουλειά των οργανώσεων του ISp σε Ρουμανία, Ταϊβάν, Νιγηρία.
Διαβάστε παρακάτω το κείμενο για το εθνικό ζήτημα
Ο Μαρξισμός και το Εθνικό Ζήτημα
Συνδιάσκεψη ISp 2026
Εισαγωγή
1. Μια συνεχής διαδικασία συζήτησης, αντιπαράθεσης και αποσαφήνισης ιδεών γύρω από το εθνικό ζήτημα είναι απαραίτητη για κάθε σοβαρή μαρξιστική οργάνωση. Σήμερα, το εθνικό ζήτημα βρίσκεται στο επίκεντρο της δουλειάς ορισμένων από τα τμήματα και τις οργανώσεις μας και αποτελεί σημαντική πτυχή της δραστηριότητας πολλών άλλων.
2. Είναι αναγκαίο να συζητήσουμε το γενικό μας πρόγραμμα για το εθνικό ζήτημα και να επεξεργαστούμε σε λεπτομέρεια τις θέσεις μας για συγκεκριμένα εθνικά ζητήματα, καθώς οι αλλαγές στην παγκόσμια κατάσταση και στη συνείδηση των εργατικών στρωμάτων έχουν ως αποτέλεσμα τα εθνικά ζητήματα να λαμβάνουν διαφορετικές μορφές με την πάροδο του χρόνου. Μια άκαμπτη και τυποποιημένη προσέγγιση οδηγεί αναπόφευκτα σε λάθη και εσφαλμένες τοποθετήσεις. Σε εκρηκτικές καταστάσεις που γεννιούνται από άλυτα εθνικά ζητήματα, όπου η βία συχνά καραδοκεί, οι λανθασμένες θέσεις μπορούν να καταστρέψουν μαρξιστικές οργανώσεις που κάποτε ήταν υγιείς.
3. Είναι επίσης απαραίτητο να επαναδιατυπώσουμε τις θεμελιώδεις θέσεις μας εξαιτίας του ιδεολογικού αποπροσανατολισμού μεγάλου μέρους της επαναστατικής Αριστεράς. Όπως περιγράψαμε στα κείμενα της συνδιάσκεψης του 2025, η «μετα-αποικιακή θεωρία» και διάφορες μορφές πολιτικών ταυτότητας έχουν καταλήξει να κυριαρχούν στη σκέψη πολλών οργανώσεων (διαβάστε περισσότερα εδώ). Αυτές οι αντιμαρξιστικές ιδέες έχουν οδηγήσει στην υιοθέτηση διαστρεβλωμένων θέσεων ακόμη και από ομάδες που στο παρελθόν ακολουθούσαν μια αυστηρή επιστημονική ταξική ανάλυση και ένα μαρξιστικό πρόγραμμα. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές σε σχέση με τη σύγκρουση στη Γάζα και την ευρύτερη Μέση Ανατολή, αλλά και σε ζητήματα όπως το εθνικό ζήτημα στην Ιρλανδία και αλλού. Ο Τρότσκι περιέγραψε το εθνικό ζήτημα ως «λαβυρινθώδη και περίπλοκη, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά σημαντική μορφή ταξικής πάλης»: μεγάλο μέρος της επαναστατικής Αριστεράς μπορεί να περιγραφεί με ακρίβεια ως χαμένο μέσα σε αυτόν τον λαβύρινθο.
4. Ποτέ δεν υιοθετήσαμε ένα άκαμπτο πρόγραμμα για το εθνικό ζήτημα, και αυτό για καλό λόγο. Όπως εξήγησε ο Ιρλανδός μαρξιστής Peter Hadden το 1999: «Το εθνικό ζήτημα είναι ένα από τα πιο δύσκολα ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι μαρξιστές. Πρέπει να εξετάζεται συγκεκριμένα, με κατανόηση του πώς προέκυψε, καθώς και του πού οδηγεί. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται στατικά, αλλά ως κάτι που αλλάζει και εξελίσσεται. Απαιτεί ευαισθησία, καθώς και την ικανότητα να καταγράφονται οι λεπτές αλλαγές στη συνείδηση που λαμβάνουν χώρα σε διάφορα στρώματα της κοινωνίας». Το παρόν κείμενο στοχεύει τόσο στην επαναδιατύπωση της θεμελιώδους θέσης μας όσο και στην επικαιροποίηση του συγκεκριμένου προγράμματός μας σχετικά με βασικά εθνικά ζητήματα που παραμένουν άλυτα στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα.
Η αναζωπύρωση του εθνικού ζητήματος
5. Σε παγκόσμιο επίπεδο, το εθνικό ζήτημα έχει έρθει πιο έντονα στο προσκήνιο την τελευταία περίοδο. Αν και αναγνωρίζουμε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ο εθνικισμός των καταπιεσμένων, σύμφωνα με τη γνωστή διατύπωση του Τρότσκι, αποτελεί έκφραση της ταξικής οργής – «το εξωτερικό κέλυφος ενός ανώριμου μπολσεβικισμού» – πρόκειται ουσιαστικά για μια αρνητική εξέλιξη, προϊόν της διεθνούς κρίσης του καπιταλισμού και της αποτυχίας του εργατικού κινήματος να διεκδικήσει την εξουσία για μια παρατεταμένη περίοδο δεκαετιών. Είναι, ωστόσο, κρίσιμο να διαφοροποιούμε προσεκτικά τα διάφορα στρώματα στο εσωτερικό κάθε εθνικού κινήματος: από τη μια την εργατική τάξη, τους φτωχούς αγρότες και τις εξαθλιωμένες μάζες, για τις οποίες οι εθνικές προσδοκίες εκφράζουν μια διάθεση αντίδρασης και την επιθυμία για απελευθέρωση από την καταπίεση και τη φτώχεια, και από την άλλη, την αστική τάξη, η οποία επιδιώκει να αποκτήσει την ελευθερία να καταπιέζει και να εκμεταλλεύεται τους εργαζόμενους μέσα σε ένα νέο εθνικό κράτος.
6. Το εθνικό ζήτημα, με την κλασική έννοια του όρου, θεωρείται ως ένα ανολοκλήρωτο καθήκον της αστικοδημοκρατικής επανάστασης. Σήμερα υποστηρίζουμε ότι, στο πλαίσιο του καπιταλισμού, δεν είναι δυνατόν να ξεπεραστούν οι εθνικοί ανταγωνισμοί ούτε να διασφαλιστεί η αυτοδιάθεση των καταπιεσμένων λαών. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι κάθε εθνικό ζήτημα είναι στατικό και αμετάβλητο· ακόμη και στο πλαίσιο ενός καπιταλισμού σε παρακμή, είναι δυνατές μερικές και προσωρινές «λύσεις». Μέχρι να γίνουν επιτυχημένες εργατικές επαναστάσεις, οι «λύσεις» που επιβάλλονται με τα όπλα αποτελούν εγγενές στοιχείο πολλών καταστάσεων. Ως πρόσφατο χαρακτηριστικό παράδειγμα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2023 το Αζερμπαϊτζάν εξαπέλυσε στρατιωτική επίθεση στην περιοχή Αρτσάχ του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, η οποία εξάλειψε κάθε ένοπλη αντίσταση μέσα σε λίγες ώρες. Έπειτα από μία ημέρα, συμφωνήθηκε παύση των εχθροπραξιών μέσω της μεσολάβησης των ρωσικών δυνάμεων που βρίσκονταν στην περιοχή. Στον απόηχο της επίθεσης, ξεκίνησε μια μαζική έξοδος του αρμενικού πληθυσμού, και στις 28 Σεπτεμβρίου 2023 η Δημοκρατία του Αρτσάχ συμφώνησε να αυτοδιαλυθεί έως την 1η Ιανουαρίου 2024. Μία από τις πολλές «παγωμένες συγκρούσεις» παγκοσμίως φαινόταν να έχει τελικά τερματιστεί, αλλά μόνο μέσω αναγκαστικών μετακινήσεων πληθυσμού υπό την απειλή των όπλων.
7. Στον πρώην αποικιακό κόσμο, η περίοδος μετά τον β’ παγκόσμιο πόλεμο είδε την εμφάνιση δεκάδων νέων εθνικών κρατών, ορισμένα από τα οποία βασίζονταν σε σχετικά ομοιογενείς πληθυσμούς, ενώ άλλα (όπως η Νιγηρία) αποτέλεσαν συνενώσεις πολλών διαφορετικών εθνοτικών ομάδων. Σε αρκετά από αυτά τα νέα κράτη, οι εθνικοί ανταγωνισμοί ήταν εμφανείς από την αρχή και συχνά οδήγησαν σε εξεγέρσεις ή εμφύλιους πολέμους. Για δεκαετίες, ορισμένα ενιαία κράτη επιβίωσαν ανέπαφα, αλλά μόνο έπειτα από εκτεταμένη αιματοχυσία (χαρακτηριστικό παράδειγμα πάλι η Νιγηρία), ενώ άλλα νέα κράτη προέκυψαν ακριβώς μέσα από συγκρούσεις (όπως η απόσχιση του Νότιου Σουδάν από το Σουδάν και της Ερυθραίας από την Αιθιοπία).
8. Η διαίρεση της ινδικής υπο-ηπείρου οδήγησε στη δημιουργία νέων εθνικών κρατών, σαν αποτέλεσμα συγκρούσεων που άφησαν έως και 2 εκατομμύρια νεκρούς και 20 εκατομμύρια εκτοπισμένους. Έκτοτε, οι εθνικές συγκρούσεις –η σύγκρουση στο Κασμίρ, ο εμφύλιος πόλεμος στο Πακιστάν που οδήγησε σε δεύτερη διαίρεση και στη δημιουργία του Μπαγκλαντές, καθώς και οι επανειλημμένες συγκρούσεις μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν για συνοριακές διαφορές, μεταξύ άλλων– συνεχίστηκαν αδιάκοπα. Μόλις στις αρχές του 2025, ένας πλήρους κλίμακας πόλεμος μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν φαινόταν επικείμενος, προτού και οι δύο πλευρές υποχωρήσουν.
9. Τα Σταλινικά καθεστώτα ισχυρίζονταν ότι τα εθνικά ζητήματα εντός των συνόρων τους είχαν επιλυθεί ή βρίσκονταν σε διαδικασία επίλυσης. Αυτό παρουσιαζόταν να έχει επιτευχθεί ιδιαίτερα στην περίπτωση της πρώην ΕΣΣΔ, η οποία περιλάμβανε πολλούς διαφορετικούς λαούς εντός των συνόρων της και της Γιουγκοσλαβίας, όπου γινόταν προσπάθειες να επιλυθούν διαφορές μεταξύ των Σέρβων, της μεγαλύτερης εθνοτικής ομάδας, και άλλων μειονοτήτων όπως οι Κροάτες και οι Μουσουλμάνοι της Βοσνίας. Στην πραγματικότητα, τα εθνικά ζητήματα σε αυτά τα πολυεθνικά κράτη απείχαν πολύ από το να έχουν επιλυθεί και στην περίοδο που ακολούθησε την κατάρρευση των σταλινικών καθεστώτων το αποτέλεσμα ήταν ανοιχτές συγκρούσεις με τεράστιες ανθρώπινες απώλειες. Η διάλυση της ΕΣΣΔ οδήγησε στη δημιουργία 15 νέων εθνικών κρατών και σε αρκετές δεκάδες συγκρούσεις μεγαλύτερης ή μικρότερης κλίμακας (συμπεριλαμβανομένων του πρώτου και του δεύτερου πολέμου της Τσετσενίας, που άφησαν περίπου 60.000 νεκρούς). Όταν κατέρρευσε το σταλινικό καθεστώς στη Γιουγκοσλαβία, οι πολλαπλοί πόλεμοι που ακολούθησαν άφησαν περίπου 140.000 νεκρούς.
10. Στο πλαίσιο της μακράς μεταπολεμικής άνθησης (περίπου 1950–1974), το εθνικό ζήτημα στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες ήταν, στις περισσότερες περιπτώσεις, λιγότερο ορατό. Αυτό, ωστόσο, έκρυβε την πραγματική κατάσταση, η οποία με την πάροδο του χρόνου επρόκειτο να επανέλθει στο προσκήνιο. Στην περίπτωση της Σκωτίας, για παράδειγμα, ο εθνικισμός αποτελούσε μια ισχνή πολιτική δύναμη, με ελάχιστη σχεδόν απήχηση στις εργατικές περιοχές των Σκωτσέζικων πόλεων και των περιοχών με τα μεγάλα ανθρακωρυχεία, όπου το (βρετανικό) Εργατικό Κόμμα ήταν κυρίαρχο για το μεγαλύτερο μέρος του εικοστού αιώνα. Το Εθνικό Κόμμα Σκωτίας (SNP), που ιδρύθηκε το 1928, ήταν μια περιθωριακή οργάνωση με στήριξη κυρίως στις αγροτικές περιοχές και συχνά χλευαζόταν ως «Tartan Tories» («Συντηρητικοί με καρό φουστανέλα»). Η πρώτη παγκόσμια ύφεση μετά τη δεκαετία του 1930, το 1974–1975, καθώς και η αδυναμία του Εργατικού Κόμματος να ανταποκριθεί στις προσδοκίες της εργατικής τάξης, σηματοδότησαν την αρχή της ανόδου του SNP σε μια σοβαρή πολιτική δύναμη. Με την πάροδο του χρόνου, το αδιανόητο έγινε πραγματικότητα και εργατικές κοινότητες που είχαν στηρίξει το Εργατικό Κόμμα σε κάθε εκλογική αναμέτρηση για έναν αιώνα στράφηκαν προς τους εθνικιστές. Όπως υποστήριξε ο Λένιν, η πολιτική είναι συμπυκνωμένη οικονομία: η άνοδος του εθνικισμού και της υποστήριξης προς ένα αστικό εθνικιστικό κόμμα, με ένα λεπτό επίχρισμα ριζοσπαστικής φρασεολογίας, είναι αποτέλεσμα της κρίσης του καπιταλισμού, της αποτυχίας τόσο του δεξιού όσο και του αριστερού ρεφορμισμού, καθώς και της αποτυχίας να χτιστεί ένα μαζικό κόμμα της επαναστατικής Αριστεράς στη Σκωτία και στη Βρετανία. Πιο πρόσφατα, η ίδια διαδικασία εκτυλίχθηκε και στην Ουαλία. Στις εκλογές για το Seannad (το αποκεντρωμένο/αυτοδιοικούμενο Ουαλικό Κοινοβούλιο) τον Μάιο του 2026, το ουαλικό εθνικιστικό κόμμα Plaid Cymru κέρδισε τις περισσότερες έδρες, ακολουθούμενο από κοντά από το δεξιό λαϊκιστικό Reform UK. Το Ουαλικό Εργατικό Κόμμα (Welsh Labour), το οποίο κέρδιζε κάθε εκλογική αναμέτρηση στην Ουαλία για πάνω από εκατό χρόνια, υπέστη ταπεινωτική ήττα και περιορίστηκε με μεγάλη διαφορά στην τρίτη θέση.
11. Την ίδια περίοδο, η «νίκη» του καπιταλισμού στον Ψυχρό Πόλεμο έδωσε ώθηση σε ειρηνευτικές διαδικασίες στον ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο. Φαινομενικά δυσεπίλυτα εθνικά προβλήματα «επιλύθηκαν». Η Βόρεια Ιρλανδία, η οποία προηγουμένως είχε περιγραφεί ως «πρόβλημα χωρίς λύση» από τον Economist, είδε το τέλος τριάντα χρόνων έντονης βίας και την επίτευξη μιας ειρηνευτικής συμφωνίας μεταξύ των κομμάτων και των κυβερνήσεων (η Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής/του Μπέλφαστ, του 1998). Τα ζητήματα που βρίσκονται στο υπόβαθρο της αντιπαράθεσης δεν επιλύθηκαν και, σε πολλές περιπτώσεις, από τότε έχουν επιδεινωθεί, με βαθύτερη διαίρεση μεταξύ των κοινοτήτων. Ωστόσο, για μια ολόκληρη γενιά εργαζομένων στη Βόρεια Ιρλανδία, τα οφέλη είναι σαφή: η ζωή είναι ευκολότερη χωρίς τη συνεχή απειλή θρησκευτικών δολοφονιών και έχουν σωθεί χιλιάδες ζωές που διαφορετικά θα είχαν χαθεί. Παρ’ όλα αυτά, το εθνικό ζήτημα παραμένει ζωντανό, με τη βία να παραμένει υπαρκτή ως ενδεχόμενο.
12. Στην Ισπανία, η εκστρατεία των Βάσκων αυτονομιστών για τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους έληξε, στην προκειμένη περίπτωση μέσω της στρατιωτικής και πολιτικής ήττας της ένοπλης οργάνωσης ETA και των πολιτικών συμμάχων της (η ETA κήρυξε κατάπαυση του πυρός το 2010, αποστρατεύτηκε το 2017 και διαλύθηκε το 2018).
13. Οι Συμφωνίες του Όσλο (1993) δημιούργησαν ελπίδες για μια νέα πολιτική κατεύθυνση στη Μέση Ανατολή, βασισμένη σε μια λύση δύο κρατών. Στην Κύπρο, έπειτα από περισσότερα από 51 χρόνια, οι άρχουσες τάξεις εξακολουθούν να διακηρύσσουν ότι επιθυμούν μια λύση στο εθνικό πρόβλημα, ωστόσο είναι πλέον αρκετά σαφές ότι αυτή η στάση είναι υποκριτική, καθώς η de facto διαίρεση του νησιού παγιώνεται.
14. Η ιδέα ότι σε οποιαδήποτε από αυτές τις περιπτώσεις το εθνικό ζήτημα είχε «λυθεί» αποδείχθηκε ψευδαίσθηση. Μέσα σε λίγα χρόνια το καπιταλιστικό σύστημα μπήκε ξανά σε κρίση και η αναζωπύρωση του εθνικού αισθήματος και του εθνικισμού αποτέλεσε χαρακτηριστικό γνώρισμα της περιόδου από το 2008 και μετά, όπως σημείωσαν τόσο αστοί όσο και μαρξιστές αναλυτές. Σε πολλές περιπτώσεις, το αποτέλεσμα δεν ήταν η ενίσχυση του αριστερού εθνικισμού, αλλά του δεξιού ή λαϊκιστικού εθνικισμού, σε κλίμακα που δεν είχε εμφανιστεί ξανά από τη δεκαετία του 1930.
15. Η αρχική αντίληψη ότι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και η νίκη της «φιλελεύθερης δημοκρατίας» θα καθιστούσαν τα εθνικά ζητήματα λιγότερο σημαντικά διαψεύστηκε από τις εξελίξεις. Το 2017, για παράδειγμα, η διεκδίκηση της ανεξαρτησίας της Καταλονίας βύθισε το ισπανικό κράτος στη μεγαλύτερη πολιτική κρίση του εδώ και 40 χρόνια. Σε δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε την 1η Οκτωβρίου 2017, το 90% ψήφισε υπέρ της ανεξαρτησίας, όμως η συμμετοχή έφτασε μόλις το 43%, καθώς η πλειοψηφία όσων ήταν αντίθετοι στην ανεξαρτησία μποϊκόταρε τη διαδικασία. Το δημοψήφισμα είχε κηρυχθεί εκ των προτέρων παράνομο από το Ισπανικό Συνταγματικό Δικαστήριο και ήταν σαφές ότι η κεντρική ισπανική κυβέρνηση, με τη στήριξη της ΕΕ, δεν θα επέτρεπε την απόσχιση της Καταλονίας. Όταν η ισπανική εθνική αστυνομία επιχείρησε να εμποδίσει τον κόσμο να ψηφίσει, σημειώθηκαν συγκρούσεις. Οι Καταλανοί εθνικιστές, που διέθεταν την πλειοψηφία στο περιφερειακό κοινοβούλιο, δήλωσαν ότι το δημοψήφισμα αποτελούσε έγκυρη έκφραση της βούλησης του λαού και στις 27 Οκτωβρίου ανακήρυξαν την ανεξαρτησία της Καταλονίας. Η κεντρική κυβέρνηση απάντησε επιβάλλοντας απευθείας διακυβέρνηση από τη Μαδρίτη, αποπέμποντας την καταλανική ηγεσία, διαλύοντας το περιφερειακό κοινοβούλιο και προκηρύσσοντας πρόωρες περιφερειακές εκλογές. Τα εθνικιστικά κόμματα κέρδισαν και πάλι την πλειοψηφία, όμως η δυναμική του αυτονομιστικού κινήματος είχε ανακοπεί. Τον Ιούνιο του 2018 η απευθείας διακυβέρνηση τερματίστηκε.
16. Το Βέλγιο αποτελεί επίσης χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς, ακόμη και στα ανεπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη, οι εθνικές αντιθέσεις, όταν παραμένουν άλυτες, μπορούν να έρθουν στο προσκήνιο και να αμφισβητήσουν τη σταθερότητα ενός καπιταλιστικού κράτους. Το Βέλγιο κυβερνάται μέσω ενός σύνθετου συστήματος ελέγχων και ισορροπιών: υπάρχει ενιαία κεντρική κυβέρνηση, αλλά ταυτόχρονα υπάρχουν ξεχωριστές διοικήσεις στη γαλλόφωνη Βαλλονία, στα νότια, στην ολλανδόφωνη Φλάνδρα, στα βόρεια, και στις Βρυξέλλες, που βρίσκονται ανάμεσά τους και αποτελούν κοινή πρωτεύουσα των δύο κοινοτήτων. Το Βέλγιο βρέθηκε αντιμέτωπο με μια παρατεταμένη κρίση από το 2007 έως το 2011, η οποία χαρακτηρίστηκε από εντάσεις μεταξύ των κοινοτήτων και πολιτική αστάθεια. Μετά τις εκλογές του 2010 χρειάστηκαν 541 ημέρες για να σχηματιστεί κυβέρνηση — παγκόσμιο ρεκόρ. Πιο πρόσφατα, οι Βρυξέλλες έμειναν χωρίς περιφερειακή κυβέρνηση για 600 ημέρες, από τον Ιούνιο του 2024 έως τον Φεβρουάριο του 2025. Επτά κόμματα χρειάστηκαν μήνες παρατεταμένων διαπραγματεύσεων, μετά το αποτέλεσμα των εκλογών του Ιουνίου 2024 που δεν έδωσε σαφή πλειοψηφία, μέχρι να καταλήξουν σε μια δύσκολη συμφωνία.
17. Στην Ασία, το εθνικό ζήτημα του Θιβέτ παραμένει άλυτο. Το κινεζικό καθεστώς προωθεί μαζικές δημογραφικές αλλαγές, μεταφέροντας εργάτες από άλλα μέρη της Κίνας, με αποτέλεσμα τη μείωση του ποσοστού του θιβετιανού πληθυσμού. Το μέλλον της Ταϊβάν –επανένταξη στην Κίνα, ανεξαρτησία ή διατήρηση του σημερινού αβέβαιου στάτους– παραμένει κεντρικό γεωπολιτικό ζήτημα.
18. Τα Βαλκάνια και ο Καύκασος εξακολουθούν να αποτελούν πυριτιδαποθήκες και εκρήξεις βίας δεν μπορούν να αποκλειστούν. Πιο πρόσφατα, αρκετοί Σέρβοι συνοριοφύλακες σκοτώθηκαν σε σύγκρουση τον Οκτώβριο του 2023 στην αμφισβητούμενη περιοχή του Κοσσυφοπεδίου. Το καθεστώς του Κασμίρ παραμένει ρευστό, ενώ η Ινδία και το Πακιστάν συνεχίζουν να συγκρούονται κατά διαστήματα κατά μήκος της Γραμμής Ελέγχου. Συγκρούσεις σημειώνονται επίσης στα σύνορα Κίνας-Ινδίας λόγω εδαφικών διαφορών.
19. Η λίστα των εθνικών ζητημάτων σε ολόκληρο τον πλανήτη σε καμία περίπτωση δεν εξαντλείται στα παραδείγματα που αναφέρουμε παραπάνω. Η επανεμφάνιση του εθνικού ζητήματος τις τελευταίες τρεις δεκαετίες είναι αποτέλεσμα:
α) της αδυναμίας του καπιταλισμού να πάει την κοινωνία μπροστά, να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού και, ως εκ τούτου, να εξαλείψει τις ρίζες των εθνικών συγκρούσεων – την φτώχεια, την αποξένωση, την κοινωνική περιθωριοποίηση και την έλλειψη ελπίδας για ολόκληρα τμήματα του πληθυσμού·
β) της καταπίεσης των εθνικών δικαιωμάτων, η οποία τελικά ενισχύει τον εθνικισμό, καθώς οι εργαζόμενοι και η νεολαία εξεγείρονται ενάντια στα δεσμά τους· και
γ) της αποτυχίας των ηγεσιών των εργατικών οργανώσεων να ενώσουν τους εργαζόμενους γύρω από ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα και να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα των εργαζομένων και της κοινωνίας στο σύνολό της μέσα από το δρόμο της σοσιαλιστικής επανάστασης.
20. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι αναγκαίο να αναπτύξουμε περαιτέρω το πρόγραμμά μας, εφαρμόζοντας τη μαρξιστική μέθοδο σε κάθε νέα εξέλιξη, με βάση τις συγκεκριμένες της ιδιαιτερότητες. Μια ανοιχτή συζήτηση τους επόμενους μήνες θα μας βοηθήσει να αποσαφηνίσουμε τις ιδέες μας ενόψει της ταραχώδους περιόδου που μας περιμένει. Μια τέτοια συζήτηση οφείλει να επικεντρωθεί τόσο στα ζητήματα αρχής όσο και στην πρακτική τους εφαρμογή, αντλώντας διδάγματα από την προσέγγιση του Λένιν και του Τρότσκι μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση.
21. Όπως ο Μαρξ, ο Ένγκελς, ο Λένιν και ο Τρότσκι, αναγνωρίζουμε ότι ο εθνικισμός έχει δύο όψεις: τον εθνικισμό του καταπιεστή και τον εθνικισμό του καταπιεζόμενου. Είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε τι σημαίνει αυτό στην πράξη. Η παρερμηνεία αυτής της διατύπωσης βρίσκεται στον πυρήνα των λαθών πολλών αριστερών: η προσέγγισή τους στο εθνικό ζήτημα περιορίζεται στην αναζήτηση της «καταπιεζόμενης» εθνότητας και, στη συνέχεια, στην εφαρμογή ενός τυποποιημένου προγράμματος.
22. Εξίσου λανθασμένο είναι να αγνοούμε ή να υποτιμούμε τη σημασία του εθνικού ζητήματος σε όλες του τις μορφές. Όπως εξήγησε ο Τρότσκι, «ο εθνικός αγώνας δεν μπορεί να ανασταλεί με την απλή αναφορά στη μελλοντική παγκόσμια επανάσταση».
Ο Μαρξ, ο Ένγκελς και το εθνικό ζήτημα
23. Ο μαρξισμός είναι μια ζωντανή επιστήμη. Αν υπάρχει ένας τομέας που το αποδεικνύει αυτό περισσότερο από κάθε άλλον, είναι η μαρξιστική –ή επαναστατική– προσέγγιση στο εθνικό ζήτημα. Όταν ο Μαρξ και ο Ένγκελς έγραψαν το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, έδιναν έμφαση στον διεθνισμό και στην προοπτική ότι η έλευση του σοσιαλισμού θα καταργούσε όλα τα τεχνητά σύνορα. Δεν είναι περίεργο ότι αυτό βρισκόταν στο επίκεντρο της σκέψης τους, δεδομένου ότι τη δεκαετία του 1840 υπήρχαν σχετικά λίγα έθνη-κράτη στον πλανήτη, όπως τα αντιλαμβανόμαστε σήμερα. Εξαίρεση αποτελούσε η αμερικανική ήπειρος, βόρεια και νότια, όπου τα σύγχρονα έθνη-κράτη ήταν ο κανόνας και σχεδόν όλα συνεχίζουν να υπάρχουν έως τον 21ο αιώνα. Η Ευρώπη, αντίθετα, κυριαρχούνταν από μεγάλα πολυεθνικά κράτη – την Βρετανία, την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία και τη Ρωσική Αυτοκρατορία. Ανατολικότερα βρισκόταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Αφρική και η Ασία δεν είχαν ακόμη βιώσει πλήρως την εποχή της αποικιοκρατίας των μεγάλων δυνάμεων αν και η διαδικασία είχε ήδη ξεκινήσει.
24. Η σκέψη του Μαρξ και του Ένγκελς εξελίχθηκε κατά τη διάρκεια της σχετικά μακράς ζωής τους – έζησαν σε μια εποχή μεγάλων ανατροπών. Είναι γνωστό ότι αναθεώρησαν τη θέση τους σε σχέση με την Ιρλανδία. Αρχικά, προσδοκούσαν την επανάσταση των Χαρτιστών στην Αγγλία, η οποία πίστευαν ότι θα άνοιγε τις προοπτικές για την απελευθέρωση της Ιρλανδίας. Με την ήττα του χαρτιστικού κινήματος και την άνοδο του αστικού και μικροαστικού ιρλανδικού εθνικισμού, η προοπτική τους άλλαξε και άρχισαν να θεωρούν ότι οι ιρλανδικές μάζες θα πάλευαν να απελευθερωθούν στηριγμένες στις δικές τους δυνάμεις. Υποστήριζαν ότι η αγγλική εργατική τάξη δεν θα μπορούσε να απελευθερωθεί από τα δικά της δεσμά χωρίς να στηρίξει το δικαίωμα των Ιρλανδών στην αυτοδιάθεση. Η αρχική τους ψυχρότητα, ακόμα και εχθρότητα, απέναντι στους πολλούς λαούς της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίοι παρά την βίαιη υποταγή τους στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία χρησιμοποιούνταν στους στρατούς της και συνέβαλλαν στην καταστολή των επαναστάσεων του 1848, άλλαξε επίσης με την πάροδο του χρόνου. Στα τέλη του 19ου αιώνα, καθώς αυτές οι εθνότητες εξεγείρονταν και επιδίωκαν την ανεξαρτησία των εθνικών τους κρατών, άρχισαν να υποστηρίζουν τους αγώνες τους.
25. Στα τέλη του 19ου αιώνα, η σχολή των «Αυστριακών Μαρξιστών» προσπάθησε να καταρτίσει ένα πρόγραμμα που θα χάραζε την πορεία προς ένα σοσιαλιστικό πολυεθνικό κράτος, στο οποίο πρόγραμμα προτεινόταν η πολιτιστική αυτονομία, που θα επέτρεπε την ενότητα εντός των υφιστάμενων καπιταλιστικών συνόρων. Ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι αναγνώρισαν ότι ένα πρόγραμμα εθνικής αυτονομίας στα πλαίσια των παλιών αυτοκρατοριών δεν θα ικανοποιούσε τις προσδοκίες των εργατικών και αγροτικών μαζών και πρότειναν, αντ’ αυτού, το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, η οποία, σε τελική ανάλυση, σημαίνει το δικαίωμα στην απόσχιση και στη δημιουργία ανεξάρτητων εθνικών κρατών. Κατανόησαν ότι οι Μαρξιστές οφείλουν να προτείνουν και να υπερασπίζονται το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση και να είναι έτοιμοι να το παραχωρήσουν μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση, προκειμένου να αποσπάσουν τις εργατικές μάζες από τον εθνικισμό και την πιθανή επιρροή των αστικών στοιχείων, και να ανοίξουν τον δρόμο για μια μελλοντική ομοσπονδία ή συνομοσπονδία σοσιαλιστικών κρατών.
26. Οι Μπολσεβίκοι ήρθαν στην εξουσία σε μια περίοδο που χαρακτηριζόταν από την αποσύνθεση των πολυεθνικών αυτοκρατοριών της Ευρώπης και την έναρξη της επανάστασης στις πρώην αποικιακές χώρες, που ξεκίνησε από την Ιρλανδία (1916-1921) και εξαπλώθηκε στην Ινδία και την Αίγυπτο τη δεκαετία του 1920. Η ιδέα της αυτοδιάθεσης των εθνών αποτελούσε ένα επείγον πολιτικό αίτημα της εποχής και εκφράστηκε, έστω και με παραμορφωμένο τρόπο, ακόμη και από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Γούντροου Γουίλσον, στις ειρηνευτικές συνομιλίες των Βερσαλλιών. Η άποψη του Γουίλσον ήταν ότι το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση θα έπρεπε να παραχωρηθεί σε ορισμένες, αλλά όχι σε όλες, τις ευρωπαϊκές εθνότητες, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα έπρεπε να επεκταθεί στον αποικιακό κόσμο.
27. Στη δεκαετία του 1920, οι Μπολσεβίκοι ξεπέρασαν κατά πολύ τους περιορισμούς του προ του 1914 ορισμού του έθνους (που συζητάμε παρακάτω) και ήταν διατεθειμένοι να παραχωρήσουν αυτοδιάθεση, με ευελιξία και δημιουργικότητα, με γνώμονα το συνολικό συμφέρον της χειραφέτησης των εργατικών μαζών.
28. Σήμερα, πολλές αριστερές οργανώσεις και επαναστατικές ομάδες εφαρμόζουν μια μη διαλεκτική καρικατούρα της λενινιστικής προσέγγισης. Αντιμετωπίζουν τις ιδέες του Μαρξ, του Ένγκελς, του Λένιν και του Τρότσκι ως αμετάβλητες και αιώνιες. Το αποτέλεσμα είναι μια μορφή χοντροκομμένου Μαρξισμού, η οποία αποτυγχάνει συστηματικά να εφαρμόσει τα διδάγματα του παρελθόντος στη συγκεκριμένη κατάσταση του σήμερα.
Το σύγχρονο έθνος-κράτος
29. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς, πρωτίστως, επιδίωξαν να κατανοήσουν και να εξηγήσουν τους μηχανισμούς μέσω των οποίων η καπιταλιστική τάξη αποσπά υπεραξία από την εργασία των εργαζομένων. Ξεκίνησαν από τη βασική κατανόηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και προχώρησαν στη μελέτη των διαφόρων φαινομένων που προέκυψαν ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης του καπιταλιστικού συστήματος. Ένα από αυτά τα φαινόμενα ήταν η εμφάνιση του σύγχρονου εθνικού κράτους, η οποία ξεκίνησε μετά τη Γαλλική Επανάσταση και βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη στην εποχή τους. Θεώρησαν αναγκαίο να μελετήσουν και να κατανοήσουν τόσο τη διαδικασία συγκρότησης των εθνών όσο και τους τρόπους με τους οποίους η ιδεολογία του εθνικισμού μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να εξασφαλίζει τη μαζική υποστήριξη τμημάτων της εργατικής τάξης, και ειδικά των αγροτικών πληθυσμών.
30. Το έθνος δεν είναι απλώς ένα φαινόμενο στα πλαίσια του καπιταλισμού – ο Μαρξ και ο Ένγκελς θεωρούσαν τους Φοίνικες της Μεσογείου έθνος. Υποστήριζαν ότι, κατά την περίοδο διάλυσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, «τα στοιχεία των νέων εθνών ήταν παρόντα παντού». Στην προ-καπιταλιστική εποχή, όταν αναπτύσσονταν οι πρώιμες καπιταλιστικές μορφές παραγωγής, μπορούσαν να διακρίνουν «έθνη οργανωμένα στη βάση του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής, από όπου αργότερα προέκυψαν τα αστικά εθνικά κράτη».
31. Το σύγχρονο εθνικό κράτος, ωστόσο, αποτελεί καπιταλιστική δομή και συνέβαλε στην πρώιμη, εκρηκτική ανάπτυξη του καπιταλισμού. Υπό αυτή την έννοια, όπως εξήγησε ο Μαρξ, η άνοδος του εθνικού κράτους έπαιξε έναν προοδευτικό ρόλο και υπήρξε αναγκαία για την υπέρβαση του φεουδαρχικού τοπικισμού και της καθυστέρησης. Η γερμανική εθνική ενοποίηση, για παράδειγμα, οδήγησε στη δημιουργία ενός ενιαίου κράτους, εκεί όπου προηγουμένως υπήρχαν 38 κράτη και πριγκιπάτα, ορισμένα από τα οποία ήταν εξαιρετικά μικρά, με δικούς τους νόμους, φόρους και έθιμα, και συχνά με ξεχωριστούς στρατούς. Η ενοποίηση έθεσε τα θεμέλια για μια ενιαία εθνική υποδομή και οικονομική ολοκλήρωση, προϋπόθεση για τη διαμόρφωση μιας σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας.
32. Τα πολυεθνικά κράτη του 19ου αιώνα –η Ρωσία, η Αυστροουγγαρία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία– στα σύνορα των οποίων υπάγονταν μικρότερες και ασθενέστερες εθνικές ομάδες, λειτουργούσαν συχνά ως εμπόδιο στην καπιταλιστική ανάπτυξη. Σήμερα, σε αντίθεση με την αυγή του καπιταλισμού, το έθνος-κράτος και η ατομική ιδιοκτησία συνιστούν εμπόδιο στην περαιτέρω ανάπτυξη της κοινωνίας, της βιομηχανίας και της οικονομίας. Ορισμένοι εκπρόσωποι του καπιταλισμού το αναγνωρίζουν αυτό εν μέρει: η συνειδητοποίηση ότι τα σχετικά μικρά ευρωπαϊκά κράτη δεν μπορούν να ανταγωνιστούν αποτελεσματικά τις οικονομικές υπερδυνάμεις της παγκόσμιας οικονομίας, την Κίνα και τις ΗΠΑ, αποτελεί βασικό μοχλό των προσπαθειών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αντίστοιχα, η Κίνα και οι ΗΠΑ συγκροτούν τα δικά τους εμπορικά μπλοκ.
Καταπιεσμένα και καταπιεστικά έθνη
33. Αναγνωρίζουμε ότι ο εθνικισμός έχει δύο όψεις: τον εθνικισμό του καταπιεστή και τον εθνικισμό του καταπιεζόμενου. Σύμφωνα με τα γνωστά λόγια του Τρότσκι, ο εθνικισμός των καταπιεσμένων εθνών αποτελεί, ορισμένες φορές, έκφραση της ταξικής οργής – «το εξωτερικό κέλυφος ενός ανώριμου Μπολσεβικισμού».
34. Ιστορικά, το σύνθημα «Δικαίωμα στην Αυτοδιάθεση» εφαρμόστηκε από τους μαρξιστές σε καταπιεσμένα έθνη. Το σύνθημα ξεκινά από την αρχή ότι οι λαοί που ανήκουν σε οποιοδήποτε έθνος πρέπει να είναι ελεύθεροι να αποφασίζουν οι ίδιοι για το μέλλον τους, ενάντια στην αποικιακή και ιμπεριαλιστική κυριαρχία και υποταγή. Ταυτόχρονα, όμως, δεν μπορεί να εφαρμόζεται σε όλες τις περιστάσεις, δεν αποτελεί αυτοσκοπό και έχει ως στόχο να διαχωρίσει τους εργαζόμενους και άλλα καταπιεσμένα στρώματα από τον πολιτικό εθνικισμό. Αυτή η προσέγγιση συνοψίζεται εύστοχα στο σχόλιο του Μαρξ για την ιρλανδική ανεξαρτησία: «μετά τον διαχωρισμό μπορεί να έρθει η ομοσπονδία».
35. Ο Λένιν διατύπωσε τη θέση του για το Δικαίωμα στην Αυτοδιάθεση των εθνών σε μια περίοδο κατά την οποία το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου βρισκόταν υπό την κυριαρχία μεγάλων πολυεθνικών αυτοκρατοριών, είτε στην Ευρώπη –όπως η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία– είτε σε παγκόσμια κλίμακα, όπως η Βρετανική Αυτοκρατορία. Σε αυτό το πλαίσιο, το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση διατυπώθηκε ως σύνθημα για τα καταπιεσμένα έθνη.
36. Αυτή παραμένει η θέση μας και σήμερα, καθώς δεν είναι λογικό να ζητάμε το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση ενός κυρίαρχου έθνους-κράτους, όπως της Βρετανία στην περίπτωση της Ιρλανδίας ή του κεντρικού ισπανικού κράτους στην περίπτωση της Χώρας των Βάσκων ή της Καταλονίας. Παρ’ όλα αυτά, είναι αναγκαίο να επικαιροποιήσουμε τη θέση μας για τον 21ο αιώνα. Οι παλαιότερες μορφές αποικιοκρατίας δεν υπάρχουν πλέον· στη θέση τους έχουν εμφανιστεί μορφές νεοαποικιοκρατίας, και το πολιτικό μας πρόγραμμα οφείλει να το αντικατοπτρίζει αυτό, ιδιαίτερα εκεί όπου το εθνικό ζήτημα παραμένει οξυμένο. Ωστόσο, μια απλή διάκριση ανάμεσα σε καταπιεσμένα και καταπιεστικά έθνη πολύ συχνά δεν είναι εύκολη. Αν εξετάσουμε, για παράδειγμα, την περίπτωση της Σκωτίας, είναι αμφισβητήσιμο κατά πόσο το σκωτσέζικο έθνος μπορεί να θεωρηθεί καταπιεσμένο με την έννοια που θα κατανοούσαν ο Λένιν ή ο Τρότσκι.
37. Το σύνθημα της αυτοδιάθεσης δεν πρέπει να εφαρμόζεται με τυπικό ή μηχανικό τρόπο, και ποτέ με τρόπο που, αντί να αποσπά τους εργάτες από τον εθνικισμό, να ενισχύει τον εθνικισμό και τις εθνικές διαιρέσεις. Για παράδειγμα, στο πλαίσιο της σημερινής Ιρλανδίας, το σύνθημα του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση δεν συμβάλλει στην κατανόηση ούτε αποσαφηνίζει τα δικαιώματα των καθολικών ή των προτεσταντών. Αντίθετα, έχουμε υιοθετήσει μια σειρά «αρνητικών αιτημάτων»: ενάντια στην εθνική καταπίεση, ενάντια στον εξαναγκασμό και ενάντια στην στέρηση δικαιωμάτων.
38. Την εποχή του Μαρξ και του Ένγκελς, οι δύο χώρες όπου το ζήτημα της εθνικής καταπίεσης και η άνοδος του εθνικισμού ως πολιτικού κινήματος ήταν πιο εμφανή ήταν η Πολωνία και η Ιρλανδία. Γι’ αυτό, μεγάλο μέρος των γραπτών τους για το εθνικό ζήτημα επικεντρώνεται στην πολυετή κυριαρχία της Αγγλίας επί της Ιρλανδίας και στον διαμελισμό της Πολωνίας από τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις.
39. Είναι γνωστό ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς αναθεώρησαν τη θέση τους στο εθνικό ζήτημα, εν μέρει προσαρμοζόμενοι στις ιστορικές εξελίξεις, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το ζήτημα της Ιρλανδίας. Πριν από τη δεκαετία του 1860, ο Μαρξ πίστευε ότι η Ιρλανδία «δεν θα απελευθερωθεί από το εθνικό κίνημα του καταπιεζόμενου έθνους, αλλά από το εργατικό κίνημα του καταπιέζοντος έθνους», όπως σημείωσε αργότερα ο Λένιν. Ο Λένιν συνέχισε: «Ωστόσο, τα πράγματα ήρθαν έτσι, που η αγγλική εργατική τάξη έπεσε για αρκετά μεγάλο διάστημα κάτω από την επιρροή των Φιλελεύθερων, έγινε ουρά τους και απέτυχε να σχηματίσει δική της ηγεσία ακολουθώντας μια φιλελεύθερη-εργατική πολιτική. Το αστικό απελευθερωτικό κίνημα στην Ιρλανδία δυνάμωσε και πήρε επαναστατικές μορφές. Ο Μαρξ επανεξέτασε την άποψή του και τη διόρθωσε». Ο Λένιν αναφέρθηκε σε επιστολή του Μαρξ προς τον Ένγκελς, με ημερομηνία 2 Νοεμβρίου 1867, στην οποία ο Μαρξ έγραφε τα εξής: «Η δίκη των Φενιανών στο Μάντσεστερ ήταν ακριβώς όπως έπρεπε να την περιμένει κανείς. Θα είδες τι σκάνδαλο προκάλεσαν οι “δικοί μας” στη Reform League [σμ: ένωση για την προώθηση του δικαιώματος ψήφου των εργατών στην Αγγλία]. Προσπάθησα με κάθε μέσο που διέθετα να παρακινήσω τους Άγγλους εργάτες να εκδηλωθούν υπέρ του Φενιανισμού… Άλλοτε θεωρούσα αδύνατο τον αποχωρισμό της Ιρλανδίας από την Αγγλία. Τώρα τον θεωρώ αναπόφευκτο, αν και μετά τον αποχωρισμό μπορεί να επακολουθήσει η ομοσπονδία».
40. Ο Μαρξ έχει επικριθεί για τη στάση του απέναντι στην Ινδία, καθώς φαινόταν να επικροτεί την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (και την καταστροφή των παλαιών τρόπων ζωής) υπό τον καπιταλισμό. Εστίαζε πράγματι την προσοχή του σ’ αυτά τα φαινόμενα όταν έγραψε: «Η καπιταλιστική περίοδος της ιστορίας θα έχει δημιουργήσει την υλική βάση ενός νέου κόσμου: από τη μια μεριά την παγκόσμια επικοινωνία που βασίζεται στην αμοιβαία εξάρτηση της ανθρωπότητας, καθώς και τα μέσα αυτής της επικοινωνίας· από την άλλη μεριά την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων του ανθρώπου και τη μετατροπή της υλικής παραγωγής σε επιστημονική κυριαρχία πάνω στις δυνάμεις της φύσης. Η καπιταλιστική βιομηχανία και το εμπόριο δημιουργούν αυτούς τους υλικούς όρους, ενός νέου κόσμου, με τον ίδιο τρόπο που οι γεωλογικές επαναστάσεις δημιούργησαν την επιφάνεια της γης». Συνέχισε περιγράφοντας πώς η καπιταλιστική ανάπτυξη θα ξεπεραστεί με την πάροδο του χρόνου από την κοινωνική επανάσταση και, με αυτόν τον τρόπο, κατέστησε σαφές ότι η καπιταλιστική «πρόοδος» επιτεύχθηκε πάνω στα κόκκαλα των μαζών: «Όταν μια μεγάλη κοινωνική επανάσταση θα έχει αξιοποιήσει τα αποτελέσματα της εποχής του καπιταλισμού, της παγκόσμιας αγοράς και των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων, και θα τα έχει υποτάξει στον κοινό έλεγχο των πιο προοδευμένων λαών, τότε μόνο η ανθρώπινη πρόοδος θα πάψει να μοιάζει με εκείνο το φρικτό ειδωλολατρικό είδωλο που δεν ήθελε να πιει το νέκταρ παρά μόνο μέσα από τα κρανία των σκοτωμένων».[1]
41. Η «Μεγάλη Ινδική Εξέγερση» (ο πρώτος πόλεμος για την ανεξαρτησία της Ινδίας) σηματοδότησε μια στροφή του Μαρξ από τη εστίαση του στην θεωρία προς την ενεργή στήριξη του αγώνα των αποικιοκρατούμενων Ινδών, τον οποίο υποστήριξε άνευ όρων, διαχωρίζοντας σαφώς τη βία των καταπιεσμένων από τη βία των καταπιεστών.
42. Μετά την ήττα των επαναστάσεων του 1848, εν μέρει επειδή ορισμένες εθνότητες ήταν πρόθυμες να παράσχουν το στρατιωτικό δυναμικό που απαιτούνταν για την καταστολή των εξεγέρσεων, ο Ένγκελς έκανε μια διάκριση ανάμεσα σε εθνικές ομάδες που κινούνταν προς την κατεύθυνση της εθνικής κυριαρχίας και άξιζαν αυτοδιάθεση, και σε άλλες, τις οποίες χαρακτήρισε ως «λαούς χωρίς ιστορία». Οι μεταγενέστερες εξελίξεις τον οδήγησαν να εγκαταλείψει αυτή την έννοια.
43. Ο Καρλ Μαρξ έθεσε το ζήτημα του «δικαιώματος στην αυτοδιάθεση» ήδη από το 1843.[2] Εκεί έγραψε ότι «Στη δημοκρατία, το σύνταγμα, ο νόμος, το κράτος, εφόσον είναι πολιτικό σύνταγμα, δεν είναι παρά ο αυτοκαθορισμός του λαού και ένα καθορισμένο περιεχόμενο του λαού».[3] Χρησιμοποίησε τον πιο συγκεκριμένο όρο «αυτοδιάθεση των εθνών» το 1865, όταν αναφέρθηκε στην «…την ανάγκη να εξαλειφθεί η επιρροή της Μόσχας στην Ευρώπη με την εφαρμογή του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των εθνών και την ανασύσταση της Πολωνίας πάνω σε μια δημοκρατική και κοινωνική βάση».[4] Το 1866, η βελγική εφημερίδα L’Echo de Verviers δημοσίευσε επιστολή που υπέγραψαν ο Μαρξ και άλλοι, στην οποία εξηγούσαν: «Το Κεντρικό Συμβούλιο… ίδρυσε τρεις εφημερίδες… μία στη Βρετανία, την The Workman’s Advocate, τη μοναδική αγγλική εφημερίδα η οποία, ορμώμενη από το δικαίωμα των λαών για αυτοδιάθεση, αναγνωρίζει ότι οι Ιρλανδοί έχουν το δικαίωμα να αποτινάξουν τον αγγλικό ζυγό».[5]
44. Όσον αφορά την Πολωνία, σε ομιλία του το 1863 ο Μαρξ αναφέρθηκε εκ νέου στο ζήτημα της αυτοδιάθεσης: «Ποιοι είναι οι λόγοι γι’ αυτό το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του Κόμματος των Εργατών για την τύχη της Πολωνίας; Πρώτα απ’ όλα, βέβαια, η συμπάθεια για έναν υποδουλωμένο λαό που, με τον συνεχή ηρωικό αγώνα του ενάντια στους καταπιεστές του, απέδειξε το ιστορικό του δικαίωμα στην εθνική ανεξαρτησία και την αυτοδιάθεση. Δεν αποτελεί καθόλου αντίφαση το γεγονός ότι το διεθνές Κόμμα των Εργατών επιδιώκει την αποκατάσταση του πολωνικού έθνους».[6]
Τι είναι ένα έθνος;
45. Για δεκαετίες διεξαγόντουσαν έντονες συζητήσεις στο διεθνές εργατικό κίνημα γύρω από το εθνικό ζήτημα. Στα τέλη του 19ου αιώνα και στα χρόνια πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι πιο σημαντικοί Μαρξιστές διαμόρφωσαν τη διατύπωση του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση των καταπιεσμένων εθνών. Βασιζόμαστε στην προσέγγιση του Λένιν και των Μπολσεβίκων στο εθνικό ζήτημα, όπως αναπτύχθηκε κατά την πρώτη μιάμιση δεκαετία του 20ού αιώνα και εφαρμόστηκε στη συνέχεια μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση. Οι Μπολσεβίκοι ήταν σταθεροί στις αρχές τους, αλλά ευέλικτοι στην πράξη — και είναι ακριβώς αυτή η ευελιξία που παραμένει κρίσιμη για την ανάλυση των σύνθετων εθνικών ζητημάτων σε πολλά μέρη του κόσμου σήμερα.
46. Πριν προχωρήσουμε σε αυτό, είναι απαραίτητο να εξετάσουμε λεπτομερώς έναν πιο τυπικό, αλλά ταυτόχρονα σημαντικό, ορισμό του έθνους – έναν ορισμό τον οποίο υιοθετούν αρκετοί αριστεροί και αστοί στοχαστές. Σε μια διάσημη μπροσούρα του 1913, με τίτλο Ο μαρξισμός και το εθνικό ζήτημα, που δημοσιεύθηκε με το όνομα του Στάλιν αλλά σχεδόν σίγουρα γράφτηκε υπό την καθοδήγηση του Λένιν,[7] παρουσιάστηκε σε γενικές γραμμές το πρόγραμμα των Μπολσεβίκων. Η μπροσούρα αυτή επιχείρησε να ορίσει το «έθνος», και τα κριτήριά της εξακολουθούν να αποτελούν τη βάση της γενικής μας προσέγγισης. Πρέπει, ωστόσο, να τονιστεί ότι ο Λένιν, παρότι χρησιμοποίησε τον ορισμό αυτό ως αφετηρία, ως οδηγό, υπήρξε πολύ ευέλικτος στην εφαρμογή του. Τα επόμενα χρόνια, σε μια σειρά από άρθρα, ανέπτυξε με ένα ευέλικτο και προσεκτικό τρόπο τα βασικά κριτήρια που αυτός ο ορισμός περιείχε – στην πράξη, μετά τον Οκτώβρη, οι Μπολσεβίκοι αποδείχθηκαν πολύ πιο ευέλικτοι απ’ ό,τι θα μπορούσε να συναχθεί από την εν λόγω μπροσούρα.
47. Στην μπροσούρα αυτή, το έθνος ορίζεται μέσα από μια σειρά «βημάτων». Το πρώτο από αυτά είναι ότι «Το έθνος είναι πριν απ’ όλα μια κοινότητα, μια καθορισμένη κοινότητα ανθρώπων».[8] Τονίζεται ότι «Η κοινότητα αυτή δεν είναι ούτε φυλετική, ούτε της φυλής [tribal]» και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «Έτσι, το έθνος δεν είναι φυλετική κοινότητα, ούτε κοινότητα της φυλής, αλλά μια ιστορικά διαμορφωμένη κοινότητα ανθρώπων». Οι παλαιότερες κρατικές δομές δεν πληρούσαν αυτό το βασικό κριτήριο για ένα έθνος. Το συμπέρασμα που συνάγεται είναι ότι ένα έθνος «δεν είναι μια τυχαία ή εφήμερη συγκέντρωση, αλλά μια σταθερή κοινότητα ανθρώπων».
48. Στη συνέχεια, όμως, επισημαίνεται ότι «δεν αποτελεί έθνος κάθε σταθερή κοινότητα». Δίνονται παραδείγματα: «Η Αυστρία και η Ρωσία είναι επίσης σταθερές κοινότητες, μα κανένας δεν τις ονομάζει έθνη. Σε τι διαφέρει η εθνική κοινότητα από την κρατική κοινότητα; Ανάμεσα στα άλλα και στο ότι η εθνική κοινότητα είναι αδιανόητη χωρίς μια κοινή γλώσσα, ενώ για το κράτος η κοινή γλώσσα δεν είναι απαραίτητη». Το συμπέρασμα είναι ότι «Η κοινή γλώσσα είναι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του έθνους».
49. Ωστόσο, μια κοινή γλώσσα δεν δημιουργεί από μόνη της ένα έθνος: «Αυτό δε σημαίνει βέβαια πως τα διάφορα έθνη μιλούν πάντοτε και παντού διαφορετικές γλώσσες ή πως όλοι όσοι μιλούν μια και την ίδια γλώσσα αποτελούν οπωσδήποτε ένα έθνος… Οι Άγγλοι και οι Αμερικανοί μιλούν μια γλώσσα, όμως δεν αποτελούν ένα έθνος.»
50. Από αυτή την παρατήρηση προκύπτει το γεωγραφικό ζήτημα: «Αλλά γιατί, λόγου χάρη, οι Άγγλοι και οι Αμερικανοί δεν αποτελούν ένα έθνος, παρόλο που έχουν κοινή γλώσσα; Πρώτα απ’ όλα γιατί δεν κατοικούν μαζί, αλλά κατοικούν σε διαφορετικά εδάφη. Το έθνος διαμορφώνεται μόνο σαν αποτέλεσμα μακρόχρονης και συστηματικής επικοινωνίας, σαν αποτέλεσμα της συμβίωσης των ανθρώπων από γενιά σε γενιά… Επομένως, το κοινό έδαφος είναι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του έθνους.»
51. Αλλά αυτό δεν αρκεί: «Το κοινό έδαφος από μόνο του δεν δημιουργεί ακόμα το έθνος. Γι’ αυτό χρειάζεται επιπλέον ένας εσωτερικός οικονομικός δεσμός, που να συνενώνει τα διάφορα μέρη του έθνους σε ένα όλο… Επομένως, η κοινή οικονομική ζωή, η οικονομική συνοχή, είναι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του έθνους.»
52. Ο τελικός παράγοντας είναι το ζήτημα της «κουλτούρας»: «Αν η Αγγλία, η Αμερική και η Ιρλανδία, που μιλούν την ίδια γλώσσα, αποτελούν ωστόσο τρία διαφορετικά έθνη, αυτό οφείλεται σε όχι μικρό βαθμό στην ιδιόμορφη ψυχοσύνθεση που διαμορφώθηκε σ’ αυτά από γενιά σε γενιά σαν αποτέλεσμα διαφορετικών συνθηκών ύπαρξης… Επομένως, η κοινή ψυχοσύνθεση, που εκδηλώνεται στην κοινή κουλτούρα, είναι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του έθνους.»
53. Το φυλλάδιο καταλήγει: «Εξαντλήσαμε έτσι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του έθνους. Έθνος είναι η ιστορικά διαμορφωμένη σταθερή κοινότητα ανθρώπων, που εμφανίστηκε πάνω στη βάση της κοινής γλώσσας, του εδάφους, της οικονομικής ζωής και της ψυχοσύνθεσης που εκδηλώνεται σε μια κοινή κουλτούρα».
Ο Λένιν και η αυτοδιάθεση
54. Η μπροσούρα του Στάλιν γράφτηκε στο πλαίσιο μιας σειράς πολεμικών άρθρων του Λένιν ενάντια στην αρνητική στάση της Ρόζας Λούξεμπουργκ σχετικά με το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση. Τον Δεκέμβριο του 1913 ο Λένιν έγραψε για το ζήτημα της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας, υποστηρίζοντας την «ελευθερία της απόσχισης, το δικαίωμα στην απόσχιση». Ωστόσο, ήταν σαφής ότι «Το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης είναι βέβαια ένα πράγμα, και το σκόπιμο της αυτοδιάθεσης, του αποχωρισμού ενός ορισμένου έθνους σε ορισμένες συνθήκες, είναι άλλο πράγμα».[9] Αργότερα τον ίδιο μήνα δήλωσε εκ νέου ότι «Ένας δημοκράτης δεν θα μπορούσε να παραμείνει δημοκράτης (πόσο μάλλον ένας προλετάριος δημοκράτης), αν δεν υποστήριζε συστηματικά, ακριβώς μέσα στις μεγαλορωσικές μάζες και στη ρωσική γλώσσα, την “αυτοδιάθεση” των εθνών με την πολιτική και όχι με την “πολιτιστική” έννοια».[10]
55. Στο έργο Το δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση, ο Λένιν αντιτάχθηκε κατηγορηματικά στα επιχειρήματα της Λούξεμπουργκ. Η τελευταία υποστήριζε ότι η ιδέα της δημιουργίας νέων εθνικών κρατών στην εποχή της ήταν ουτοπική και ότι ο αγώνας για την αυτοδιάθεση αποσπούσε την προσοχή από την ταξική πάλη. Υποστήριζε την αυτόνομη θέση των εθνικών μειονοτήτων εντός των υφιστάμενων συνόρων.[11] Ο Λένιν επέμεινε ότι «θα ήταν λάθος να ερμηνεύσουμε το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση ως οτιδήποτε άλλο εκτός από το δικαίωμα στην ύπαρξη ξεχωριστού κράτους».[12] Επιπλέον, υποστήριξε ότι «το εθνικό κράτος είναι ο κανόνας και η “νόρμα” του καπιταλισμού: το πολυεθνικό κράτος αντιπροσωπεύει την καθυστέρηση… από την άποψη των εθνικών σχέσεων, οι καλύτερες συνθήκες για την ανάπτυξη του καπιταλισμού παρέχονται αναμφίβολα από το εθνικό κράτος».[13]
56. Ο Λένιν υιοθέτησε ένα σαφές ιστορικό πλαίσιο: «Η εποχή των αστικοδημοκρατικών επαναστάσεων στη Δυτική, ηπειρωτική Ευρώπη αγκαλιάζει μια αρκετά καθορισμένη χρονική περίοδο, περίπου από το 1789 ως το 1871. Αυτή ακριβώς ήταν η εποχή των εθνικών κινημάτων και της δημιουργίας εθνικών κρατών. Όταν έληξε η περίοδος αυτή, η Δυτική Ευρώπη είχε μεταβληθεί σε ένα συγκροτημένο σύστημα αστικών κρατών, που κατά γενικό κανόνα ήταν εθνικά ενιαία κράτη. Γι’ αυτό, το να αναζητά κανείς τώρα το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης στα προγράμματα των δυτικοευρωπαίων σοσιαλιστών σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνει την ΑΒ του μαρξισμού. Στην Ανατολική Ευρώπη και στην Ασία η εποχή των αστικοδημοκρατικών επαναστάσεων άρχισε μόλις το 1905. Οι επαναστάσεις στη Ρωσία, στην Περσία, στην Τουρκία, στην Κίνα, οι πόλεμοι στα Βαλκάνια — αυτή είναι η αλυσίδα των παγκόσμιων γεγονότων της εποχής μας στην “Ανατολή” μας. Και μόνο ένας τυφλός δεν θα μπορούσε να δει σ’ αυτή την αλυσίδα των γεγονότων το ξύπνημα μιας ολόκληρης σειράς αστικοδημοκρατικών εθνικών κινημάτων, τις προσπάθειες για τη δημιουργία εθνικά ανεξάρτητων και εθνικά ενιαίων κρατών. Ακριβώς επειδή και μόνο επειδή η Ρωσία και οι γειτονικές της χώρες περνούν αυτή την εποχή, μας χρειάζεται η παράγραφος του προγράμματός μας για το δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση».[14]
57. Έτσι, η αντίληψη του Λένιν για την αυτοδιάθεση προοριζόταν να εφαρμοστεί όχι μόνο στην Οθωμανική, τη Ρωσική και την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, αλλά και στις αποικίες της Βρετανίας, της Γαλλίας και άλλων ευρωπαϊκών κρατών. Αντίθετα, όπως αναφέραμε παραπάνω, το 1919 ο Γούντροου Γουίλσον θεωρούσε ότι η αυτοδιάθεση ίσχυε μόνο για τις πρώτες και όχι για τις δεύτερες, και δεν αποδέχτηκε τα αιτήματα για αυτοδιάθεση που υπέβαλαν οι αποικίες της Βρετανίας.
58. Κατά την περίοδο μεταξύ της Επανάστασης του Φεβρουαρίου και της Επανάστασης του Οκτωβρίου (Μάιος 1917), ο Λένιν συνέταξε ένα ψήφισμα για το «εθνικό ζήτημα».[15] Αφετηρία του ήταν η αναγνώριση του δικαιώματος όλων των εθνών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας να αποσχιστούν ελεύθερα και να σχηματίσουν ανεξάρτητα κράτη. Εάν αυτό το δικαίωμα τους το αρνιόταν ένα σοσιαλιστικό καθεστώς, αυτό θα ισοδυναμούσε στην πράξη με την υποστήριξη μιας πολιτικής βίαιης προσάρτησης. Η θέση του Λένιν αμφισβητήθηκε από ορισμένους ηγετικούς Μπολσεβίκους, μεταξύ των οποίων ο Νικολάι Μπουχάριν και ο Γκεόργκι Πιατάκοφ.
59. Υπάρχουν σημαντικές πτυχές της φράσης «δικαίωμα στην αυτοδιάθεση» που πρέπει να ληφθούν υπόψη. Πρώτον, η έννοια του δικαιώματος υποδηλώνει ότι αυτό πρέπει πάντοτε να αναγνωρίζεται, υπό όλες τις περιστάσεις. Ορισμένες φορές το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση περιγράφεται ως αρχή, αλλά και πάλι η έννοια παραμένει η ίδια: οι αρχές πρέπει να εφαρμόζονται. Ωστόσο, υπάρχουν συνθήκες στις οποίες το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης θα μπορούσε να περιγραφεί καλύτερα ως μια τακτική προσέγγιση, ή τουλάχιστον ως κάτι που περιλαμβάνει στοιχεία τακτικής προσέγγισης.
60. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση δεν είναι απόλυτο. Αυτό γίνεται σαφές αν εξετάσουμε συγκεκριμένα παραδείγματα, ακόμη και εκείνα που είναι με μια έννοια μοναδικά. Όταν οι νότιες πολιτείες αποσχίστηκαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής το 1864, ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν έθεσαν κάποιο υποθετικό δικαίωμα στην αυτοδιάθεση του πληθυσμού του Νότου. Είναι λογικό να υποθέσουμε ότι η πλειοψηφία του λευκού πληθυσμού των νότιων πολιτειών υποστήριζε την πολιτική της απόσχισης, αν και, φυσικά, το δικαίωμα ψήφου ασκούνταν μόνο από μια μειοψηφία αυτού του πληθυσμού, ενώ οι μαύροι ήταν υποδουλωμένοι. Αντί να υποστηρίξουν το «δικαίωμα στην αυτοδιάθεση», ο Μαρξ και ο Ένγκελς αναγνώρισαν τον προοδευτικό χαρακτήρα του πολέμου που διεξήγαγε η βόρεια αστική τάξη. Δεν επρόκειτο απλώς για το αν οι λευκοί του Νότου αποτελούσαν έθνος (δεν αποτελούσαν, αλλά, όπως έχουμε περιγράψει αλλού, η μαρξιστική θέση δεν είναι άκαμπτη ως προς αυτό), αλλά για το ζήτημα του ταξικού χαρακτήρα ενός «εθνικού» κινήματος (στην περίπτωση της Συνομοσπονδίας, μιας δουλοκτητικής αριστοκρατίας με τη στήριξη φτωχών λευκών αγροτών). Αν η απόσχιση είχε επιτύχει και, μετά από αρκετές γενιές, είχε πράγματι συγκροτηθεί ένα νέο έθνος (και είχε καταργηθεί η δουλεία), η θέση των μαρξιστών ενδεχομένως να είχε αλλάξει. Φυσικά, πολλά θα εξαρτώνταν από την κατάσταση του μαύρου πληθυσμού μέχρι τότε και από τις προσδοκίες του.
61. Είναι επίσης σημαντικό να επαναλάβουμε ότι, ενώ οι μαρξιστές αναγνωρίζουν το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, γενικά δεν υποστηρίζουμε τον διαχωρισμό ή την απόσχιση. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες αυτό είναι σωστό, αλλά τις περισσότερες φορές δεν είναι.
Οι Μπολσεβίκοι στην εξουσία
62. Ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι επιδίωκαν να συνδεθούν και να εκφράσουν τα δίκαια εθνικά αιτήματα των καταπιεσμένων εθνοτήτων, χωρίς ποτέ να υποστηρίξουν τον σοβινισμό ή να προσφέρουν πολιτική στήριξη σε εθνικιστικές ιδέες ή δυνάμεις. Ο Τρότσκι αναγνώρισε ότι «για τα καταπιεσμένα έθνη της Ρωσίας, η ανατροπή της μοναρχίας σήμαινε αναπόφευκτα και την εθνική τους επανάσταση».[16] Οι Ρώσοι αποτελούσαν το 43% του πληθυσμού, ενώ το υπόλοιπο αποτελούνταν από Πολωνούς, Ουκρανούς, Φινλανδούς, Αρμένιους, Τατάρους και πολλούς άλλους. Ο Λένιν εξήγησε ότι χωρίς ένα σωστό πρόγραμμα για το εθνικό ζήτημα, δεν θα ήταν δυνατό για τους Μπολσεβίκους να ανατρέψουν τον καπιταλισμό, τη γαιοκτησία και τον ιμπεριαλισμό στην τσαρική αυτοκρατορία.
63. Το πρόγραμμα των Μπολσεβίκων για το εθνικό ζήτημα στόχευε στο να δείξει στους καταπιεσμένους λαούς ότι η εργατική τάξη της κυρίαρχης εθνότητας δεν είχε τίποτα να κερδίσει από την υποδούλωσή τους. Ένα από τα πρώτα διατάγματα των Μπολσεβίκων αφορούσε το δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση. Η Φινλανδία και η Πολωνία κήρυξαν αμέσως την ανεξαρτησία τους, η οποία αναγνωρίστηκε από τη νέα μπολσεβίκικη κυβέρνηση. Ωστόσο, το πρόγραμμα των Μπολσεβίκων δεν τελείωνε εκεί. Ενώ διακήρυσσε το δικαίωμα στην απόσχιση, ο Λένιν απηύθυνε ταυτόχρονα κάλεσμα στους εθνικά καταπιεσμένους λαούς να ενωθούν σε συμμαχία με την εργατική τάξη της Ρωσίας στον αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού, της γαιοκτησίας και του ιμπεριαλισμού — και στις δικές τους χώρες.
64. Η μπολσεβίκικη κυβέρνηση δήλωσε επίσης την υποστήριξή της στα δικαιώματα των λαών του νότιου και ανατολικού τμήματος της αυτοκρατορίας, καλώντας τους παράλληλα να στηρίξουν την επανάσταση: «Μουσουλμάνοι της Ρωσίας, Τατάροι του Βόλγα και της Κριμαίας, Κιργίζιοι και Σάρτες της Σιβηρίας και του Τουρκεστάν, Τούρκοι και Τάταροι της Υπερκαυκασίας, Τσετσένοι και ορεινοί λαοί του Καυκάσου, όλοι εσείς που τα τζαμιά και οι οίκοι προσευχής σας καταστράφηκαν, που οι πίστεις και τα έθιμά σας ποδοπατήθηκαν από τους τσάρους και τους καταπιεστές της Ρωσίας. Από εδώ και πέρα οι πίστεις και τα έθιμά σας, οι εθνικοί και πολιτιστικοί σας θεσμοί ανακηρύσσονται ελεύθεροι και απαραβίαστοι. Οργανώστε την εθνική σας ζωή ελεύθερα και ανεμπόδιστα. Έχετε το δικαίωμα αυτό. Μάθετε ότι τα δικαιώματά σας, όπως και τα δικαιώματα όλων των λαών της Ρωσίας, προστατεύονται από όλη τη δύναμη της επανάστασης και των οργάνων της, των Σοβιέτ των Εργατών, Στρατιωτών και Αγροτών Βουλευτών. Υποστηρίξτε, αυτή την επανάσταση και την κυβέρνησή της».
65. Οι Μπολσεβίκοι δεν υποστήριζαν την απόσχιση. Παρότι αντιτάσσονταν στην εθνική καταπίεση και στον εξαναγκασμό των εθνών και υπεράσπιζαν το δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση, εξηγούσαν ότι η δημιουργία νέων εθνικών κρατών δεν θα αποτελούσε λύση στα προβλήματα της εργατικής τάξης και των αγροτών των καταπιεσμένων εθνών. Η δημιουργία μικρών ανεξάρτητων κρατών σε καπιταλιστική βάση θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην κυριαρχία των ισχυρότερων ιμπεριαλιστικών κρατών. Αντίθετα, οι Μπολσεβίκοι υποστήριζαν την ενότητα των εργαζομένων όλων των χωρών.
66. Στο εσωτερικό των Μπολσεβίκων αναπτύχθηκε συζήτηση για τη σχέση μεταξύ των διαφόρων νέων εργατικών κρατών, ιδιαίτερα μετά την ανατροπή του καπιταλισμού και της γαιοκτησίας στην Ουκρανία, τη Γεωργία, τη Λευκορωσία, την Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν.
Ο Λένιν και ο Τρότσκι υποστήριζαν και οι δύο τη στενότερη συμμαχία, δηλαδή μια ομοσπονδία, μεταξύ των εργατικών κρατών, σε εθελοντική, ελεύθερη και ισότιμη βάση. Ο Λένιν δεν θα ανεχόταν κανένα έθνος – και ιδιαίτερα η Ρωσία – να απολαμβάνει ειδικά προνόμια. Οι αρμοδιότητες σε ομοσπονδιακό επίπεδο θα καθορίζονταν δημοκρατικά από τα συνιστώντα έθνη. Στο αποκορύφωμα του εμφυλίου πολέμου, την 1η Ιουνίου 1919, συνήφθη συμφωνία μεταξύ της Ρωσίας και της Ουκρανίας, η οποία έθετε τους στρατούς των δύο εργατικών κρατών υπό ενιαία στρατιωτική διοίκηση. Στα Στρατιωτικά Κείμενα, ο Τρότσκι σχολίασε: «Αυτή η συμφωνία θα παραμείνει σε πλήρη ισχύ όσο οι ουκρανικές σοβιετικές αρχές δεν μας δηλώνουν ότι ο δεσμός αυτός έχει διακοπεί».
67. Η θέση του Λένιν σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας συνοψίστηκε στην Επιστολή προς τους εργάτες και τους αγρότες της Ουκρανίας, στις 28 Δεκεμβρίου 1918:
«Η ανεξαρτησία της Ουκρανίας είναι αναγνωρισμένη τόσο από την Πανρωσική Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή… όσο και από το Κομμουνιστικό Κόμμα των Μπολσεβίκων της Ρωσίας. Γι’ αυτό είναι ολοφάνερο και το αναγνωρίζουν όλοι ότι μόνο οι ίδιοι οι εργάτες και οι αγρότες της Ουκρανίας μπορούν να αποφασίσουν και θα αποφασίσουν στο Πανουκρανικό Συνέδριο των Σοβιέτ τους, αν η Ουκρανία θα συγχωνευθεί με τη Ρωσία ή αν η Ουκρανία θα μείνει χωριστή και ανεξάρτητη δημοκρατία, και στην τελευταία περίπτωση, ποιος ακριβώς ομοσπονδιακός δεσμός πρέπει να καθιερωθεί ανάμεσα σ’ αυτή τη δημοκρατία και τη Ρωσία». Συνέχιζε: «Εμείς θέλουμε εθελοντική ένωση των εθνών — μια ένωση που να μην επιτρέπει καμιά βία του ενός έθνους πάνω στο άλλο — μια ένωση που να βασίζεται στην πιο πλήρη εμπιστοσύνη, στην καθαρή επίγνωση της αδελφικής ενότητας, στην απόλυτα εθελοντική συγκατάθεση».
68. Κατέληγε: «Το ζήτημα της χάραξης των συνόρων, τώρα, προσωρινά —γιατί εμείς επιδιώκουμε την πλήρη κατάργηση των συνόρων— είναι ζήτημα δευτερεύον, δεν είναι βασικό, ούτε σοβαρό. Στο ζήτημα αυτό μπορούμε να περιμένουμε, και πρέπει να περιμένουμε, γιατί η εθνική δυσπιστία στις πλατιές μάζες των αγροτών και των μικρομεσαίων είναι συχνά πολύ γερή και τυχόν βιασύνη μπορεί μόνο να τη δυναμώσει, δηλαδή να βλάψει την υπόθεση της ολοκληρωτικής και οριστικής ενότητας»... «Όποια κι αν είναι τα σύνορα της Ουκρανίας και της Ρωσίας, όποιες κι αν είναι οι μορφές των κρατικών τους σχέσεων, αυτό δεν είναι και τόσο σπουδαίο· σ’ αυτό το ζήτημα μπορεί και πρέπει να υποχωρεί κανείς, σ’ αυτό το ζήτημα μπορεί να δοκιμάσει και τούτη και εκείνη και την τρίτη μορφή, απ’ αυτό δεν θα χαθεί η υπόθεση των εργατών και των αγροτών, η υπόθεση της νίκης κατά του καπιταλισμού».
69. Η θέση του Λένιν αποτελούσε μόνο μία από τις τρεις που συνυπήρχαν στο Μπολσεβίκικο Κόμμα σχετικά με το ζήτημα αυτό. Ο Στάλιν υποστήριζε την άμεση διακυβέρνηση από τη Μόσχα και την ενσωμάτωση όλων των εργατικών κρατών σε ένα ενιαίο κράτος. Μια άλλη τάση υποστήριζε την πλήρη ανεξαρτησία της Ουκρανίας, χωρίς καμία σχέση με τη Ρωσία.
70. Υπάρχουν συνθήκες στις οποίες το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης περνά σε δεύτερη μοίρα και άλλες ανάγκες της εργατικής τάξης ή της επανάστασης, σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο, αποκτούν προτεραιότητα. Για παράδειγμα, οι Μπολσεβίκοι αποφάσισαν να εισβάλουν στην Πολωνία μετά την αποτυχημένη επίθεση του πολωνικού στρατού εναντίον τους, η οποία είχε ως στόχο την ανατροπή του εργατικού κράτους. Οι Μπολσεβίκοι δεν σταμάτησαν στα σύνορα, αλλά εισέβαλλαν στην Πολωνία, με την ελπίδα ότι η πολωνική εργατική τάξη και τμήματα της αγροτιάς θα τάσσονταν στο πλευρό του Κόκκινου Στρατού και θα εγκαθίδρυαν ένα πολωνικό σοβιετικό καθεστώς. Αυτό, όμως, δεν συνέβη. Η απόφαση ελήφθη κατά πλειοψηφία. Ο Λένιν την υπερασπίστηκε απέναντι στην αντίθεση του Τρότσκι. Αργότερα, ο Λένιν παραδέχτηκε ότι επρόκειτο για λάθος.
71. Οι Μπολσεβίκοι όχι μόνο παραχώρησαν κρατική ανεξαρτησία σε διάφορα έθνη της πρώην Τσαρικής Αυτοκρατορίας, αλλά προχώρησαν επίσης στη δημιουργία εθνικών κρατών ή μορφών αυτονομίας για εθνικές, εθνοτικές και θρησκευτικές ομάδες. Αυτό πήρε τη μορφή αυτόνομων δημοκρατιών για ορισμένες εθνικές ομάδες, όπως οι Γερμανοί του Βόλγα και οι Τάταροι. Ο ορισμός των ομάδων που δικαιούνταν καθεστώς μειονοτικών δικαιωμάτων ήταν ευρύς και περιλάμβανε, όπως είναι γνωστό, και τους Εβραίους που ζούσαν εντός των συνόρων της πρώην Τσαρικής Αυτοκρατορίας. Οι Εβραίοι δεν συγκροτούσαν έθνος με βάση τον ορισμό της μπροσούρας του 1913, ωστόσο τους παραχωρήθηκε έδαφος για δημιουργία εβραϊκής πατρίδας στην Άπω Ανατολή της Σοβιετικής Ένωσης.
72. Μερικά χρόνια αργότερα, [σμ: επί Σταλινισμού] ο Τρότσκι σχολίασε αυτή την πρωτοβουλία:
«Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έχω το δικαίωμα να κλείνω τα μάτια στο εβραϊκό ζήτημα, το οποίο υπάρχει και απαιτεί λύση… Οι “Φίλοι της ΕΣΣΔ” είναι ικανοποιημένοι με τη δημιουργία του Μπιρομπιτζάν [σμ: πόλη και το διοικητικό κέντρο της Εβραϊκής Αυτόνομης περιοχής κοντά στα ρωσοκινεζικά σύνορα]. Δεν θα σταθώ εδώ για να εξετάσω αν χτίστηκε σε γερά θεμέλια και τι σόι καθεστώς επικρατεί εκεί (το Μπιρομπιτζάν δεν μπορεί παρά να αντανακλά τα προβλήματα του γραφειοκρατικού δεσποτισμού).» «Ωστόσο, κανένας προοδευτικός άνθρωπος δεν θα αντιταχθεί στο δικαίωμα της ΕΣΣΔ να ορίσει ένα ειδικό έδαφος για εκείνους τους πολίτες της που αισθάνονται Εβραίοι, που προτιμούν την εβραϊκή γλώσσα από κάθε άλλη και επιθυμούν να ζουν ως συμπαγής ομάδα. Μια σοσιαλιστική δημοκρατία δεν θα καταφύγει στην υποχρεωτική αφομοίωση… Αναφέρομαι σε μια μεταβατική ιστορική περίοδο, κατά την οποία το “εβραϊκό ζήτημα” παραμένει οξύ και απαιτεί τη λήψη κατάλληλων μέτρων από μια παγκόσμια ομοσπονδία εργατικών κρατών.»[17]
73. Αυτό αποτελεί μόνο ένα παράδειγμα της ευέλικτης προσέγγισης που υιοθέτησαν οι Μπολσεβίκοι στην εξουσία απέναντι σε αυτό που ο Λένιν περιέγραφε ως μια «δαιδαλώδη και περίπλοκη, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά σημαντική μορφή ταξικής πάλης»: το εθνικό ζήτημα.
74. Τη δεκαετία του 1930, ο Τρότσκι συμμετείχε σε συζητήσεις με τους Αμερικανούς Τροτσκιστές, οργανωμένους στο Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα, σχετικά με το ζήτημα της αυτοδιάθεσης του μαύρου πληθυσμού στις νότιες πολιτείες των ΗΠΑ. Υποστήριξε ότι η θέση των μαρξιστών έπρεπε να καθορίζεται από τις προσδοκίες και τα αιτήματα του ίδιου του μαύρου πληθυσμού. Αν οι ίδιοι επιθυμούσαν τη δημιουργία ενός ξεχωριστού κράτους εντός καθορισμένων γεωγραφικών ορίων, οι μαρξιστές όφειλαν να στηρίξουν ένα τέτοιο αίτημα. Την εποχή που ο Τρότσκι διατύπωσε αυτή τη θέση, δεν υπήρχε αμφιβολία ότι οι μαύροι των νότιων πολιτειών δεν πληρούσαν τα κριτήρια του 1913 για την εθνική υπόσταση· παρ’ όλα αυτά, ήταν διατεθειμένος να φτάσει μέχρι τη στήριξη του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση. Η στάση του δεν διέφερε από εκείνη που είχε υιοθετήσει στο ζήτημα της αυτόνομης εβραϊκής πατρίδας στην ΕΣΣΔ.
75.











