Γερμανικές εκλογές: κατάρρευση του αριστερού «Die Linke»

Του Νιχάτ Χαλέπλι

Το SPD (κεντροαριστερό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας) βγήκε νικητής από τις γερμανικές βουλευτικές (ομοσπονδιακές) εκλογές της περασμένης Κυριακής με μικρό προβάδισμα στα εκλογικά αποτελέσματα. Το αριστερό κόμμα Die Linke («Η Αριστερά») υπέστη σκληρή ήττα.

Παράλληλα, η πλειοψηφία των Βερολινέζων ψήφισε «ναι» στο δημοψήφισμα για την απαλλοτρίωση της περιουσίας των μεγάλων εταιρειών ακινήτων, ψηφοφορία που διενεργήθηκε παράλληλα με τις βουλευτικές εκλογές.

Στις 26 Σεπτεμβρίου 2021, σύμφωνα με τα επίσημα προσωρινά τελικά αποτελέσματα, το SPD και ο υποψήφιός του για καγκελάριος, Όλαφ Σολτς (Olaf Scholz), κέρδισαν την 1η θέση με ποσοστό 25,7% των ψήφων. Αυτό σημαίνει ότι είναι πολύ πιθανό ο Σολτς να είναι ο διάδοχος της Άνγκελα Μέρκελ στη θέση του καγκελάριου της Γερμανίας.

Το CDU (Χριστιανοδημοκρατική Ένωση) της Μέρκελ και η βαυαρική CSU (Χριστιανοκοινωνική Ένωση), που αποτελούν τη συντηρητική Ένωση CDU/CSU, υπέστησαν τεράστια ήττα, σημειώνοντας ποσοστό 24,1%, αποτέλεσμα που αποτελεί ιστορικό χαμηλό. Η Άνγκελα Μέρκελ δεν έθεσε εκ νέου υποψηφιότητα, προωθώντας τον Άρμιν Λάσετ  (Armin Laschet) ως υποψήφιο καγκελάριο του CDU/CSU. Ενώ το SPD αύξησε τις ψήφους του κατά 5,2%, το CDU/CSU έχασε 8,8%, σε σύγκριση με τα αποτελέσματα των τελευταίων εκλογών, το 2017.

Πρόκειται για το χειρότερο αποτέλεσμα στην ιστορία του CDU/CSU, από το 1949. Το δεύτερο χειρότερο αποτέλεσμά τους ήταν στις προηγούμενες εκλογές του 2017. Αλλά ακόμη και το αποτέλεσμα του 2017 ήταν 6% υψηλότερο από το αποτέλεσμα σε αυτές τις εκλογές!

Οι Πράσινοι πέτυχαν το καλύτερο ποσοστό στην ιστορία τους, σημειώνοντας αύξηση 5,4% (φτάνοντας στο 14,8%) και καταλαμβάνοντας την 3η θέση. Ωστόσο, παρόλο που πήραν το σημαντικό ποσοστό 14,8% των ψήφων, δεν άγγιξαν τις προσδοκίες τους. Στις δημοσκοπήσεις του Απριλίου, οι Πράσινοι βρίσκονταν στο 25% και είχαν βάλει στόχο ακόμη και την καγκελαρία με την υποψήφιά τους Αναλένα Μπέρμποκ (Annalena Baerbock).

Το δεξιό-φιλελεύθερο Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα (FDP) παρέμεινε σχετικά σταθερό λαμβάνοντας 11,5%. Από την άλλη πλευρά, η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) έχασε 2,3%, αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται στο 10,3% και είναι το πέμπτο ισχυρότερο κόμμα στο κοινοβούλιο. Είναι επίσης το ισχυρότερο κόμμα στα ανατολικά κρατίδια, όπως η Θουριγγία και η Σαξονία.

Το αριστερό κόμμα Die Linke είναι ο μεγάλος χαμένος των εκλογών. Κατέρρευσε στο 4,9%, χάνοντας σχεδόν τις μισές από τις ψήφους του 2017.

Συν τοις άλλοις, δεν κατάφερε να πιάσει το όριο του 5%, κι έτσι μπήκε στο κοινοβούλιο μόνο χάρη στη ρήτρα των «άμεσων εντολών». Υπάρχει μια ειδική ρήτρα στον γερμανικό εκλογικό νόμο, σύμφωνα με την οποία, αν ένα κόμμα κερδίσει τουλάχιστον τρεις από τις «άμεσες εντολές», δικαιούται να πάρει περισσότερες βουλευτικές έδρες. «Άμεση εντολή» στις γερμανικές εκλογές χαρακτηρίζεται η βουλευτική έδρα που κερδίζει ο υποψήφιος που θα συγκεντρώσει τις περισσότερες ψήφους σε μια συγκεκριμένη εκλογική περιφέρεια.

Αυτοκτονική πολιτική από τo Die Linke

Τα ΜΜΕ της άρχουσας τάξης επιμένουν να παρουσιάζουν τη δραματική απώλεια ψήφων για το Die Linke, ως αποτέλεσμα των υποτιθέμενων «ριζοσπαστικών» πολιτικών του κόμματος και να την χαρακτηρίζουν ως αποδοκιμασία αυτών των πολιτικών. Αυτό όμως είναι λάθος σε δύο επίπεδα.

Πρώτον, οι πολιτικές που ακολουθεί το Die Linke δεν είναι δυστυχώς «ριζοσπαστικές» αλλά στην πραγματικότητα μετριοπαθείς.

Δεύτερον, ο ισχυρισμός ότι απορρίπτονται οι ριζοσπαστικές πολιτικές είναι επίσης αναληθής. Για παράδειγμα, δύο ημέρες πριν από τις εκλογές, πάνω από 250.000 άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους σε 11 πόλεις της Γερμανίας συμμετέχοντας στην απεργία για το κλίμα, απαιτώντας ριζοσπαστική δράση για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Η θεαματική επιτυχία στο δημοψήφισμα για την απαλλοτρίωση (και την «κοινωνικοποίηση») της περιουσίας των μεγάλων εταιρειών ακινήτων στο Βερολίνο, ψηφοφορία που διενεργήθηκε παράλληλα με τις εκλογές για την ομοσπονδιακή βουλή (Bundestag) αποτελεί άλλη μια απόδειξη ότι η κοινωνία κάθε άλλο παρά απορρίπτει τις ριζοσπαστικές πολιτικές. Το 56,4% των ψηφοφόρων ψήφισε υπέρ της απαλλοτρίωσης της περιουσίας των εταιρειών ακινήτων!

Με βάση τη διατύπωση του δημοψηφίσματος, η μελλοντική Γερουσία καλείται τώρα να συντάξει νόμο για την απαλλοτρίωση περίπου 240.000 διαμερισμάτων στο Βερολίνο. Αυτό θα είναι πλήγμα για όλες τις ιδιωτικές στεγαστικές εταιρείες που κατέχουν περισσότερα από 3.000 διαμερίσματα η κάθε μια.

Η ήττα του Die Linke οφείλεται πολύ περισσότερο στις προσπάθειες «στρογγυλέματος του λόγου της» από τη δεξιά της πτέρυγα, η οποία αποτελεί την πλειοψηφία στην ηγεσία του κόμματος.

Με το σύνθημα «μια αριστερή πλειοψηφία στο κοινοβούλιο» προσπαθούν εδώ και καιρό να ενσωματώσουν το Die Linke στον πυρήνα των καθεστωτικών κομμάτων, αντί να ακολουθήσουν μια συνεπή πολιτική υπέρ της εργατικής τάξης. Με τον τρόπο αυτό, θέλουν να πλασαριστούν ως ικανοί και άξιοι να συμμετάσχουν σε κυβέρνηση με το SPD και τους Πράσινους σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Αυτό δημιουργεί αυταπάτες στους εργαζόμενους και τη νεολαία, ότι τάχα το φιλοκαπιταλιστικό SPD και οι Πράσινοι, οι οποίοι ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν σήμερα ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας, είναι «αριστεροί». Αυτό με τη σειρά του δημιουργεί καχυποψία μεταξύ των πιο ριζοσπαστικών στρωμάτων απέναντι στο Die Linke, επειδή είναι πολύ μετριοπαθές.

Και τώρα;

Υπάρχουν τρία σενάρια για μια κυβέρνηση συνασπισμού.

Η μία είναι ο λεγόμενος «μεγάλος συνασπισμός» αποτελούμενος από το SPD και το CDU/CSU, αλλά αυτή η περίπτωση έχει ήδη αποκλειστεί, τουλάχιστον διακηρυκτικά, και από τις δύο πλευρές.

Μια άλλη εκδοχή είναι ο συνασπισμόςανάμεσα στο CDU/CSU τους Πράσινους και το FDP, πράγμα που θα σήμαινε ότι ο νικητής των εκλογών SPD θα αποκλειόταν από την κυβέρνηση.

Μια τελευταία επιλογή, η οποία φαίνεται και η πιο πιθανή, όπως έχουν τα πράγματα τώρα, είναι ένας συνασπισμός υπό την ηγεσία του SPDαποτελούμενος από το SPD, τους Πράσινους και το FDP.

Όποιος κυβερνητικός συνασπισμός και αν προκύψει πάντως, δεν πρόκειται να ακολουθήσει μια συνεπή πολιτική κατά της κλιματικής κρίσης, ούτε θα εφαρμόσει σημαντικές αυξήσεις της φορολογίας στις επιχειρήσεις ή άλλες πολιτικές που θα βελτιώσουν το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων.

Αν το Die Linke θέλει να αντλήσει διδάγματα από αυτή την εκλογική του κατάρρευση, θα πρέπει να επικεντρωθεί στην οικοδόμηση μιας συνεπούς αντιπολίτευσης εντός και εκτός κοινοβουλίου, βασισμένης σε ριζοσπαστικές αριστερές πολιτικές που αντανακλούν τις προσδοκίες και δίνουν προοπτική στα νέα κινήματα και τα νέα ριζοσπαστικοποιημένα στρώματα.

Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσει να ανακάμψει από αυτή την κατάρρευση και να συμβάλει σημαντικά στην οικοδόμηση ενός ισχυρού κινήματος προς το συμφέρον της εργατικής τάξης, ενάντια σε μια πιθανή κυβέρνηση υπό την ηγεσία του SPD, τους καπιταλιστές και τη δεξιά. Για να το κάνει αυτό, το Die Linke θα πρέπει να εγκαταλείψει τη σημερινή του πορεία και να διαφοροποιηθεί σαφώς από όλα τα φιλοκαπιταλιστικά κόμματα, υιοθετώντας ένα πρόγραμμα που θα βασίζεται στην ανατροπή του συστήματος της απληστίας και στην εγκαθίδρυση μιας πραγματικά σοσιαλιστικής κοινωνίας που θα εξυπηρετεί τις συλλογικές ανάγκες της πλειοψηφίας της κοινωνίας.

7,037ΥποστηρικτέςΚάντε Like
577ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,090ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
368ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής