Μεταξύ 18 και 22 Απριλίου πραγματοποιήθηκε η 4η Συνδιάσκεψη του Internationalist Standpoint (ISp – η διεθνής πρωτοβουλία στην οποία συμμετέχει το «Ξ»). Οι βασικές συζητήσεις στηρίχθηκαν σε τρία κείμενα:
1. Επικαιροποίηση των Διεθνών Εξελίξεων
2. Για την τακτική
3. Ο Μαρξισμός και το Εθνικό Ζήτημα
Άλλες συζητήσεις περιλάμβαναν:
· Το χτίσιμο και την ανάπτυξη της δουλειάς του ISp σε διεθνές επίπεδο.
Υπήρξαν επίσης ειδικές συζητήσεις για:
· Ιράν
· Βραζιλία
· Ηνωμένες Πολιτείες
και ενημερωτικές εισηγήσεις σχετικά με τη δουλειά των οργανώσεων του ISp σε:
· Ρουμανία
· Ταϊβάν
· Νιγηρία
Το κείμενο «Διεθνείς Εξελίξεις – Επικαιροποίηση» και το κείμενο «Για την Τακτική» τροποποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της προσυνεδριακής συζήτησης, συμφωνήθηκαν και ψηφίστηκαν στη διάρκεια της Συνδιάσκεψης. Το κείμενο για το Εθνικό Ζήτημα θα συνεχίσει να τροποποιείται, με βάση τη συζήτηση πριν και κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης, και θα ολοκληρωθεί και θα ψηφιστεί σε ειδική διαδικτυακή συνάντηση των αντιπροσώπων της 4ης Συνδιάσκεψης.
Διαβάστε παρακάτω το κείμενο «Διεθνείς Εξελίξεις – Επικαιροποίηση». Το κείμενο αυτό ετοιμάστηκε κατά τη διάρκεια του Μαρτίου 2026. Όπως είναι παράδοση του ISp, τα κείμενα δεν αναθεωρούνται μετά τη συζήτηση και την ψήφιση τους, ώστε να διατηρείται ο αρχικός τους χαρακτήρας. Για τον λόγο αυτό, ορισμένα από τα στοιχεία και τα δεδομένα που παρουσιάζονται στο παρόν κείμενο ενδέχεται να είναι κάπως ξεπερασμένα.
Το κείμενο «Για την Τακτική» θα ακολουθήσει τις επόμενες ημέρες, και σε μεταγενέστερο στάδιο εκείνο για το «Εθνικό Ζήτημα».
- Η παγκόσμια κατάσταση το 2026 συνεχίζει να χαρακτηρίζεται από μια βαθιά και πολυεπίπεδη κρίση, που αντανακλά τη δομική ανικανότητα του παγκόσμιου καπιταλισμού να δώσει λύσεις στα προβλήματα και τις προκλήσεις της ανθρωπότητας. Ο κόσμος βρίσκεται ταυτόχρονα αντιμέτωπος με πτώση των ρυθμών αύξησης του ΑΕΠ, όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, πολλαπλά πολεμικά μέτωπα με χαρακτηριστικά “πολέμων δι’ αντιπροσώπων”, επιταχυνόμενη περιβαλλοντική κατάρρευση και εμβάθυνση της κοινωνικής ανισότητας και πόλωσης. Ο αυξανόμενος πληθωρισμός επιστρέφει στην ημερήσια διάταξη, όπως και η προοπτική μιας παγκόσμιας ύφεσης, εάν ο πόλεμος στο Ιράν παραταθεί. Βλέπουμε μια νέα στροφή προς τον εθνικισμό, τη στρατιωτικοποίηση και μια νέα κούρσα εξοπλισμών, με τεράστια αύξηση των στρατιωτικών δαπανών για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου (αν και όχι ακόμη στα ίδια επίπεδα).
- Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, η αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν βρίσκεται σε εξέλιξη. Αυτό προστίθεται σε μια σειρά εξελίξεων που πριν από μόλις μια δεκαετία θα φαίνονταν σχεδόν αδιανόητες: η ρωσική εισβολή και ο συνεχιζόμενος τετραετής πόλεμος στην Ουκρανία, η απαγωγή του αρχηγού του κράτους της Βενεζουέλας, η γενοκτονία στη Γάζα, οι δασμοί των ΗΠΑ που πλησίασαν τα επίπεδα της δεκαετίας του 1930 (πριν αναγκαστεί ο Τραμπ να υποχωρήσει μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου τον Φεβρουάριο του 2026), και πολλά ακόμη. Σε πρόσφατη δήλωσή της, μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, το έθεσε εύστοχα: «Η συμβουλή μου προς τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής σε αυτό το νέο παγκόσμιο περιβάλλον είναι να σκέφτονται το αδιανόητο και να προετοιμάζονται γι’ αυτό».
- Όπως έχουμε εξηγήσει σε προηγούμενα κείμενα μας, μια βασική αντίφαση που διαμορφώνει τις παγκόσμιες εξελίξεις είναι η σχετική παρακμή του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, ο οποίος, ιδιαίτερα υπό τον Τραμπ, αξιοποιεί τη στρατιωτική του ισχύ σε μια προσπάθεια να διατηρήσει την κυρίαρχη θέση του. Η ανάδειξη της Κίνας ως βασικού ανταγωνιστή της αμερικανικής ηγεμονίας έχει εντείνει τον ανταγωνισμό για σφαίρες επιρροής και πρόσβαση σε φυσικούς πόρους. Αυτή η γεωπολιτική σύγκρουση διαπερνά σχεδόν όλες τις πολιτικές εξελίξεις διεθνώς, προσδίδοντας χαρακτήρα αντιπαράθεσης «δι’ αντιπροσώπων» σε όλες τις στρατιωτικές συγκρούσεις της περιόδου.
Η άρχουσα τάξη διεθνώς ανησυχεί
- Οι «μέθοδοι» του Τραμπ συνιστούν ρήξη με όσα είχε μάθει η Δυτική ιμπεριαλιστική διπλωματία σχετικά με τη διαχείριση σύνθετων διεθνών προβλημάτων, μέσα από την εμπειρία μεγάλων κοινωνικών αναταράξεων, επαναστάσεων και πολέμων, ιδιαίτερα των δύο παγκόσμιων πολέμων. Η αποδόμηση των Ηνωμένων Εθνών και μιας ολόκληρης σειράς διεθνών συμφωνιών, σε συνδυασμό με τις φιλοδοξίες του Τραμπ να καταστεί ανεξέλεγκτος κυρίαρχος του πλανήτη, προκαλεί ανησυχία στα σοβαρά τμήματα της άρχουσας τάξης, διεθνώς, στους πλούσιους συμμάχους των ΗΠΑ, αλλά και μέσα στις ίδιες τις ΗΠΑ. Αν δεν υπήρχε το δεδομένο της κατοχής πυρηνικών όπλων από τους βασικούς ανταγωνιστές, που απειλεί με αμοιβαία καταστροφή ανεξάρτητα από το ποιος θα πλήξει πρώτος, θα βλέπαμε σίγουρα την είσοδο της ανθρωπότητας σε έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
- Η ανοιχτή σύγκρουση του Τραμπ με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις δημιουργεί μια νέα κατάσταση για τον Δυτικό ιμπεριαλισμό, η οποία, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, υπονομεύει την ίδια την ηγεμονία των ΗΠΑ που ο Τραμπ επιχειρεί να υπερασπιστεί. Τα πιο σοβαρά τμήματα του διεθνούς κεφαλαίου αντιλαμβάνονται ότι ο Τραμπ, αν δεν ανακοπεί, μπορεί να οδηγήσει τον πλανήτη σε μια νέα μεγάλη οικονομική ύφεση, μέσω των προστατευτικών του πολιτικών και των εμπορικών πολέμων και, τώρα, με τον πόλεμο στο Ιράν. Ο τελευταίος όχι μόνο προκαλεί τεράστια περιφερειακή αστάθεια, αλλά επαναφέρει και την προοπτική μιας νέας «πετρελαϊκής κρίσης», φέρνοντας στη μνήμη εκείνη του 1973–74.
Ιράν
- Ο πόλεμος στο Ιράν αποτελεί ένδειξη, μεταξύ άλλων, της πολιτικής μυωπίας της κυβέρνησης Τραμπ. Είναι σαν να μην συνέβησαν ποτέ η εισβολή στο Αφγανιστάν (2001) και στο Ιράκ (2003), ούτε οι επεμβάσεις στη Συρία και τη Λιβύη μετά την «Αραβική Άνοιξη» του 2011. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, ο αμερικανικός και Δυτικός ιμπεριαλισμός απέτυχε να σταθεροποιήσει τον έλεγχό του επί του εδάφους και αναγκάστηκε να αποχωρήσει, έχοντας προηγουμένως δημιουργήσει συνθήκες εσωτερικού πολέμου και χάους, με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς στην κάθε περίπτωση. Η τελευταία πράξη στο δράμα αυτών των επεμβάσεων ήταν η ανάδυση του ISIS στο Ιράκ και τη Συρία. Γιατί να περιμένει κανείς διαφορετικά αποτελέσματα αυτή τη φορά;
- Οι δυνάμεις που έθεσαν τέλος στην προέλαση του ISIS, πριν από την τελική του ήττα, ήταν οι Κούρδοι (στο Κομπάνι, στη Ροζάβα – βόρεια Συρία, 2015). Ωστόσο, τον Ιανουάριο (2026), δέχθηκαν (για ακόμη μία φορά) πισώπλατο χτύπημα από τις ΗΠΑ, οι οποίες έδωσαν πλήρη στήριξη στη στρατιωτική επιχείρηση του νέου συριακού καθεστώτος του αλ-Σαράα, που έθεσε τέλος στην εκτεταμένη αυτονομία που απολάμβαναν. Τώρα, ο Τραμπ και το Ισραήλ επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν τους Κούρδους στο Ιράν και το Ιράκ ως χερσαίες δυνάμεις στον πόλεμό τους κατά του Ιράν.
- Μια αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν δεν μπορεί να θεωρηθεί ρεαλιστική και δεν μπορεί να επιτευχθεί απλά μέσω βομβαρδισμών, χωρίς χερσαίες δυνάμεις. Ωστόσο, οποιαδήποτε σοβαρή —δηλαδή μεγάλης κλίμακας— στρατιωτική επέμβαση με αμερικανικά στρατεύματα πρέπει να αποκλειστεί. Η κατοχή του Ιράν στο σύνολό του είναι αδύνατη. Αυτό που θα μπορούσε να συμβεί είναι η αποστολή μικρών δυνάμεων για την κατάληψη ορισμένων στρατηγικών σημείων (π.χ. στα Στενά του Ορμούζ, στο νησί Χαργκ κ.λπ.). Αλλά χωρίς «αλλαγή καθεστώτος» αυτό είναι κάτι που δεν θα μπορούσε να διαρκέσει.
- Τόσο μεταξύ των ΗΠΑ και των περισσότερων ευρωπαϊκών δυνάμεων όσο και στο εσωτερικό του αμερικανικού κατεστημένου υπάρχουν σαφείς διαφωνίες σχετικά με αυτή την επιχείρηση. Ακόμη και τμήματα του στρατοπέδου MAGA (Make America Great Again) έχουν ασκήσει ανοιχτή κριτική στην επίθεση. Ο δημοσιογράφος του MAGA, Τάκερ Κάρλσον, χαρακτήρισε την πορεία προς τον πόλεμο «αηδιαστική» και «διαβολική», ενώ η πρώην Ρεπουμπλικανή βουλευτής Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν επιτέθηκε σε αυτό που περιέγραψε ως πολιτική «πρώτα το Ισραήλ». Ακόμη και τμήματα του στρατιωτικού κατεστημένου έχουν εκφράσει βαθιά ανησυχία. Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πηγές, ο στρατηγός Νταν Κέιν, αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων και ένας από τους βασικούς στρατιωτικούς συμβούλους του Ντόναλντ Τραμπ, προειδοποίησε ότι ένας πόλεμος με το Ιράν δεν είναι καλή ιδέα, ενώ ο διευθυντής του Εθνικού Κέντρου Αντιτρομοκρατίας, Τζο Κεντ, παραιτήθηκε δηλώνοντας ότι το Ιράν δεν αποτελούσε «άμεση απειλή» για τις ΗΠΑ. Αυτές οι εντάσεις αντανακλούν ευρύτερες διαιρέσεις στο εσωτερικό της αμερικανικής άρχουσας τάξης.
- Το «φάντασμα» των πολέμων στο Ιράκ και το Αφγανιστάν εξακολουθεί να πλανάται πάνω από την αμερικανική άρχουσα τάξη. Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός, παρασυρμένος από το ίδιο του το δόγμα της «Pax Americana», πλήρωσε βαρύ τίμημα για την έναρξη και τη διεξαγωγή αυτών των πολέμων και της κατοχής που ακολούθησε. Οι πόλεμοι αυτοί κόστισαν μεταξύ 2 και 3 τρισεκατομμύρια δολάρια και κατέληξαν στο να περάσει το Ιράκ υπό την επιρροή του Ιράν, ενώ οδήγησαν και στην ταπεινωτική αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από το Αφγανιστάν το 2021 και στην επιστροφή των Ταλιμπάν. Σήμερα, αναλυτές υπολογίζουν το κόστος της τρέχουσας στρατιωτικής επιχείρησης σε σχεδόν 1 δισεκατομμύριο δολάρια την ημέρα, χωρίς να περιλαμβάνεται το κόστος αποστολής χερσαίων δυνάμεων και της ανόδου των τιμών του πετρελαίου.
- Κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών που ξεκίνησαν στις 28 Φεβρουαρίου, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ απευθύνθηκαν μαζικά στον λαό του Ιράν (μέσω των κοινωνικών δικτύων), καλώντας τον να ανατρέψει το καθεστώς και ακόμη και να έρθει σε άμεση επαφή με τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ και του Ισραήλ, τη CIA και τη Μοσάντ. Έκαναν ακριβώς το ίδιο και κατά τη διάρκεια του «Πολέμου των 12 ημερών» του Ιουνίου 2025. Αναρωτιέται κανείς: που στηρίζεται αυτή η ανόητη αισιοδοξία, ότι όταν βομβαρδίζουν μια χώρα ο λαός της μπορεί να εξεγερθεί υπέρ τους; Οι πόλεμοι, ναι, μπορούν να οδηγήσουν σε εξεγέρσεις, αλλά όταν πλησιάζουν στο τέλος τους ή έχουν ολοκληρωθεί και η εργατική τάξη και τα φτωχά στρώματα πρέπει να ζήσουν με τις συνέπειες του θανάτου, της καταστροφής και της εξαθλίωσης που προκάλεσαν οι πολιτικές της δικής τους κυβέρνησης. Όταν όμως οι εισβολείς ρίχνουν βόμβες, το να εξεγερθεί ο λαός υπέρ τους είναι παράλογο.
- Οι «εκκλήσεις» των ΗΠΑ και του Ισραήλ προς τον ιρανικό λαό να πάρει τα όπλα ενάντια στο καθεστώς μπορούν στην πράξη να έχουν νόημα μόνο αν απευθύνονται στις εθνικές μειονότητες (περίπου το 40% του πληθυσμού) και ιδιαίτερα στους Κούρδους. Η πλειοψηφία των κουρδικών κομμάτων δεν είναι διατεθειμένη να παίξει αυτόν τον ρόλο, τουλάχιστον προς το παρόν. Αν όμως το πράξουν, παραπλανημένα για άλλη μια φορά από ψεύτικες υποσχέσεις των ΗΠΑ, το αποτέλεσμα θα ήταν μια μαζική σφαγή σε έναν εσωτερικό πόλεμο που θα διεξάγεται με εθνικιστικούς και όχι ταξικούς όρους. Θα μπορούσε να αποδειχθεί πιο άγριος και καταστροφικός από οτιδήποτε έχουμε δει μέχρι σήμερα στη Μέση Ανατολή. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, είναι ευσεβής πόθος να αναμένει κανείς ότι θα οδηγούσε στην εγκαθίδρυση ενός φιλοαμερικανικού καθεστώτος — στην πραγματικότητα, θα μπορούσε να προκύψει ένα ακόμη πιο σκληρό, θεοκρατικό και αυταρχικό καθεστώς. Όλα δείχνουν ότι οι ΗΠΑ είναι παγιδευμένες σε μια αδιέξοδη κατάσταση.
Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, το Ισραήλ έχει σχέδιο
- Σε αντίθεση με την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι ΗΠΑ —χωρίς πραγματικό σχέδιο όταν εισήλθαν στον πόλεμο και χωρίς σχέδιο εξόδου— το Ισραήλ διαθέτει σχέδιο και γνωρίζει τι επιδιώκει. Η κυβέρνηση Νετανιάχου επεκτείνει το έδαφος και τις συμμαχίες του Ισραήλ με βάση αυτόν τον πόλεμο (που στην πραγματικότητα ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2023): στη Γάζα, έχοντας καταλάβει το 53% της Λωρίδας· στη Δυτική Όχθη, επεκτείνοντας τους εποικισμούς· στον Λίβανο, με τη νέα επίθεση κατά της Χεζμπολάχ μέχρι τον ποταμό Λιτάνι· στη Συρία, εδραιώνοντας την κατοχή των Υψιπέδων του Γκολάν και επεκτείνοντας τα εδάφη που ελέγχει, πλησιάζοντας τα προάστια της πρωτεύουσας Δαμασκού. Επιπλέον, χτίζει ισχυρές συμμαχίες με τους Δρούζους στη νοτιοδυτική Συρία και με τους Κούρδους στην ανατολική Συρία. Τον Δεκέμβριο του 2025, το Ισραήλ έγινε η πρώτη χώρα που προσέφερε επίσημη αναγνώριση στη Σομαλιλάνδη, η οποία διεκδικεί ανεξαρτησία από τη Σομαλία από το 1991. Πρόκειται για μια κίνηση που αποσκοπεί στη διασφάλιση των συμφερόντων του Ισραήλ στην Ερυθρά Θάλασσα μέσω ενός σταθερού εταίρου, προσφέροντας «στρατηγικό βάθος» απέναντι στις απειλές από φιλοϊρανικές δυνάμεις, ιδιαίτερα τους Χούθι στην Υεμένη. Ταυτόχρονα, το καθεστώς Άσαντ στη Συρία κατέρρευσε, προκαλώντας ισχυρό πλήγμα στον λεγόμενο «άξονα της αντίστασης» μεταξύ Ιράν, Συρίας, Χαμάς, Χεζμπολάχ, Χούθι και άλλων φιλοϊρανικών δυνάμεων.
- Με τις τρέχουσες επιθέσεις στο Ιράν, το Ισραήλ επιδιώκει να αποδυναμώσει —αφού δεν κατάφερε να ανατρέψει— το ιρανικό καθεστώς, τον βασικό του αντίπαλο στην περιοχή, στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Όποια κι αν είναι η τελική έκβαση, το Ισραήλ θα βγει από αυτή την περιπέτεια στην οποία σύρεται ο πλανήτης με συγκεκριμένα οφέλη, από άποψη στρατιωτικής και γεωγραφικής επέκτασης.
ΗΠΑ εναντίον Ιράν – η ανάγκη για μια ισορροπημένη θέση
- Τηρούμε πάντα μια στάση σκληρής κριτικής και στεκόμαστε ενάντια στο αντιδραστικό, θεοκρατικό, καπιταλιστικό καθεστώς του Ιράν. Στην περίπτωση όμως μιας επίθεσης του αμερικανικού ιμπεριαλισμού (και του Ισραήλ) εναντίον μιας χώρας που ανήκει στην τρίτη ή τέταρτη γραμμή όσον αφορά τη βιομηχανική και οικονομική ανάπτυξη, δεν κρατάμε «ίσες αποστάσεις» – δίνουμε προτεραιότητα στην οικοδόμηση μιας αντιιμπεριαλιστικής, αντι-ΗΠΑ, αντι-Ισραήλ καμπάνιας, απαιτώντας τον τερματισμό του πολέμου και την απομάκρυνση των βάσεων των ΗΠΑ (και του ΝΑΤΟ) από την περιοχή, ως βασική θέση μας. Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός αποτελεί τον κύριο εχθρό της εργατικής τάξης και των λαών των πρώην αποικιακών χωρών σε παγκόσμια κλίμακα, και μια αποτυχία των ΗΠΑ να πετύχουν τους στόχους τους θα αποτελούσε αντανάκλαση της αυξανόμενης αδυναμίας τους. Αυτό θα ήταν ένα συγκεκριμένο παράδειγμα απώλειας της ηγεμονικής ισχύος των ΗΠΑ, ανοίγοντας νέες δυνατότητες για την εργατική τάξη και τους καταπιεσμένους λαούς. Αντίθετα, μια καθαρή νίκη του αμερικανικού ιμπεριαλισμού θα άνοιγε το δρόμο για την επόμενη επίθεση, π.χ. ενάντια στην Κούβα, με παρόμοιο τρόπο που η επιτυχημένη απαγωγή του Μαδούρο στη Βενεζουέλα άνοιξε τον δρόμο για την επίθεση στο Ιράν.
- Ωστόσο, αυτή η θέση δεν σημαίνει καμία απολύτως στήριξη στο ιρανικό καθεστώς. Δυστυχώς, μετά την επίθεση στο Ιράν, μεγάλα τμήματα της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς έχουν ξεχάσει εντελώς τα εγκλήματα του καθεστώτος και τις σφαγές των τελευταίων ετών και δεκαετιών κατά τις επανειλημμένες εκρήξεις των ιρανικών μαζών, στο όνομα του αντιιμπεριαλισμού. Άλλοι έχουν φτάσει στο σημείο να ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με το ιρανικό καθεστώς και ότι κάθε κριτική για την έλλειψη δικαιωμάτων αποτελεί απλώς Δυτική προπαγάνδα. Αυτό αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο ο Σταλινισμός έχει επηρεάσει τη σκέψη της Αριστεράς στις δεκαετίες που ακολούθησαν τον σταλινικό εκφυλισμό της Σοβιετικής Ένωσης. Το να περιγράφουμε την κατάσταση όπως πραγματικά είναι αποτελεί καθήκον των επαναστατών. Η διατήρηση μια ξεκαθαρής απόστασης και η συνέχιση της αντίθεσης μας απέναντι στο καθεστώς είναι απολύτως αναγκαία, ώστε οι επαναστάτες σοσιαλιστές να μπορούν να προσφέρουν προοπτική στις ιρανικές μάζες που αγωνίζονται ενάντια στο καθεστώς τα τελευταία χρόνια και δεκαετίες. Αυτό είναι σημαντικό τόσο διεθνώς όσο και για τις επαναστατικές δυνάμεις μέσα στο Ιράν.
- Το ζήτημα της ισορροπίας, ωστόσο, είναι κρίσιμο. Η βασική κατεύθυνση της επιχειρηματολογίας και της καμπάνιας μας πρέπει να είναι ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και στον ρόλο του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και του Ισραήλ. Δεν πρέπει όμως να φτάνουμε στο σημείο να αποφεύγουμε την κριτική στο καθεστώς επειδή αυτό βρίσκεται σε σύγκρουση με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Στην πραγματικότητα, αν υπήρχαν ισχυρές επαναστατικές δυνάμεις μέσα στο Ιράν ικανές να ανατρέψουν το καθεστώς μέσα στις συνθήκες της κρίσης που δημιουργεί ο πόλεμος, θα είχαν ιστορική ευθύνη να το πράξουν – διαφορετικά αυτό θα συνιστούσε ιστορική προδοσία. Φυσικά, αυτό αποτελεί θεωρητική αφαίρεση, καθώς σήμερα δεν υπάρχει η κρίσιμη μάζα επαναστατικών δυνάμεων στη χώρα. Ωστόσο, είναι αναγκαίο να τίθεται αυτή η προοπτική ως βασική προϋπόθεση για την εκπαίδευση στελεχών για το επαναστατικό κόμμα του μέλλοντος.
Γεωπολιτική
- Στην 3η Συνδιάσκεψη του ISp, τον Μάρτιο του 2025, γράφαμε:
«Γεωπολιτικά, ο Τραμπ προκαλεί τεκτονικές μετατοπίσεις σε όλα όσα θεωρούνταν σταθερά τις τελευταίες δεκαετίες. Το σημαντικότερο όλων είναι το τεράστιο ρήγμα που δημιουργείται ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις ακολουθούσαν λίγο-πολύ ”πειθήνια” τις ΗΠΑ, στις πολιτικές που οι τελευταίες αποφάσιζαν, από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου – εξυπηρετώντας βέβαια ταυτόχρονα και τα δικά τους ιμπεριαλιστικά συμφέροντα. Αυτή η συμμαχία ήταν ένας από τους βασικούς παράγοντες που επέτρεψαν στη Δύση γενικά και στις ΗΠΑ ειδικότερα να κυριαρχήσουν στον πλανήτη, ιδιαίτερα μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991. Ο Τραμπ φαίνεται να οδηγεί αυτή τη συμμαχία σε ένα απότομο (και σοκαριστικό για τους βασικούς πρωταγωνιστές της) τέλος».
- Για ένα διάστημα, οι βασικές ευρωπαϊκές δυνάμεις ανταποκρίθηκαν σε αυτές τις πιέσεις με προσοχή, επιδιώκοντας να διατηρήσουν τη διατλαντική συμμαχία παρά τις αυξανόμενες εντάσεις. Ωστόσο, η διαμάχη για τη Γροιλανδία αποτέλεσε ένα σημείο καμπής και, λίγο αργότερα, ο πόλεμος στο Ιράν ακόμη ένα. Μπροστά στην αντίσταση της ΕΕ στο ζήτημα της Γροιλανδίας, ο Τραμπ υποχώρησε —τουλάχιστον προς το παρόν— εγκαταλείποντας τις απειλές για στρατιωτική κατάληψη.
- Γενικά, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις βρίσκονται όλο και περισσότερο αντιμέτωπες με τις συνέπειες πολιτικών που διαμορφώθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τις στρατηγικές προτεραιότητες των ΗΠΑ. Ο πόλεμος στην Ουκρανία αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Αρχικά, χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία έδειχναν δισταγμό και διερεύνησαν τη δυνατότητα διπλωματικών συμβιβασμών με τη Ρωσία. Με την πάροδο του χρόνου, ωστόσο, ευθυγραμμίστηκαν με τη στρατηγική των ΗΠΑ. Αυτή η στροφή είχε σημαντικό οικονομικό κόστος για τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό. Η ρήξη των ενεργειακών δεσμών με τη Ρωσία στέρησε από την Ευρώπη το φθηνό φυσικό αέριο, αυξάνοντας το ενεργειακό κόστος και αποτέλεσε πλήγμα για την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας της. Το οικονομικό και στρατιωτικό βάρος του πολέμου στην Ουκρανία υπήρξε επίσης σημαντικό. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις παρείχαν τεράστια στρατιωτική και οικονομική στήριξη στον Ζελένσκι, ενώ οι ΗΠΑ επωφελήθηκαν οικονομικά μέσω της αύξησης των εξαγωγών όπλων και της επέκτασης των πωλήσεων LNG (υγροποιημένου φυσικού αερίου) στις ευρωπαϊκές αγορές. Ταυτόχρονα, τα ευρωπαϊκά κράτη σύρθηκαν στον εμπορικό πόλεμο με την Κίνα, και πάλι υπό την πίεση των ΗΠΑ. Αυτό περιόρισε την πρόσβαση της Ευρώπης σε μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες αγορές του κόσμου.
Διεθνής «τάξη βασισμένη σε κανόνες»
- Η προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ έχει καταφέρει επανειλημμένα πλήγματα σε αυτό που περιγράφεται ως η διεθνής «τάξη βασισμένη σε κανόνες». Η έννοια αυτή αναφέρεται στο δίκτυο θεσμών, συνθηκών και κανόνων που αναπτύχθηκαν μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, υπό την εποπτεία των ΗΠΑ και των συμμάχων τους. Στόχος αυτού του πλαισίου ήταν η δημιουργία ενός διεθνούς συστήματος που θα διευκόλυνε την παγκόσμια επέκταση του καπιταλισμού υπό την πολιτική και στρατιωτική κυριαρχία του Δυτικού ιμπεριαλισμού, καθώς και ο περιορισμός του μπλοκ χωρών υπό την ηγεσία της ΕΣΣΔ. Κεντρικό ρόλο σε αυτή την αρχιτεκτονική είχαν θεσμοί όπως τα Ηνωμένα Έθνη και μια σειρά πολυμερών συμφωνιών που αποσκοπούσαν στη ρύθμιση των συγκρούσεων μεταξύ κρατών, στη διαχείριση των οικονομικών σχέσεων και στη νομιμοποίηση του παγκόσμιου ρόλου της αμερικανικής ισχύος. Η διοίκηση Τραμπ ουσιαστικά διαλύει κάθε έννοια διεθνούς συντονισμού με άλλες καπιταλιστικές δυνάμεις.
- Το πιο πρόσφατο πλήγμα προς αυτή την κατεύθυνση είναι η δημιουργία του λεγόμενου «Συμβουλίου Ειρήνης» (Board of Peace). Σε αυτό το «Συμβούλιο», ο Τραμπ θα είναι ο απόλυτος κυρίαρχος — θα αποφασίζει και θα διατάζει, καμία απόφαση δεν θα μπορεί να ληφθεί χωρίς τη συμφωνία του και ο ίδιος και μόνο αυτός θα καθορίζει τη σύνθεση του Συμβουλίου και οποιεσδήποτε αλλαγές σε αυτή. Ο Τραμπ επιδιώκει ουσιαστικά να καταργήσει το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ (και στην πράξη τον ίδιο τον ΟΗΕ) και να το αντικαταστήσει με το δικό του «Συμβούλιο», το οποίο θα αποφασίζει πού θα υπάρχει πόλεμος και πού ειρήνη, καθώς και ποιες κυβερνήσεις θα ανατρέπονται ή θα εγκαθίστανται, σύμφωνα με τις αποφάσεις του.
- Οι καπιταλιστές δεν «ανακάλυψαν» ξαφνικά τη διπλωματία, τους διεθνείς κανόνες και τους οργανισμούς επειδή είχαν κάποια επιφοίτηση. Για αιώνες, οι Ευρωπαίοι αποικιοκράτες λειτουργούσαν στη βάση της ωμής βίας, της λεηλασίας, των πολέμων και των γενοκτονιών. Οδηγήθηκαν στη διπλωματία και στους διεθνείς οργανισμούς μέσα από τις επαναλαμβανόμενες κρίσεις του συστήματός τους, οικονομικές και κοινωνικές, από τους πολέμους στους οποίους ενεπλάκησαν και, τελικά, από τις επαναστάσεις που γέννησαν αυτές οι συνθήκες.
- Οι μαρξιστές χρειάζεται να αξιοποιούν κάθε ευκαιρία για να αποκαλύπτουν την υποκρισία των καπιταλιστών. Στην προκειμένη περίπτωση, να αποκαλύπτουν ότι η «τάξη βασισμένη σε κανόνες», που χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένα από τους ιμπεριαλιστές σαν πρόσχημα για να επιτεθούν σε καθεστώτα που δεν συμμορφώνονταν με τα συμφέροντα τους, δεν ήταν παρά ένα προπέτασμα καπνού. Και ότι τμήματα των ευρωπαϊκών και άλλων καπιταλιστικών τάξεων, που ορκίζονταν στο όνομα αυτής της «τάξης», σήμερα φλερτάρουν με τον Τραμπ, ο οποίος ανοιχτά αψηφά κάθε κανόνα. Οι μαρξιστές δεν πρέπει, στον αγώνα τους ενάντια στη μονομερή, πολεμοκάπηλη και χαοτική πολιτική του Τραμπ, να υπερασπίζονται την προηγούμενη καπιταλιστική «τάξη», που συνήθως αποκαλείται «Διεθνές Δίκαιο» (όπως κάνουν η Σοσιαλδημοκρατία, η ρεφορμιστική Αριστερά και ακόμη και αντικαπιταλιστικές οργανώσεις). Διότι επρόκειτο για μια «τάξη» φτιαγμένη έτσι ώστε να παρέχει κάλυψη στο σύστημα της εκμετάλλευσης. Στα πλαίσια αυτής της «τάξης» διεξήχθησαν οι πόλεμοι στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, πραγματοποιήθηκε η παγκόσμια νεοφιλελεύθερη επίθεση ενάντια στους εργαζόμενους κ.λπ. Αυτή η «τάξη» πλέον έχει ξεπεραστεί και ανήκει στο παρελθόν — γεγονός που έχει τις ρίζες του στην κρίση του καπιταλισμού, η οποία στρέφει τους μεγάλους καπιταλιστές/ιμπεριαλιστές τον έναν ενάντια στον άλλον. Το καθήκον των μαρξιστών είναι να προβάλλουν την σοσιαλιστική εναλλακτική σε ηπειρωτική και παγκόσμια κλίμακα — μια σοσιαλιστική τάξη βασισμένη στο σεβασμό, τη δημοκρατία, τα ίσα δικαιώματα και τον δημοκρατικό σχεδιασμό της παραγωγής με βάση τις ανάγκες της κοινωνίας κι όχι τα καπιταλιστικά κέρδη.
Ο εμπορικός πόλεμος με την Κίνα
- Υπάρχουν σοβαροί λόγοι για να προβλέψουμε ότι και οι οικονομικές πολιτικές του Τραμπ θα του γυρίσουν μπούμερανγκ. Η αμερικανική οικονομία δεν έχει απογειωθεί, δεν έχουν δημιουργηθεί νέες θέσεις εργασίας, η βιομηχανική παραγωγή δεν έχει επιστρέψει στις ΗΠΑ, όπως υποσχόταν ο Τραμπ — αφήνοντας κατά μέρος και την πιθανότητα μιας νέας ύφεσης λόγω του πολέμου στο Ιράν. Ούτε έχουν φέρει οι πολιτικές του Τραμπ κάποιο πλεονέκτημα για τις ΗΠΑ στον ανταγωνισμό τους με την Κίνα.
- Η μείωση του μεγάλου εμπορικού πλεονάσματος της Κίνας αποτέλεσε κεντρικό στόχο της αμερικανικής πολιτικής. Στα τέλη του 2024, το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας πλησίασε το 1 τρισ. δολάρια (συγκεκριμένα $992 δισ.), που αποτελεί ιστορικό ρεκόρ, παρά το γεγονός ότι αντιμετωπίζει εμπορικό πόλεμο από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της από το 2017. Στα τέλη του 2025, μετά και τις νέες επιθετικές κινήσεις του Τραμπ, το εμπορικό πλεόνασμα όχι μόνο δεν μειώθηκε αλλά αυξήθηκε στα $1,2 τρισ. ($1,19, για την ακρίβεια) — ένα νέο ιστορικό ρεκόρ. Για σύγκριση, στα τέλη του 2017 ήταν $422,5 δισ. Τους πρώτους δύο μήνες του 2026, το εμπορικό πλεόνασμα έφτασε σε ακόμη ένα επίπεδο-ρεκόρ, ενώ η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε κατά περισσότερο από 6%, πολύ πάνω από τις προβλέψεις.
- Η αύξηση του κινεζικού ΑΕΠ διαμορφώθηκε γύρω στο 5% για το 2025 και εκτιμάται (από Δυτικούς διεθνείς οργανισμούς) μεταξύ 4,2% και 4,5% για το 2026. Είναι σημαντικά χαμηλότερη από ό,τι τις προηγούμενες δεκαετίες, αλλά παραμένει τουλάχιστον 2 έως 3 φορές υψηλότερη από την ανάπτυξη των ΗΠΑ και της ΕΕ. Για το 2026, προβλέπεται (εκτιμήσεις του ΔΝΤ πριν από τον πόλεμο στο Ιράν) ότι το παγκόσμιο ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 3,1%. Η Κίνα θα συμβάλει κατά 26,6% σε αυτή την αύξηση, η Ινδία κατά 17% (οι δύο μαζί 43,6%), οι ΗΠΑ κατά 9,9% και η Ευρώπη (ΕΕ μαζί με τη Βρετανία) κατά 9,5%. Με άλλα λόγια, η τάση της Δύσης να χάνει έδαφος σε σχέση τόσο με την Κίνα όσο και με την Ινδία δεν ανακόπτεται.
- Στο ερώτημα κατά πόσο ο εμπορικός πόλεμος των ΗΠΑ (και της Ευρώπης) απέναντι στην Κίνα έχει καταφέρει να την αποκόψει από την τεχνολογική ανάπτυξη, ας ακούσουμε τα λόγια εκείνων που «γνωρίζουν καλύτερα». Ο διευθύνων σύμβουλος της Google DeepMind (που ανέπτυξε το Gemini) και νομπελίστας Ντέμις Χασάμπις δήλωσε πρόσφατα ότι τα κινεζικά μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης βρίσκονται πιο κοντά στις δυνατότητες των ΗΠΑ και της Δύσης «από ό,τι ίσως πιστεύαμε πριν από ένα ή δύο χρόνια. Ίσως αυτή τη στιγμή να απέχουν μόνο λίγους μήνες». Στο ίδιο πνεύμα, ο διευθύνων σύμβουλος της Nvidia (της εταιρείας με τη μεγαλύτερη κεφαλαιοποίηση στον πλανήτη, που αυτή τη στιγμή αποτιμάται στα 4,6 τρισεκατομμύρια δολάρια), Τζένσεν Χουάνγκ, έκανε δηλώσεις όπως: «Όπως λέω εδώ και καιρό, η Κίνα απέχει νανοδευτερόλεπτα από τις ΗΠΑ στην τεχνητή νοημοσύνη», «είμαστε πολύ, πολύ κοντά… η Κίνα είναι ακριβώς πίσω μας…» και «η Κίνα θα ξεπεράσει τις ΗΠΑ στην κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης».
- Αν δούμε τη συνολική εικόνα της αντιπαράθεσης ΗΠΑ–Κίνας, αυτή συνοψίζεται ίσως καλύτερα από τους τίτλους δύο από τα σημαντικότερα καπιταλιστικά μέσα ενημέρωσης των ΗΠΑ. «Η Κίνα στο επίκεντρο, εν μέσω αμερικανικού χάους», έγραψε το Bloomberg στις 15 Ιανουαρίου, ενώ οι New York Times στις 31 Ιανουαρίου έγραψαν: «Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στρέφονται προς την Κίνα, αλλά με τους όρους του Πεκίνου».
- Όλα τα παραπάνω, βέβαια, δεν αναιρούν τις σοβαρές αντιφάσεις και τα προβλήματα που υπάρχουν στην κινεζική οικονομία, η οποία, παρά την πολύ ισχυρή κρατική παρέμβαση λειτουργεί στη βάση της καπιταλιστικής αγοράς. Ούτε αναιρούν το γεγονός ότι ο εμπορικός πόλεμος του Τραμπ, αν και πολύ πιο ήπιος από τις πολεμικές ιαχές με τις οποίες ξεκίνησε στις αρχές του 2025, έχει αρνητικές επιπτώσεις σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες και σίγουρα θα επηρεάσει και την Κίνα, συμβάλλοντας στη μείωση των ρυθμών ανάπτυξής της.
Οικονομία ΗΠΑ – όχι και τόσο success story
- Η οικονομία είναι το κλειδί. Όποια λάθη κι αν διαπράττουν ο Τραμπ και το επιτελείο του στο διεθνές επίπεδο, αν η αμερικανική οικονομία προχωρά και προσφέρει κάποια «ψίχουλα» στα εργατικά και φτωχά νοικοκυριά στις ΗΠΑ, ενώ οι δισεκατομμυριούχοι μετατρέπονται σε τρισεκατομμυριούχους, τότε θα έχει εδραιώσει τη θέση του για ένα διάστημα. Και οι ευρωπαίοι και ΝΑΤΟϊκοί «σύμμαχοι» των ΗΠΑ, που παρασκηνιακά σήμερα βρίζουν τον Τραμπ και τη διοίκησή του, θα καταπιούν τις προσβολές και θα προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα. Ο Τραμπ, βέβαια, παρουσιάζει ό,τι συμβαίνει ως μεγάλη νίκη που οφείλεται στα δικά του «χαρίσματα». Ωστόσο, τα πραγματικά δεδομένα της αμερικανικής οικονομίας λένε μια διαφορετική ιστορία.
- Στη βάση της αμερικανικής οικονομίας βρίσκεται μια «ωρολογιακή βόμβα»: το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος. Οι πολιτικές του Τραμπ απέχουν πολύ από το να προσφέρουν λύση σε αυτά τα προβλήματα. Την τελευταία δεκαετία, το ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα αυξήθηκε από $585 δισ. το 2016 σε περίπου $1,8 τρισ. στο τέλος του 2025 (υπερτριπλασιασμός σε απόλυτους όρους). Ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει διπλασιαστεί, από περίπου 3,1% σε περίπου 6%. (Το ΔΝΤ και άλλοι διεθνείς χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί θεωρούν το 3% σαν απαραίτητο για οικονομική σταθερότητα. Αυτό το ποσοστό είναι αρκετά αυθαίρετο και αποτέλεσμα της επέλασης του Νεοφιλελευθερισμού, καθώς το ερώτημα κλειδί είναι κατα πόσο τα ελλείμματα κατευθύνονται σε παραγωγικές επενδύσεις και κοινωνικές ανάγκες ή όχι – αλλά και πάλι είναι αρκετά ενδεικτικό των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η οικονομία των ΗΠΑ).
- Το δημόσιο χρέος έχει διπλασιαστεί μέσα σε μία δεκαετία — από 19,5 τρισ. δολάρια το 2016 σε 38,5 τρισ. σήμερα. Αυτό αντιστοιχεί σε πάνω από 124% του ΑΕΠ. Για σύγκριση, στις δεκαετίες από το 1940 έως το 2024 ο μέσος όρος του δημόσιου χρέους ήταν 66,38%. Αυτό που θεωρούν αναγκαίο οι διεθνείς καπιταλιστικοί οργανισμοί (για τη σταθερότητα της οικονομίας) είναι το χρέος να μην υπερβαίνει το 60% του ΑΕΠ. Η εξυπηρέτηση του αμερικανικού δημόσιου χρέους έχει φτάσει στο πρωτοφανές επίπεδο του 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων ετησίως. Αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 15% των δημοσιονομικών δαπανών, είναι στο ίδιο επίπεδο με τις δαπάνες για την υγεία (15%) και ξεπερνά τις δαπάνες για την «άμυνα» (13%).
- Οι ΗΠΑ παρουσιάζουν εμπορικό έλλειμμα με τον υπόλοιπο κόσμο από τη δεκαετία του 1970. Οι δασμοί που επέβαλε ο Τραμπ στις εισαγωγές από τρίτες χώρες υποτίθεται ότι θα μείωναν (ακόμη και θα ανέτρεπαν) αυτό το έλλειμμα. Αντίθετα, σημειώθηκε αύξηση του ελλείμματος στο εμπορικό ισοζύγιο, από περίπου 903 δισ. δολάρια το 2024 σε 936 δισ. μέχρι τον Νοέμβριο του 2025.
- Ο Τραμπ δήλωνε ότι με την επιβολή δασμών θα επανέφερε στις ΗΠΑ βιομηχανίες που είχαν φύγει από τη χώρα εδώ και καιρό, δημιουργώντας πολλές καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Τίποτα τέτοιο δεν συνέβη. Αντίθετα, υπάρχουν απώλειες θέσεων εργασίας. Όπως αναφέρει το Bloomberg για τον Ιανουάριο του 2026: «Οι αμερικανικές εταιρείες ανακοίνωσαν τον μεγαλύτερο αριθμό περικοπών θέσεων εργασίας από οποιονδήποτε Ιανουάριο από την Μεγάλη Ύφεση το 2009… Οι εταιρείες ανακοίνωσαν τον περασμένο μήνα 108.435 περικοπές θέσεων εργασίας, αύξηση 118% σε σχέση με έναν χρόνο πριν».
- Για να μειωθούν ομαλά το χρέος και τα ελλείμματα σε μια καπιταλιστική οικονομία, απαιτούνται υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης του ΑΕΠ. Η αμερικανική οικονομία δεν διαθέτει τέτοιους ρυθμούς. Ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι η οικονομία αναπτύχθηκε το 2025 μόλις κατά 2%. Πριν ξεκινήσει ο πόλεμος στο Ιράν, εκτιμούσε ότι για το 2026 η ανάπτυξη θα φτάσει το 1,7%. Τέτοιοι ρυθμοί απέχουν πολύ από τα «θαύματα» που υποσχόταν ο Τραμπ. Επιπλέον, αυτή η ανάπτυξη στηρίζεται σε δύο ασταθείς παράγοντες: α) τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα που αναφέρθηκαν παραπάνω και β) τη «φούσκα» της Τεχνητής Νοημοσύνης, στην οποία επενδύονται εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια (χωρίς καμία σαφή εικόνα για το τι είδους αποδόσεις θα αποφέρουν, αντλώντας παραλληλισμούς με τη «φούσκα» των dotcom του 2000, η οποία διήρκεσε 2,5 χρόνια, με τον Nasdaq να χάνει το 78% της αξίας του και να εξαφανίζονται πάνω από 5 τρισεκατομμύρια δολάρια σε χρηματιστηριακή αξία). Το πρόβλημα με τα ελλείμματα είναι ότι σε κάποιο στάδιο επιβάλλουν μια «προσγείωση» της οικονομίας (ύφεση), ενώ οι «φούσκες» αργά ή γρήγορα σπάνε — τα δύο αυτά φαινόμενα, κατά κανόνα, συμβαδίζουν. Έτσι, ο μόνος τρόπος μείωσης των ελλειμμάτων για τον Αμερικάνικο καπιταλισμό είναι μέσω πολιτικών λιτότητας. Ο Τραμπ δεν έχει καμία πρόθεση να προχωρήσει σε κάτι τέτοιο, καθώς θα ισοδυναμούσε με πολιτική αυτοκτονία. Ωστόσο, αυτό μπορεί να του επιβληθεί. Οι αντιφάσεις της αμερικανικής οικονομίας οδηγούν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σε ύφεση. Και είναι πολύ πιθανό ο Τραμπ να πληρώσει το τίμημα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο Τραμπισμός —ένα πραγματικά επικίνδυνο φαινόμενο— θα τελειώσει.
Δεν είναι φασισμός
- Υπάρχει συζήτηση για το πώς πρέπει να χαρακτηριστούν ο Τραμπ και το καθεστώς του, με πολλούς στην Αριστερά να μιλούν για φασισμό. Όπως έχουμε αναπτύξει σε προηγούμενα κείμενα μας, αυτό δεν ισχύει. Ο φασισμός, μεταξύ άλλων, σημαίνει την πλήρη καταστροφή όχι μόνο όλων των δικαιωμάτων (δημοκρατικών, συνδικαλιστικών, κοινωνικών κ.λπ.), αλλά και των ίδιων των οργανώσεων της εργατικής τάξης. Βρισκόμαστε πολύ μακριά από μια τέτοια κατάσταση. Κάτι τέτοιο μπορεί να προκύψει μόνο ως αποτέλεσμα μεγάλων ηττών της εργατικής τάξης στις ΗΠΑ, μέσα από αγώνες που ξεπερνούν κατά πολύ οτιδήποτε έχουμε δει μέχρι σήμερα.
- Μπορεί κανείς να μιλήσει για φασιστικά στοιχεία στην διακυβέρνηση Τραμπ, αλλά αυτό είναι διαφορετικό από ένα φασιστικό καθεστώς. Είναι επίσης λάθος να γίνεται λόγος για «φασιστικοποίηση» της αμερικανικής κοινωνίας, καθώς την ίδια στιγμή που ορισμένα τμήματα της κοινωνίας μετακινούνται προς τα δεξιά, άλλα μετακινούνται προς τα αριστερά και ριζοσπαστικοποιούνται — όπως έδειξε η νίκη του Ζοχράν Μαμντάνι στη Νέα Υόρκη, χωρίς φυσικά να θέλουμε να καλλιεργήσουμε αυταπάτες για τον ίδιο, ο οποίος είναι ρεφορμιστής και συνδεδεμένος με το Δημοκρατικό Κόμμα.
Ευρωπαϊκή σύγκλιση;
- Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις εμφανίζονται «αιφνιδιασμένες, περιθωριοποιημένες και διχασμένες», για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Guardian (11.03.2026). Οι κατ’ επανάληψη προσβλητικές δηλώσεις του Τραμπ, το ζήτημα της Γροιλανδίας, ο δασμολογικός πόλεμος εναντίον των ευρωπαϊκών δυνάμεων, ο πόλεμος στο Ιράν, ωθούν την ΕΕ προς την κατεύθυνση του να προσπαθήσει να εμφανιστεί ως ανεξάρτητος πόλος απέναντι στον ανταγωνισμό τόσο της Κίνας όσο και των ΗΠΑ. Σε αυτό το φόντο, η συζήτηση για μεγαλύτερη σύγκλιση σε επίπεδο οικονομικό, δημοσιονομικό, αμυντικό, εξωτερικής πολιτικής κτλ έχει αναζωπυρωθεί. Ωστόσο, δεν έχουν γίνει ουσιαστικά βήματα.
- Η νέα θητεία του Τραμπ έχει δημιουργήσει περαιτέρω διαιρέσεις στο εσωτερικό της ΕΕ. Υπάρχουν ανοιχτές διαφωνίες εντός της ΕΕ σχετικά με την επίθεση στο Ιράν· μεταξύ των επικεφαλής των δύο βασικών θεσμών της ΕΕ, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (υπό την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν – Γερμανία) και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (υπό τον Αντόνιο Κόστα – Πορτογαλία)· νέες συγκρούσεις και νέα απόκλιση μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας, των βασικών πυλώνων της ΕΕ, κ.λπ.
- Η ρίζα της αδυναμίας της ΕΕ να ξεπεράσει τις διαιρέσεις και την παράλυσή της και να κινηθεί προς μια ομοσπονδιακή συγκρότηση βρίσκεται στα αντικρουόμενα συμφέροντα των διαφορετικών αστικών τάξεων, παρά τον πολύ εκτεταμένο βαθμό ολοκλήρωσης των αγορών της. Σε τελική ανάλυση, ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός δεν μπορεί να υπερβεί το εθνικό κράτος, παρά τους περιορισμούς που αυτό του επιβάλλει στη σημερινή εποχή. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να γίνουν ορισμένα βήματα προς μεγαλύτερη σύγκλιση σε επιμέρους τομείς.
Κούρσα εξοπλισμών και μιλιταρισμός
- Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της σημερινής περιόδου είναι η ταχεία αύξηση των εξοπλισμών. Οι στρατιωτικές δαπάνες έχουν αυξηθεί δραματικά τα τελευταία χρόνια, αντανακλώντας την όξυνση των γεωπολιτικών ανταγωνισμών. Σύμφωνα με στοιχεία του Stockholm International Peace Research Institute (SIPRI), οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες αυξήθηκαν μέσα σε ένα έτος κατά 9,4% σε πραγματικούς όρους, φτάνοντας περίπου τα 2,7 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2024. Πρόκειται για τη 10η συνεχόμενη χρονιά αύξησης των στρατιωτικών δαπανών και αντιπροσωπεύει αύξηση περίπου 37% από το 2015.
- Οι κυβερνήσεις εντός του ΝΑΤΟ έχουν συμφωνήσει να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες από το 2% του ΑΕΠ σε μεταξύ 3,5% και 5%. Ο Τραμπ έχει ανακοινώσει αύξηση 50% στις στρατιωτικές δαπάνες έως το 2027, ανεβάζοντας τον αμερικανικό στρατιωτικό προϋπολογισμό στα 1,5 τρισεκατομμύρια δολάρια. Οι στρατιωτικές δαπάνες της Ρωσίας έχουν υπερδιπλασιαστεί από το 2021. Η Κίνα βρίσκεται πλέον στο τρίτο συνεχόμενο έτος αύξησης των αμυντικών δαπανών κατά 7% ετησίως. Το αποτέλεσμα είναι μια τεράστια μεταφορά πόρων προς τις στρατιωτικές βιομηχανίες. Τα έσοδα των μεγαλύτερων παραγωγών όπλων παγκοσμίως έφτασαν τα $679 δισ. το 2024.
- Τα κυρίαρχα ΜΜΕ προσπαθούν να παρουσιάσουν αυτή τη στροφή ως κάτι που έχει ορισμένα οικονομικά οφέλη, τονώνοντας την ανάπτυξη και την απασχόληση. Οι στρατιωτικές δαπάνες μπορούν πράγματι να δημιουργήσουν προσωρινή ζήτηση σε ορισμένους τομείς της οικονομίας. Ωστόσο, η συνολική τους οικονομική επίδραση είναι σχετικά περιορισμένη σε σύγκριση με άλλες μορφές δημοσίων επενδύσεων. Εκτιμήσεις δείχνουν ότι ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής των αμυντικών δαπανών είναι γύρω στο 0,5, πράγμα που σημαίνει ότι κάθε 100 ευρώ δαπανών δημιουργούν περίπου 50 ευρώ οικονομικής δραστηριότητας. Αντίθετα, επενδύσεις σε τομείς όπως οι υποδομές, η εκπαίδευση, η υγεία ή οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας παράγουν συνήθως 2 έως 4 φορές υψηλότερες αποδόσεις. Επιπλέον, λόγω των υψηλών δημοσιονομικών ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους, οι κυβερνήσεις αναγκάζονται να μειώνουν δαπάνες σε άλλους τομείς για να χρηματοδοτήσουν τους εξοπλισμούς — γεγονός που σημαίνει ότι οι στρατιωτικές δαπάνες έχουν ακόμη μικρότερη επίδραση στην οικονομική ανάπτυξη.
- Σε όλες τις χώρες, και ιδιαίτερα στην Ευρώπη, υπάρχει μια συνειδητή πολιτική στρατιωτικοποίησης. Οι κυβερνήσεις προσπαθούν να πείσουν τα λαϊκά στρώματα ότι πρέπει να είναι έτοιμα να πολεμήσουν για τη χώρα τους — μια αντίληψη που είχε ατονήσει λόγω της σχετικής σταθερότητας στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο γερμανικός στρατός επιχειρεί ενεργά να στρατολογήσει εφήβους μέσω αναρτήσεων στα κοινωνικά δίκτυα, ενώ μαθητές στην Ιταλία πραγματοποιούν «εκπαιδευτικές επισκέψεις» σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών δήλωσε ότι οι Ευρωπαίοι πρέπει να συνηθίσουν στην ιδέα φερέτρων με τη σημαία της ΕΕ επάνω τους.
- Ταυτόχρονα, οι τεχνολογικές εξελίξεις μετασχηματίζουν τον χαρακτήρα του πολέμου. Η Τεχνητή Νοημοσύνη ενσωματώνεται όλο και περισσότερο στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα στην επιτήρηση, την επιλογή στόχων και τον συντονισμό στο πεδίο της μάχης. Οι πόλεμοι στη Γάζα και στο Ιράν έχουν δείξει τη ραγδαία εξάπλωση αυτών των τεχνολογιών. Μόλις πριν από λίγα χρόνια, κυβερνήσεις και εταιρείες τεχνολογίας διαβεβαίωναν ότι δεν θα υπήρχαν ηθικά ζητήματα από τη χρήση της ΤΝ στον πόλεμο γιατί θα υπήρχε αυστηρός έλεγχος. Στην πραγματικότητα, η ενσωμάτωση της ΤΝ στα στρατιωτικά συστήματα εξελίσσεται πολύ πιο γρήγορα, δημιουργώντας μεγάλους κινδύνους όσον αφορά την κλιμάκωση και την αυτοματοποίηση αποφάσεων που οδηγούν σε νεκρούς. Όπως εξηγούν ειδικοί, τόσο στη Γάζα όσο και στο Ιράν, μοντέλα ΤΝ λαμβάνουν αποφάσεις για στόχους παρά το γεγονός ότι υπάρχει μια τελική «ανθρώπινη έγκριση». Αυτό έχει χαρακτηριστεί ως «μια υψηλής τεχνολογίας εκδοχή του carpet bombing» (των αδιακριτων βομβαρδισμών, που θεωρούνται έγκλημα πολέμου).
- Όταν τεχνολογικά συστήματα εισάγονται και ενσωματώνονται στον στρατιωτικό σχεδιασμό, στις δομές διοίκησης και στα οπλικά συστήματα, γίνεται εξαιρετικά δύσκολο για τα κράτη να αντιστρέψουν ή να περιορίσουν τη χρήση τους. Κάθε βήμα προς την αυτοματοποίηση δημιουργεί πιέσεις για περαιτέρω υιοθέτηση, καθώς οι αντίπαλες δυνάμεις προσπαθούν να μη μένουν πίσω. Το αποτέλεσμα είναι μια δυναμική όπου η λήψη αποφάσεων ανατίθεται ολοένα και περισσότερο σε αλγοριθμικά συστήματα σχεδιασμένα να επεξεργάζονται τεράστιες ποσότητες δεδομένων και να ανταποκρίνονται σε ταχύτητες πέρα από τις ανθρώπινες δυνατότητες. Σε τέτοιες συνθήκες, ο χρόνος για ανθρώπινη κρίση και αυτοσυγκράτηση μειώνεται δραστικά, αυξάνοντας τον κίνδυνο στρατιωτικής κλιμάκωσης μέσω αυτοματοποιημένων αντιδράσεων. Ένα παράδειγμα που δείχνει πόσο καταστροφικό μπορεί να γίνει αυτό είναι η κρίση των πυραύλων της Κούβας το 1962. Στην κορύφωσή της, ο αξιωματικός του Σοβιετικού υποβρυχίου Βασίλι Αρχίποφ αρνήθηκε να εγκρίνει την εκτόξευση πυρηνικής τορπίλης, παρά την έντονη πίεση από άλλους διοικητές που πίστευαν ότι ο πόλεμος με τις ΗΠΑ είχε ήδη ξεκινήσει. Η άρνησή του συνέβαλε στην αποτροπή μιας πυρηνικής σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης.
Γυναικεία και τρανς δικαιώματα
- Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, «ο κόσμος υποχωρεί από την ισότητα των φύλων και το τίμημα μετριέται σε ζωές, δικαιώματα και ευκαιρίες. Πέντε χρόνια πριν από την προθεσμία των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης (SDGs) το 2030, κανένας από τους στόχους για την ισότητα των φύλων δεν βρίσκεται σε τροχιά επίτευξης». Παρά ορισμένα θετικά βήματα που έγιναν την τελευταία δεκαετία για την κατάργηση διακρίσεων στη νομοθεσία, ως αποτέλεσμα των φεμινιστικών αγώνων διεθνώς, οι γυναίκες κατέχουν σήμερα μόλις το 64% των νομικών δικαιωμάτων που απολαμβάνουν οι άνδρες. Η βία παραμένει εκτεταμένη, με 1 στις 8 γυναίκες να έχει υποστεί βία από τον σύντροφο της τον τελευταίο χρόνο. Τέσσερα εκατομμύρια κορίτσια υφίστανται κάθε χρόνο ακρωτηριασμό γυναικείων γεννητικών οργάνων (Female Genital Mutilation – FGM). «Η εξάλειψη του FGM έως το 2030 θα απαιτούσε επιτάχυνση της προόδου κατά 27 φορές ταχύτερο από αυτόν της τελευταίας δεκαετίας», σύμφωνα με τον ΟΗΕ. Η μητρική θνησιμότητα συνεχίζει να αφαιρεί τη ζωή 800 γυναικών καθημερινά, λόγω επιπλοκών στην εγκυμοσύνη.
Η μισογυνική στάση της διοίκησης Τραμπ ενθαρρύνει κυβερνήσεις διεθνώς να επιδιώκουν την ανατροπή κατακτήσεων των γυναικών, ιδιαίτερα στο ζήτημα των αμβλώσεων, ενώ τα τρανς άτομα έχουν δει σαφή οπισθοχώρηση στα δικαιώματά τους τα τελευταία χρόνια. Μόνο στις ΗΠΑ, το 2025, κατατέθηκαν 600 νομοσχέδια κατά των τρανς ατόμων, που στοχεύουν τα δικαιώματα τους στην υγειονομική περίθαλψη, τον αθλητισμό και την εκπαίδευση.
Ο καπιταλισμός δεν πρόκειται να επιτρέψει την εδραίωση δικαιωμάτων που κατακτήθηκαν με αγώνες δεκαετιών – σε συνθήκες κρίσης αναδεικνύει το συντηρητικό και αντιδραστικό του πρόσωπο και επιτίθεται σε κάθε προοδευτικό μέτρο που κατακτήθηκε σε προηγούμενες εποχές.
Περιβάλλον
- Οι ετήσιες συναντήσεις που συγκαλεί ο ΟΗΕ (COP) για την αντιμετώπιση της περιβαλλοντικής κρίσης έχουν καταντήσει φάρσα. Η άρνηση του Τραμπ ακόμη και να αναγνωρίσει ότι υπάρχει πρόβλημα, επιδεινώνει την κατάσταση — οι ΗΠΑ δεν μπαίνουν καν στον κόπο να συμμετέχουν σε τέτοιες συναντήσεις. Ωστόσο, ο Τραμπ απλώς οξύνει ένα ήδη υπάρχον πρόβλημα. Τέτοιες συναντήσεις, συμπεριλαμβανομένης της Συμφωνίας του Παρισιού (2015), που έθεσε ως στόχο να μην ξεπεραστεί η αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη κατά 1,5°C (σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα), δεν μπορούν καν να λάβουν δεσμευτικές αποφάσεις. Οι περισσότεροι ειδικοί συμφωνούν πλέον ότι ο στόχος του 1,5°C έχει ήδη χαθεί, αν δεν ληφθούν δραστικά μέτρα ο πλανήτης κατευθύνεται προς μια τρομακτική αύξηση 2,5–2,8°C.
- Η τελευταία τέτοια συνάντηση, η COP30, πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Νοέμβρη στο Μπελέμ της Βραζιλίας, στις εκβολές του Αμαζονίου, υποτίθεται για να δείξει σεβασμό σε αυτό που συχνά περιγράφεται ως «ο πνεύμονας του πλανήτη». Τίποτα τέτοιο δεν συνέβη. Η εταιρική ισχύς όχι μόνο ασκεί πίεση γύρω από τις COP, αλλά πλέον βρίσκεται μέσα σε αυτές: περισσότεροι από 1.600 λομπίστες της βιομηχανίας ορυκτών καυσίμων διαπιστεύτηκαν για να συμμετάσχουν στην COP30 — η αντιπροσωπεία τους ήταν μεγαλύτερη από εκείνη οποιασδήποτε άλλης χώρας, εκτός από τη διοργανώτρια, τη Βραζιλία. Η κυρίαρχη ατζέντα συνέχισε να βασίζεται σε τρεις πυλώνες: αγορές και τιμολόγηση άνθρακα (δηλαδή οι πλούσιες χώρες μπορούν να συνεχίσουν να εκπέμπουν αέρια του θερμοκηπίου αγοράζοντας τα «δικαιώματα» φτωχότερων χωρών)· συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα για «πράσινες υποδομές»· και τεχνολογίες όπως η δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα, που επιτρέπουν τη συνέχιση της εξόρυξης ορυκτών καυσίμων με την υπόσχεση μελλοντικού «καθαρισμού». Η κεντρική πρωτοβουλία του Λούλα, που παρουσιάστηκε επίσημα στο Μπελέμ με τη στήριξη του ΟΗΕ, της Παγκόσμιας Τράπεζας κ.ά., το TFFF (Tropical Forests Forever Facility), στοχεύει στην επιβράβευση των χωρών που έχουν τροπικά δάση και δεν κόβουν δέντρα. Δηλαδή, αντί για αποφασιστικά μέτρα προστασίας των τροπικών δασών και ορθολογικές επενδύσεις στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, παρέχονται κίνητρα ώστε το ιδιωτικό κεφάλαιο να αποφασίζει τι είναι πιο κερδοφόρο. Δεν γίνονται σοβαρά βήματα προς τις ΑΠΕ· αντίθετα, υπάρχει νέα ώθηση στα ορυκτά καύσιμα για να καλυφθούν οι τεράστιες ενεργειακές ανάγκες της Τεχνητής Νοημοσύνης. Η πυρηνική ενέργεια επανέρχεται στο προσκήνιο με τη μορφή μικρότερων μονάδων και πλέον παρουσιάζεται ως «πράσινη».
Φτώχεια και ανισότητα
- Η πραγματικότητα για δισεκατομμύρια εργαζόμενους παραμένει αυτή της ανασφάλειας, της φτώχειας και του εκτοπισμού. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, περίπου ένας στους δέκα ανθρώπους παγκοσμίως —γύρω στα 800 εκατομμύρια— εξακολουθεί να ζει σε ακραία φτώχεια (δηλαδή σε συνθήκες υποσιτισμού), ενώ σχεδόν ο μισός πληθυσμός του πλανήτη (46%) ζει με λιγότερα από $8,3/ημέρα (~215 ευρώ/μήνα). Την ίδια στιγμή, η συγκέντρωση του πλούτου έχει φτάσει σε πρωτοφανή επίπεδα: το πλουσιότερο 1% κατέχει περισσότερο πλούτο από το φτωχότερο 95% του παγκόσμιου πληθυσμού μαζί. Οι πόλεμοι, οι περιβαλλοντικές καταστροφές και οι οικονομικές κρίσεις ωθούν εκατομμύρια ανθρώπους να μετακινούνται είτε διασχίζοντας σύνορα είτε στο εσωτερικό των χωρών τους. Η οικονομική ανάπτυξη ωφελεί σε πρωτοφανή κλίμακα το κεφάλαιο, ενώ οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν μείωση των πραγματικών μισθών, επισφαλή εργασία, αυξανόμενη ανασφάλεια και άνοδο του κόστους ζωής.
Συνείδηση
- Φτώχεια, εργασιακή ανασφάλεια, ανισότητα, επιθέσεις στα δημοκρατικά και άλλα δικαιώματα, τα ζητήματα φύλου και το περιβάλλον, αποτελούν όλα κρίσιμα ζητήματα που επηρεάζουν βαθιά τη συνείδηση. Αυτό αντανακλάται πολιτικά σε μια βαθιά κρίση των παραδοσιακών καπιταλιστικών κομμάτων και θεσμών. Σε πολλές χώρες, το κενό αυτό επέτρεψε στην Ακροδεξιά να ενισχυθεί. Ταυτόχρονα, όπου υπάρχουν δυνάμεις που μπορούν να προβάλουν μια αριστερή εναλλακτική, η Αριστερά μπορεί να σημειώσει κέρδη, όπως δείχνει η πρόσφατη νίκη του Μαμντάνι στη Νέα Υόρκη. Αυτές οι αντιφατικές τάσεις αντανακλούν την ίδια πραγματικότητα: το πολιτικό σύστημα που διαμορφώθηκε στην προηγούμενη περίοδο καπιταλιστικής σταθερότητας είναι όλο και λιγότερο ικανό να ανταποκριθεί και εκατομμύρια αναζητούν διέξοδο. Ωστόσο, η γενική εικόνα είναι αυτή της συνεχιζόμενης υποχώρησης της Αριστεράς και των εργατικών οργανώσεων γενικότερα, και μιας ανόδου της Ακροδεξιάς.
- Αυτό, προφανώς, επηρεάζει την κοινωνία σε όλα τα επίπεδα – πλατιά στρώματα που υποφέρουν αισθάνονται απελπισία αλλά και παράλυση στην αναζήτηση διεξόδου. Η Έκθεση Ψυχικής Υγείας του ΠΟΥ για το 2025 διαπίστωσε ότι τα προβλήματα ψυχικής υγείας έχουν φτάσει σε «ιστορικά υψηλά» επίπεδα, καθώς «πάνω από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι ζουν με κάποια ψυχική διαταραχή, ενώ οι περισσότεροι δεν λαμβάνουν επαρκή φροντίδα». Αυτά δεν είναι απλώς ατομικά προβλήματα, αλλά κοινωνικά συμπτώματα ενός συστήματος που προσφέρει μόνο ανασφάλεια και αλλοτρίωση. Αυτό αποτυπώνεται και στις πολιτιστικές τάσεις. Παρατηρείται μια χαρακτηριστική άνοδος του «δυστοπικού» είδους στις τέχνες, που αντανακλά τις πραγματικές ανησυχίες για την πορεία της κοινωνίας.
Ταξική πάλη
- Παρά την έλλειψη μιας αριστερής πολιτικής προοπτικής, οι εργαζόμενοι και η νεολαία συνεχίζουν να αγωνίζονται. Τους τελευταίους μήνες είδαμε σημαντικές κινητοποιήσεις των εργαζομένων, κυρίως ενάντια στο αυξανόμενο κόστος ζωής λόγω πληθωρισμού. Σε μια σειρά ευρωπαϊκών χωρών, όπως η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ιταλία και το Βέλγιο, υπήρξαν σημαντικές απεργίες στον τομέα των μεταφορών, επηρεάζοντας ιδιαίτερα αεροδρόμια και τρένα, αλλά και στην Εκπαίδευση και την Υγεία. Στο Βέλγιο, οι σιδηροδρομικοί προχώρησαν σε απεργία 72 ωρών τον Μάρτιο του 2026, ακυρώνοντας συνδέσεις μεταξύ Λονδίνου, Παρισιού και Βρυξελλών — κάτι που αποτέλεσε συνέχεια απεργιών και διαδηλώσεων το φθινόπωρο και τον χειμώνα ενάντια στη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού και τη λιτότητα. Στην Ιταλία, επιπλέον, είδαμε την γενική απεργία ενάντια στην γενοκτονία στην Παλαιστίνη και σε υπεράσπιση του Global Sumud Flotilla προς τη Γάζα που ενέπνευσε εκατομμύρια διεθνώς. Εκτός των «βιομηχανικά ανεπτυγμένων» χωρών, σημαντικές απεργίες και κινητοποιήσεις πραγματοποιήθηκαν επίσης σε πρώην αποικιακές χώρες (τον «παγκόσμιο Νότο») όπως η Νιγηρία, το Ιράν, το Μεξικό κ.ά.
- Ένα χαρακτηριστικό της πρόσφατης περιόδου είναι η ανάδειξη της Generation Z (της νέας γενιάς εφήβων και νέων στα 20 τους). Η σημερινή νεολαία μεγαλώνει σε συνθήκες μόνιμης κρίσης — οικονομική ανασφάλεια, περιβαλλοντική κατάρρευση, πόλεμοι, έμφυλη καταπίεση, γενικότερη καταστολή δημοκρατικών και άλλων δικαιωμάτων. Αυτό οδηγεί σε ριζοσπαστικοποίηση μεγάλων τμημάτων της Gen Z, που εκφράζεται σε εξεγέρσεις, διαμαρτυρίες και μαζικές κινητοποιήσεις. Κινητοποιήσεις με πρωτοβουλία της νεολαίας έχουν ξεσπάσει σε μια σειρά χωρών με αφορμή οικονομικά ζητήματα ή την πολιτική καταπίεση, όπως στο Μπανγκλαντές, το Νεπάλ, τη Μαδαγασκάρη, την Κένυα, το Περού, το Μαρόκο και αλλού. Αυτές οι εκρήξεις δεν συγκροτούν ένα συνεκτικό πολιτικό κίνημα, αλλά δείχνουν μια αυξανόμενη απόρριψη του υπάρχοντος συστήματος. Ταυτόχρονα δείχνουν ότι η νεολαία είναι ανοιχτή σε ριζοσπαστικές εναλλακτικές. Το γεγονός ότι αυτά τα κινήματα δεν διαθέτουν ισχυρή πολιτική ραχοκοκαλιά ή σταθερές μορφές οργάνωσης σημαίνει ότι συχνά υποχωρούν πολύ γρήγορα. Αυτό αντανακλά την έλλειψη μιας πολιτικής εναλλακτικής από την Αριστερά.
- Μία από τις πιο σημαντικές χώρες όπου σημειώθηκαν σημαντικές απεργίες και κινητοποιήσεις είναι οι ΗΠΑ. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δείχνει ότι η άνοδος ενός ακροδεξιού πολιτικού όπως ο Τραμπ στην εξουσία δεν οδηγεί απαραίτητα σε βαριές ήττες του μαζικού κινήματος, αλλά αντίθετα μπορεί να δημιουργήσει τις συνθήκες για πιο αποφασιστική αντεπίθεση. Μια πολύ σημαντική μάχη δόθηκε στον τομέα της Υγείας στη Νέα Υόρκη, όπου οι νοσηλευτές/τριες απέργησαν για 46 ημέρες· η απεργία στη Boeing, που διήρκεσε 102 ημέρες, είχε διεθνή απήχηση· υπήρξε επίσης σημαντική «κυλιόμενη» απεργία στα Starbucks κ.λπ. Αυτό όμως που ξεχώρισε ήταν η αποφασιστική απάντηση εργαζομένων και νεολαίας στη Μινεσότα, μετά τη δολοφονία των Ρενέ Γκουντ και Άλεξ Πρέτι από πράκτορες της ICE, που πήρε τη μορφή μερικής γενικής απεργίας και ανάγκασε τον Τραμπ και την ICE σε υποχώρηση. Είναι πολύ σημαντικό ότι τίθεται πλέον και συζητιέται το ζήτημα μιας γενικής απεργίας σε εθνικό επίπεδο ενάντια στον Τραμπ από εργαζόμενους/ες σε μια σειρά πολιτείες. Οι ημέρες «No Kings», που οργανώθηκαν επανειλημμένα μετά την ορκωμοσία του Τραμπ, υπήρξαν μαζικές, ιδιαίτερα η πιο πρόσφατη, στις 28 Μαρτίου, με συνθήματα «No Kings, No ICE, No War», με περίπου 8 εκατομμύρια ανθρώπους να συμμετέχουν σε 3.000 συγκεντρώσεις σε όλη τη χώρα.
Η «νέα Αριστερά» σε πλήρη αδυναμία
- Αυτές οι εξελίξεις στην ταξική πάλη και στη συνείδηση διεθνώς δεν έχουν αποτυπωθεί στην άνοδο νέων αριστερών κομμάτων που θα μπορούσαν να προσφέρουν μια διέξοδο. Οι δύο πιο πρόσφατες εξελίξεις στη Βρετανία, με τη δημιουργία του Your Party, και στις ΗΠΑ, με τις επιτυχίες της DSA (Democratic Socialists of America), δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες. Ειδικά στη Βρετανία, παρότι 800.000 άνθρωποι έκφρασαν ενδιαφέρον για το Your Party μετά την ανακοίνωση της ίδρυσής του, τελικά εντάχθηκαν σε αυτό μόνο μερικές δεκάδες χιλιάδες. Ο λόγος συνδέεται με τις αδυναμίες της ηγεσίας, που είναι διχασμένη σε δύο τάσεις και υπονομεύει η μία την άλλη δημόσια, με μια «από τα πάνω» προσέγγιση από την πλευρά της πλειοψηφίας γύρω από τον Κόρμπιν και με ένα ασαφές πολιτικό πρόγραμμα. Το DSA στις ΗΠΑ έχει φτάσει τα 100.000 μέλη και έχει εκλέξει εκατοντάδες μέλη του σε διάφορα επίπεδα, συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων στο Κογκρέσο. Παρόλα αυτά, δεν εμφανίζει πραγματική δυναμική, κυρίως επειδή δεν δίνει κατεύθυνση για το χτίσιμο μαζικών κινημάτων, επειδή συνδέεται με το κατεστημένο του Δημοκρατικού Κόμματος και επειδή έχει μια μια γραφειοκρατική δομή. Το PSOL (Κόμμα Σοσιαλισμού και Ελευθερίας), από την άλλη, στη Βραζιλία αντιμετωπίζει μια ακόμη μεγάλη κρίση, καθώς η δεξιά του πτέρυγα διασπάται για να ενταχθεί στο κυβερνητικό κόμμα του Λούλα.
Μαρξισμός
- Για τους επαναστάτες σοσιαλιστές, το κεντρικό καθήκον είναι να συνδέσουν αυτούς τους αγώνες που αναπτύσσονται —και εκείνους που θα έρθουν— σε ένα συνειδητό κίνημα που να στοχεύει στην αμφισβήτηση του καπιταλισμού και στη διαμόρφωση των βάσεων για την εργατική εξουσία και για μια σοσιαλιστική κοινωνία. Το χτίσιμο μαζικών επαναστατικών κομμάτων της Αριστεράς αποτελεί το αναγκαίο εργαλείο για την υλοποίηση αυτής της προοπτικής. Η επαναστατική Αριστερά δεν έχει καταφέρει να προσφέρει προοπτική, παρά τη βαθιά κρίση του καπιταλιστικού συστήματος. Κατά κανόνα είναι κατακερματισμένη, μη μπορώντας να επηρεάσει τις εξελίξεις. Ορισμένες σημαντικές ήττες της εργατικής τάξης διεθνώς αποτελούν το υπόβαθρο αυτής της αρνητικής εικόνας — κυρίως η καπιταλιστική παλινόρθωση στα πρώην σταλινικά κράτη της Σοβιετικής Ένωσης και της Ανατολικής Ευρώπης, καθώς και η αδυναμία της εργατικής τάξης να αποκρούσει τις επιθέσεις που ακολούθησαν την κρίση του 2007–08–09. Υπάρχουν όμως και υποκειμενικοί παράγοντες: σεχταριστικά χαρακτηριστικά, οπορτουνιστικές τάσεις, η αντίληψη που κυριαρχεί στις περισσότερες από τις σημερινές διεθνείς τροτσκιστικές ομάδες ότι αυτές —και μόνο αυτές— κατέχουν τη γνώση για το πώς θα οδηγηθεί η εργατική τάξη στην εξουσία κ.λπ. Το Internationalist Standpoint παλεύει για να ξεπεραστούν αυτές τις αδυναμίες και να χτίσει μια σημαντική διεθνή επαναστατική οργάνωση ριζωμένη στην εργατική τάξη και τη νεολαία που ταυτόχρονα θα συμβάλλει στο χτίσιμο μαζικών οργανώσεων πάλης της εργατικής τάξης, όπου αυτό είναι αναγκαίο. Την ίδια στιγμή παραμένει ανοιχτό σε συζήτηση και συνεργασία με οργανώσεις που προέρχονται από διαφορετικά υπόβαθρα και με τις οποίες μπορεί να υπάρχουν διαφορές στην ανάλυση και την μεθοδολογία. Οι μελλοντικές μαζικές επαναστατικές οργανώσεις της εργατικής τάξης θα χτιστούν μέσα από τη συγχώνευση διαφορετικών επαναστατικών ρευμάτων και όχι μέσα από τη γραμμική ανάπτυξη οποιασδήποτε από τις σημερινές επαναστατικές ομάδες.












