Οι ρίζες της ιμπεριαλιστικής σύγκρουσης ΗΠΑ-Κίνας και πού οδηγεί – 2ο μέρος

Δημοσιεύουμε σε 2 συνέχειες άρθρο ανάλυσης του σ. Vincent Hsu, μέλους της οργάνωσης «International Socialist Forward» στην Ταϊβάν, για τη σύγκρουση ΗΠΑ-Κίνας και τις προοπτικές της. Διαβάστε παρακάτω το δεύτερο μέρος. Το πρώτο μέρος δημοσιεύτηκε χθες, Τετάρτη 29 Δεκέμβρη και μπορείτε να το βρείτε εδώ.

Εκτός από την εθνική ανεξαρτησία και την εγκαθίδρυση ενός ενιαίου κρατικού μηχανισμού, οι άλλοι στόχοι του αφηγήματος του ΚΚΚ είναι τα ακόμη ανεκπλήρωτα «εθνικά οράματα». Παρόλο που ο Σι Τζινπίνγκ ισχυρίζεται ότι η Κίνα έχει ήδη επιτύχει μια «ευημερούσα κοινωνία» (Xiaokang shehui στα κινέζικα), ο πρωθυπουργός Λι Κετσιάνγκ επισήμανε δημοσίως πέρυσι ότι περίπου 600 εκατομμύρια άνθρωποι στην Κίνα έβγαζαν λιγότερα από 1.000 κινεζικά γουάν (138€) τον μήνα, γεγονός που στην ουσία ακυρώνει τις διακηρύξεις του Σι Τζινπίνγκ.

Στη φετινή εκατονταετηρίδα για την ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας, ο Σι δήλωσε:

«Ο κινεζικός λαός δεν θα επιτρέψει σε καμία ξένη δύναμη να μας εκφοβίσει, να μας καταπιέσει ή να μας υποδουλώσει. Οποιοσδήποτε επιχειρήσει να το κάνει αυτό θα βρεθεί αντιμέτωπος με λουτρό αίματος μπροστά στο Σιδηρούν Τείχος που χτίστηκε με τη σάρκα και το αίμα 1,4 δισεκατομμυρίων Κινέζων!».

Τα λόγια αυτά αντανακλούν την προσπάθεια του καθεστώτος να καλλιεργήσει εθνικιστικά αισθήματα, με στόχο την ενίσχυση του ηθικού και της εμπιστοσύνης προς την κινεζική κυβέρνηση, απέναντι στις διαρκείς επιθέσεις των ΗΠΑ.

Για να διατηρήσει την αποτελεσματικότητα της εθνικιστικής εκστρατείας που στηρίζει τη δικτατορική διακυβέρνηση του ΚΚΚ, το καθεστώς είναι αναγκασμένο να πιέζει για την «ολοκλήρωση» του εθνικιστικού οράματος που υποσχέθηκε. Ακόμη και αν δεν έχει μέχρι στιγμής υλοποιηθεί, το όραμα αυτό πρέπει να φαίνεται ότι πλησιάζει. Η ολοκλήρωση ενός τέτοιου πολιτικού οράματος, στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος, σημαίνει ότι η κινεζική οικονομία πρέπει να αναρριχηθεί στην κορυφή της καπιταλιστικής ιεραρχίας.

Μακροπρόθεσμα, εάν η παγκόσμια κυριαρχία δεν «πραγματοποιηθεί», το καθεστώς δεν θα μπορέσει να διατηρήσει τη σημερινή του θέση και η οικονομική στασιμότητα θα καταστήσει δύσκολη τη διατήρηση της εξουσίας του. Έτσι, το αυταρχικό κινεζικό καθεστώς θα γνωρίσει τη παρακμή και την κρίση. 

Οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες της Δύσης, οι οποίες ελέγχουν τη βιομηχανική παραγωγή και τις αγορές, αναζητούν διαρκώς την επόμενη και καλύτερη πηγή φτηνού εργατικού δυναμικού. Ακόμη και οι κινεζικές εταιρείες μεταφέρουν την παραγωγή τους προς τις εσωτερικές επαρχίες ή σε άλλες χώρες της Νότιας και Νοτιοανατολικής Ασίας και της Αφρικής, όπου υπάρχει φθηνότερο εργατικό δυναμικό. Καθώς το βιοτικό επίπεδο αυξάνεται για τον εγχώριο πληθυσμό γενικά, το φθηνό εργατικό δυναμικό της Κίνας θα γίνεται λιγότερο φθηνό. Είναι μια αναπόφευκτη τάση για τις βιομηχανίες και τις επιχειρήσεις που εξαρτώνται από το φθηνό εργατικό δυναμικό να αναζητήσουν άλλα μέρη με χαμηλότερο εργατικό κόστος.

***

Μετά την οικονομική κρίση του 2008, ο δυτικός κόσμος –τόσο η ΕΕ όσο και οι Ηνωμένες Πολιτείες– έχουν αποδυναμωθεί αισθητά. Η κατάσταση αυτή εντάσσεται στη γενική πτωτική τάση αυτών των άλλοτε κυρίαρχων υπερδυνάμεων στο πλαίσιο των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Η κρίση πλούτισε γρήγορα πολλά μέλη της ελίτ και τις μεγάλες εταιρείες του δυτικού κόσμου, ενώ επίσης επιτάχυνε την αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων.

Η αδυναμία των οικονομικών θεμελίων των παραδοσιακών καπιταλιστικών δυνάμεων εκδηλώνεται με διάφορες μορφές: με τη γήρανση και τον μαρασμό των υποδομών, με τη σχετική επιβράδυνση της αύξησης του πληθυσμού και του βιοτικού επιπέδου, με την πόλωση και την αστάθεια σε πολιτικό επίπεδο, με την αυξανόμενη αμφισβήτηση του παραδοσιακού φιλελεύθερου συστήματος, με την ατελείωτη εμφάνιση κοινωνικών συγκρούσεων τα τελευταία χρόνια, με την άνοδο του λαϊκισμού.

Παρά το γεγονός ότι στην Κίνα υπάρχουν ακόμη μεγαλύτερες ανισότητες σε σύγκριση με την ανάπτυξη του δυτικού κόσμου, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες το χάσμα μεταξύ Κίνας και Δύσης, όσον αφορά τη συνολική οικονομική και γεωπολιτική ισχύ, κλείνει. Η οικονομική ισχύς της Κίνας έχει ξεπεράσει εκείνη όλων των ιμπεριαλιστικών χωρών πλην των ΗΠΑ, γεγονός που οδηγεί σε αυξημένους ανταγωνισμούς. Αυτό καθιστά δυνατή και αναμενόμενη την επιδίωξη της Κίνας για ηγεμονία και αποτελεί επίσης το κίνητρο πίσω από την εχθρότητα και την προσπάθεια ανάσχεσης της Κίνας από τις ΗΠΑ και τον δυτικό κόσμο.

Συνοψίζοντας, προκειμένου να διατηρηθεί στην εξουσία και να εξασφαλίσει σταθερότητα το καθεστώς του ΚΚΚ, προκειμένου να συνεχίσει να κυριαρχεί πάνω στην κινεζική κοινωνία, είναι αναγκασμένο να επιδιώκει την ηγεμονία πάνω στις υπόλοιπες καπιταλιστικές δυνάμεις. Αν δεν το καταφέρει, το δικτατορικό κινεζικό καθεστώς θα αντιμετωπίσει σταδιακά αναταραχή και κατάρρευση και η κινεζική κοινωνία θα εισέλθει σε μια νέα εποχή. Την ίδια ώρα όμως, τα εσωτερικά προβλήματα που αντιμετωπίζει το κινεζικό καθεστώς θα μπορούσαν να βάλουν φρένο σε αυτόν τον αγώνα του για παγκόσμια κυριαρχία.

Οι ΗΠΑ δεν θα εγκαταλείψουν την ηγεμονία τους χωρίς μάχη

Από το τέλος του πρώτου ιμπεριαλιστικού Παγκόσμιου Πολέμου, οι ΗΠΑ παίζουν τον ρόλο της κυρίαρχης δύναμης του καπιταλιστικού κόσμου. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ηγήθηκαν των καπιταλιστικών χωρών στον αγώνα για τον περιορισμό των σταλινικών καθεστώτων – αυτή ήταν η εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, έπαιξαν τον ρόλο της ναυαρχίδας, οδηγώντας τους συμμάχους τους στο κυνήγι του κέρδους στην παγκόσμια αγορά, προαναγγέλλοντας μια περίοδο κυριαρχίας του καπιταλιστικού συστήματος και προωθώντας τη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης. 

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ο καθηγητής Φράνσις Φουκουγιάμα υποστήριξε ότι αυτό θα είναι το «τέλος της ιστορίας», ότι η «καπιταλιστική δημοκρατία» είναι η τελική εξέλιξη για τα κοινωνικά συστήματα στην ανθρώπινη ιστορία. Κατά έναν ειρωνικό τρόπο, ο Φουκουγιάμα έχει ανακαλέσει τους ισχυρισμούς του τα τελευταία χρόνια. Υπαναχώρησε από αυτές τις θέσεις, επειδή έγινε μάρτυρας των οικονομικών κρίσεων, της πολιτικής αναταραχής και των κοινωνικών συγκρούσεων που αναπτύσσονται στις καπιταλιστικές «δημοκρατίες» σε όλη την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στις ΗΠΑ, η παρουσία της δεξιάς εκδηλώθηκε με την άνοδο του Τραμπισμού και άλλων αντιδραστικών τάσεων, όπως η αναβίωση των ιδεών της «λευκής υπεροχής». Από την πλευρά της Αριστεράς είχαμε την άνοδο του Σάντερς, την εμφάνιση των Δημοκρατικών Σοσιαλιστών Αμερικής (DSA) και τα κινήματα μαζικής αντίστασης (Occupy, το κίνημα για τα 15 δολάρια την ώρα, γυναικείοι και εργατικοί αγώνες, το κίνημα ενάντια στη ρατσιστική βία, κ.λπ.). Συνολικά στην κοινωνία, το κυρίαρχο αίσθημα είναι ότι το αμερικανικό όνειρο έχει αποτύχει και το ίδιο ισχύει για το παραδοσιακό πολιτικό κατεστημένο. Οι αυξανόμενες ανισότητες, η σχετική επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου των ανθρώπων της εργατικής τάξης, οι φυλετικές διακρίσεις και η σεξιστική καταπίεση, επιτείνουν την κοινωνική δυσαρέσκεια. Είναι σαφές ότι το όνειρο που στήριζε τη σταθερότητα του αμερικανικού καπιταλισμού, ότι δηλαδή με ατομικές προσπάθειες μπορούσε κανείς να αποκτήσει μια άνετη ζωή, μια κατοικία της μεσαίας τάξης, αυτοκίνητα, διακοπές στο εξωτερικό και αξιοπρεπή συνταξιοδότηση, δεν είναι πλέον εφικτό για τους περισσότερους ανθρώπους.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, αν οι ΗΠΑ δεν πάρουν δραστικά μέτρα, αν απλά μείνουν να παρακολουθούν παθητικά την Κίνα να τις πλησιάζει σε οικονομική, πολιτική και στρατιωτική ισχύ, θα χάσουν τελικά τον 21ο αιώνα και την παγκόσμια ηγεμονία. Μπορεί να μην είναι εύκολο να φανταστούμε εταιρείες όπως οι Alibaba, Tencent, Baidu, Huawei να αντικαθιστούν τις FANG (Facebook, Amazon, Netflix, Google), αλλά θεωρητικά αυτό δεν είναι αδύνατο να συμβεί.

Φυσικά, τμήματα της άρχουσας τάξης ενδεχομένως εξακολουθούν να ελπίζουν ότι οι ΗΠΑ θα επιστρέψουν στην πορεία στενής συνεργασίας με την Κίνα. Αλλά είναι σαφές ότι η πλειονότητα των καπιταλιστών των ΗΠΑ κατανοεί ότι δεν έχουν άλλο δρόμο από το να προσπαθήσουν να πολεμήσουν την ανάπτυξη της Κίνας. Οι πολιτικοί εκπρόσωποι της άρχουσας τάξης των ΗΠΑ που είναι πιο διορατικοί, κατανοούν ότι μόλις ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός χάσει την ηγεμονία του, θα αλλάξει και η στάση της εργατικής και μεσαίας τάξης των ΗΠΑ απέναντι στο status quo. Η δυσαρέσκεια για την πτώση του βιοτικού επιπέδου θα επιδεινωθεί. Ο πλούτος, το κύρος και η δύναμη της άρχουσας τάξης των ΗΠΑ θα μπουν σε κίνδυνο. Συνολικά, η κοινωνία των ΗΠΑ θα βρεθεί αντιμέτωπη με σοβαρή αποσταθεροποίηση και οι ταξικοί αγώνες θα ενταθούν.

***

Είναι σαφές ότι πίσω από τις πρόσφατες ανακοινώσεις γύρω από τα σχέδια της κυβέρνησης Μπάιντεν για δημόσιες επενδύσεις σε κεντρικούς τομείς της οικονομίας (αν και, σε σχέση με τις αρχικές ανακοινώσεις, είναι πετσοκομμένες και επιπλέον φαίνεται δύσκολο να περάσουν από το Κογκρέσο – πόσο μάλλον να εφαρμοστούν) κρύβεται ο φόβος της ανόδου της Κίνας.

Τα σχέδια του Μπάιντεν δεν υπαγορεύονται από μια «φιλική προς τους εργαζόμενους στάση» αλλά από τον φόβο της οικονομικής παρακμής, τον φόβο της κοινωνικής αποσταθεροποίησης και τις ανάγκες του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού και της κυριαρχίας. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι υποτιμάται η πίεση των κοινωνικών κινημάτων και της ταξικής πάλης που αυξάνονται σημαντικά την τελευταία περίοδο.

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω όμως, βρισκόμαστε μόνο στην αρχή μιας περιόδου στην παγκόσμια πολιτική που θα καθοριστεί από τη σύγκρουση ΗΠΑ-Κίνας, μέχρι τη στιγμή που αυτή θα διευθετηθεί.

Το εργατικό κίνημα και οι επαναστάτες μαρξιστές σε όλο τον κόσμο, πρέπει να πάρουν μια θέση ανεξάρτητη από τις δύο μεγάλες και ανταγωνιστικές μεταξύ τους ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, να αναλύσουν και να εξετάσουν τον αντίκτυπο που θα έχουν οι ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις ΗΠΑ-Κίνας στον κόσμο και να προσπαθήσουν να βρουν τρόπους να ανταποκριθούν σε αυτές.

7,079ΥποστηρικτέςΚάντε Like
579ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,104ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
384ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής