Κατά τη διάρκεια της δεύτερης συνόδου για την πυρηνική ενέργεια στο Παρίσι τον περασμένο Μάρτη, ο Έλληνας πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι έχει έρθει η ώρα να εξετάσει η χώρα το ενδεχόμενο δημιουργίας μονάδων παραγωγής ενέργειας από πυρηνικά. Στα τέλη του Μάη, ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Ν. Τσάφος επανέφερε το θέμα, λέγοντας ότι η διεθνής συζήτηση γύρω από την πυρηνική ενέργεια είναι μια καλή ευκαιρία να συμβεί το ίδιο και στην Ελλάδα.
Πράγματι, η συζήτηση αυτή δεν αποτελεί κάποια πρωτότυπη ιδέα της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Παρόμοια είναι η κατεύθυνση συνολικά στην Ευρώπη, με την πρόεδρο της ευρωπαϊκής επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, να δηλώνει στην ίδια σύνοδο ότι «…η Ευρώπη έχει κάνει ένα στρατηγικό λάθος απομακρυνόμενη από μια αξιόπιστη, προσιτή πηγή ενέργειας, με χαμηλές εκπομπές ρύπων». Ανακοίνωσε επίσης ότι το επόμενο διάστημα θα εξασφαλίσει 200 εκατομμύρια ευρώ για επενδύσεις στην πυρηνική ενέργεια.
Παρόμοια είναι η κατάσταση και σε άλλες περιοχές του πλανήτη, που εν μέσω παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης επιστρέφουν, ή δίνουν παράταση στις πιο επικίνδυνες «λύσεις» στο πρόβλημα. Η Νότια Κορέα σχεδιάζει την αύξηση της παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, βάζοντας ξανά σε λειτουργία πυρηνικό αντιδραστήρα που είχε κλείσει από το 2023. Η Ιαπωνία ανοίγει ξανά τον πυρηνικό σταθμό Kashiwazaki-Kariwa, που θεωρείται ο μεγαλύτερος στον κόσμο και είχε κλείσει μετά την καταστροφή της πυρηνικής μονάδας της Φουκουσίμα το 2011. Η Γαλλία προχωράει με ταχύτητα στην ήδη αποφασισμένη εδώ και μερικά χρόνια επέκταση των πυρηνικών της μονάδων, πρόγραμμα που θα στοιχίσει 70 δις ευρώ. Η γαλλική κυβέρνηση ανακοίνωσε πρόσφατα ότι η επέκταση αυτή θα συμβάλει σημαντικά στη συνολική παραγωγή ενέργειας στην Ευρώπη τα επόμενα χρόνια.
Η μάχη των ορυκτών καυσίμων
Όλα τα παραπάνω σχέδια εντάσσονται στο γενικό πλαίσιο της αντιμετώπισης της κατάστασης «έκτακτης ανάγκης» που έχει προκύψει μετά την επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν. Μια «έκτακτη ανάγκη» από την οποία κερδίζουν οι πολυεθνικές της ενέργειας στην Ευρώπη, που σύμφωνα με ανακοίνωση της Greenpeace είδαν τα κέρδη τους να αυξάνονται κατά 81,4 εκατομμύρια ευρώ την ημέρα μετά την έναρξη του πολέμου, χάρη στην αύξηση των τιμών των καυσίμων. Το BBC αναφέρει ότι η BP είδε το πρώτο τρίμηνο του 2026 τα κέρδη της να αυξάνονται κατά 3,2 δις δολάρια, ενώ η Shell το ίδιο διάστημα είχε άνοδο κερδών 6,92 δις δολάρια!
Πριν λίγα χρόνια ο πόλεμος στην Ουκρανία ώθησε Δυτικές κυβερνήσεις και πολυεθνικές να αναζητήσουν εναλλακτικές στο ρωσικό φυσικό αέριο. Η προσπάθεια αυτή μέχρι και σήμερα βρίσκεται πίσω από τα μεγαλεπίβολα σχέδια για τη δημιουργία νέων τερματικών σταθμών και αγωγών που θα φέρουν ακόμη περισσότερο αμερικάνικο υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) στην Ευρώπη και τα Βαλκάνια μέσω Ελλάδας. Τα ορυκτά καύσιμα παραμένουν πηγή τεράστιας κερδοφορίας για τις μεγάλες πολυεθνικές όχι μόνο της Ευρώπης αλλά και των ΗΠΑ. Σήμερα όμως, ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο στο Ιράν και την αδυναμία διακίνησης πετρελαίου και φυσικού αερίου μέσω των Στενών του Ορμούζ, δεν επαρκούν για να εξασφαλίσουν ενεργειακή ασφάλεια, με αποτέλεσμα μια σειρά χώρες να εξετάζουν ξανά τα πυρηνικά.
Σε κάθε τέτοια «έκτακτη ανάγκη» που το ίδιο το σύστημα δημιουργεί, αναζητά και βρίσκει λύσεις καταστροφικές για το περιβάλλον και τις ζωές των ανθρώπων, για την εφαρμογή των οποίων βρίσκονται πάντα οι πρόθυμες πολυεθνικές που θα αναλάβουν το σχετικά μικρό ρίσκο και το πολύ μεγάλο κέρδος.
Μικροί αρθρωτοί πυρηνικοί αντιδραστήρες
Η νέα «μόδα» στην πυρηνική ενέργεια, είναι οι λεγόμενοι «μικροί αρθρωτοί πυρηνικοί αντιδραστήρες» (SMRs). Οι υποστηρικτές της επέκτασης της, προσπαθούν να την παρουσιάσουν σαν μια νέα, πιο ασφαλή, πιο οικονομική μέθοδο σε σχέση με τους παλιούς πυρηνικούς αντιδραστήρες, που μπορεί να φέρει «επανάσταση» στον τομέα της παραγωγής ενέργειας. Η πραγματικότητα είναι αρκετά μακριά από αυτούς τους ισχυρισμούς.
Ξεκινώντας από τα βασικά, οι «μικροί αρθρωτοί πυρηνικοί αντιδραστήρες» δεν βασίζονται σε κάποια καινούρια τεχνολογία, αλλά λειτουργούν όπως και οι παραδοσιακοί αντιδραστήρες. Η διαφορά τους είναι ότι έχουν μικρότερο μέγεθος, κάτι που θεωρητικά δίνει τη δυνατότητα κατασκευής τους σε εργοστάσια και μεταφοράς τους στη συνέχεια στη μονάδα παραγωγής ενέργειας στην οποία θα εγκατασταθούν. Αυτή η διαδικασία μειώνει το κόστος και τον χρόνο κατασκευής των αντιδραστήρων. Παρόλα αυτά, για των ώρα υπάρχουν ελάχιστα παραδείγματα λειτουργίας μονάδων με μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες, κυρίως στην Κίνα και τη Ρωσία. Στην πράξη το κόστος κατασκευής τους παραμένει μεγάλο και αρκετοί από τους υποστηρικτές της πυρηνικής ενέργειας ισχυρίζονται ότι οι μεγάλες παραδοσιακές μονάδες παραμένουν (οικονομικά) προτιμότερες.
Από άποψη ισχύος, οι μικροί αντιδραστήρες μπορούν να φτάσουν μέχρι τα 300 μεγαβάτ, την ώρα που ένας μεγάλος πυρηνικός αντιδραστήρας φτάνει τα 1.000 μεγαβάτ και παράγει 24 εκατομμύρια κιλοβατόρες την ημέρα, έναντι 7,2 εκατομμυρίων των μικρών αντιδραστήρων. O Ολλανδός δημοσιογράφος και συγγραφέας Marco Visscher, υπέρμαχος της πυρηνικής ενέργειας, μιλώντας σε σχετικό ντοκιμαντέρ των Financial Times, αναφέρει:
«Εύχομαι σε όλες τις νεοφυείς επιχειρήσεις της πυρηνικής ενέργειας ό,τι καλύτερο, αλλά νομίζω ότι πρέπει να είμαστε ρεαλιστές εδώ. Μιλάμε για πυρηνική ενέργεια που δεν υπάρχει ακόμα. Υπάρχει σε παρουσιάσεις powerpoint και σε τέτοιες παρουσιάσεις αυτοί οι πυρηνικοί αντιδραστήρες φαίνονται υπέροχοι. Είναι καθαροί και αποτελεσματικοί, είναι φθηνοί και κατασκευάζονται εύκολα. Δεν έχουμε όμως δει αυτούς τους αντιδραστήρες σε δράση… αν έπρεπε να επιλέξουμε, θα έπρεπε να κατασκευάσουμε αυτούς τους μεγάλους, χοντροκομμένους παλιομοδίτικους πυρηνικούς αντιδραστήρες που μπορούν να τροφοδοτήσουν μια ολόκληρη κοινωνία αντί να επικεντρώνουμε στην κατασκευή αυτών των μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων που θα μπορούσαν να παρέχουν ηλεκτρική ενέργεια για τα νοικοκυριά σε μια μικρή πόλη, ή ίσως ένα ή δύο κέντρα δεδομένων».
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι πιθανή η επέκταση των SMRs τα επόμενα χρόνια. Ιδιαίτερα όταν μιλάμε για εταιρείες τεχνολογίας, επικοινωνίας, τεχνητής νοημοσύνης, κλπ, οι οποίες είναι σε θέση και ενδεχομένως θα προτιμήσουν να προχωρήσουν στη συγκεκριμένη επένδυση, προκειμένου να εξασφαλίσουν απρόσκοπτη και ανεξάρτητη τροφοδοσία των εξαιρετικά ενεργοβόρων εγκαταστάσεών τους. Ήδη εταιρείες όπως η Google και η Amazon βρίσκονται στη διαδικασία δημιουργίας τέτοιων μονάδων. Αυτό που –για την ώρα τουλάχιστον– δεν φαίνεται ιδιαίτερα πιθανό για τους μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες, είναι να ενταχθούν μαζικά στον ενεργειακό σχεδιασμό ολόκληρων χωρών.
Κίνδυνοι
Ακόμη όμως κι αν το πρόβλημα του κόστους και της μαζικής παραγωγής λυνόταν, το σημαντικότερο πρόβλημα της πυρηνικής ενέργειας είναι αυτό των επιπτώσεων της στη ζωή και την υγεία των ανθρώπων και στο περιβάλλον.
Συχνά η πυρηνική ενέργεια παρουσιάζεται σαν λύση στο πρόβλημα της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Η γενική ιδέα είναι ότι αντικαθιστώντας τις μονάδες παραγωγής ενέργειας από ορυκτά καύσιμα με πυρηνικές, ελαχιστοποιούνται οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, επομένως η πυρηνική ενέργεια μπορεί να είναι σωτήρια για το κλίμα. Αυτό όμως που κατά κανόνα δεν αναφέρεται, είναι οι κίνδυνοι τόσο από την ίδια τη λειτουργία των πυρηνικών εγκαταστάσεων όσο και από τα απόβλητα που παράγουν, δεδομένου ότι τα καύσιμα των αντιδραστήρων παραμένουν ραδιενεργά από δεκάδες ως και εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια μετά τη χρήση τους.
Δυστυχήματα όπως αυτό της Φουκουσίμα το 2011 δείχνουν ότι ακόμη και σε ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, που θεωρητικά έχουν πάρει όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφάλειας, οι κίνδυνοι παραμένουν. Όσο για τα απόβλητα, δεν υπάρχει πραγματικά ασφαλής τρόπος διαχείρισης τους. Η «ασφαλέστερη» μέθοδος θεωρείται η τοποθέτησή τους σε υπόγειες αποθήκες, από όπου και πάλι μπορούν να υπάρξουν διαρροές λόγω φθοράς του υλικού αποθήκευσης, σεισμών, κλπ.
Αυτό το διάστημα βρίσκεται κοντά στην ολοκήρωση της κατασκευής του ο χώρος μόνιμης αποθήκευσης πυρηνικών αποβλήτων Onkalo στη Φινλανδία (σημαίνει «σπηλιά»). Ο χώρος αυτός βρίσκεται 430 μέτρα κάτω από το έδαφος, σε μια περιοχή με χαμηλή σεισμικότητα. Για αυτόν τον θεωρητικά «ασφαλή» χώρο, ο Edwin Lyman, διευθυντής ασφάλειας πυρηνικής ενέργειας του Union of Concerned Sientists, λέει ότι υπάρχουν σοβαρές αβεβαιότητες και ότι ανάμεσα σε μια σειρά κακές επιλογές, αυτή είναι η λιγότερο κακή.
Οι μονάδες που θα λειτουργούν με SMRs δεν είναι απαλλαγμένες από αντίστοιχους κινδύνους, αφού παρά το σχετικά μικρότερο μέγεθος, λειτουργούν με παρόμοιο τρόπο. Για τα απόβλητα τους υπάρχουν αντικρουόμενες εκτιμήσεις. Οι υποστηρικτές τους ισχυρίζονται ότι τα απόβλητα των μικρών μονάδων θα είναι λιγότερα, ωστόσο υπάρχουν μελέτες όπως αυτή του Πανεπιστημίου του Στάντφορντ, που εκτιμά ότι ενδέχεται, κατ’ αναλογία, ο όγκος των αποβλήτων να είναι μεγαλύτερος σε μονάδες μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων σε σχέση με τις παραδοσιακές πυρηνικές μονάδες.
Ανανεώσιμες πηγές
Απέναντι στην καταστροφική χρήση των ορυκτών καυσίμων και τους τεράστιους κινδύνους της πυρηνικής ενέργειας, η μόνη λύση είναι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Το θέμα όμως είναι πώς αξιοποιούνται και πώς λειτουργούν. Είναι αρκετό να ρίξουμε μια ματιά στο πως χρησιμοποιούνται σήμερα οι ΑΠΕ από τις «πράσινες» πολυεθνικές, που βλέπουν στο όνομα της προστασίας του περιβάλλοντος μια ευκαιρία για εύκολα και γρήγορα κέρδη.
Εδώ η ελληνική εμπειρία είναι αποκαλυπτική. Ανεμογεννήτριες φυτρώνουν σε κάθε κορυφογραμμή διασπώντας δασικά οικοσυστήματα, αλλάζοντας τοπικά το κλίμα, διαταράσσοντας τις διαδρομές των αποδημητικών πτηνών, κοκ, με μοναδικό κριτήριο να χαριστούν στον εκάστοτε επενδυτή δωρεάν «οικόπεδα» και μεγάλες επιδοτήσεις για το «πράσινο» ρεύμα που παράγει. Φωτοβολταϊκά πάρκα φυτρώνουν σε άλλοτε καλλιεργήσιμη γη, που όσο η κλιματική και συνολικά η περιβαλλοντική κρίση επιδεινώνεται, θα μπορούσε να αποδειχτεί σημαντική για τη διατροφική επάρκεια και ασφάλεια στο εσωτερικό της χώρας και όχι μόνο.
Αντίστοιχα παραδείγματα υπάρχουν από πολλές περιοχές του πλανήτη. Πέρα όμως από αυτά, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι οι μεγάλες επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές δεν είναι απαραίτητα αρκετές για να αντικαταστήσουν τα ορυκτά καύσιμα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Κίνα, η οποία αυτή τη στιγμή βρίσκεται στην κορυφή του κόσμου ως προς την ανάπτυξη αιολικών και ηλιακών μονάδων παραγωγής ενέργειας, ενώ την ίδια ώρα παραμένει ο μεγαλύτερος ρυπαντής του πλανήτη (ως προς τις εκπομπές αερίων ρύπων) και εξακολουθεί ταυτόχρονα να επεκτείνει τη βιομηχανία άνθρακα και άλλων ορυκτών καυσίμων. Ενδεικτικά, οι ηλεκτρικές μονάδες άνθρακα που κατασκεύασε η Κίνα μέσα στο 2026 ξεπερνούν σε δυναμικότητα αυτές που έκλεισε το ίδιο διάστημα κατά 70 γιγαβάτ.
Η κατάσταση δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική σε έναν κόσμο που κινείται με βασικό κριτήριο το κυνήγι του κέρδους, που εξαντλεί τους φυσικούς πόρους της γης για να τροφοδοτήσει τις διαρκώς αυξανόμενες ενεργειακές του ανάγκες, όχι για τη βελτίωση της ζωής της πλειοψηφίας των ανθρώπων, αλλά για να συντηρεί την ανισότητα, την εκμετάλλευση και τους πολέμους. Θα μπορούσε να είναι διαφορετική σε έναν άλλο;
Σε έναν άλλο κόσμο
Ξεκινώντας από την παραδοχή πως δεν υπάρχει μορφή ενέργειας, ούτε συνδυασμός διαφορετικών μορφών που να μην έχει επιπτώσεις στο περιβάλλον (ιδιαίτερα όταν μιλάμε για τις σημερινές ανάγκες της ανθρωπότητας) είναι σημαντικό να αναζητήσουμε αυτές με τις μικρότερες δυνατές επιπτώσεις.
Αρχικά, πέρα από ένα διαφορετικό μοντέλο παραγωγής, χρειαζόμαστε και ένα ριζικά διαφορετικό μοντέλο διανομής και κατανάλωσης. Το 2019 το 33% του συνόλου της ενέργειας που μπήκε στο παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα χάθηκε πριν καν φτάσει στον τελικό του προορισμό. Η βασική αιτία έχει να κάνει με τις μεγάλες απώλειες / διαρροές που προκύπτουν κατά τη μεταφορά των ορυκτών καυσίμων (αγωγοί μεταφοράς, δεξαμενόπλοια, κλπ) αλλά και τις διαρροές των καλωδίων που μεταφέρουν ηλεκτρική ενέργεια. Στην περίπτωση των ορυκτών καυσίμων, οι διαρροές αυτές δεν σημαίνουν απλά χαμένη ενέργεια, αλλά και ρύπανση του νερού, του αέρα και του εδάφους στα σημεία όπου εντοπίζονται.
Μεγάλες ποσότητες ενέργειας συνεχίζουν να χάνονται κατά την κατανάλωσή της. Το σύνολο των κτιριακών εγκαταστάσεων στις ανεπτυγμένες χώρες (σπίτια, δημόσιες υποδομές, βιομηχανία, κλπ) αντιπροσωπεύει το 40% του συνόλου της ενέργειας που καταναλώνεται. Αν αυτά τα κτίρια ήταν κατασκευασμένα με τρόπο που να ελαχιστοποιεί τις απώλειες (κυρίως αυτές που έχουν να κάνουν με τη θέρμανση και την ψύξη τους) το 60% αυτής της ενέργειας θα μπορούσε να εξοικονομηθεί.
Επιπλέον, σε μια κοινωνία όπου θα κυριαρχούσαν οι ανθρώπινες ανάγκες και όχι το κυνήγι του κέρδους, δεν θα υπήρχε η ανάγκη για πολέμους και εξοπλισμούς. Πέρα από το τεράστιο κόστος σε ανθρώπινες ζωές και υποδομές, στα πολεμικά μέτωπα χάνονται τεράστιες ποσότητες ενέργειας. Το Ινστιτούτο Μελετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για Θέματα Ασφάλειας αναφέρει:
«Κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Κόλπου το 1991, οι ΗΠΑ κατανάλωσαν σε μία μόνο ημέρα ποσότητα καυσίμων που αντιστοιχούσε στο δεκαπλάσιο της ημερήσιας κατανάλωσης καυσίμων της Πολωνίας το 2025. Αυτό συνέβη πριν από την έλευση των σύγχρονων μαχητικών αεροσκαφών, καθώς ένα F-35 απαιτεί 60% περισσότερα καύσιμα από ένα F-16».
Μετά τον πρώτο μήνα πολέμου στο Ιράν οι Los Angeles Times έγραφαν:
«Ένα B-52 Stratofortress (βομβαρδιστικό αεροπλάνο) καταναλώνει 55 γαλόνια καυσίμου κάθε λεπτό που βρίσκεται στον αέρα, ή 3.300 γαλόνια καυσίμου ανά ώρα (περίπου 12.500 λίτρα) … Μια μόνο τεθωρακισμένη μεραρχία του Στρατού των ΗΠΑ καταναλώνει 600.000 γαλόνια καυσίμου την ημέρα» (2,27 εκ. λίτρα).
Δεν έχουμε απολύτως κανέναν λόγο να αποδεχτούμε σπατάλες σαν τις παραπάνω ως «φυσιολογικές». Η ανθρωπότητα δεν έχει ανάγκη από πολέμους, ούτε βέβαια από τις αδιανόητες δαπάνες των πιο πλούσιων και ισχυρών αυτού του κόσμου, όπως τα υπερπολυτελή σκάφη και ιδιωτικά αεροπλάνα που καίνε μεγάλες ποσότητες ορυκτών καυσίμων απλά και μόνο για την άνεση και τη διασκέδαση μιας χούφτας υπερπλούσιων.
Έχουμε ανάγκη κάθε άνθρωπος στον κόσμο να μπορεί να καλύψει τις βασικές του ανάγκες σε διατροφή, στέγαση και θέρμανση, μετακινήσεις, επικοινωνία, παιδεία, πολιτισμό, κοκ.. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι οι ανάγκες αυτές είναι μικρές. Είναι επομένως κρίσιμης σημασίας να καλύπτονται από πηγές που προκαλούν όσο το δυνατό μικρότερες βλάβες στο περιβάλλον.
Μια κοινωνία που θα λειτουργούσε με βάση αυτά τα κριτήρια, θα σχεδίαζε την παραγωγή ενέργειας προσπαθώντας να καλύψει τις παραπάνω ανάγκες από ανανεώσιμες πηγές διαφορετικών μορφών, φροντίζοντας η ενέργεια αυτή να παράγεται όσο το δυνατόν πιο κοντά στο σημείο κατανάλωσής της για την ελαχιστοποίηση των απωλειών, με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε περιοχής. Μερικά παραδείγματα από τον σημερινό κόσμο δείχνουν τις δυνατότητες.
ΑΠΕ δεν είναι μόνο οι ανεμογεννήτριες στα βουνά
Προωθώντας την ιδέα των μικρών ηλιακών εγκαταστάσεων στα σπίτια, η κυβέρνηση της Αυστραλίας παρέχει επιδοτήσεις ή δάνεια με ευνοϊκούς όρους στους κατοίκους της χώρας, στο πλαίσιο του σχεδίου «Σχήμα Ανανεώσιμων Πηγών Μικρής Κλίμακας». Σε συνδυασμό με την επιδότηση στις οικιακές μπαταρίες, η πολιτική αυτή αναμένεται να οδηγήσει σε σημαντικές μειώσεις των λογαριασμών ρεύματος. Μπορεί επίσης να αντικαταστήσει σε σημαντικό βαθμό τα ορυκτά καύσιμα μέσα στα επόμενα χρόνια. Ήδη υπολογίζεται ότι τα ηλιακά πάνελ που έχουν εγκατασταθεί στα σπίτια αντιστοιχούν σε ισχύ 22 γιγαβάτ.
Στην Ινδία, μικρές για την ώρα επιχειρήσεις παράγουν μικρές ανεμογεννήτριες που μπορούν επίσης να εγκατασταθούν στις στέγες των σπιτιών. Η κατασκευή τους είναι διαφορετική από αυτή των γιγάντιων ανεμογεννητριών με τα πτερύγια που τοποθετούνται σήμερα σε μεγάλες ανοιχτές εκτάσεις, μπορούν να είναι πολύ πιο αθόρυβες και συχνά μπορούν να συνδυαστούν με μικρές εγκαταστάσεις φωτοβολταϊκών. Ο συνδυασμός αυτός επιτρέπει σε ένα κτίριο να συνδυάζει την παραγωγή ηλιακής ενέργειας κατά τη διάρκεια της ημέρας με την παραγωγή αιολικής ενέργειας σε περιοχές όπου η ένταση του ανέμου ανεβαίνει τις νυχτερινές ώρες.
Στις μέρες μας η γεωθερμική ενέργεια αποτελεί ένα πολύ μικρό κομμάτι της παγκόσμιας παραγωγής (μικρότερο του 1%). Υπάρχουν ωστόσο περιοχές του πλανήτη όπου οι συνθήκες για την παραγωγή της είναι ιδανικές. Όταν στο υπέδαφος υπάρχουν ταυτόχρονα αρκετό νερό, υψηλές θερμοκρασίες και πορώδη πετρώματα, συνήθως στις περιοχές όπου συναντιούνται οι τεκτονικές πλάκες ή σε περιοχές με έντονη ηφαιστειακή δραστηριότητα, η παραγωγή γεωθερμικής ενέργειας είναι σχετικά απλή υπόθεση. Είναι επίσης σταθερή (σε αντίθεση με την ηλιακή ή την αιολική ενέργεια που εξαρτάται από τον καιρό, την εποχή, την ώρα της ημέρας, κλπ) και πολύ λιγότερο επιβαρυντική για το περιβάλλον σε σύγκριση με τα ορυκτά καύσιμα. Σχεδόν το μισό της παραγωγής ενέργειας της Κένυας σήμερα προέρχεται από γεωθερμικές μονάδες. Η Δομινίκα (νησιωτικό κράτος της Καραϊβικής) βρίσκεται στη διαδικασία κατασκευής γεωθερμικής μονάδας παραγωγής ενέργειας, με την οποία φιλοδοξεί να αντικαταστήσει ως και ολοκληρωτικά τη χρήση πετρελαίου μέσα στα επόμενα χρόνια. Αντίστοιχες δυνατότητες υπάρχουν σε ολόκληρη την περιοχή, όπως και σε άλλα μέρη του πλανήτη.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ της Deutsche Welle του 2021, η ενέργεια που παράγεται από εγκαταστάσεις που αξιοποιούν τη δύναμη της παλίρροιας, ηλεκτροδοτούν μόλις 400.000 σπίτια παγκοσμίως, ενώ οι πραγματικές δυνατότητες είναι πολύ μεγαλύτερες. Η παλίρροια είναι επίσης μια καθημερινή, σταθερή κίνηση των ωκεανών που εγγυάται εξίσου σταθερά και μόνιμα αποτελέσματα στην παραγωγή ενέργειας. Οι σχετικές μονάδες λειτουργούν με την τοποθέτηση τουρμπινών στον πυθμένα (οι οποίες είναι μικρότερες σε μέγεθος και κινούνται πιο αργά από τις γνωστές ανεμογεννήτριες της στεριάς) και μπορούν να παράξουν ενέργεια αρκετή για να ηλεκτροδοτήσουν τις κοντινές παράκτιες περιοχές. Η μέθοδος αυτή ενδέχεται να έχει αρνητικές επιπτώσεις στα θαλάσσια οικοσυστήματα, οι οποίες ωστόσο μπορούν να περιοριστούν με την κατάλληλη επιλογή θέσης και μεθόδων παραγωγής. Περιοχές της Βόρειας Ευρώπης, της Αλάσκας και του Καναδά έχουν σημαντικές δυνατότητες σε αυτόν τον τομέα.
Η παραγωγή υδρογόνου από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας σαν τις παραπάνω (το λεγόμενο πράσινο υδρογόνο που παράγεται με την ηλεκτρόλυση του νερού) θα μπορούσε να αντιμετωπίσει σε μεγάλο βαθμό το ενεργειακό πρόβλημα των μετακινήσεων, της βιομηχανίας, κλπ.
Κάθε καθαρή μορφή ενέργειας μέχρι στιγμής φαίνεται να «κολλάει» σε έναν και μόνο παράγοντα: το κόστος κατασκευής. Ωστόσο, η εφαρμογή ενός τέτοιου σχεδίου είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για τη διάσωση του περιβάλλοντος του πλανήτη. Ο συνδυασμός μορφών ενέργειας όπως οι παραπάνω μπορούν να αποτελέσουν πραγματική εναλλακτική κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις:
- Μαζικές δημόσιες επενδύσεις στην έρευνα γύρω από τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, και άμεση εφαρμογή ενός σχεδίου αξιοποίησης τους για τον τερματισμό της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα και την πυρηνική ενέργεια το συντομότερο δυνατό.
- Να περάσουν σε δημόσια ιδιοκτησία υπό εργατικό έλεγχο και διαχείριση οι κολοσσοί των εταιρειών ενέργειας, στο πλαίσιο ενός σοσιαλιστικού σχεδιασμού σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, ώστε να σχεδιάζεται η παραγωγή και η διανομή ενέργειας με βάση τις ανάγκες του πληθυσμού του πλανήτη, με βασικό κριτήριο την προστασία της φύσης και των ανθρώπινων κοινωνιών.











