100 χρόνια από την ίδρυση του ΚΚ Κίνας – Τα διλήμματα και οι πιέσεις του σήμερα

Tzu-Hao Huang, International Socialist Forward (Ταϊβάν)

Την 1η Ιουλίου, το μεγαλύτερο δικτατορικό καθεστώς στον κόσμο (το οποίο περιγράφουμε ως «κρατικό-καπιταλιστικό»), η  κυβέρνηση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας[1], γιόρτασε τα 100 χρόνια από την ίδρυση του Κόμματος με μια τελετή που αποσκοπούσε στη δημιουργία ενός αισθήματος εθνικής υπερηφάνειας. Η κυβέρνηση του ΚΚΚ προσπάθησε για άλλη μια φορά να μεταδώσει στην κινεζική κοινωνία τα κλισέ της «εθνικής υπερηφάνειας»:

«Το Κόμμα οδήγησε τον κινεζικό λαό στην εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας»

«Το Κόμμα θα επιφέρει την αναζωογόνηση του κινεζικού έθνους»

«Το Κόμμα θα κυβερνά για πάντα».

Ταυτόχρονα, μεγάλα τμήματα της κινεζικής κοινωνίας, ιδίως η νεολαία, υιοθετούν τη στάση του λεγόμενου «Lying-flat-ism», που μεταφράζεται σε κάτι σαν «μένω ξαπλωμένος», ενός «τρόπου ζωής» που αποφεύγει τους ανταγωνισμούς και τους τρελούς ρυθμούς της ζωής. Η στάση αυτή έρχεται ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης πίεσης για επιβίωση, της εντατικοποίησης της καθημερινότητας και της απουσίας οποιασδήποτε ουσιαστικής βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου. Το γεγονός αυτό δείχνει την απελπισία και την απόρριψή από τη μεριά της νεολαίας για το «μέλλον» που ετοιμάζει το καθεστώς.

Από την άλλη πλευρά, η κινεζική δικτατορία υιοθετεί επίσης μέτρα που φανερώνουν κατάσταση πανικού. Αυξάνεται ο κυβερνητικός έλεγχος και οι παρεμβάσεις στην αγορά και τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις σε διάφορους τομείς (στο ηλεκτρονικό εμπόριο, στην αγορά ακινήτων κ.λπ.). 

Ένα καθεστώς που κάνει τους νέους του να αισθάνονται απελπισμένοι και παθητικοί και πιέζει ακόμη και τους καπιταλιστές, είναι βέβαιο ότι θα αντιμετωπίσει απρόβλεπτους κινδύνους στο μέλλον.

Με τη «μεγάλη δύναμη» έρχονται μεγάλα προβλήματα

Από την «Πολιτική Ανοιχτών Θυρών» (“Open Door Policy”, μια σειρά από «μεταρρυθμίσεις», που συνδέονται κυρίως με τον Ντενγκ Σιαοπίνγκ, τον ηγέτη της Κίνας τη δεκαετία του ’80 στη μετά-Μάο εποχή, που άνοιξε τη χώρα στην καπιταλιστική αγορά) η Κίνα έχει γίνει ένα «εργαστήριο» για τον δυτικό κόσμο, ένα «όπλο» για τον δυτικό καπιταλισμό για να συμπιέσει τους μισθούς και τα δικαιώματα των εργαζομένων στην παραγωγή και, ταυτόχρονα μια τεράστια καταναλωτική βάση για τα δυτικά προϊόντα.

Η Κίνα πλησιάζει όλο και περισσότερο στο να γίνει η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου. Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το ΑΕΠ (ακαθάριστο εγχώριο προϊόν) της Κίνας θα φθάσει τα 33 τρισεκατομμύρια δολάρια μέχρι το 2030[2], ξεπερνώντας έτσι τις ΗΠΑ. Το 2020, ήταν ο μεγαλύτερος επενδυτής στον κόσμο με 132,9 δισεκατομμύρια δολάρια[3], τα οποία περιλαμβάνουν επενδύσεις στις βιομηχανίες αυτοκινήτων, λιανικού εμπορίου και ημιαγωγών. Στη λίστα Fortune Global 500 που κατατάσσονται οι κορυφαίες εταιρείες παγκοσμίως βάσει των εσόδων τους, η Κίνα διαθέτει 124 εταιρείες, ξεπερνώντας τις 121 των ΗΠΑ[4].

Ταυτόχρονα, η Κίνα επεκτείνει τον έλεγχό της επί των φυσικών πόρων σε παγκόσμιο επίπεδο. Για παράδειγμα, η Κίνα ελέγχει ένα τεράστιο ποσοστό των ορυκτών σπάνιων γαιών, απαραίτητων για την ανάπτυξη της υψηλής τεχνολογίας. Η Κίνα κατέχει ήδη το 85% της παγκόσμιας αγοράς σπάνιων γαιών[5]. Σύμφωνα με στοιχεία της Γεωλογικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ, εκτός από τις ορυκτές σπάνιες γαίες, η Κίνα είναι επίσης ο μεγαλύτερος προμηθευτής 12 βασικών ορυκτών μετάλλων και είτε μονοπωλεί είτε είναι ο μεγαλύτερος προμηθευτής άλλων 10 σημαντικών μετάλλων. Επιπλέον, σύμφωνα με στοιχεία από τη βάση δεδομένων Land Matrix που δημοσιεύθηκε από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Παρακολούθησης Γης του προγράμματος «Copernicus», από το 2011 έως το 2020, κινεζικές εταιρείες έχουν αποκτήσει και μισθώσει έως και 64,8 εκατομμύρια στρέμματα γης στην Ασία και την Αφρική. Μπορεί να ειπωθεί ότι η Κίνα έχει ήδη ή αποκτά σταδιακά ηγεμονικό ή μονοπωλιακό καθεστώς στην παγκόσμια αγορά σε πολλούς κλάδους.

Με αυτές τις τεράστιες οικονομικές δυνάμεις, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν την Κίνα ως τη μεγαλύτερη απειλή. Και φυσικά, αυτά εξηγούν την αλαζονεία του Κομμουνιστικού Κόμματος. Αλλά ακριβώς εξαιτίας αυτής της κατάστασης το καθεστώς του ΚΚΚ αντιμετωπίζει τεράστιες προκλήσεις.

Πριν κατανοήσουμε τα διάφορα διλήμματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Κίνα, είναι σημαντικό να έχουμε μια βασική κατανόηση του πολιτικού συστήματος της Κίνας. Το σημερινό ΚΚΚ δεν έχει καμία σχέση με αυτό που υποτίθεται ότι πρεσβεύει. Το ΚΚΚ σήμερα σχετίζεται με τον σοσιαλισμό μόνο κατ’ όνομα – είναι ένα «κρατικό-καπιταλιστικό καθεστώς» με δικτατορικές εξουσίες.

Το σημείο καμπής για το ΚΚΚ να κινηθεί προς τον καπιταλισμό ήταν η «Πολιτική των Ανοικτών Θυρών» που ξεκίνησε το 1978. Η «Πολιτική των Ανοικτών Θυρών» δεν ήταν αρχικά μια συνειδητή προσπάθεια του ΚΚΚ να εισάγει την Κίνα στην καπιταλιστική οικονομία της αγοράς, αλλά μάλλον ένα κίνητρο για την τόνωση της οικονομικής ανάπτυξης και την αύξηση της παραγωγικότητας της βιομηχανίας και της γεωργίας. Με τον τρόπο αυτό, το ΚΚΚ κοίταξε προς την κατεύθυνση της πορείας που ακολούθησαν η Ταϊβάν, η Σιγκαπούρη, η Νότια Κορέα και άλλα καπιταλιστικά καθεστώτα στην Ανατολική Ασία, τα οποία έτειναν να γίνουν τα «εργοστάσια του παγκόσμιου καπιταλισμού». Το δικτατορικό, βάναυσο και νομικά ανεξέλεγκτο μοντέλο μετάβασης του ΚΚΚ στον καπιταλισμό προσέλκυσε μεγάλο αριθμό δυτικών επενδύσεων και παράλληλα οδήγησε στην ταχεία ανάπτυξη των Κινέζων καπιταλιστών και των ισχυρότερων γραφειοκρατών. Αυτό επέτρεψε στην Κίνα να αναπτύξει περαιτέρω τις πελατειακές καπιταλιστικές σχέσεις. 

Παρά το γεγονός ότι το ΚΚΚ κυβερνά με τις μεθόδους ενός αυταρχικού-αστυνομικού κράτους, οι τοπικές κυβερνήσεις είναι σε μεγάλο βαθμό αποκεντρωμένες. Αν και τυπικά η κεντρική και η τοπικές κυβερνήσεις διοικούνται και οι δύο από το ΚΚΚ, στην πραγματικότητα υπάρχουν πολλά προβλήματα συντονισμού και αντικρουόμενα συμφέροντα μεταξύ της κεντρικής και των τοπικών κυβερνήσεων, καθώς και μεταξύ των ίδιων των τοπικών κυβερνήσεων.

Αυτές οι εσωτερικές εντάσεις δημιούργησαν δυσκολίες για την ανάπτυξη του κινεζικού καθεστώτος. Και τώρα το καθεστώς του ΚΚΚ αντιμετωπίζει την πρόκληση της εξισορρόπησης μεταξύ αντικρουόμενων τάσεων. Από τη μία πλευρά χρειάζεται απεγνωσμένα τον συγκεντρωτισμό για να συγκεντρώσει όλες τις δυνάμεις του προκειμένου να ανταγωνιστεί τους διεθνείς αντιπάλους του. Από την άλλη πλευρά, η επέκταση των δυνάμεων της αγοράς σημαίνει ότι αναπτύσσεται ένα ορισμένο επίπεδο αποκέντρωσης.

Ειδικότερα, αν το κινεζικό καθεστώς θέλει να επιβιώσει από την τρέχουσα σύγκρουση με τις ΗΠΑ ή αν επιθυμεί να συνεχίσει τη δικτατορική του διακυβέρνηση, πρέπει να γίνει μια «ανεπτυγμένη» χώρα, πράγμα που σημαίνει πιο μορφωμένο εργατικό δυναμικό, περαιτέρω ανάπτυξη βιομηχανιών υψηλής τεχνολογίας και R&D (τομέων έρευνας και ανάπτυξης) και υψηλότερο επίπεδο κατανάλωσης. Χωρίς ένα ιδιαίτερα συγκεντρωτικό καθεστώς, θα είναι δύσκολο να συντονιστούν όλοι οι εθνικοί πόροι για να ανταπεξέλθει η οικονομία της Κίνας στην τρέχουσα καμπή.

Παρά την τεράστια οικονομική ανάπτυξη της Κίνας μετά την «Πολιτική των Ανοικτών Θυρών», υπάρχει στην πραγματικότητα μια τεράστια ανισορροπία στην εγχώρια οικονομική ανάπτυξη της Κίνας. 

Σύμφωνα με το οικονομικό περιοδικό Nikkei Asia, το εισοδηματικό χάσμα μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών στην Κίνα έχει διευρυνθεί κατά 57% μόνο τα τελευταία 7 χρόνια, ενώ ακόμη και στο «Φόρουμ Ανάπτυξης της Κίνας» τον Μάρτιο του τρέχοντος έτους, ο Κινέζος μελετητής Sòng Xiǎowú επεσήμανε ότι 720 εκατομμύρια άνθρωποι στην Κίνα (ο μισός πληθυσμός) εξακολουθούν να κερδίζουν λιγότερα από 2.000 γουάν (265 ευρώ) το μήνα. Ο συντελεστής Gini (που μετρά την ανισότητα) κυμαίνεται μεταξύ 0,47 και 0,5 για μεγάλο χρονικό διάστημα, που απέχει πολύ από τις βαθμολογίες των ανεπτυγμένων χωρών.

Σύμφωνα με την πρόσφατη απογραφή του ΚΚΚ, μόνο 12 εκατομμύρια νεογέννητα ήρθαν στη ζωή το 2020, αριθμός γεννήσεων ο οποίος είναι ο χαμηλότερος από το 1961, ενώ το ποσοστό των ατόμων άνω των 65 ετών αυξήθηκε κατά 13,5%. Από την άλλη πλευρά, η μετακίνηση των εργατών γης (rural workers) έχει επίσης αλλάξει. Σύμφωνα με την επίσημη στατιστική υπηρεσία της Κίνας, στα τέλη Μαρτίου, υπήρχαν 2,46 εκατομμύρια λιγότεροι εργάτες γης στις αστικές περιοχές σε σχέση με την ίδια περίοδο του 2019.

Μια έρευνα της Τράπεζας Hang Seng επεσήμανε επίσης ότι η μετανάστευση των κατοίκων της υπαίθρου προς τις αστικές περιοχές είχε επιβραδυνθεί ακόμη και πριν από το ξέσπασμα της πανδημίας. Η γήρανση του πληθυσμού και η μετακίνηση του εργατικού δυναμικού αντικατοπτρίζουν διάφορα ζητήματα: οι συνθήκες διαβίωσης και εργασίας στις πόλεις επιδεινώνονται και η μετακίνηση των εργατών γης για να βρουν εργασία σε πόλεις σημαίνει ότι η Κίνα έχει πολύ δρόμο να διανύσει για να ενισχύσει την κατανάλωσή της. 

Φυσικά, αυτό δημιουργεί επίσης σοβαρά προβλήματα στην πρόσληψη εργαζομένων στις μεγάλες πόλεις. Τα οικονομικά στοιχεία της Κίνας κατά το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους δεν ήταν στην πραγματικότητα τόσο καλά όσο προβλεπόταν – ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των λιανικών πωλήσεων καταναλωτικών αγαθών αυξήθηκε κατά 12,4%, χαμηλότερα από την πρόβλεψη του 13,6%. Η αύξηση της κατανάλωσης στην Κίνα επιβραδύνθηκε τα τελευταία πέντε χρόνια, από 10% το 2015 σε 6% το 2019.

Υπάρχουν επίσης αντιφατικές εξελίξεις στις δυνάμεις που κινούν την οικονομική ανάπτυξη της Κίνας[7]: Οι επενδύσεις σε πάγια περιουσιακά στοιχεία, οι οποίες αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 40% του ΑΕΠ της Κίνας[8], έφθασαν τα 19,39 τρισεκατομμύρια γουάν (2,6 τρισ. ευρώ) την περίοδο Ιανουαρίου-Μαΐου, αλλά εξακολουθούν να είναι χαμηλότερες από την πρόβλεψη για ετήσια αύξηση 16,9%. Τα επενδυτικά σχέδια και οι ρυθμοί ανάπτυξης επικεντρώθηκαν στα ακίνητα[9] και ο σχετικά υποτονικός μεταποιητικός τομέας επικεντρώθηκε στον κλάδο της τεχνολογίας. Αυτές και μόνο οι εξελίξεις δείχνουν ότι η οικονομία της Κίνας δεν έχει ακόμη ανακάμψει στην προ της πανδημίας ισχύ της, αν και φαίνεται να ανακάμπτει ταχύτερα από τις δυτικές καπιταλιστικές χώρες.

Για να ενισχύσει την εγχώρια κατανάλωση και την απασχόληση, το ΚΚΚ θα πρέπει να προωθήσει ποιοτικότερες και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας, καθώς και να παράσχει επαρκέστερη κοινωνική ασφάλιση, ώστε ο γενικός πληθυσμός να μετατοπίσει την κατανάλωσή του από τις βασικές ανάγκες της υγειονομικής περίθαλψης, της εκπαίδευσης και του ενοικίου σε άλλα καταναλωτικά αγαθά. Η Κίνα θέλει να αναπτύξει μια εξειδικευμένη αγορά εργασίας την επόμενη περίοδο με αντάλλαγμα υψηλότερη καταναλωτική δύναμη και παραγωγικότητα. Ωστόσο, ένα σοβαρό ερώτημα είναι πόσος ακόμα βιομηχανικός μετασχηματισμός μπορεί πραγματικά να λάβει χώρα όταν οι περισσότερες επενδύσεις στρέφονται στα ακίνητα;

Αντιφάσεις στο εσωτερικό της άρχουσας τάξης

Το κινεζικό Υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε στις 4 Ιουνίου ότι θα μεταφέρει και τα 8,4 τρισεκατομμύρια γουάν των συνολικών εσόδων από τις μεταβιβάσεις γης το 2020 στην κρατική φορολογική υπηρεσία για είσπραξη, πράγμα που σημαίνει ότι 8,4 τρισεκατομμύρια γουάν (84% των συνολικών τοπικών εσόδων) θα μεταφερθούν στην κεντρική κυβέρνηση[10]. Επιπλέον, την 1η Ιουλίου, επτά τοπικές κυβερνήσεις, δηλαδή το Ανόι, η Εσωτερική Μογγολία, η Σαγκάη, η Zhejiang, το Anhui, το Qingdao και η επαρχία Yunnan, εφάρμοσαν για πρώτη φορά τη μεταφορά των τοπικών εσόδων από τη γη στην κεντρική κυβέρνηση, κάτι που αναμένεται να εφαρμοστεί σε εθνικό επίπεδο το 2022.

Τα τεράστια έσοδα από τις τοπικές μεταβιβάσεις γης αποτελούσαν επί μακρόν τη σημαντικότερη πηγή εσόδων για τις τοπικές κυβερνήσεις στην Κίνα. Εάν αυτά τα έσοδα κοπούν, ο κίνδυνος μεγάλης αύξησης των χρεών για τις τοπικές κυβερνήσεις θα είναι πολύ μεγάλος.

Η κίνηση του Σι μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί συνέχεια της προσπάθειας του κόμματος να ελέγξει τον τομέα των ακινήτων. Τα τελευταία χρόνια, το Κομμουνιστικό Κόμμα έχει δώσει έμφαση στην ανάγκη ελέγχου των τιμών των κατοικιών και στον περιορισμό της κερδοσκοπίας στον τομέα των ακινήτων. Έχει επίσης δοκιμάσει τον έλεγχο της κεντρικής κυβέρνησης επί των τοπικών ιδιοκτητών ακινήτων. Μένει να δούμε μέχρι πού θα φτάσουν, αλλά σίγουρα θα δυσανασχετήσουν τους πλουσίους και ισχυρούς στην Κίνα και θα προκαλέσουν περισσότερες συγκρούσεις.

Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2020 το τοπικό χρέος της Κίνας αυξήθηκε κατά 3,4 τρισεκατομμύρια δολάρια και, σύμφωνα με επίσημες εκθέσεις, μόνο η Σαγκάη έχει δημοσιονομικό πλεόνασμα μεταξύ 31 επαρχιών και δήμων, ενώ οι υπόλοιπες είναι ελλειμματικές, με αρκετές επαρχίες να έχουν δημοσιονομικό έλλειμμα άνω των 250 δισεκατομμυρίων γουάν (33 δισεκατομμυρίων δολαρίων).

Σε πολλές επαρχίες και δήμους κυκλοφορούν ειδήσεις ότι οι τοπικές κυβερνήσεις έχουν σταματήσει να πληρώνουν διάφορα επιδόματα στους δημόσιους υπαλλήλους. Έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι, παρόλο που ο Λι Κετσιάνγκ θεωρείται γενικά ως ένας από τους εκπροσώπους της εσωτερικής κομματικής αντιπολίτευσης κατά του Σι, όχι μόνο ζήτησε δημοσίως από τις τοπικές κυβερνήσεις να σφίξουν το ζωνάρι τους το 2020, αλλά δήλωσε επίσης με έμφαση (στην τακτική συνεδρίαση του Κρατικού Συμβουλίου τον περασμένο Ιούλιο) ότι θα τιμωρήσει αυστηρά τις τοπικές κυβερνήσεις για σημαντικές οικονομικές παρατυπίες.

Από αυτά τα σημάδια, μπορούμε να δούμε ότι, παράλληλα με τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις στο εσωτερικό του ΚΚΚ, οι δυσκολίες και οι πιέσεις στην κινεζική κυβέρνηση και οικονομία αυξάνονται. Το καθεστώς του ΚΚΚ (ιδίως ο Σι) έχει επεκτείνει τον έλεγχο των διεφθαρμένων ελίτ όχι μόνο στη βιομηχανία ακινήτων αλλά και στα επίπεδα της τοπικής αυτοδιοίκησης. Όταν η κινεζική κυβέρνηση μπλόκαρε το 2020 την IPO (έκδοση και κυκλοφορία μετοχών για πρώτη φορά) της Ant Financial Services (θυγατρικής της πολυεθνικής στον τομέα του ηλεκτρονικού εμπορίου Alibaba), η πλατφόρμα μετακινήσεων και μεταφορών DiDi τιμωρήθηκε άμεσα και αυστηρά στις 29 Ιουνίου, λιγότερο από πέντε ημέρες μετά την εισαγωγή της στη Wall Street. Στις 4 Ιουλίου, η κυβέρνηση του ΚΚΚ κατέβασε 25 από τις εφαρμογές της DiDi στην Κίνα. Η κίνηση αυτή αποθάρρυνε 70 κινεζικές εταιρείες που αναμενόταν να εισαχθούν στο χρηματιστήριο της Wall Street. Ένας από τους λόγους για τους οποίους το ΚΚΚ τιμώρησε την DiDi με «λογοκρισία στον κυβερνοχώρο» είναι ότι στον τρέχοντα τεχνολογικό πόλεμο ΗΠΑ-Κίνας, φοβούνται ότι η DiDi θα παραδώσει σημαντικές πληροφορίες για το δίκτυο της Κίνας μετά τη λειτουργία της στις ΗΠΑ. Έτσι, το ΚΚΚ πρέπει επίσης να αποτρέψει αυτά τα «καρτέλ του Διαδικτύου» από το να ξεφύγουν από τον έλεγχο του καθεστώτος, καθώς το κεφάλαιό τους επεκτείνεται και η χρηματοδότησή τους γίνεται ελεύθερα.

Το ΚΚΚ δέχεται επίσης τεράστια πίεση για τη μεταρρύθμιση της οικονομίας. Αν θέλουν να επιτρέψουν σε περισσότερες νέες επιχειρήσεις να έχουν την ευκαιρία να επιβιώσουν στην αγορά, θα πρέπει να επιβάλουν έλεγχο στο μονοπώλιο των μεγάλων εγχώριων επιχειρήσεων. Ωστόσο, μια τέτοια κίνηση θα φέρει και τους καπιταλιστές της Κίνας σε μια πιο δύσκολη κατάσταση: αν θέλουν να διατηρήσουν τα κέρδη τους στην εγχώρια αγορά, πρέπει να δεχτούν περισσότερους περιορισμούς από το καθεστώς, αλλά αν θέλουν να αναπτύξουν περαιτέρω τις επιχειρήσεις τους και να αποκομίσουν κέρδη, πρέπει να ενσωματωθούν στις «πιο ελεύθερες» ξένες αγορές.

Τι επιχειρεί να πετύχει η «Σκέψη του Σι»;

Τα τελευταία δύο χρόνια το ΚΚΚ έχει εντείνει τον έλεγχό του στον κρατικό μηχανισμό και την αγορά. Επιπλέον, από την άνοδό του στην εξουσία και έπειτα, ο Σι εντείνει τον έλεγχό του πάνω στον κομματικό μηχανισμό. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας δεν είναι ένα «πολιτικό κόμμα» με τη στενή έννοια του όρου, αλλά ένας γραφειοκρατικός μηχανισμός που στοχεύει στον έλεγχο της οικονομίας, του πλούτου και του τρόπου με τον οποίο αναπτύσσονται οι διάφορες τάξεις στην κινεζική κοινωνία. 

Παρόλο που ο Σι Τζινπίνγκ έχει ισχυριστεί ότι ο αριθμός των μελών του ΚΚΚ είναι πάνω από 90 εκατομμύρια, η αλήθεια είναι ότι όσοι γίνονται μέλη στο Κόμμα, το κάνουν για να έχουν πρόσβαση στα διάφορα προνόμια που συνεπάγεται η ιδιότητα του μέλους. Για παράδειγμα έχουν πλεονεκτήματα κατά την υποβολή αιτήσεων για εργασία, ή μπορούν ευκολότερα να πάρουν προαγωγή σε θέσεις εργασίας του κρατικού μηχανισμού και της κυβέρνησης. Για να γίνει κάποιος μέλος του κόμματος, πρέπει να ξεπεράσει πολλά εμπόδια. Αυτό εξασφαλίζει ότι όσοι γίνονται δεκτοί στο κόμμα είναι μέλη της ελίτ της τάξης στην οποία ανήκουν, ή τουλάχιστον έχουν στενές σχέσεις μαζί της και είναι έτοιμοι να υπηρετήσουν τα συμφέροντα της ηγεσίας του κόμματος και την ανάπτυξη του κινεζικού καπιταλισμού.

Από τότε που ο Σι Τζινπίνγκ ανέβηκε στην εξουσία προωθεί και επεκτείνει τη λεγόμενη «Σκέψη του Σι» σε διάφορα επίπεδα. Από την κρατική προπαγάνδα έχει επεκταθεί στο εκπαιδευτικό σύστημα, στις βασικές ιδεολογικές γραμμές του κόμματος, ακόμη και στις κυβερνητικές υπηρεσίες. Λιγότερο από ένα χρόνο μετά τη δημιουργία του «Ερευνητικού Κέντρου σχετικά με τις Σκέψεις του Σι Τζινπίνγκ για τη διπλωματία» τον Ιούλιο του περασμένου έτους, ιδρύθηκε το «Ερευνητικό Κέντρο σχετικά με τις Σκέψεις του Σι Τζινπίνγκ για την οικονομία» στις 5 Ιουλίου του τρέχοντος έτους. Πρόκειται για το δέκατο όγδοο τέτοιο «Ερευνητικό Κέντρο» από τότε που ο Σι Τζινπίνγκ ανέβηκε στην εξουσία. Από την άλλη, το εκπαιδευτικό σύστημα από το δημοτικό σχολείο έως το πανεπιστήμιο, όπως και η εκπαίδευση που λαμβάνουν τα μέλη του κόμματος, προωθεί επίσης τη «Σκέψη του Σι». Αυτό αντανακλά τη συνεχιζόμενη προσπάθεια του Σι Τζινπίνγκ να χτίσει ακόμη περισσότερο την προσωπολατρία γύρω από το άτομό του. Από τότε που ανέλαβε τα καθήκοντά του ο Σι, η «Κεντρική Επιτροπή Πειθαρχικής Επιθεώρησης» έχει τιμωρήσει τουλάχιστον 4 εκατομμύρια κρατικούς αξιωματούχους.

Ανεξάρτητα από το πόσοι άνθρωποι μπορούν να υποστούν «πλύση εγκεφάλου» από τη «Σκέψη του Σι», στην πραγματικότητα ο κόσμος σε όλα τα επίπεδα της κινεζικής κοινωνίας αντιλαμβάνεται σε μεγάλο βαθμό ποια είναι τα όρια της εξουσίας. Αυτό προκύπτει και από το γεγονός ότι η άρχουσα τάξη είναι ανοργάνωτη και βυθισμένη σε διαμάχες. Στο μεταξύ για τον Σι, η υπερσυγκέντρωση εξουσιών  του εξασφαλίζει ότι ακόμη και μετά την αποχώρησή του από την εξουσία μπορεί να αποφύγει το να στοχοποιηθεί από τους πολιτικούς του αντιπάλους στο εσωτερικό του κόμματος. Ταυτόχρονα βέβαια, αυτό θα μπορούσε και να προκαλέσει πιο έντονες εσωτερικές διαμάχες και τριβές στο εσωτερικό της κυβερνώσας κλίκας. 

Μια άλλη αντίφαση έγκειται στο γεγονός ότι από τότε που ο Σι ανέβηκε στην εξουσία, έχει δώσει σημαντική έμφαση στον λεγόμενο «σοσιαλισμό με κινεζικά χαρακτηριστικά», με μεγαλύτερη ένταση από ό,τι η κυβερνητική προπαγάνδα μετά την περίοδο της «πολιτικής των ανοιχτών θυρών».

Ο βοναπαρτισμός του Σι απαιτεί ειδικά ιδεολογικά χαρακτηριστικά που να εξασφαλίζουν τη νομιμοποίησή του. Το 2018, το ΚΚΚ κατέστειλε όλες τις μαρξιστικές ή μαοϊκές λέσχες ανάγνωσης στην πανεπιστημιούπολη. Η κίνηση αυτή είχε ως στόχο να ελέγξει τον τρόπο με τον οποίο οι νέοι προσεγγίζουν και ερμηνεύουν τις σοσιαλιστικές ιδέες και να διασφαλίσει ότι οι ιδέες αυτές βρίσκονται εντός του πεδίου και των περιορισμών που επιβάλλει το καθεστώς.

Συνεπώς, τίθεται το εξής ερώτημα: αν μια δικτατορία δεν επιδείξει κάποια θετικά χαρακτηριστικά στη διακυβέρνηση, πώς θα την αποδεχτεί και θα τη νομιμοποιήσει η νεολαία και οι κατώτερες τάξεις; Όταν οι κοινωνικές συγκρούσεις και η δυσαρέσκεια επεκταθούν, οι άνθρωποι θα αρχίσουν να βλέπουν πίσω από τα ψέματα των κυβερνώντων. Οι μεγάλες συγκρούσεις ανάμεσα στις διάφορες παρατάξεις του κομματικού και του κρατικού μηχανισμού, αλλά και των καπιταλιστών, δείχνουν ότι το καθεστώς έχει εισέλθει σε μια περίοδο με σημαντικές αβεβαιότητες, στην προσπάθειά του να διατηρήσει την κυριαρχία του και να επιβιώσει από τις αντιφάσεις μιας κρατικοκαπιταλιστικής οικονομίας. 

Το ΚΚΚ ξέρει αναμφισβήτητα να ελίσσεται στην προσπάθειά του να ξεπεράσει τις διάφορες προκλήσεις και αντιφάσεις που αντιμετωπίζει. Όμως όσο περισσότερο ο Σι Τζινπίνγκ προσπαθεί να διαθέσει όλους τους πόρους που υπάρχουν στην ανάπτυξη της οικονομίας και όσο περισσότερο θέλει να εδραιώσει την προσωπική του δικτατορία, τόσο πιο έντονες θα γίνονται οι συγκρούσεις και η οργή που αναπτύσσονται σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας.

Προκλήσεις από το εξωτερικό

Το καθεστώς αντιμετωπίζει όλο και πιο βαθιές προκλήσεις στο εσωτερικό της χώρας, ενώ σε διεθνές επίπεδο η απομόνωσή του μεγαλώνει, καθώς εντείνεται η σύγκρουση Κίνας – ΗΠΑ. Κατά τον εορτασμό της επετείου των εκατό χρόνων του κόμματος, ο Σι Τζινπίνγκ ανακοίνωσε μια στροφή στην εξωτερική πολιτική, παρουσιάζοντας το νέο σύνθημα της διπλωματίας του για μια πιο «αξιόπιστη, αξιαγάπητη και αξιοσέβαστη Κίνα».

Ενώ το ΚΚΚ εξακολουθεί να διατηρεί την προσέγγιση του «Λύκου του Πολέμου», η απομάκρυνση της κυβέρνησης Μπάιντεν από την αντίληψη της μονομερούς επιθετικότητας απέναντι στην Κίνα, έχει δημιουργήσει ένα πιο αντιφατικό έδαφος. Στη σύνοδο κορυφής των G7, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρωτοστάτησαν στη δημιουργία ενός ακόμη πιο σκληρού αντι-κινεζικού στρατοπέδου. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κάλεσε την ΕΕ να μποϊκοτάρει τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες της Κίνας το 2022. Εάν όντως προχωρήσει ένα συνολικό μποϊκοτάζ των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων του Πεκίνου, θα πρόκειται για μια μεγάλη ήττα για το καθεστώς.

Η κινεζική οικονομία εξακολουθεί να εξαρτάται από τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού. Αν και η Κίνα διατηρεί μονοπώλια σε διάφορους τομείς, χωρίς τον υπάρχοντα διεθνή καταμερισμό εργασίας, η οικονομία της χώρας είναι βέβαιο ότι θα υποστεί μεγάλη υποχώρηση. Επιπλέον, οι Ηνωμένες Πολιτείες υιοθετούν όλο και περισσότερα οικονομικά αντίμετρα κατά της Κίνας στον τεχνολογικό, χρηματοοικονομικό και εμπορικό τομέα. 

Ο Σι Τζινπίνγκ θέλει να χαλαρώσει την ένταση μεταξύ της χώρας του και των ΗΠΑ. Ταυτόχρονα όμως δεν έχει την πολυτέλεια να θεωρηθεί υπερβολικά «μετριοπαθής». Η «διπλωματία του λύκου του πολέμου» φαίνεται να οδηγεί σε οξείες συγκρούσεις με τις δυτικές χώρες, αλλά το καθεστώς τη χρειάζεται για να υποδαυλίσει τα εθνικιστικά αισθήματα και να εξασφαλίσει τη νομιμοποίηση της εξουσίας του, στρέφοντας την οργή των μαζών στους «ξένους εχθρούς».

Στις οξυνόμενες διεθνείς συγκρούσεις που θα έρθουν στο μέλλον, το ΚΚΚ θα βρεθεί να έχει λιγότερα περιθώρια ελιγμών. Θα προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη να διατηρήσει τους διεθνείς διπλωματικούς και οικονομικούς του δεσμούς και στην ανάγκη να συντηρήσει τον εγχώριο πατριωτικό πυρετό που χτίζει. Σε σχέση με το άμεσο μέλλον, είναι αρκετές οι χώρες που δεν είναι ακόμη έτοιμες να ευθυγραμμιστούν με την επιθετική απέναντι στην Κίνα στρατηγική των ΗΠΑ. Ωστόσο η αναδιοργάνωση των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού έχει ήδη ξεκινήσει και ασκεί πιέσεις στο κινεζικό καθεστώς. 

Το σημείο βρασμού

Στις 15 Ιουλίου η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας μείωσε κατά 0,5% τον συντελεστή των απαιτούμενων διαθέσιμων αποθεματικών των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Έτσι, απελευθέρωσε 1 τρισεκατομμύριο gουάν για τραπεζικά δάνεια, ώστε να μειωθεί η πίεση που δέχονται οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις της Κίνας από την άνοδο των τιμών και την έλλειψη εργατικού δυναμικού.

Καθώς οι χώρες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής ανακάμπτουν σταδιακά από την πανδημία, η οικονομική ανάκαμψη της Κίνας δεν είναι τόσο γρήγορη όσο αναμενόταν. Ο Σι Τζινπίνγκ δεν είναι μόνο παγιδευμένος ανάμεσα στις εσωτερικές αντιφάσεις και τις διεθνείς συγκρούσεις, αλλά βρίσκεται επίσης αντιμέτωπος με την εντεινόμενη οργή των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Ειδικά τα τελευταία δύο χρόνια, η οργή και η δυσαρέσκεια των εργαζομένων και των νέων στην Κίνα κλιμακώθηκαν. Την παραμονή της επετείου των εκατό χρόνων του Κομμουνιστικού Κόμματος, αντί για πατριωτικές επευφημίες, το κινεζικό διαδίκτυο γέμισε με συζητήσεις για την τάση του «lying-flat-ism» μιας διάθεσης για παθητική αντίσταση στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό.

Οι νέοι στην Κίνα, που υποφέρουν τόσο από τις οικονομικές δυσκολίες, όσο και από την πολιτική καταπίεση, αναπτύσσουν συναισθήματα δυσαρέσκειας και παθητικότητας. Το κοινωνικό φαινόμενο «lying-flat-ism» συνοψίζεται συχνά με τη φράση «δεν μπορούμε να σηκωθούμε, αλλά δεν θέλουμε να γονατίσουμε, οπότε απλά ξαπλώνουμε».

Αυτή η τάση αντανακλά τα συναισθήματα της νεολαίας που ασφυκτιά και αναζητά ένα είδος «παθητικής αντίδρασης» για να εκφράσει τη δυσαρέσκειά της. Από τον αγώνα των εργαζομένων σε εταιρείες λογισμικού ενάντια στο λεγόμενο «ωράριο 996» (από τις 9 π.μ. έως τις 9 μ.μ. για 6 ημέρες την εβδομάδα) το 2019, μέχρι τον διαδικτυακό ακτιβισμό γύρω από τα εργασιακά δικαιώματα και το ριζοσπαστικό φεμινιστικό κίνημα, όλα αντανακλούν μια βαθιά αίσθηση δυσαρέσκειας ενάντια στο καθεστώς και την καπιταλιστική εκμετάλλευση. 

Η αντιφατική κατάσταση της συνείδησης στις εργαζόμενες μάζες θα προκαλέσει ακόμη περισσότερες τριβές και συγκρούσεις στο εσωτερικό της κινεζικής κοινωνίας. Η οργή και η δυσαρέσκεια των λαϊκών στρωμάτων πιέζουν το ΚΚΚ να αντιδράσει, ενώ παράλληλα νομιμοποιούν την προσπάθειά του να επιβάλει ελέγχους στην αγορά.

Στις 23 Ιουλίου, η κινεζική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα απαγορεύσει αυστηρά τον «καπιταλιστικό» τρόπο λειτουργίας στα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Τα ιδρύματα αυτά πρέπει πλέον να λειτουργούν ως μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί και δεν θα μπορούν να είναι εισαγμένα στο χρηματιστήριο.

Αυτό είναι αναμφίβολα ένα μεγάλο πλήγμα για την καπιταλιστική ιδιωτική εκπαιδευτική βιομηχανία στην Κίνα. Η πρόσφατη απόφαση προκάλεσε την κατακόρυφη πτώση των εισηγμένων μετοχών της ιδιωτικής εκπαιδευτικής βιομηχανίας της χώρας, καθώς οι επενδυτές την εγκατέλειψαν. Εκτιμάται ότι η πολιτική αυτή θα συρρικνώσει τον κλάδο της ιδιωτικής εκπαίδευσης και κατάρτισης κατά 70%.

Διακηρυγμένος στόχος της κυβέρνησης με την εφαρμογή του νέου συστήματος ελέγχου της εκπαίδευσης, είναι να μειωθεί η πίεση του σχολικού ανταγωνισμού για τους νέους μαθητές και η επιβάρυνση των γονέων από τις εκπαιδευτικές δαπάνες. Αυτό από μια σκοπιά είναι ένα προοδευτικό μέτρο. Στο πλαίσιο του έντονου ανταγωνισμού στην κινεζική αγορά εργασίας, η επιθυμία των οικογενειών της εργατικής και μεσαίας τάξης να βοηθήσουν τα παιδιά τους παρέχοντάς τους εκπαίδευση, έχει αποτελέσει πηγή σίγουρου κέρδους για την ιδιωτική εκπαιδευτική βιομηχανία. Στο παρελθόν το ΚΚΚ έχει κάνει ελάχιστες παρεμβάσεις στον κλάδο, επιτρέποντάς του να αναπτυχθεί ανεξέλεγκτα, προσελκύοντας ένα μεγάλο μέρος του εγχώριου και ξένου κεφαλαίου. Αυτή η μεγάλη ροή κεφαλαίου επέτρεψε στα ιδιωτικά ιδρύματα να κυνηγούν καλούς εκπαιδευτικούς, στερώντας τους από τη δεξαμενή προσλήψεων των δημόσιων σχολείων. Επιπλέον, μέσα από τα ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, οι καπιταλιστές άρχισαν να αποκτούν μεγαλύτερη επιρροή πάνω στην κοινωνία.

Το μεγάλο χάσμα στους πόρους και οι σοβαρές ανισότητες μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας εκπαίδευσης σημαίνουν ότι οι οικογένειες που δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά πρόσθετες εκπαιδευτικές δαπάνες γίνονται πιο ευάλωτες και τα παιδιά τους οδηγούνται στην περιθωριοποίηση. Όσο για τις οικογένειες που μπορούν να αντέξουν αυτές τις δαπάνες, τα παιδιά τους αντιμετωπίζουν τεράστιο ψυχολογικό φόρτο και οι γονείς αναγκάζονται να πληρώνουν μεγάλα ποσά στα ιδιωτικά σχολεία, ενώ τα ιδρύματα χρησιμοποιούν ένα τεράστιο ποσοστό του προϋπολογισμού τους για διαφήμιση, [11] δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο ανταγωνισμού. Καθώς η κινεζική κυβέρνηση δεν είναι πρόθυμη να παράσχει ποιοτικότερη δημόσια εκπαίδευση, η μέθοδός της για την εξίσωση των όρων ανταγωνισμού είναι η απαγόρευση της ιδιωτικής εκπαίδευσης. Έτσι, η πολιτική αυτή μπορεί να αμβλύνει σε ένα βαθμό το χάσμα της ανισότητας στην εκπαίδευση, αλλά ταυτόχρονα οδηγεί στον σκληρότερο κρατικό έλεγχο στη δημόσια παιδεία.

Η ύπαρξη της ιδιωτικής βιομηχανίας εκπαίδευσης και η εξάρτηση των μαθητών από αυτήν οδήγησε στην απαξίωση της δημόσιας, που έπαψε να θεωρείται η βασική πηγή για την απόκτηση γνώσεων. Έτσι, η «Σκέψη του Σι» δεν έφτανε στους νέους με την ίδια ευκολία. Μπροστά στις προκλήσεις της ενδοϊμπεριαλιστικής σύγκρουσης, είναι σημαντικό για το κινεζικό κράτος να ανακτήσει τον αποκλειστικό έλεγχο των «εργοστασίων ιδεολογίας» και της αναπαραγωγής της γνώσης.

Η σιδερένια γροθιά του ΚΚΚ χτύπησε επίσης τις πλατφόρμες διανομής φαγητού. Υποχρέωσε τις εταιρείες του κλάδου να παρέχουν στους εργαζόμενους διανομείς τα απαραίτητα μέσα ασφάλειας, να θεσπίσουν έναν μηχανισμό καθορισμού του μισθού που να ανταποκρίνεται στην ένταση της εργασίας και να διασφαλίσουν ότι το εισόδημα των εργαζομένων δεν θα είναι χαμηλότερο από τον κατά τόπους κατώτατο μισθό.

Τέτοια μέτρα αφενός αντιμετωπίζουν την αυξημένη κοινωνική δυσαρέσκεια των διανομέων λόγω της σκληρής εκμετάλλευσής που υφίστανται και αφετέρου σταθεροποιούν το εισόδημα τους, επιτυγχάνοντας την ενίσχυση της κατανάλωσης. Επιπλέον συμβάλλουν στην ενίσχυση του «φιλικού προς τον λαό» προφίλ που θέλει να χτίσει το καθεστώς. Σε κάθε περίπτωση, μένει να δούμε σε ποιοι βαθμό θα υλοποιηθούν αυτές οι «μεταρρυθμίσεις» και οι «προοδευτικές» πολιτικές και πόσο μακριά θα φτάσουν.

Εξάλλου, αυτό που φοβούνται περισσότερο ο Σι Τζινπίνγκ και η άρχουσα τάξη είναι η μετατροπή της οργής των μαζών σε πραγματικούς αγώνες. Το ΚΚΚ προσπαθεί συνεχώς να καταστείλει τους αγώνες, υποδαυλίζοντας τον πατριωτισμό ή επιβάλλοντας τη «Σκέψη του Σι» για να αποπροσανατολίσει τη δυσαρέσκεια των μαζών. Ωστόσο, μέσα στο συνολικό κλίμα των οικονομικών προβλημάτων, τα παραπάνω απλώς θα αυξήσουν ακόμη περισσότερο την πίεση στη χύτρα. Τελικά θα οδηγήσουν τα αντιφατικά συναισθήματα των εργαζόμενων μαζών, όπως η δυσαρέσκεια και η απαισιοδοξία σε σημείο βρασμού. Η κινεζική νεολαία και τα κατώτερα στρώματα πρέπει να αναζητήσουν όλα τα δυνατά μέσα για να οργανωθούν και ένα από αυτά τα μέσα είναι το διαδίκτυο, αν και ακόμη και αυτό είναι αυστηρά αστυνομοκρατούμενο.

Τέλος, χρειαζόμαστε μια ισχυρή οργάνωση της βάσης και της εργατικής τάξης, σαν εργαλείο μάχης ενάντια στο χάος και τις προκλήσεις που θα προκύψουν όταν εκραγεί η τεράστια χύτρα που λέγεται Κίνα.


Σημειώσεις:
[1] ΚΚΚ είναι το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας. Το ΚΚΚ σήμερα δεν είναι πλέον ένα σοσιαλιστικό κόμμα και ο κομματικός μηχανισμός κυριαρχεί σε όλες τις κυβερνητικές υπηρεσίες. Επιπλέον, όπως αναλύει αυτό το άρθρο, το ΚΚΚ, η κυβέρνηση και οι μεγάλες επιχειρήσεις στην Κίνα βυθίζονται όλο και περισσότερο σε αντιφάσεις και συγκρούσεις.
[2] Το ΔΝΤ τον Απρίλιο του 2021 έκανε την εκτίμηση ότι η συνολική ανάπτυξη της κινεζικής οικονομίας θα κινηθεί στο 8,4%, αλλά στις 27 Ιουλίου άλλαξε αυτή την εκτίμηση σε 8,1%.
[3] 天下, τόμος 726. Σύμφωνα με την UNCTAD και το κινεζικό Υπουργείο Εμπορίου, οι επενδύσεις της Κίνας στο εξωτερικό το 2020 ανήλθαν σε 139,2 δισ. δολάρια ΗΠΑ, ξεπερνώντας τα 92,8 δισ. των ΗΠΑ κατακτώντας τη θέση του μεγαλύτερου ξένου επενδυτή.
[4] Αυτό προκύπτει από τον κατάλογο των 500 κορυφαίων εταιρειών που δημοσίευσε τον Αύγουστο του 2020 το κορυφαίο αμερικανικό οικονομικό περιοδικό Fortune.
[5] Σύμφωνα με έκθεση του BBC την 1η Μαρτίου 2021, η εταιρεία έρευνας αγοράς TIN δήλωσε ότι οι εξαγωγές 17 ορυκτών σπάνιων γαιών της Κίνας αποτελούσαν το 85-95% της παγκόσμιας ζήτησης σπάνιων γαιών στην αγορά το 2019.
[6] Η παρατήρηση αυτή βασίζεται στο βιβλίο «Η Κίνα του Μάο και μετά: Μια ιστορία της Λαϊκής Δημοκρατίας» του Maurice Meisner.
[7] Η «τρόικα» των σημαντικών οικονομικών πυλώνων της Κίνας είναι: κατανάλωση, επενδύσεις και εξαγωγές.
[8] Η MacroMicro ανέφερε στις 12 Ιουλίου ότι οι επενδύσεις πάγιου ενεργητικού της Κίνας από τον Ιανουάριο έως τον Μάιο ήταν 19,39 τρισεκατομμύρια, 15,4% χαμηλότερες από τις προσδοκίες της αγοράς για 16,9%.
[9] Η MacroMicro ανέφερε στις 12 Ιουλίου ότι ο μέσος διετής ρυθμός ανάπτυξης της μεταποίησης, των υποδομών και των ακινήτων ήταν 0,6% (-0,4% πριν), 2,6% (2,4% πριν) και 8,6% (8,4% πριν), αντίστοιχα.
[10] Σύμφωνα με τον σταθμό Radio Free Asia στις 7 Ιουνίου, το Υπουργείο Οικονομικών της Κίνας εξέδωσε μια ανακοίνωση που διευκρινίζει ότι τέσσερα κυβερνητικά αφορολόγητα έσοδα, δηλαδή το εισόδημα από τη μεταβίβαση κρατικών δικαιωμάτων χρήσης γης, το ειδικό εισόδημα από ορυκτούς πόρους, οι πληρωμές για τη χρήση της θάλασσας και οι πληρωμές για τη χρήση ακατοίκητων νησιών, τα οποία αρχικά εισπράττονταν από το τμήμα φυσικών πόρων, θα μεταφερθούν στο τμήμα φορολογίας για είσπραξη.
[11] Σύμφωνα με τα κινεζικά μέσα ενημέρωσης, για κάθε 1 γιεν που ξοδεύουν οι γονείς, τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια επενδύουν 0,85 γιεν σε διαφήμιση και μάρκετινγκ [https://finance.sina.com.cn/tech/2021-04-06/doc-ikmxzfmk4725786.shtml]
7,037ΥποστηρικτέςΚάντε Like
577ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,090ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
368ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής