Επιστροφή στον λιγνίτη: το έγκλημα συνεχίζεται στο όνομα της ενεργειακής επάρκειας

Η καύση λιγνίτη επιστρέφει δυναμικά και στη χώρα μας, με το ποσοστό της στη συνολική παραγωγή ενέργειας να έχει εκτιναχθεί από το 7% κοντά στο 20% μέσα στους πρώτους μήνες του χρόνου. Όλα τα τελευταία χρόνια η παραγωγή βρισκόταν σε διαρκή μείωση, στην κατεύθυνση του οριστικού τερματισμού αυτής της εξαιρετικά ρυπογόνου και επικίνδυνης πρακτικής. 

Απέναντι στην κατακόρυφη αύξηση του κόστους της ενέργειας, η οποία εξανεμίζει το εισόδημα των νοικοκυριών, ένα τμήμα της κοινωνίας έχει καταλήξει να βλέπει θετικά μια τέτοια στροφή. Αυτό βέβαια δεν ισχύει μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε πολλές χώρες του κόσμου που αναζητούν τρόπους «απεξάρτησης» από το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο εξαιτίας της τρομακτικής ανόδου των τιμών τους. 

Φυσικά η κατάσταση αυτή ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, εξαιτίας κυρίως του κεντρικού ρόλου της Ρωσίας στην παγκόσμια παραγωγή φυσικού αερίου και πετρελαίου. 

Από το κλίμα στη δημόσια υγεία

Αυτή η στροφή όμως επαναφέρει το θέμα των τεράστιων κινδύνων που απειλούν το περιβάλλον – τόσο σε τοπικό όσο και παγκόσμιο επίπεδο. Ο άνθρακας, (ή κάρβουνο – μια μορφή του είναι ο λιγνίτης που εξορύσσεται στην Ελλάδα) είναι το πιο ρυπογόνο ορυκτό καύσιμο. Η καύση του παράγει ως και διπλάσια ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα από ότι η καύση φυσικού αερίου.  

Πρόκειται για ένα εξαιρετικά βλαπτικό για το περιβάλλον καύσιμο και οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα δεν είναι ο μόνος λόγος γι’ αυτό. Η καύση του άνθρακα παράγει επίσης αιωρούμενα σωματίδια και βαρέα μέταλλα, όπως αρσενικό, υδράργυρο και μόλυβδο (τα τελευταία περιέχονται τόσο στα αέρια όσο και στα στερεά υπολείμματα της καύσης). 

Η ραγδαία άνοδος της συμμετοχής του άνθρακα στην παραγωγή ενέργειας σε παγκόσμιο επίπεδο δεν απειλεί μόνο τους χαλαρούς στόχους των ισχυρών του πλανήτη για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Απειλεί άμεσα τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον τοπικά, στις περιοχές που εξορύσσεται και καίγεται το κάρβουνο, είτε μιλάμε για την Πτολεμαΐδα, είτε για τις μικρές αγροτικές κοινότητες στα Απαλάχια των ΗΠΑ που ισοπεδώνονται για χάρη των εξορύξεων άνθρακα.

Εξόρυξη και καύση άνθρακα στον κόσμο

Η εξόρυξη και η καύση του άνθρακα δεν είχε βέβαια εγκαταλειφθεί, ούτε καν βρισκόταν κοντά στο να εγκαταλειφθεί, πριν από την πρόσφατη νέα στροφή σ’ αυτόν. 

Το 2014 στη Βόρεια Καρολίνα των ΗΠΑ, ένα ατύχημα σε μονάδα καύσης άνθρακα οδήγησε στη διαρροή σχεδόν 40.000 τόνων στερεών αποβλήτων (τοξικής στάχτης) στον ποταμό Νταν. Είχε προηγηθεί ένα ακόμη μεγαλύτερο ατύχημα με διαρροή τοξικής τέφρας το 2008 στο Τενεσί στον σταθμό Κίνγκστον. Σπίτια και δρόμοι βούλιαξαν στη λάσπη, τα ποτάμια, το έδαφος και ο αέρας της περιοχής πλημμύρησαν στα βαρέα μέταλλα και άλλα τοξικά στοιχεία. Σαν αποτέλεσμα οι κάτοικοι, αλλά και οι εργαζόμενοι της εταιρείας που ανέλαβε την αποκατάσταση της περιοχής αντιμετωπίζουν μέχρι και σήμερα σοβαρά, ως και θανατηφόρα προβλήματα υγείας. 

Ο ποταμός Μπογντόι (Bhogdoi) στη βορειοανατολική Ινδία έχει ανακηρυχθεί από το 2019 ως ένας από τους πιο επιβαρυμένους περιβαλλοντικά ποταμούς της χώρας. Η εξόρυξη άνθρακα στην περιοχή έχει οδηγήσει σε μαζικά περιστατικά δηλητηρίασης ψαριών εξαιτίας της διαρροής μαγγανίου στα νερά του. Στα αμέτρητα ανθρακωρυχεία της Ινδίας, όπου δεν υπάρχει κανένας κανόνας ασφάλειας για τους εργαζόμενους συχνά δουλεύουν παράνομα ανήλικοι ρισκάροντας καθημερινά την υγεία και τη ζωή τους. Η πλειονότητά τους βρίσκεται στα ανατολικά της χώρας, όπου ολόκληρες περιοχές θεωρούνται κατεστραμμένες εξαιτίας της ανάφλεξης του άνθρακα που έχει οδηγήσει σε υπόγειες πυρκαγιές. Σε κάποιες περιπτώσεις αυτές οι φωτιές καίνε εδώ και δεκαετίες, προκαλώντας κατολισθήσεις, εκτεταμένη αέρια ρύπανση και σοβαρά αναπνευστικά προβλήματα για τους κατοίκους που ζουν στις περιοχές αυτές, ειδικά αυτούς που εξαρτούν την επιβίωσή τους από την εξόρυξη άνθρακα. 

Αυτά είναι μερικά μόνο παραδείγματα των επιπτώσεων της χρήσης άνθρακα στην παραγωγή ενέργειας για το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία. 

Χωριά φαντάσματα για χάρη της «ενεργειακής αυτάρκειας»

Στη βόρεια Ελλάδα δεν έχουμε υπόγειες φωτιές και μαζικούς θανάτους υδρόβιας πανίδας. Έχουμε όμως σε πολλές περιπτώσεις κατεστραμμένα ή εγκαταλελειμμένα χωριά, κατολισθήσεις, εκτεταμένη ρύπανση, αυξημένα προβλήματα υγείας για τον πληθυσμό της περιοχής. 

Σε ντοκιμαντέρ της Deutsche Welle για τα λιγνιτωρυχεία της Πτολεμαΐδας, κάτοικοι περιγράφουν πως ανάλογα με τη φορά του ανέμου, κάποιες μέρες ο ουρανός μαυρίζει από τη σκόνη κάνοντας τη μέρα νύχτα. Ακόμη και κάποιοι από τους εργαζόμενους στις μονάδες της ΔΕΗ παραδέχονται πως αν και χρειάζονται τη δουλειά, δε βλέπουν πως μπορούν να ζήσουν τα παιδιά τους στην περιοχή. 

Κατά διαστήματα η διεύθυνση περιβάλλοντος της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας έχει επιβάλει προσωρινή διακοπή ή μείωση της λειτουργίας κάποιων μονάδων προκειμένου να περιοριστούν οι εκπομπές αιωρούμενων σωματιδίων και έχει εκδώσει οδηγίες προς τις ευπαθείς ομάδες να περιορίσουν την κυκλοφορία σε εξωτερικούς χώρους. 

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι προβλήματα υγείας όπως καρκίνοι, καρδιαγγειακά και αναπνευστικά νοσήματα, κλπ, έχουν αυξηθεί σημαντικά από τη δεκαετία του 1950, όταν ξεκίνησαν να λειτουργούν οι λιγνιτικές μονάδες.  

Την ίδια ώρα, είναι καθαρό ότι η μείωση της παραγωγής λιγνίτη τα τελευταία χρόνια δεν έγινε σε καμία περίπτωση στη βάση ενός σχεδίου περιβαλλοντικής αποκατάστασης της περιοχής και δημιουργίας εναλλακτικών θέσεων εργασίας για τους κατοίκους. Έτσι σήμερα, η οργή για την ανεργία και την οριακή οικονομική τους επιβίωση συνδυάζεται με την περιβαλλοντική υποβάθμιση που θα ενταθεί ακόμη περισσότερο με την επιστροφή στον λιγνίτη. 

Το επιχείρημα της ενεργειακής επάρκειας και του φτηνού ρεύματος δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη τις ζωές των ανθρώπων της περιοχής, πέρα από τις γενικότερες επιπτώσεις στο περιβάλλον. 

Εναλλακτικές για τους ανθρώπους και το περιβάλλον

Παρά την τεράστια περιβαλλοντική κρίση που απασχολεί το σύνολο του πλανήτη τα τελευταία χρόνια, το σύστημα δεν έχει προτείνει καμία ουσιαστική εναλλακτική σε μαζικό επίπεδο. 

Τα τελευταία χρόνια η στροφή σε βιομηχανικού επιπέδου αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα με καταστροφικά αποτελέσματα για βουνά, δάση και θαλάσσιες περιοχές και με τεράστια κέρδη και επιδοτήσεις για τις εταιρείες που τα εκμεταλλεύονται, όχι μόνο δεν έχει σχέση με την προστασία της φύσης, αλλά γεννά και καχυποψία σε στρώματα της κοινωνίας που βλέπουν τις περιοχές τους να καταστρέφονται. 

Ειδικά σήμερα που η «στροφή» αυτή απέτυχε να ρίξει τις τιμές της ενέργειας και που συνδυάζεται με κερδοσκοπικά παιχνίδια στα «χρηματιστήρια ενέργειας» καταλήγοντας σε υπέρογκους λογαριασμούς.  

Απέναντι σε αυτή τη ζοφερή κατάσταση τα κινήματα πρέπει να απαιτήσουν μαζική στροφή σε πραγματικά περιβαλλοντικές μορφές ενέργειας. Το σημερινό «επείγον» δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας φυσικής καταστροφής, αλλά της λειτουργίας του συστήματος που γεννά οικονομικούς ανταγωνισμούς, πολέμους, χάος στην παραγωγή και τη διανομή των αγαθών, γιατί το μοναδικό του κίνητρο είναι η μεγιστοποίηση του κέρδους. 

Ένα σύστημα που θα λειτουργούσε με βάση τις ανάγκες της κοινωνίας και του πλανήτη θα είχε φροντίσει να κάνει ουσιαστική στροφή στην έρευνα και την παραγωγή γύρω από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας πολύ πριν βρεθεί σε αδιέξοδα σαν αυτό που βιώνουμε σήμερα. 

Θα προχωρούσε για παράδειγμα την έρευνα για την κατασκευή εγκαταστάσεων που θα συλλέγουν την αιολική και την ηλιακή ενέργεια, την ενέργεια των κυμάτων, κα, χωρίς να προκαλεί την καταστροφή που βλέπουμε σήμερα (πχ με κάθε βουνοκορφή να είναι φυτεμένη με ανεμογεννήτριες). Θα έφτιαχνε εγκαταστάσεις από ανακυκλώσιμα υλικά που δε θα διαιώνιζαν το πρόβλημα της ρύπανσης. Θα προχωρούσε την έρευνα γύρω από το ποιες είναι οι πιο αποδοτικές και λιγότερο επιβλαβείς για το περιβάλλον περιοχές χωροθέτησής τους, κοκ. 

Θα επένδυε στην έρευνα και θα προχωρούσε πιο αποφασιστικά στη μαζική παραγωγή οχημάτων υδρογόνου (των οποίων το μοναδικό απόβλητο είναι το νερό). Το υδρογόνο θα μπορούσε να αποτελέσει το οικολογικό καύσιμο του μέλλοντος (με την προϋπόθεση ότι θα παράγεται και το ίδιο από ανανεώσιμη ενέργεια κι όχι από υδρογονάνθρακες). 

Το σύστημα στο οποίο ζούμε όμως δεν έχει τη λογική του σχεδιασμού του μέλλοντος με βάση τις ανάγκες της ανθρωπότητας, αλλά την κοντόφθαλμη λογική του κέρδους και των ανταγωνισμών. Θα συνεχίσει να απειλεί τη ζωή και το μέλλον δισεκατομμυρίων ανθρώπων και του ίδιου του πλανήτη μέχρι να το ανατρέψουμε.

Προηγούμενο άρθροThe war in Ukraine and “green” nuclear energy
Επόμενο άρθροΑπό τη δράση μας
7,127ΥποστηρικτέςΚάντε Like
589ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,111ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
390ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής