Μια σύντομη περίληψη της τραγωδίας του Αφγανιστάν

Nihat Halepli, Τουρκία

«Θέλεις να πολεμήσεις; Να είσαι με το πλευρό της αντίστασης, εκεί πάντα κερδίζεις. Δεν θα χάσεις εκεί».

Milton Bearden, πρώην αξιωματικός της CIA

Μετά από 20 χρόνια στρατιωτικής κατοχής, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους ηττήθηκαν και αποσύρθηκαν από το Αφγανιστάν, όπως ακριβώς είχε συμβεί και με την ΕΣΣΔ λίγα παραπάνω από 30 χρόνια νωρίτερα. Έτσι, άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της χώρας, μια ιστορία σημαδεμένη από εμφύλιους πολέμους, πραξικοπήματα, ιμπεριαλιστικές κατοχές, φτώχεια και καταπίεση.

Κοινωνική βάση

Πριν να αποκτήσει την ανεξαρτησία του στα 1919, το Αφγανιστάν έπαιζε πάντα το ρόλο της νεκρής ζώνης σε μια περιοχή όπου συγκρούονταν τα συμφέροντα του βρετανικού και του ρωσικού ιμπεριαλισμού. Μετά την ανεξαρτησία, η χώρα υιοθέτησε το καθεστώς της συνταγματικής μοναρχίας, ενώ η κοινωνία διατηρούσε φεουδαρχική δομή, στην οποία κυριαρχούσαν οι μεγαλογαιοκτήμονες. Αν και το πρώτο εργοστάσιο ιδρύθηκε το 1887, η διαδικασία εκβιομηχάνισης ξεκίνησε ουσιαστικά μόλις στις αρχές της δεκαετίας του 1930. 

Ελλείψει ισχυρής αστικής τάξης, το κράτος ανέλαβε το καθήκον της υλοποίησης της διαδικασίας εκβιομηχάνισης. Η «Banke Millie» (Εθνική Τράπεζα), που ιδρύθηκε το 1933, ήταν αρχικά ημι-δημόσια. Η ίδρυσή της σηματοδότησε την έναρξη της προσπάθειας εκβιομηχάνισης και σε αυτήν παραχωρήθηκε το μονοπώλιο σε ορισμένους τομείς της παραγωγής. Τα περισσότερα εργοστάσια είχαν σχέση με την επεξεργασία γεωργικών προϊόντων. Η διαδικασία εκβιομηχάνισης συνεχίστηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και οργανώθηκε σε πενταετή αναπτυξιακά πλάνα από το 1956. 

Παρά τις προσπάθειες αυτές, η χώρα υστερούσε στη βιομηχανία και παρέμενε εξαρτημένη από την οικονομική στήριξη της ΕΣΣΔ και των ΗΠΑ. Το μεγαλύτερο μέρος της βοήθειας κατέληγε στον στρατό, ενώ μικρά ποσά κατευθύνονταν στην εκπαίδευση και τις υποδομές. 

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, υπήρχαν μόνο 4 εργοστάσια που απασχολούσαν περισσότερους από 500 εργαζόμενους και μόνο 14 που απασχολούσαν από 100 έως 500 εργαζόμενους. Υπολογίζεται ότι η χώρα, σε ένα συνολικό πληθυσμό περίπου 9 εκατομμυρίων εκείνη την εποχή, είχε συνολικά 15.000 βιομηχανικούς εργάτες, οι μισοί από τους οποίους εργάζονταν στην κλωστοϋφαντουργία. 

Το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού ήταν εξαιρετικά χαμηλό, με τη συντριπτική πλειοψηφία να ζει σε όρους φτώχειας. Το ετήσιο κατά κεφαλήν εισόδημα ήταν 60 δολάρια το 1960 (συγκριτικά, στην Τουρκία ήταν 509 δολάρια, 1.380 δολάρια στο Ηνωμένο Βασίλειο, 1.338 δολάρια στη Γαλλία, 41 δολάρια στη Ρουάντα το ίδιο έτος). 

Στο παρελθόν είχαν υπάρξει κάποιες προσπάθειες μεταρρύθμισης από τον βασιλιά Αμανουλάχ τη δεκαετία του 1920 και από τον Αχμέτ Ζαχίρ Σαχ τα επόμενα χρόνια – προσπάθειες παρόμοιες με εκείνες του Ατατούρκ στην Τουρκία και του Σαχ Ρεζά Παχλαβί στο Ιράν. Στην πραγματικότητα, αυτές οι προσπάθειες προσανατολίστηκαν στο να εισάγουν έναν δυτικό τρόπο ζωής στις χώρες αυτές. Παρά τις προσπάθειες αυτές, η παράδοση και οι θρησκευτικοί κανόνες καθόριζαν τη ζωή της πλειοψηφίας του αφγανικού λαού. Το 90% του πληθυσμού ζούσε στην ύπαιθρο και εργαζόταν στη γεωργία. Ακόμη περισσότεροι ήταν αναλφάβητοι. 

Επιπλέον, το Αφγανιστάν είναι μια χώρα στην οποία ζουν πολλοί διαφορετικοί λαοί και εθνότητες, καθεμία από τις οποίες έχει διαφορετική πολιτιστική, εθνική και θρησκευτική ταυτότητα. Οι Παστούν αποτελούν την πλειοψηφία, σχεδόν το 40%. Είναι εγκατεστημένοι και στις δύο πλευρές της γραμμής Ντουράντ, μιας τεχνητής διαχωριστικής γραμμής που δημιουργήθηκε από τους Βρετανούς το 1893 και αποτελεί σήμερα το σύνορο μεταξύ Πακιστάν και Αφγανιστάν. Οι Τατζίκοι είναι η δεύτερη μεγαλύτερη εθνοτική ομάδα και υπάρχουν επίσης οι Χαζάρα, οι Ουζμπέκοι και άλλοι λαοί. 

Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού είναι μουσουλμάνοι, εκ των οποίων το 20% είναι σιίτες και το υπόλοιπο σουνίτες. 

Δημοκρατία του Αφγανιστάν

Υπό την επίδραση της ανόδου των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων παγκοσμίως τη δεκαετία του 1960, το 1965 ιδρύθηκε ένα αριστερό κόμμα με την ονομασία Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα του Αφγανιστάν (PDPA). Θεωρούνταν μαρξιστικό-λενινιστικό, αλλά αυτοχαρακτηρίζονταν ως «εθνικιστικό δημοκρατικό». Πολύ σύντομα, δύο παρατάξεις εμφανίστηκαν στο εσωτερικό αυτού του κόμματος, το Khalq (Λαός) και το Parcham (Σημαία), γεγονός που οδήγησε σε διάσπαση. 

Η φράξια Khalq αποτελούνταν κυρίως από Παστούν, οι οποίοι δεν ανήκαν στην ελίτ και υιοθετούσαν μια περισσότερο ή λιγότερο, σκληρή σταλινική ή μαοϊκή προσέγγιση. Η Parcham, από την άλλη πλευρά, υποστηρίχθηκε από τον αστικό πληθυσμό που θεωρούσε ότι το Αφγανιστάν δεν ήταν επαρκώς ανεπτυγμένο για μια σοσιαλιστική επανάσταση και πίστευε ότι η λύση θα ήταν ένα εθνικοδημοκρατικό μέτωπο με πατριωτικές και αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις, προκειμένου να αναπτυχθούν οι συνθήκες για μια σοσιαλιστική επανάσταση. 

Και οι δύο παρατάξεις ήταν δημοφιλείς μεταξύ των στρατιωτικών, οι οποίοι είχαν εκπαιδευτεί στη Σοβιετική Ένωση. 

Το 1973, ο Μοχάμεντ Νταούντ Χαν ανέτρεψε τον βασιλιά με ένα αναίμακτο πραξικόπημα και με τη βοήθεια αξιωματικών του στρατού, ιδίως εκείνων που υποστήριζαν την παράταξη Parcham. Η ξηρασία του προηγούμενου έτους, η οποία οδήγησε σε λιμό ιδίως στο βόρειο τμήμα της χώρας, ευνόησε επίσης το πραξικόπημα καθώς κανείς δεν ήταν πρόθυμος να πεθάνει για τον βασιλιά. 

Ο Νταούντ ήταν ξάδελφος του βασιλιά Μοχάμεντ Ζαχίρ Σαχ και ήταν διάσημος για την αιμοσταγή πρωθυπουργία του από το 1953 έως το 1963. Αφού κατέλαβε την εξουσία, έβαλε τέλος στη μοναρχία, ανακήρυξε τη Δημοκρατία και αυτοδιορίστηκε πρόεδρος. Το υπουργικό συμβούλιο του Νταούντ αποτελούνταν αρχικά κυρίως από άτομα του κόμματος PDPA και άλλους που βρίσκονταν κοντά σε αυτό. 

Παρά την αριστερή ρητορική της κυβέρνησης Νταούντ και την εθνικοποίηση όλων των τραπεζών, δεν επήλθαν θεμελιώδεις αλλαγές στην οικονομία της χώρας. 

Οι δύο παρατάξεις, το Parcham και το Khalq, είχαν επίσης διαφορετική προσέγγιση στη δικτατορία του Νταούντ, με το Khalq να επιθυμεί μια πιο «ολοκληρωμένη» επανάσταση, ενώ το Percham υπερασπίστηκε τη συνεργασία με τον Νταούντ. 

Αυτές οι πολιτικές εξελίξεις συνυπήρχαν με την άνοδο ισλαμιστικών ομάδων εμπνευσμένων από τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, οι οποίοι είχαν καταπιεστεί σοβαρά από την κυβέρνηση του Νταούντ.  

Ο Νταούντ απομακρύνθηκε σταδιακά τόσο από την ΕΣΣΔ όσο και από την PDPA – το 1976 ίδρυσε το δικό του κόμμα, το Εθνικό Επαναστατικό Κόμμα. Ένα χρόνο αργότερα μετέτρεψε το Αφγανιστάν σε μονοκομματικό κράτος, απαγορεύοντας την PDPA.

Η επανάσταση του Σαούρ

Ο Μιρ Ακμπάρ Χιμπέρ, ένας από τους εξέχοντες ηγέτες της παράταξης Parcham του PDPA, δολοφονήθηκε το 1978 και ο Νταούντ θεωρήθηκε ύποπτος για ανάμειξη στη δολοφονία, παρά το γεγονός ότι το αρνήθηκε. Το περιστατικό αυτό έδωσε την ευκαιρία στο PDPA να θέσει σε εφαρμογή τα σχέδιά του για την ανατροπή της κυβέρνησης. 

Κατά την κηδεία του Χιμπέρ, πραγματοποιήθηκε αντικυβερνητική διαδήλωση στην οποία συμμετείχαν 30.000 άτομα, και η οποία δέχτηκε βάναυση καταστολή. Το PDPA διατηρούσε μια σταθερή οργάνωση στο στρατό και ως εκ τούτου κατάφερε να κινητοποιήσει γρήγορα τους υποστηρικτές του.

Στις 28 Απριλίου 1978, ο Νταούντ ανατράπηκε και δολοφονήθηκε. Η Δημοκρατία του Αφγανιστάν μετονομάστηκε σε Λαϊκή Δημοκρατία του Αφγανιστάν. Το γεγονός αυτό ονομάστηκε «Επανάσταση του Σαούρ» (Σαούρ σημαίνει Απρίλιος στα φαρσί). Ο νέος αρχηγός του κράτους ήταν ο Νουρ Μοχάμεντ Ταράκι. Ως υπουργός Εξωτερικών διορίστηκε ένα μέλος της παράταξης Khalq. 

Στην πραγματικότητα επρόκειτο για πραξικόπημα, παρόλο που το Khalq το ονόμασε «επανάσταση». Εισήγαγαν αμέσως διατάγματα που ζητούσαν την αναδιανομή της γης και την κατάργηση της προίκας, που ήταν σημαντικό σύμβολο της καταπίεσης των γυναικών.

Οι μεγαλογαιοκτήμονες και οι μουλάδες αντιστάθηκαν φυσικά σε αυτές τις μεταρρυθμίσεις. Η κυβέρνηση δεν είχε καμία υποστήριξη στις αγροτικές περιοχές και έστειλε τον στρατό εναντίον των επαναστατών, αλλά ακόμη και έτσι έχασε τον έλεγχο αυτών των περιοχών. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να αυξήσει την καταπίεση και αυτός ο φαύλος κύκλος προκάλεσε νέες διαιρέσεις στο εσωτερικό του PDPA. Οι παρατάξεις Parcham και Khalq δεν συμφωνούσαν ούτε ως προς τη στάση τους απέναντι στην κυβέρνηση ούτε προς την ΕΣΣΔ. 

Αυτές οι διαιρέσεις έκαναν τον κύκλο της βίας να διογκωθεί ακόμη περισσότερο και αυτό χρησιμοποίησε ως δικαιολογία η ΕΣΣΔ για να εισβάλει στο Αφγανιστάν και να βάλει τέλος στην «Επανάσταση του Σαούρ».

Η εισβολή πραγματοποιήθηκε στις 24 Δεκεμβρίου 1979. Οι Σοβιετικοί σκότωσαν τον Ταράκι και τον αντικατέστησαν με τον Μπαμπράκ Καμάλ, τον ηγέτη του Parcham. Ακολούθησαν περισσότερες βιαιοπραγίες και επιθέσεις εναντίον των μελών του Khalq. 

Σοβιετική εισβολή

Η σοβιετική κατοχή ενίσχυσε τη θέση των ισλαμιστικών αντάρτικων ομάδων, των περίφημων Μουτζαχεντίν, που πολεμούσαν εναντίον της κυβέρνησης. Οι Μουτζαχεντίν εξελίχθηκαν σε ενιαίο κίνημα, με ευρεία υποστήριξη από εκείνους που αντιτάσσονταν στην ξένη κατοχή και την κυβέρνηση που συνεργαζόταν με τους εισβολείς.

Η CIA είχε ήδη αρχίσει να υποστηρίζει ισλαμιστικές ομάδες ακόμη και πριν από την «Επανάσταση του Σαούρ», προκειμένου να αποτρέψει την επιρροή της ΕΣΣΔ. Βρισκόμαστε σε μια φάση του ψυχρού πολέμου, όπου ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός είχε ήδη ηττηθεί στο Βιετνάμ και οι αριστερές ιδέες και τα κινήματα γίνονται όλο και πιο δημοφιλή παγκοσμίως. Οι χώρες της Μέσης Ανατολής στρέφονταν προς τη Σοβιετική Ένωση και κατά του δυτικού ιμπεριαλισμού. Αυτή η εισβολή αποτελούσε μια ευκαιρία για τις ΗΠΑ ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. 

Σε μια επιστολή που έστειλε στον Πρόεδρο των ΗΠΑ την ημέρα της εισβολής, ο Zbigniew Brzeziński, σύμβουλος ασφαλείας των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν, έγραφε:

«Έχουμε εδώ μια ιστορική ευκαιρία να δώσουμε στους Σοβιετικούς το Βιετνάμ τους». 

Ο ίδιος ο Brzezińskiείχε σταλεί στο Πακιστάν για να βοηθήσει τους Μουτζαχεντίν, οι οποίοι είχαν ανακηρύξει την επαρχία Πεσαβάρ του Πακιστάν σε πρωτεύουσά τους στην εξορία και την είχαν μετατρέψει σε κέντρο του αγώνα τους. Με την υποστήριξη της CIA και της πακιστανικής υπηρεσίας πληροφοριών ISI, τη χρησιμοποίησαν ως βάση για τις επιχειρήσεις τους.

Το παρακάτω απόσπασμα από ομιλία του Brzezińskiσε μια ομάδα μουτζαχεντίν στην Πεσαβάρ, δείχνει πραγματικά το βαθμό της εμπλοκής των ΗΠΑ. Δείχνοντας με το δάχτυλο προς το Αφγανιστάν, είπε: 

«Η χώρα απέναντι σάς ανήκει. Μια μέρα θα επιστρέψετε εκεί. Γιατί θα κερδίσετε τον πόλεμο και θα επιστρέψετε στα σπίτια και τα τζαμιά σας. Επειδή ο σκοπός σας είναι δίκαιος. Ο Θεός είναι με το μέρος σας!»

Σύμφωνα με τον πρώην αξιωματικό της CIA Milton Bearden, ο Brzezińskiκαι η CIA συμμετείχαν επίσης στην επιχείρηση και ξοδεύτηκαν απεριόριστα ποσά για τον στρατιωτικό εξοπλισμό των Μουτζαχεντίν. 

Το 1986, η κατάσταση είχε ήδη φτάσει σε αιματηρό αδιέξοδο και για τις δύο πλευρές, οπότε ο νέος Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, στην ομιλία του στο συνέδριο του κόμματος, ανακοίνωσε ότι τα σοβιετικά στρατεύματα θα αποχωρούσαν από το Αφγανιστάν.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ρέιγκαν και ο Γκορμπατσόφ συμφώνησαν για την αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων το 1988. Η αποχώρηση ολοκληρώθηκε τον Φεβρουάριο του 1989 μετά τη συμφωνία της Γενεύης, που υπογράφηκε μεταξύ της Λαϊκής Δημοκρατίας του Αφγανιστάν και του Πακιστάν υπό την εγγύηση των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ. Οι Μουτζαχεντίν δεν προσκλήθηκαν στις διαπραγματεύσεις αυτές και φυσικά δεν ήταν πολύ ευχαριστημένοι με το αποτέλεσμα. 

Μετά από 8 χρόνια κατοχής, ο φόρος αίματος ήταν βαρύς: 1 εκατομμύριο Αφγανοί και 15 χιλιάδες Σοβιετικοί στρατιώτες είχαν σκοτωθεί. Περίπου 1 εκατομμύριο άνθρωποι τραυματίστηκαν. 7 εκατομμύρια άνθρωποι είχαν μεταναστεύσει στο Πακιστάν, το Ιράν και άλλες χώρες, αφήνοντας πίσω τους μια κατεστραμμένη χώρα.

Εμφύλιος πόλεμος

Τα χρόνια που ακολούθησαν, η χώρα ήταν υπό κατάρρευση. Η κυβέρνηση του PDPA, που είχε  νέο όνομα πλέον, είχε αποδυναμωθεί από τις εσωτερικές συγκρούσεις. Η κυβέρνηση διαλύθηκε τελικά το 1992, ενώ οι διάφορες ομάδες Μουτζαχεντίν βρίσκονταν σε αναβρασμό. Η πτώση του υποστηριζόμενου από την ΕΣΣΔ καθεστώτος δεν έφερε μια ένδοξη νίκη στους Μουτζαχεντίν, αλλά έναν άσχημο εμφύλιο πόλεμο. 

Το Αφγανιστάν γινόταν πονοκέφαλος τόσο για τη Ρωσία όσο και για τις ΗΠΑ. Οι δύο αυτές χώρες, καθώς και το Πακιστάν, η Ινδία, το Ιράν και το Ουζμπεκιστάν, συνέχισαν να παρεμβαίνουν στα εσωτερικά της χώρας, ενώ παράλληλα ένας πόλεμος δι’ αντιπροσώπων βρισκόταν σε εξέλιξη. 

Οι Μουτζαχεντίν εισέβαλαν στην Καμπούλ χωρίς να βρουν αντίσταση και η πόλη χωρίστηκε σε ζώνες που ελέγχονταν από τις διάφορες ομάδες. Στην ουσία, η χώρα δοκιμαζόταν από εμφύλιο πόλεμο.

Τελικά, υπήρξε μια συμφωνία για προσωρινή κυβέρνηση, η οποία όμως δεν ήταν καν ενεργή στην αρχή. Ακολούθησε μια άγρια μάχη για την Καμπούλ, με αποτέλεσμα τη σχεδόν πλήρη καταστροφή της πόλης. Σκοτώθηκαν 25.000 άνθρωποι. Αυτό ήταν επίσης μια μεγάλη απογοήτευση για το τμήμα εκείνο του πληθυσμού που είχε εναποθέσει τις ελπίδες του στις ομάδες των Μουτζαχεντίν.  

Ταλιμπάν

Την ίδια περίπου εποχή, μια νέα ομάδα με το όνομα Ταλιμπάν κατέλαβε την πόλη Κανταχάρ το 1994. Το κίνημα αυτό ιδρύθηκε από τον Μουλά Μοχάμεντ Ομάρ. Αποτελούνταν κυρίως από φοιτητές που λάμβαναν θρησκευτική εκπαίδευση στο Πακιστάν, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν ορφανοί Αφγανοί πρόσφυγες. Το κίνημα των Ταλιμπάν αναπτύχθηκε πολύ γρήγορα και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην τραγωδία της χώρας. 

Μέχρι τον Μάρτιο του 1995, πολλές επαρχίες βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των Ταλιμπάν, οι οποίοι μάλιστα ήταν έτοιμοι να φτάσουν στην Καμπούλ. Η προσωρινή κυβέρνηση απέσυρε τα στρατεύματά της στο Βορρά και εγκατέλειψε την πρωτεύουσα. 

Δύο χρόνια μετά την ίδρυση του κινήματος, οι Ταλιμπάν ανακήρυξαν το Ισλαμικό Εμιράτο του Αφγανιστάν στην Καμπούλ τον Σεπτέμβριο του 1996. 

Όσοι από το PDPA είχαν συμμετάσχει στην προσωρινή κυβέρνηση και είχαν πλέον χάσει την εξουσία, σχημάτισαν το «Εθνικό Ισλαμικό Ενιαίο Μέτωπο για τη Σωτηρία του Αφγανιστάν», γνωστό ως «Βόρεια Συμμαχία», εναντίον των Ταλιμπάν. Κυβερνούσαν τον βορρά μέχρι την ανατροπή των Ταλιμπάν το 2001. 

Εισβολή του ΝΑΤΟ

Κατά τη διάρκεια της σοβιετικής κατοχής, νέοι από πολλές αραβικές χώρες ήρθαν στο Αφγανιστάν για να πολεμήσουν στο πλευρό των Μουτζαχεντίν. Ένας από αυτούς, ο Οσάμα Μπιν Λάντεν, ίδρυσε την Αλ Κάιντα λίγο πριν από τη σοβιετική αποχώρηση, με την ιδέα να συνεχίσει τον «ιερό» αγώνα και αλλού. Αφού οι Ταλιμπάν κατέλαβαν την εξουσία στο Αφγανιστάν, ο Οσάμα Μπιν Λάντεν μετακόμισε μόνιμα εκεί από το Σουδάν και υποστηρίχθηκε από τους Ταλιμπάν, προκειμένου να δημιουργήσει στρατόπεδα εκπαίδευσης. 

Οι ΗΠΑ ασκούσαν ήδη πιέσεις στους Ταλιμπάν σχετικά με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν λόγω διαφόρων τρομοκρατικών επιθέσεων. Οι νεοσυντηρητικοί (το ακραία συντηρητικό τμήμα του Ρεπουμπλικανικού κόμματος) είχαν ήδη σκιαγραφήσει το όραμά τους για ένα «Νέο Αμερικανικό Αιώνα», με σχέδια για παγκόσμια κυριαρχία βασισμένα στη στρατιωτική επιθετικότητα. 

Χρησιμοποίησαν τις φριχτές τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στους Δίδυμους Πύργους για να οργανώσουν την εισβολή τόσο στο Αφγανιστάν όσο και στο Ιράκ. Υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, η «Διεθνής Συμμαχία» εξαπέλυσε την επίθεση που είναι γνωστή ως «Επιχείρηση Διαρκής Ελευθερία» τον Οκτώβριο του 2001. Στην αρχή, η «Βόρεια Συμμαχία» των Μουτζαχεντίν χρησιμοποιήθηκε ως χερσαία δύναμη. Με την υποστήριξη της αεροπορίας της Διεθνούς Συμμαχίας, κατέλαβαν την Καμπούλ, η οποία είχε εγκαταλειφθεί από τους Ταλιμπάν πολύ γρήγορα, και ανέτρεψαν την κυβέρνηση του 1996 υπό την ηγεσία του Ραμπάνι. 

Η πρώτη «Διάσκεψη για το Αφγανιστάν» συγκλήθηκε στη Γερμανία και έτσι συγκροτήθηκε μεταβατική κυβέρνηση. Το 2004 υιοθετήθηκε ένα Σύνταγμα, σύμφωνα με το οποίο το Αφγανιστάν ανακηρύχθηκε Ισλαμική Δημοκρατία και στις εκλογές που ακολούθησαν ο Χαμίντ Καρζάι, ο οποίος ηγείτο της προσωρινής κυβέρνησης, εξελέγη πρόεδρος.

Το νέο αυτό κράτος έμοιαζε με οποιοδήποτε άλλο: είχε σύνταγμα, διεξήχθησαν εκλογές και οργανώθηκαν οι συνήθεις θεσμοί. Ωστόσο, δεν ήταν παρά ένα πολύ εύθραυστο, στην πραγματικότητα ένα αποτυχημένο κράτος, όπου πολέμαρχοι και άλλες διεφθαρμένες ομάδες που προστατεύονταν από τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ, ενώθηκαν με την ελπίδα να πλουτίσουν. 

Οι Ταλιμπάν άρχισαν να δυναμώνουν και πάλι και να εξαπολύουν επιτυχείς επιθέσεις. Ξανακέρδισαν την υποστήριξη του λαού, κυρίως επειδή ο κόσμος είχε βαρεθεί τις δολοφονίες αμάχων από τα αμερικανικά στρατεύματα και τον ατελείωτο πόλεμο στη χώρα του. 

Έτσι, μετά από 20 χρόνια κατοχής και συγκρούσεων, οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ αναγκάστηκαν να επιστρέψουν το Αφγανιστάν στους Ταλιμπάν.  

Περίπου 3.596 στρατιώτες από δυτικές χώρες έχουν σκοτωθεί στο Αφγανιστάν τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Ο απολογισμός των νεκρών για την αφγανική πλευρά είναι πολύ μεγαλύτερος: 67.176 άτομα που υπηρετούσαν τις στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις έχασαν τη ζωή τους σε συγκρούσεις και τρομοκρατικές επιθέσεις, χιλιάδες πολίτες επίσης έχασαν τη ζωή τους, τραυματίστηκαν ή αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν.

Σήμερα

Το Αφγανιστάν είναι μια πολύ πλούσια χώρα σε φυσικούς πόρους και ορυκτά. Η αξία αυτού του πλούτου εκτιμάται μεταξύ 900 δισ. και 3 τρισ. δολαρίων.

Αλλά 20 χρόνια δυτικής κατοχής δεν έφεραν πραγματικά τη ανάπτυξη  της οικονομίας ή τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης του πληθυσμού. Οι δυτικοί στρατοί συμπεριφέρθηκαν σαν δύναμη κατοχής και έφυγαν χωρίς να ικανοποιήσουν καμία από τις υποσχέσεις που είχαν δώσει.  

Ο πληθυσμός της χώρας αυξήθηκε από 7,7 εκατομμύρια το 1950 σε 38,9 εκατομμύρια το 2020, παρά τους πολέμους και αναμένεται να ανέλθει σε 64,7 εκατομμύρια το 2050. Το ποσοστό γεννήσεων είναι ένα από τα υψηλότερα στον κόσμο. Τα παιδιά αποτελούν το 60% του συνολικού πληθυσμού. Το 80% του πληθυσμού του Αφγανιστάν ζει σε αγροτικές περιοχές και το 20% στις πόλεις. 

Το ΑΕΠ είναι μόλις περίπου 20 δισ. δολάρια ΗΠΑ και το κατά κεφαλήν ετήσιο εισόδημα είναι 500 δολάρια. Το 45% του πληθυσμού εξακολουθεί να εργάζεται στη γεωργία, η οποία το 2017 αντιπροσώπευε το 23% της οικονομίας της χώρας, ενώ η βιομηχανία βρισκόταν στο 21% και ο τομέας των υπηρεσιών στο 52%. Ο συνολικός αριθμός των εργαζομένων εκτιμάται σε 8,5 εκατομμύρια, ενώ μόνο το 17,3% όσων εργάζονται είναι γυναίκες.

Οι περισσότεροι Αφγανοί είναι εξαιρετικά φτωχοί, εκτιμάται ότι 9,7 εκατομμύρια άνθρωποι (δηλαδή 1 στους 4) υποσιτίζονται. Περισσότερα από τα μισά παιδιά και νέοι του Αφγανιστάν δεν μπορούν να παρακολουθήσουν σχολείο: Το 45,9% των αγοριών πηγαίνει σχολείο, αλλά μόνο το 21,7% των κοριτσιών. Το 80% των γυναικών είναι αναλφάβητες. 

Συμπεράσματα

Υπάρχουν πολλά διδάγματα που μπορούν να αντληθούν από τα τελευταία 50 χρόνια της αφγανικής ιστορίας – σημαντικά διδάγματα για την ταξική πάλη σε κοινωνίες που δεν έχουν ανεπτυγμένη βιομηχανία και η εργατική τους τάξη είναι σχετικά αδύναμη. 

Η απογοήτευση που δημιούργησε ο σταλινισμός οδήγησε την εργατική τάξη και τους καταπιεσμένους στην αναζήτηση άλλων «εναλλακτικών λύσεων», όχι μόνο στο Αφγανιστάν αλλά και στις περισσότερες χώρες. Ιδιαίτερα σε χώρες με μουσουλμανικούς πληθυσμούς, το πολιτικό Ισλάμ θεωρήθηκε ευρέως η εναλλακτική λύση για τους φτωχούς και τους καταπιεσμένους. 

Όμως, μετά από δεκαετίες εμπειρίας από διάφορες τέτοιες εκδοχές, όπως η Αλ Κάιντα, το ISIS και οι Ταλιμπάν, οι μάζες της εργατικής τάξης και οι καταπιεσμένοι θα πρέπει να βγάλουν το συμπέρασμα ότι το πολιτικό Ισλάμ δεν αποτελεί πραγματική εναλλακτική λύση. 

Οι εμπειρίες στο Ιράκ, τη Συρία και το Αφγανιστάν δείχνουν ότι ούτε οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αποτελούν εναλλακτική λύση για τον εκσυγχρονισμό, τη δημοκρατία και την ελευθερία, αντίθετα, είναι πηγές φτώχειας, εκμετάλλευσης και πολέμων. 

Στις χώρες με μουσουλμανική πλειοψηφία, υπάρχει σήμερα ένα ιδεολογικό, πολιτικό και οργανωτικό κενό. Αυτό είναι ακόμη πιο εμφανές σε χώρες όπου η εργατική τάξη είναι σχετικά ισχυρή, όπως το Ιράν, η Τουρκία και το Πακιστάν. Αποδεικνύεται ξανά και ξανά ότι αν οι εργαζόμενες μάζες δεν βγουν στο προσκήνιο με μια ανεξάρτητη ταξική πολιτική για να αγωνιστούν ενάντια σε κάθε καταπίεση, το κενό θα καλυφθεί από αντιδραστικές ή ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Και αυτό φυσικά ισχύει και για το Αφγανιστάν. Στο Αφγανιστάν μπορεί να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο, που να βάζει τέλος στην τραγωδία, μόνο αν η εργατική τάξη έρθει στο προσκήνιο ως ανεξάρτητη δύναμη, με μια ανεξάρτητη ταξική πολιτική που θα γίνει ο καθοριστικός παράγοντας για τη διαμόρφωση του μέλλοντος. 


Πηγές 

7,037ΥποστηρικτέςΚάντε Like
577ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,090ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
368ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής