Με αφορμή την πρόσφατη απεργία του Σωματείου Μισθωτών Τεχνικών, τις εξελίξεις στις εργασιακές σχέσεις στον τεχνικό κλάδο και τη δημόσια συζήτηση που άνοιξε μετά την κατάρρευση κτιρίου στα Πετράλωνα, μιλήσαμε με τη Σοφία Χατζηφούντα, αρχιτεκτόνισσα, μέλος του Σωματείου Μισθωτών Τεχνικών και του Ξεκινήματος.
- Στον δημόσιο λόγο ακούμε συνεχώς ότι οι κατασκευές βρίσκονται σε φάση ανάπτυξης. Πώς βιώνουν αυτή την «ανάπτυξη» οι εργαζόμενοι μηχανικοί;
Η ανάπτυξη του κατασκευαστικού κλάδου είναι πραγματική. Δεν πρόκειται για μια επικοινωνιακή εικόνα. Τα τελευταία χρόνια η παραγωγή στις κατασκευές έχει αυξηθεί θεαματικά, το ανεκτέλεστο υπόλοιπο των μεγάλων κατασκευαστικών ομίλων ξεπερνά τα 13 δισ. ευρώ και η αγορά τροφοδοτείται από τεράστιους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, του ΕΣΠΑ και ιδιωτικών επενδύσεων.
Το πραγματικό ερώτημα, όμως, είναι άλλο: ποιος καρπώνεται αυτή την ανάπτυξη;
Για τους περισσότερους μισθωτούς μηχανικούς η καθημερινότητα σημαίνει μεγαλύτερη εντατικοποίηση, απλήρωτες υπερωρίες, ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα και επέκταση των ευέλικτων μορφών εργασίας, ιδιαίτερα του Δελτίου Παροχής Υπηρεσιών.
Υπάρχει όμως και μια χαρακτηριστική αντίφαση. Οι εργοδοτικές οργανώσεις δηλώνουν ότι ο κλάδος αναπτύσσεται, αλλά ταυτόχρονα ζητούν ανατιμολογήσεις στα δημόσια έργα και πρόσθετη κρατική στήριξη, επειδή –όπως υποστηρίζουν– έχει αυξηθεί το κόστος κατασκευής. Όταν όμως οι εργαζόμενοι διεκδικούν καλύτερους μισθούς ή Συλλογική Σύμβαση, ακούν ότι «δεν υπάρχουν περιθώρια».
Γι’ αυτό πιστεύω ότι η συζήτηση δεν πρέπει να περιορίζεται στο αν οι κατασκευές αναπτύσσονται. Το κρίσιμο είναι με ποιους όρους αναπτύσσονται. Αν η ανάπτυξη στηρίζεται στη συμπίεση του κόστους εργασίας, στην εντατικοποίηση και στη μεταφορά ολοένα μεγαλύτερης ευθύνης στους εργαζόμενους, τότε δεν υποβαθμίζεται μόνο η θέση των μηχανικών. Υποβαθμίζονται και οι όροι με τους οποίους παράγεται το ίδιο το τεχνικό έργο.
- Η πρόσφατη απεργία του Σωματείου Μηχανικών Τεχνικών είχε στο επίκεντρο τη Συλλογική Σύμβαση. Γιατί είναι τόσο κρίσιμο ζήτημα σήμερα;
Η Συλλογική Σύμβαση δεν είναι απλώς ένας κατάλογος μισθών και επιδομάτων. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ένας κλάδος θέτει κοινούς κανόνες για την εργασία του. Βάζει ένα όριο κάτω από το οποίο δεν μπορεί να πέσει ο ανταγωνισμός. Προστατεύει τον εργαζόμενο, αλλά και την ίδια την αξία της εργασίας. Και στον κλάδο των κατασκευών αυτό αφορά όλη την κοινωνία: τα σπίτια, τα σχολεία, τα νοσοκομεία και τις υποδομές που χρησιμοποιούμε καθημερινά. Οι όροι εργασίας συνδέονται άμεσα με την ποιότητα και την ασφάλεια των κατασκευών.
Στον τεχνικό κλάδο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί σήμερα συνυπάρχουν πολλές διαφορετικές μορφές απασχόλησης. Στο ίδιο γραφείο ή στο ίδιο έργο μπορεί να εργάζονται μηχανικοί με σύμβαση αορίστου χρόνου, ορισμένου χρόνου ή με Δελτίο Παροχής Υπηρεσιών, παρότι κάνουν ακριβώς την ίδια δουλειά. Όσο αυτή η πραγματικότητα μένει εκτός συλλογικής ρύθμισης, τόσο διευρύνεται η δυνατότητα της εργοδοσίας να συμπιέζει συνολικά τους όρους εργασίας, την ποιότητα και ασφάλεια των κατασκευών.
Αυτό ακριβώς βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο της διαπραγμάτευσης. Η θέση του Σωματείου είναι ότι η Συλλογική Σύμβαση πρέπει να καλύπτει και τους εργαζόμενους με δελτίο παροχής υπηρεσιών (ΔΠΥ), γιατί στην πραγματικότητα εργάζονται ως μισθωτοί: έχουν σταθερό ωράριο, συγκεκριμένο χώρο εργασίας, προϊστάμενο και συμμετέχουν κανονικά στην παραγωγική διαδικασία της επιχείρησης.
Από την άλλη πλευρά, οι εργοδοτικοί φορείς επιμένουν ότι πρόκειται για «ανεξάρτητους συνεργάτες» και ότι αυτή είναι επιλογή των ίδιων των εργαζομένων. Εκεί βρίσκεται και η ουσία της διαφωνίας. Αν δεχτούμε ότι η μορφή της σύμβασης αρκεί για να εξαιρεί έναν εργαζόμενο από τη συλλογική προστασία, τότε ανοίγει ο δρόμος για μια αγορά εργασίας με διαφορετικά δικαιώματα για ανθρώπους που κάνουν την ίδια δουλειά.
Γι’ αυτό πιστεύω ότι το πραγματικό διακύβευμα είναι απλό: ίδια εργασία σημαίνει ίδια δικαιώματα, ανεξάρτητα από τη μορφή της σύμβασης που επιβάλλει ο εργοδότης.
- Ένα μεγάλο μέρος της τεχνικής εργασίας οργανώνεται πλέον γύρω από έργα συγκεκριμένης διάρκειας, με αποτέλεσμα πολλοί μηχανικοί να αλλάζουν συχνά αντικείμενο, έργο ή εργοδότη. Είναι απλώς ένα χαρακτηριστικό ενός σύγχρονου κλάδου ή έχει βαθύτερες συνέπειες;
Νομίζω ότι έχει πολύ βαθύτερες συνέπειες. Και δεν αφορούν μόνο τους εργαζόμενους. Αφορούν και τον τρόπο με τον οποίο παράγεται το ίδιο το τεχνικό έργο.
Τα έργα πράγματι έχουν αρχή και τέλος. Αυτό δεν μπορεί να αλλάξει. Το ερώτημα είναι ποιος αναλαμβάνει το κόστος αυτής της πραγματικότητας. Σήμερα το αναλαμβάνει σχεδόν αποκλειστικά ο εργαζόμενος. Κάθε αλλαγή έργου σημαίνει ότι πρέπει να προσαρμοστεί, να μετακινηθεί, να αποδείξει ξανά την αξία του ή ακόμη και να βρεθεί εκτός εργασίας. Η ευελιξία της παραγωγής δεν συνοδεύεται από αντίστοιχες εγγυήσεις για την εργασία.
Το κόστος όμως δεν το πληρώνουν μόνο οι εργαζόμενοι. Το πληρώνει και το ίδιο το τεχνικό έργο. Η τεχνική γνώση δεν βρίσκεται μόνο στα σχέδια και στα λογισμικά. Χτίζεται μέσα από τη συνεργασία, την εμπειρία και τη συνέχεια. Όταν η εργασία οργανώνεται με διαρκή κινητικότητα και προσωρινότητα, αυτή η γνώση διασπάται και δεν συσσωρεύεται.
Γι’ αυτό η διεκδίκηση σταθερών εργασιακών σχέσεων δεν αφορά μόνο τα δικαιώματα των εργαζομένων. Αφορά και την ποιότητα, την ασφάλεια και τη συνέχεια του ίδιου του τεχνικού έργου.
- Το τελευταίο διάστημα βλέπουμε απολύσεις και αναδιαρθρώσεις σε εταιρείες όπως η Nova Constructions και η Power Factors, παρότι δραστηριοποιούνται σε κλάδους που εμφανίζουν ανάπτυξη. Πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις ή για μια ευρύτερη τάση;
Νομίζω ότι πρόκειται για μια ευρύτερη τάση και όχι για μεμονωμένα περιστατικά.
Έχουμε συνηθίσει να συνδέουμε τις απολύσεις με επιχειρήσεις που βρίσκονται σε κρίση. Σήμερα βλέπουμε όλο και συχνότερα το αντίθετο. Εταιρείες που αναπτύσσονται, εξαγοράζονται ή εμφανίζουν υψηλή κερδοφορία προχωρούν ταυτόχρονα σε αναδιαρθρώσεις και απολύσεις.
Αυτό δείχνει ότι οι απολύσεις δεν αποτελούν πλέον μόνο μέτρο αντιμετώπισης μιας κρίσης. Γίνονται εργαλείο διαχείρισης της κερδοφορίας και προσαρμογής της εταιρείας στους επιχειρηματικούς της στόχους.
Στον τεχνικό κλάδο αυτό σημαίνει ότι η εργασία οργανώνεται όλο και περισσότερο γύρω από τις ανάγκες κάθε έργου. Όταν αλλάζει ο σχεδιασμός ή ολοκληρώνεται ένας κύκλος εργασιών, θεωρείται φυσιολογικό να αλλάζουν και οι άνθρωποι που τον υλοποιούν.
Το πρόβλημα είναι ότι όλο το κόστος αυτής της ευελιξίας μεταφέρεται στους εργαζόμενους. Γι’ αυτό δεν αρκεί να εξετάζουμε κάθε απόλυση ξεχωριστά. Πρέπει να βλέπουμε το μοντέλο εργασίας που διαμορφώνεται συνολικά.
- Τα τελευταία χρόνια ακούμε όλο και συχνότερα ότι οι εργαζόμενοι «παραιτούνται», ενώ οι ίδιες οι εταιρείες δηλώνουν ότι δεν κάνουν απολύσεις. Είναι πράγματι έτσι;
Κάθε περίπτωση είναι διαφορετική και δεν αποτελεί κανόνα ότι κάθε αποχώρηση ταυτίζεται με εξαναγκασμό. Όμως δεν μπορούμε να αγνοούμε ότι, όλο και συχνότερα, η «παραίτηση» δεν είναι μια ελεύθερη επιλογή αλλά το αποτέλεσμα συγκεκριμένων πρακτικών και μιας σταδιακής πίεσης μέσα στον χώρο εργασίας.
Μπορεί να αλλάξει το αντικείμενο, να απομακρυνθεί κάποιος από ένα έργο, να μειωθούν οι αρμοδιότητές του ή να βρεθεί μπροστά σε συνεχείς αναδιαρθρώσεις. Τυπικά δεν απολύεται. Στην πράξη όμως οδηγείται στην έξοδο.
Αυτό δεν αφορά μόνο μια εταιρεία ούτε μόνο τον τεχνικό κλάδο. Είναι ένας τρόπος διαχείρισης του προσωπικού που εμφανίζει την αποχώρηση ως ατομική επιλογή, ενώ στην πραγματικότητα είναι αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο οργανώνεται η εργασία.
Γι’ αυτό θεωρώ ότι δεν έχει τόση σημασία αν θα χρησιμοποιήσουμε τη λέξη «απόλυση» ή «παραίτηση». Το ουσιαστικό είναι να δούμε αν ο εργαζόμενος μπορεί πραγματικά να επιλέξει ή αν εξωθείται να αποχωρήσει επειδή η θέση του έχει ουσιαστικά αποδομηθεί.
Γι’ αυτό έχει σημασία να υπάρχουν συλλογικά όργανα και θεσμοί που να εξετάζουν τι πραγματικά συνέβη πίσω από μια «οικειοθελή αποχώρηση». Γιατί πολλές φορές η πραγματικότητα δεν αποτυπώνεται στον τίτλο του εγγράφου που υπογράφεται.
- Τα τελευταία χρόνια οι μηχανικοί αναλαμβάνουν ολοένα περισσότερες τεχνικές, διοικητικές και νομικές ευθύνες. Είναι απλώς μια συνέπεια της ψηφιοποίησης και της εξέλιξης του επαγγέλματος;
Δεν νομίζω. Βλέπουμε μια βαθύτερη μετατόπιση. Ο μηχανικός αποφασίζει όλο και λιγότερα, αλλά υπογράφει όλο και περισσότερα.
Οι βασικές επιλογές ενός έργου –οι προθεσμίες, η στελέχωση, ο προϋπολογισμός– λαμβάνονται συνήθως από την εργοδοσία, τον επενδυτή ή τον φορέα που αναθέτει το έργο. Την ίδια στιγμή, όμως, ο μηχανικός καλείται να αναλάβει ολοένα μεγαλύτερη προσωπική ευθύνη για το αποτέλεσμα.
Το βλέπουμε στην έκδοση οικοδομικών αδειών, στην Ηλεκτρονική Ταυτότητα Κτιρίου και σε πολλές ακόμη διαδικασίες όπου αρμοδιότητες που θα έπρεπε να ελέγχονται ουσιαστικά από επαρκώς στελεχωμένες δημόσιες υπηρεσίες μεταφέρονται όλο και περισσότερο στην ατομική δήλωση και υπογραφή του μηχανικού. Αυτό συνδέεται άμεσα με την υποστελέχωση των δημόσιων υπηρεσιών και τη συρρίκνωση του δημόσιου ελέγχου.
Το αποτέλεσμα είναι μια ασύμμετρη ευθύνη. Η ευθύνη εξατομικεύεται, ενώ οι αποφάσεις συγκεντρώνονται αλλού και οι θεσμικές εγγυήσεις αποδυναμώνονται. Και αυτή είναι μια αντίφαση που δεν αφορά μόνο τους μηχανικούς. Αφορά και την αξιοπιστία του ίδιου του συστήματος παραγωγής του τεχνικού έργου.
- Η κατάρρευση του κτιρίου στα Πετράλωνα άνοιξε ξανά τη συζήτηση για την ασφάλεια των κατασκευών. Χωρίς να προκαταλαμβάνουμε τα αίτια της συγκεκριμένης υπόθεσης, τι συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε για τον τρόπο που οργανώνεται σήμερα το τεχνικό έργο;
Το πρώτο που πρέπει να πούμε είναι το αυτονόητο. Τα αίτια της συγκεκριμένης υπόθεσης είναι υπό διερεύνηση. Δεν θα σταθούμε στην πραγματογνωμοσύνη.
Από εκεί και πέρα, όμως, κάθε τέτοιο περιστατικό ανοίγει μια αναγκαία συζήτηση. Η ασφάλεια δεν είναι μόνο ζήτημα τήρησης των κανονισμών ούτε μόνο ζήτημα ατομικής ευθύνης του μηχανικού. Είναι και ζήτημα του τρόπου με τον οποίο οργανώνεται η παραγωγή.
Ένα τεχνικό έργο χρειάζεται χρόνο, επαρκή στελέχωση, συνεργασία ανάμεσα στις ειδικότητες και ουσιαστικό έλεγχο. Όταν κυριαρχεί η πίεση για μείωση του χρόνου και του κόστους, δημιουργούνται αντικειμενικά συνθήκες που δυσκολεύουν την πρόληψη και αυξάνουν τους κινδύνους.
Γι’ αυτό η συζήτηση για την ασφάλεια δεν μπορεί να ανοίγει μόνο μετά από ένα δυστύχημα. Πρέπει να αφορά συνολικά τους όρους με τους οποίους παράγεται το τεχνικό έργο. Και αυτοί οι όροι δεν είναι μόνο τεχνικό ζήτημα. Είναι και ζήτημα εργασιακών σχέσεων, δημόσιου ελέγχου και πολιτικών επιλογών.
- Ποια θεωρείς ότι είναι σήμερα τα βασικά καθήκοντα του συνδικαλιστικού κινήματος των μηχανικών όλων των ειδικοτήτων ;
Νομίζω ότι το πρώτο καθήκον είναι να συνεχίσει να βρίσκει τρόπους οργάνωσης εκεί όπου σήμερα ζουν και εργάζονται οι μηχανικοί όλων των ειδικοτήτων — από τους αρχιτέκτονες μέχρι τους πολιτικούς, μηχανολόγους, ηλεκτρολόγους, τοπογράφους μηχανικούς κοκ: στα μεγάλα τεχνικά γραφεία, στις μελετητικές εταιρείες, στα εργοτάξια, στις εταιρείες ενέργειας και στις νέες μορφές τεχνικής παραγωγής. Οι περισσότεροι νέοι συνάδελφοι είναι μισθωτοί, εργάζονται σε μεγάλα εταιρικά σχήματα, αλλάζουν έργα και συχνά δουλεύουν με ευέλικτες μορφές απασχόλησης. Εκεί πρέπει να βρίσκεται το σωματείο.
Το δεύτερο είναι να υπερασπιστεί τη συλλογική οργάνωση της εργασίας. Η Συλλογική Σύμβαση δεν αφορά μόνο τους μισθούς. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ένας κλάδος θέτει κοινούς κανόνες απέναντι στην απορρύθμιση και στη μεταφορά όλου του ρίσκου στον εργαζόμενο: όταν ο μισθός και το ωράριο γίνονται ατομική διαπραγμάτευση, όταν το ΔΠΥ βαφτίζει «συνεργάτη» έναν εργαζόμενο που δουλεύει σαν μισθωτός, όταν τα κενά ανάμεσα στα έργα, οι υπερωρίες και η ευθύνη της υπογραφής φορτώνονται στον καθένα ξεχωριστά.
Και υπάρχει και κάτι ακόμη. Οι μηχανικοί δεν παράγουμε απλώς μια υπηρεσία. Παράγουμε τον χώρο μέσα στον οποίο ζει η κοινωνία. Γι’ αυτό η υπεράσπιση της εργασίας μας δεν είναι ένα στενά κλαδικό ζήτημα. Συνδέεται με την ποιότητα, την ασφάλεια και τον κοινωνικό προσανατολισμό του ίδιου του τεχνικού έργου.
Αν κάτι θα ήθελα να μείνει από αυτή τη συζήτηση, είναι ότι οι συνθήκες μέσα στις οποίες δουλεύουν οι μηχανικοί δεν αφορούν μόνο τους ίδιους. Αφορούν τελικά το πώς σχεδιάζονται, κατασκευάζονται και ελέγχονται οι πόλεις, τα κτίρια και οι υποδομές που χρησιμοποιούμε όλοι. Και γι’ αυτό είναι υπόθεση ολόκληρης της κοινωνίας.












