Οι ρίζες της ιμπεριαλιστικής σύγκρουσης ΗΠΑ-Κίνας και πού οδηγεί – 1ο μέρος

Δημοσιεύουμε σε 2 συνέχειες άρθρο ανάλυσης του σ. Vincent Hsu, μέλους της οργάνωσης «International Socialist Forward» στην Ταϊβάν, για τη σύγκρουση ΗΠΑ-Κίνας και τις προοπτικές της. Διαβάστε παρακάτω το πρώτο μέρος. Το δεύτερο μέρος θα δημοσιευτεί αύριο, Πέμπτη 30 Δεκέμβρη.

Στα μέσα Ιουλίου του 2021, το οικονομικό περιοδικό «The Economist» δημοσίευσε μια σειρά από άρθρα που επεσήμαιναν ότι ο Τραμπ και ο Μπάιντεν συνέβαλαν στην πιο σημαντική αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ όσον αφορά στην Κίνα τα τελευταία 50 χρόνια – μια στροφή από τη συνεργασία στην αντιπαράθεση.

Τα άρθρα αυτά ασκούν κριτική και αμφισβητούν την αποτελεσματικότητα των ΗΠΑ στην προσέλκυση συμμάχων για να πάρουν θέση στο «παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος» («zero-sum game»: θεωρία σύμφωνα με την οποία ότι δυνάμεις κερδίζει το ένα στρατόπεδο, αφαιρούνται από το άλλο). Επιπλέον αναφέρουν ότι ίσως ο Μπάιντεν να έχει υπερεκτιμήσει την επιρροή των ΗΠΑ και να έχει υποτιμήσει την πιθανότητα οι σύμμαχοι της Αμερικής να την εγκαταλείψουν, πηγαίνοντας στο πλευρό της Κίνας.

Ο «Economist» καλεί επίσης τον Μπάιντεν να προωθήσει την πολιτική της Δύσης, σχεδιάζοντας ένα παγκόσμιο έργο υποδομών που να είναι ικανό να αντιμετωπίσει την κινεζική στρατηγική ανάπτυξης «Μια Ζώνη, ένας Δρόμος». Τον καλεί επίσης να εφαρμόσει ένα παγκόσμιο σχέδιο ενίσχυσης του εμβολιασμού και της αντιμετώπισης των περιβαλλοντικών ζητημάτων, έτσι ώστε να «αποκατασταθεί» η παγκοσμιοποίηση και να μην επιτραπεί στην Κίνα να αλλοιώσει την παγκόσμια τάξη.

Όμως το «μανιφέστο» του Economist είναι μια μάταιη προσπάθεια να αντιστραφεί η πραγματικότητα. Η ειρωνεία είναι ότι από τότε που η κυβέρνηση Τραμπ ξεκίνησε την αντι-κινεζική στρατηγική της, η Κίνα καλεί τις ΗΠΑ να μην επιστρέψουν στη νοοτροπία του Ψυχρού Πολέμου και ζητά να συνεχίσουν να σέβονται τους παλιούς κανόνες των διεθνών σχέσεων, όπως η «παγκοσμιοποίηση, το ελεύθερο εμπόριο και οι ανοιχτές οικονομίες».

Πριν ο Μπάιντεν κερδίσει τις εκλογές, υπήρχαν τμήματα του κατεστημένου που ήλπιζαν ότι η διακυβέρνησή του θα αναζωογονούσε τη συνεργασία ΗΠΑ-Κίνας αντί να συνεχίσει την αντι-κινεζική προσέγγιση του Τραμπ. Ωστόσο απογοητεύτηκαν. Η αντι-κινεζική στρατηγική της κυβέρνησης Μπάιντεν είναι κατά κάποιο τρόπο πιο επιθετική και συστηματική από εκείνη του Τραμπ και επιδιώκει ενεργά να στρατολογήσει συμμάχους προκειμένου να περιορίσει την Κίνα. Σε αντίθεση με τις γενικευμένες επιθέσεις του Τραμπ, η κυβέρνηση Μπάιντεν έχει στοχεύσει στον βασικό παράγοντα της ανόδου της Κίνας: την τεχνολογία. Αυτή είναι η ατμομηχανή της παραγωγικής δύναμης και της οικονομικής ανάπτυξης της Κίνας. Με αυτόν τον τρόπο, ο Μπάιντεν θέλει να δημιουργήσει έναν ασφυκτικό κλοιό γύρω από το σχέδιο της Κίνας να «μετασχηματίσει και να αναβαθμίσει» την οικονομία της. Το αν μπορεί να πετύχει αυτόν τον στόχο, βέβαια, είναι ένα διαφορετικό θέμα. 

***

Κάθε πολιτική θέση και ιδεολογία αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και τάξεων. Κατά τα τελευταία τριάντα χρόνια, πολιτικές, επιχειρηματικές, ακαδημαϊκές προσωπικότητες και προσωπικότητες των μέσων ενημέρωσης από την Κίνα, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρώπη, το Χονγκ Κονγκ και την Ταϊβάν, αποκόμισαν πολλά οφέλη και πλούτο από τη συνεργασία ΗΠΑ-Κίνας. Ορισμένοι από αυτούς έχουν ήδη αναπροσαρμόσει τις θέσεις τους, ή προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στις δύο πλευρές προκειμένου να αποκομίσουν οφέλη, ενώ άλλοι προσπάθησαν να αναστήσουν το φάντασμα της ειρηνικής συνεργασίας ΗΠΑ-Κίνας, ελπίζοντας σε ένα θαύμα. Ο Economist, ανήκει σε μια άλλη κατηγορία, αυτή που αμφισβητεί διακριτικά την αντι-κινεζική τάση και απηχεί την έκκληση της Κίνας προς τις ΗΠΑ να συμμορφωθούν με την «παλιά τάξη της παγκοσμιοποίησης και των ανοιχτών οικονομιών».

Ωστόσο, η «παλιά τάξη πραγμάτων» διευκολύνει την Κίνα να ξεκινήσει την τεχνολογική αναβάθμιση και τον βιομηχανικό μετασχηματισμό της. Την βοηθάει για παράδειγμα να αναπτύξει την εγχώρια κατασκευή μικροτσίπ αποκτώντας τη σχετική τεχνολογία και τα μηχανήματα από την Ολλανδία, χωρίς την παρέμβαση των ΗΠΑ και έτσι να συνεχίσει την πορεία της στη διεκδίκηση της θέσης της ισχυρότερης υπερδύναμης του κόσμου. Όπως είναι φυσικό, δεν μπορεί να περιμένει κανείς ότι οι ΗΠΑ θα παραιτηθούν από αυτή τη θέση χωρίς μάχη.

Η φύση και η προέλευση της ιμπεριαλιστικής σύγκρουσης ΗΠΑ-Κίνας

Σύμφωνα με ένα παλιό κινεζικό ρητό, «δυο τίγρεις δεν χωράνε στο ίδιο βουνό». Αυτό το ρητό είναι κατά μία έννοια ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν οι σχέσεις εξουσίας στον καπιταλισμό. Μέσα σε μια εθνική οικονομία, δεν μπορούν ποτέ να υπάρχουν δύο πολιτικές οντότητες με υπέρτατη εξουσία. Στη σύγχρονη κινεζική ιστορία, η πιο διάσημη ιστορική περίοδος όπου συνυπήρχαν δύο κυβερνήσεις ήταν αυτή κατά τη διάρκεια του κινεζικού εμφυλίου πολέμου. Στη σύγχρονη ιστορία των ΗΠΑ, η περίοδος όπου συνυπήρχαν δύο κυβερνήσεις ήταν ο αμερικανικός εμφύλιος πόλεμος.

Η κατάσταση σε παγκόσμια κλίμακα είναι διαφορετική από εκείνη που επικρατεί στο εσωτερικό των διάφορων χωρών, αλλά και πάλι είναι βέβαιο ότι ο αγώνας για την παγκόσμια κυριαρχία θα είναι άγριος και η κυριαρχία των ΗΠΑ απειλείται σήμερα από την άνοδο της Κίνας.

Υπάρχουν αμέτρητες χειροπιαστές αποδείξεις για τη φιλοδοξία της Κίνας να πάρει τη θέση των Ηνωμένων Πολιτειών, της αδιαμφισβήτητα κυρίαρχης καπιταλιστικής δύναμης για σχεδόν έναν αιώνα. Ανάμεσά τους, οι προσπάθειες της Κίνας να πλησιάσει την οικονομική και εθνική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών, οι προσπάθειες να αυξήσει τη γεωπολιτική και διπλωματική της επιρροή, η επέκταση της στρατιωτικής της ισχύος κλπ.

Μετά την εγκατάλειψη της γραφειοκρατικά σχεδιασμένης οικονομίας και τη μετάβαση σε ένα μοντέλο κρατικού καπιταλισμού (δηλαδή ένα μοντέλο που βασίζει την οικονομική ανάπτυξη στις δυνάμεις της αγοράς και το κέρδος, αλλά με ισχυρή κρατική παρέμβαση στην οικονομία), το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ) βασίστηκε σε δύο πυλώνες για να κρατήσει τον λαό υποταγμένο στη δικτατορική του διακυβέρνηση. Ο ένας ήταν η πραγματική ανάπτυξη της οικονομίας και η σχετική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών και ο άλλος ήταν ο εθνικισμός/πατριωτισμός. Με άλλα λόγια, το υλικό και το ιδεολογικό θεμέλιο πάνω στο οποίο βασίζεται η υποστήριξη των μαζών σε ένα καθεστώς.

Ωστόσο, παρόλο που η Κίνα έχει μετατραπεί σε παγκόσμιο κέντρο βιομηχανικής παραγωγής, η οικονομική της ανάπτυξη και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου άρχισαν να επιβραδύνονται, όπως είναι φυσικό για όλες τις καπιταλιστικές οικονομίες. Αυτό έχει οδηγήσει τον πρόεδρο της χώρας, Σι Τζινπίνγκ, από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε την εξουσία, να προωθήσει διάφορα σχέδια βιομηχανικής αναβάθμισης, οικονομικού μετασχηματισμού, ενίσχυσης της εγχώριας ζήτησης και των εξαγωγών κεφαλαίου. 

Η Κίνα βρίσκεται σε μια εποχή μετάβασης από μια φτωχή υπανάπτυκτη χώρα σε μια παγκόσμια υπερδύναμη. Αλλά αυτή η μετάβαση στον καπιταλισμό είναι γεμάτη αντιφάσεις. Η μία είναι η αντίθεση ανάμεσα στο υψηλότερο βιοτικό επίπεδο που αναμένεται να φέρει η οικονομική ανάπτυξη και στο μοντέλο των χαμηλών μισθών στο οποίο βασίστηκε το «θαύμα της Κίνας». Επίσης, το γεγονός ότι η κινεζική οικονομική ανάπτυξη εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ξένες επενδύσεις, σημαίνει ότι τόσο οι ξένοι όσο και οι εγχώριοι καπιταλιστές θέλουν μερίδιο από το πλεόνασμα που δημιουργούν οι εργαζόμενοι, γεγονός που συμπιέζει τα εισοδήματα. Μια άλλη αντίφαση είναι εμφανής στην αγορά κατοικίας. Την ίδια στιγμή που οι φτωχοί δανείζονται για να αγοράσουν σπίτια ή πληρώνουν υψηλά ενοίκια αν δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν, οι πλούσιοι κερδοσκοπούν. Αυτή η κατάσταση εξηγεί πως τάσεις όπως η «αναδίπλωση» και το λεγόμενο «Lying-flat-ism»* έχουν γίνει λέξεις-κλειδιά στην Κίνα, αντανακλώντας την απελπισία, ιδίως των νέων, αλλά και έναν ορισμένο βαθμό κοινωνικής συναίνεσης που μπορεί να διαρκέσει για ένα χρονικό διάστημα. 

Σε αυτή τη συγκυρία, η κινεζική κυβέρνηση δεν έχει άλλη επιλογή από το να προσπαθήσει να ωθήσει την οικονομία σε κάτι περισσότερο από έναν χώρο στον οποίο οι δυτικές εταιρείες μπορούν να κατασκευάσουν τα εργοστάσιά τους. Προσπαθεί να την μετατρέψει σε ηγετική δύναμη της παγκόσμιας οικονομίας, να ανέλθει στην κορυφή της παγκόσμιας οικονομικής «τροφικής αλυσίδας»: αν το κινεζικό καθεστώς δεν θέλει να «καταβροχθιστεί» από τους ανταγωνιστές του, θα πρέπει να προσπαθήσει να τους «καταβροχθίσει» πρώτο.

Εάν το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν επιτύχει αυτόν τον στόχο, προωθώντας τη βιομηχανική αναβάθμιση και τον οικονομικό μετασχηματισμό, η αυταρχική του διακυβέρνηση θα καταστεί επίσης ασταθής και εύθραυστη.

Επιπλέον, εάν το ΚΚΚ θέλει να διατηρηθεί στην εξουσία, η οποία βασίζεται στην άνοδο του εθνικισμού, δεν μπορεί να επιτρέψει στην εθνικιστική αφήγηση να χάσει το κύρος και την «ορθότητά» της. Αυτή η αφήγηση συνοψίζεται στα εξής:

  • Το ΚΚΚ οδήγησε τον κινεζικό λαό στην απελευθέρωση από τον εκφοβισμό των ξένων αποικιοκρατών, έκανε πραγματικότητα την εθνική ανεξαρτησία και εγκαθίδρυσε τη δημοκρατία,
  • το ΚΚΚ βοήθησε τον κινεζικό λαό να αποκτήσει πρόσβαση σε βασικά αγαθά όπως τροφή, ρουχισμό, κλπ και να ζει μια σύγχρονη και ειρηνική ζωή,
  • το ΚΚΚ θα οδηγήσει τον κινεζικό λαό στο να μετατρέψει την Κίνα σε μια παγκόσμια δύναμη που κανείς δεν θα τολμήσει να εκφοβίσει.

Διαβάστε αύριο, Πέμπτη 30 Δεκέμβρη το 2ο και τελευταίο μέρος του άρθρου.

* Mεγάλα τμήματα της κινεζικής κοινωνίας, ιδίως η νεολαία, υιοθετούν τη στάση του λεγόμενου «Lyingflatism», που μεταφράζεται σε κάτι σαν «μένω ξαπλωμένος», ενός «τρόπου ζωής» που αποφεύγει τους ανταγωνισμούς και τους τρελούς ρυθμούς της ζωής. Η στάση αυτή έρχεται ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης πίεσης για επιβίωση, της εντατικοποίησης της καθημερινότητας και της απουσίας οποιασδήποτε ουσιαστικής βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου. Το γεγονός αυτό δείχνει την απελπισία και την απόρριψή από τη μεριά της νεολαίας για το «μέλλον» που ετοιμάζει το καθεστώς.

7,079ΥποστηρικτέςΚάντε Like
579ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,104ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
384ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής