Η ανακοίνωση της Ryanair ότι κλείνει τη βάση της στο αεροδρόμιο «Μακεδονία» της Θεσσαλονίκης από τον Οκτώβρη του 2026 για τη χειμερινή περίοδο δεν αποτελεί απλώς μια επιχειρηματική εξέλιξη στον χώρο των αερομεταφορών. Είναι μια ακόμα εικόνα του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν οι πολυεθνικές που μετακινούν κεφάλαια, επενδύσεις και δραστηριότητες με μοναδικό κριτήριο την κερδοφορία, ενώ οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμοι.
Περίπου 200 εργαζόμενοι στη Θεσσαλονίκη βρίσκονται σε καθεστώς ομηρίας, αφού η εταιρεία τους ζητάει να επιλέξουν ανάμεσα στην απλήρωτη άδεια κατά τη διάρκεια του χειμώνα και την αλλαγή βάσης, δηλαδή μετακίνηση σε άλλες πόλεις. Πρόκειται για πιλότους, προσωπικό καμπίνας, τεχνικούς, προσωπικό εδάφους και άλλους εργαζόμενους που σήμερα δουλεύουν στη βάση της Θεσσαλονίκης.
Η Ryanair παρουσίασε την απόφαση ως αποτέλεσμα της αύξησης των τελών που επιβάλλει η Fraport Greece, η γερμανικών συμφερόντων εταιρεία που διαχειρίζεται το αεροδρόμιο «Μακεδονία». Η εταιρεία ισχυρίζεται ότι τα τέλη έχουν αυξηθεί κατά 66% από το 2019 και ότι το επιχειρηματικό μοντέλο μιας low-cost αεροπορικής δεν μπορεί να αντέξει τέτοιες αυξήσεις.
Από την άλλη πλευρά, η Fraport απαντά ότι πρόκειται αποκλειστικά για επιχειρηματική επιλογή της Ryanair και ότι οι αναφορές στις χρεώσεις είναι προσχηματικές.
Πίσω από αυτή τη δημόσια σύγκρουση δύο επιχειρηματικών κολοσσών, οι εργαζόμενοι είναι αυτοί που πληρώνουν τον λογαριασμό.
Η υπόθεση αυτή δείχνει επίσης το αδιέξοδο του μοντέλου ανάπτυξης που βασίζεται αποκλειστικά στις ιδιωτικοποιήσεις στρατηγικών υποδομών. Τα αεροδρόμια παραδόθηκαν σε ιδιώτες, δόθηκαν φοροαπαλλαγές και διευκολύνσεις σε αεροπορικές εταιρείες, ενώ οι εργαζόμενοι καλούνταν να αποδεχτούν ελαστικές σχέσεις εργασίας, εντατικοποίηση και χαμηλούς μισθούς στο όνομα της «ανάπτυξης».
Τώρα βλέπουμε πόσο εύθραυστο είναι αυτό το μοντέλο. Μια πολυεθνική μπορεί μέσα σε λίγες μέρες να αποφασίσει ότι η Θεσσαλονίκη δεν αποφέρει αρκετό κέρδος και να μεταφέρει αεροσκάφη και δραστηριότητες αλλού. Ήδη η Ryanair δήλωσε ότι θα κατευθύνει αεροσκάφη προς χώρες και αεροδρόμια που θεωρεί πιο «ανταγωνιστικά», όπως η Αλβανία, η Σουηδία και περιοχές της Ιταλίας.
Βέβαια η Ryanair σημείωσε καθαρά κέρδη 2,26 δισ. ευρώ για το οικονομικό έτος 2025, αυξημένα κατά 40% από 1,61 δισ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα, ενώ τα συνολικά έσοδα αυξήθηκαν κατά 11% στα 15,54 δισ. ευρώ, με αύξηση 4% στον αριθμό επιβατών στα 208,4 εκατομμύρια. Αυτό από μόνο του αποκαλύπτει τον πραγματικό χαρακτήρα της υπόθεσης. Δεν πρόκειται για μια εταιρεία που «δεν βγαίνει οικονομικά». Πρόκειται για έναν κολοσσό που αναζητά ακόμα μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους, χρησιμοποιώντας ως μοχλό πίεσης τις θέσεις εργασίας εκατοντάδων ανθρώπων.
Η υπόθεση της Ryanair δείχνει γιατί οι μεταφορές και οι βασικές υποδομές δεν μπορούν να λειτουργούν αποκλειστικά με γνώμονα το κέρδος. Αφορούν κοινωνικές ανάγκες όπως η σύνδεση περιοχών, η δυνατότητα μετακίνησης και οι θέσεις εργασίας. Όταν παραδίδονται πλήρως στη λογική του κέρδους, οι κοινωνικές ανάγκες μπαίνουν πάντα σε δεύτερη μοίρα.
Η απάντηση δεν βρίσκεται ούτε στη στήριξη της Ryanair απέναντι στη Fraport, ούτε αντίστροφα. Αυτό που χρειάζεται είναι κοινός αγώνας για την υπεράσπιση όλων των θέσεων εργασίας, για μόνιμη και σταθερή δουλειά με δικαιώματα και για δημόσιο, κοινωνικό έλεγχο στις στρατηγικές υποδομές και μεταφορές, με βάση τις ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας και όχι τα κέρδη των πολυεθνικών.












