Το παρακάτω κείμενο είναι βασισμένο στην εισήγηση της Ιωάννας Κουστολίδου στα πλαίσια της συζήτησης «Tradwives – Δικαίωμα στην επιλογή ή επίθεση στα δικαιώματα των γυναικών;» που πραγματοποιήθηκε στο 33ο κάμπινγκ Antinazizone–YRE. Την εισήγηση της Εύας Φούγια για στο ίδιο θέμα μπορείτε να την βρείτε εδώ. Τις επόμενες μέρες θα δημοσιεύσουμε τις εισηγήσεις από τις υπόλοιπες κουβέντες που πραγματοποιήθηκαν. Μείνετε συντονισμένοι/ες!
Γενικά τα τελευταία χρόνια έχουμε δει την άνοδο της ακροδεξιάς τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα. Βλέπουμε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις καταφέρνουν μέχρι και να πάρουν την εξουσία όπως για παράδειγμα με την Μελόνι στην Ιταλία, τον Όρμπαν τα προηγούμενα πολλά χρόνια στην Ουγγαρία και τον Τραμπ στις ΗΠΑ.
Στην Ελλάδα βλέπουμε επίσης της επανεμφάνιση της ακροδεξιάς, με την είσοδο στις εκλογές του 2023 τριών ακροδεξιών κομμάτων στην βουλή, με τα περισσότερα ηγετικά στελέχη της Χρυσής Αυγής να έχουν ήδη αποφυλακιστεί, με τις επιθέσεις στα pride, στην Αριστοτέλους στην Θεσσαλονίκη, στην Πετρούπολη και όχι μόνο. Η ακροδεξιά προσπαθεί να στρατολογήσει νέα παιδιά στις γραμμές της και να εκφοβίσει όσους παλεύουν ενάντια στο ρατσισμό και υπέρ των δικαιωμάτων των προσφύγων, όσους παλεύουν για τα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, όσους παλεύουν ενάντια στην ακρίβεια, την φτώχεια, την γενοκτονία στην Παλαιστίνη, τις επιθέσεις του Τραμπ κοκ. Εδώ και αρκετό καιρό ακροδεξιοί και φασίστες (η Χρυσή Αυγή και οι διασπάσεις της) προσπαθούν να επανακάμψουν και κάνουν όλα όσα έκαναν την περίοδο που προηγήθηκε της ανόδου της ΧΑ: προσπαθούν να χτίσουν τοπικές οργανώσεις με βάση τη νεολαία και να δημιουργήσουν νέες περιοχές «άβατα» όπως είναι οι δυτικές συνοικίες στην Θεσσαλονίκη ή το Νέο Ηράκλειο στην Αθήνα.
Οι trad wives σαν «τρεντ» στα σόσιαλ μίντια ενισχύουν την προσπάθεια αυτή τόσο διεθνώς όσο και στην χώρα μας, και χρησιμοποιούνται από την ακροδεξιά για να επηρεάσει ένα κομμάτι στο οποίο δεν είχε τόσο μεγάλη επιτυχία μέχρι πρότινος: δηλαδή κορίτσια εφηβικής ηλικίας και νέες γυναίκες. Έχουμε δει τα τελευταία χρόνια την ακροδεξιά διεθνώς να καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια για να περιορίσει ή και να πάρει πίσω δικαιώματα για τα οποία κάναμε πολλούς αγώνες για να κατακτήσουμε.
Η ακροδεξιά για τα δικαιώματα των γυναικών
Ακόμα και στην υποτιθέμενη ασφάλεια του δυτικού κόσμου, τα δικαιώματά μας κλονίζονται, με πρώτο απ’ όλα και βασικό εκείνο στην άμβλωση. Στιγμή ορόσημο αυτής της πολιτικής στροφής ήταν η ανατροπή της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου (η λεγόμενη υπόθεση Roe v Wade στις ΗΠΑ), η οποία προστάτευε την άμβλωση σε εθνικό επίπεδο. Πλέον, η κάθε πολιτεία είναι υπεύθυνη να αποφασίσει μόνη της για το αν η άμβλωση επιτρέπεται ή όχι. Προφανώς, πολλές πολιτείες έχουν απαγορεύσει στην ουσία εξ ολοκλήρου τις αμβλώσεις ή τις επιτρέπουν μέχρι την 6η εβδομάδα κύησης, περίοδος τόσο μικρή που μια γυναίκα μπορεί να μην γνωρίζει καν ακόμη αν είναι έγκυος, πόσο μάλλον αν θα επιθυμούσε να φέρει σε πέρας την κύηση ή όχι. Τα αποτελέσματα αυτής της απόφασης φάνηκαν τόσο στην Αμερική όσο και σε μια σειρά από χώρες στις οποίες ξεκίνησε η αμφισβήτηση ενός δικαιώματος που είναι κατοχυρωμένο εδώ και δεκαετίες μετά από μεγάλους αγώνες.
Τι πιστεύουν όμως οι Έλληνες ακροδεξιοί για τα δικαιώματα των γυναικών;
Στην Ελλάδα η ακροδεξιά δεν άργησε καθόλου να πατήσει πάνω στην άρση του δικαιώματος στην άμβλωσης στις ΗΠΑ. Είδαμε για παράδειγμα τον Βελόπουλο να ζητά να γίνει δημοψήφισμα για τις αμβλώσεις, λέγοντας πως είναι έγκλημα και πρέπει να απαγορεύονται. Αντίστοιχη είναι και η θέση του κόμματος του Κασιδιάρη, που χαρακτηρίζει τις αμβλώσεις ως «δολοφονίες αγέννητων παιδιών» και χρησιμοποιεί το «επιχείρημα» της υπογεννητικότητας για να περιορίσει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των γυναικών, προτείνοντας ως λύση να δοθεί το παιδί αφού γεννηθεί σε μια ανάδοχη ελληνική οικογένεια που θα το μεγαλώσει με ελληνικές αξίες, ήθη και έθιμα. Και εννοείται αντίστοιχη θέση πήρε και η Νίκη και φυσικά η Χρυσή Αυγή, η οποία μίλησε για γενοκτονία ενός ολόκληρου έθνους, για το ότι έχει χαθεί η παράδοση και οι αξίες από την σημερινή κοινωνία και ότι οι γυναίκες στερούνται το βασικότερο τους ένστικτο: αυτό της μητρότητας, αναπολώντας μια εποχή όπου οι γυναίκες γεννούσαν αβέρτα παιδιά από την πρώτη στιγμή που μπορούσαν.
Γενικά ο ρόλος που αναθέτει στις γυναίκες η ακροδεξιά τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς είναι πολύ συγκεκριμένος: θεωρεί την μητρότητα ως το κύριο καθήκον της γυναίκας. Για να προσπαθήσει να πείσει το ακροατήριο της, με την πρώτη ευκαιρία τάσσεται ενάντια στον φεμινισμό και τον παρουσιάζει ως την πηγή του κακού. Η Χρυσή Αυγή θεωρεί ότι ο μοναδικός στόχος του φεμινισμού είναι να αλλοιώσει την ιδέα της οικογένειας και να αποπροσανατολίσει την γυναίκα από τα πραγματικά της καθήκοντα εντός της οικογένειας, εξοντώνοντας την με την αναζήτηση καριέρας και προσωπικών φιλοδοξιών. Υποστηρίζουν έναν άλλο και καλά φεμινισμό, όπου οι γυναίκες συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο, αλλά για να υπερασπιστούν τα «γυναικεία» δικαιώματα, όπως τα καταλαβαίνουν αυτοί, με χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτό στην παρθενιά και την μητρότητα. Το κόμμα του Κασιδιάρη προπαγανδίζει μάλιστα ότι ο φεμινισμός χρηματοδοτείται από μεγιστάνες όπως και ο αντιφασισμός και διάφορα κινήματα όπως το black lives matter, με στόχο να οδηγήσει την γυναίκα στην εργασία, μακριά από το σπίτι της και τα παιδιά της (ή αυτά που θα έπρεπε να έχει).
Αναπαραγωγική μηχανή
Η αντίληψη της γυναίκας από την ακροδεξιά ως αναπαραγωγική μηχανή ταυτίζεται με το πρότυπο που προβάλλουν οι trad wives, αρκετές από τις οποίες έχουν 5-10 παιδιά, είναι ενάντια σε κάθε μορφή αντισύλληψης και δεν βλέπουν τους εαυτούς τους ως άτομα με ίσα δικαιώματα, θέλω και φιλοδοξίες.
Υπάρχουν μέχρι και συγκεκριμένες trad wives οι οποίες έχουν ξεκάθαρη σχέση με την Ακροδεξιά, όπως για παράδειγμα η Abby Roth, που το περιεχόμενό τους αποτελείται αποκλειστικά από βίντεο στα οποία τάσσονται ενάντια στις αμβλώσεις και το δικαίωμα των γυναικών να αποφασίζουν για το σώμα τους.
Γενικά, οι trad wives προσπαθούν κάπως να ωραιοποιήσουν τον ρόλο που της δίνει η ακροδεξιά, παρουσιάζοντας τον ως τον ιδανικό: τι άλλο χρειάζεσαι όταν μπορείς να φροντίζεις όλη μέρα τον άντρα σου και τα δέκα σου παιδιά; Γιατί να θέλεις να δουλεύεις, να κουράζεσαι και να μην προλαβαίνεις να δεις την οικογένεια σου; Μα έτσι μπορείς να αναλαμβάνεις να φτιάχνεις μακαρόνια και μερέντα from scratch ή ότι άλλο τέλος πάντων φτιάχνει η μαμά του Μάξιμου.
Και να διευκρινίσω εδώ, ότι αν μια γυναίκα ή ένας άντρας ή κάποιο άλλο άτομο θέλουν πολλά παιδιά, αν αυτό τους κάνει χαρούμενους, αυτό δεν είναι κανενός είδος πρόβλημα. Το πρόβλημα ξεκινά όταν αυτό έρχεται για να προπαγανδίσει και να επιβάλλει ένα συγκεκριμένο ρόλο για τις γυναίκες, μια συγκεκριμένου τύπου οικογένεια κοκ.
Ουσιαστικά η ακροδεξιά προσπαθεί να πείσει τις γυναίκες ότι ο μόνος τρόπος για να νιώθουν ολοκληρωμένες και να θεωρούνται επιτυχημένες είναι να είναι στο σπίτι, επιδεικνύοντας αυτό και στις υπόλοιπες γυναίκες.
Συχνά χρησιμοποιεί ξεπερασμένα επιχειρήματα, όπως για παράδειγμα ότι ο άντρας από την φύση του πρέπει να έχει έναν ηγετικό ρόλο – ότι πρέπει να είναι αυτός που θα συντηρεί την οικογένεια του και αν δεν τα καταφέρνει είναι αποτυχημένος, δεύτερης κατηγορίας, και θα έπρεπε να ντρέπεται για αυτό. Αγνοούν το γεγονός ότι στην σημερινή εποχή μέχρι και δύο εισοδήματα πολλές φορές δεν φτάνουν για να συντηρηθεί μια οικογένεια ακόμη και μικρότερου μεγέθους από αυτήν που παρουσιάζουν οι trad wives, και φυσικά ότι δεν έχει αποδεχθεί ποτέ ότι ο άντρας «από φυσικού του» έχει αυτόν τον ρόλο.
Χρησιμοποιούν επίσης το επιχείρημα ότι τα παιδιά θέλουν την μητέρα τους και άρα προφανώς πρέπει να είναι 24/7 κλεισμένη στο σπίτι για να συμβάλει στην ανάπτυξή τους, αγνοώντας όλες τις έρευνες που έχουν δείξει ότι ο ρόλος και η συμμετοχή του πατέρα στην ανάπτυξη των παιδιών είναι εξίσου κομβικός με αυτόν της μητέρας. Το επιχείρημα αυτό τελειώνει στην πραγματικότητα όταν μια μητέρα που έχει αποφασίσει να θηλάσει (δεν το κάνουν όλες οι γυναίκες και αυτό είναι οκ) σταματάει, και το δέσιμο του παιδιού πραγματοποιείται και με τους δύο γονείς- όχι αποκλειστικά με την μητέρα. Εννοείται επίσης ότι η ακροδεξιά χρησιμοποιεί το «επιχείρημα» της υπογεννητικότητας, και προβάλλει πρότυπα όπως τις trad wives ως ιδανικές γυναίκες γιατί έκαναν πολλά παιδιά.
Κάπου εδώ θα ήθελα να ξεκαθαρίσω επίσης ότι σε καμία περίπτωση δεν είμαστε αντίθετες στο να μένουν όσοι γονείς θέλουν στο σπίτι μετά την γέννηση ενός παιδιού και για όσο χρόνο το επιθυμούν, ίσα ίσα θα έπρεπε να υπάρχει και η κατάλληλη μέριμνα από το κράτος αντί για τις εξευτελιστικά μικρές άδειες που δίνονται. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν ένας τρόπος ζωής που δεν σου προσφέρει καμία ασφάλεια, καθώς αν δεν έχεις εισόδημα εξαρτάσαι πλήρως από αυτόν που σε συντηρεί, που βάζει την ανεξαρτησία, τα προσωπικά ενδιαφέροντα, τις διαπροσωπικές σχέσεις σε δεύτερη μοίρα και υπερτονίζει ότι οι γυναίκες πρέπει να είναι περιποιημένες, σεμνές και συγκαταβατικές, επηρεάζει ένα τόσο μεγάλο κοινό. Γι’ αυτό δεν μπορεί να μείνει χωρίς κριτική.
Ουσιαστικά στην περίπτωση των trad wives δεν μιλάμε για επιλογή αλλά για ένα συγκεκριμένο πρότυπο, αυτό της συγκαταβατικής, υπάκουης και με συγκεκριμένο ρόλο γυναίκας, και χρησιμοποιείται ως προπαγάνδα με στόχο να περιορίσει τις γυναίκες και να πάρει πίσω δικαιώματα για τα οποία πραγματικά παλέψαμε για να κατακτήσουμε.
Αντι-φεμινισμός
Η ακροδεξιά προσπαθεί με το τρίπτυχο πατρίς-θρησκεία-οικογένεια, και συγκεκριμένα δίνοντας έμφαση στην μόνη αποδεκτή για την ίδια οικογένεια (την πατριαρχική, πυρηνική οικογένεια) να διαιωνίσει την ιεράρχηση στους ρόλους.
Ας μην ξεχνάμε ότι η ακροδεξιά είναι κομμάτι του συστήματος, και με τα πρότυπα που προβάλλει, βάζοντας τα παιδιά κάτω από τους γονείς και την μάνα κάτω από τον πατέρα ουσιαστικά δημιουργεί δομές καταπίεσης και προετοιμάζει τους υποστηρικτές της ώστε να ανέχονται την ταξική κοινωνία.
Πέρα από τις γυναίκες που υποστηρίζουν τους παραδοσιακούς ρόλους, υπάρχουν και οι ακροδεξιές προσωπικότητες που χαρακτηρίζονται ως «αντιφεμινίστριες» – αυτή την έκφραση προβάλλουν.
Μια τέτοια περίπτωση είναι για παράδειγμα η Λατινοπούλου, η οποία αν θυμόμαστε απέκτησε δημοσιότητα το 2021 όταν ανέβασε εκείνο το φανταστικό βίντεο στο οποίο είχε ταραχτεί πάρα πολύ και «της κατέστρεψαν την κοσμοθεωρία» οι τρίχες στα πόδια και στις μασχάλες, κάτι το οποίο για την ίδια είναι αντιαισθητικό. Με αυτό το βίντεο και την μετέπειτα ρητορική που χρησιμοποιεί και με την Φωνή Λογικής ουσιαστικά προσπαθεί να ενισχύσει την άποψη ότι οι γυναίκες πρέπει να είναι πάντα περιποιημένες, ξυρισμένες, βαμμένες, και οτιδήποτε άλλο πρέπει να μένει κρυφό και να νιώθουμε ντροπή για αυτό. Είναι τα ίδια επιχειρήματα με άλλη γραμματοσειρά, αντί για την soft εικόνα των trad wives, η Λατινοπούλου βγάζει μια πιο ανεξάρτητη εικόνα της γυναίκας που θα βγει μπροστά, θα συμμετάσχει στην πολιτική και θα βάλει τις γυναίκες «στην θέση τους». Όλα τα προηγούμενα χρόνια χρησιμοποιείται ως το «πρότυπο» γυναίκας για πολλούς ακροδεξιούς, δηλώνει ξεκάθαρα ότι είναι ενάντια στον φεμινισμό, τις αμβλώσεις, ενισχύει τα στερεότυπα και γενικά στέκεται ενάντια στις γυναίκες και τα δικαιώματά τους, σε όλες τις περιπτώσεις εκτός από όταν χρειάζεται να εργαλειοποιήσει το φύλο της για να επιτεθεί σε μια άλλη ομάδα, όπως για παράδειγμα την ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα.
Αντίστοιχα παραδείγματα από γυναίκες που δηλώνουν περήφανα ότι δεν είναι φεμινίστριες έχουμε δει και σε άλλες χώρες, όπως για παράδειγμα με το MAHA (Make America Hot Again) και πάλι στο ίνσταγκραμ και το τικτοκ, που αποτελείται από γυναίκες (μέλη προφανώς του ρεπουμπλικανικού κόμματος) οι οποίες εναντιώνονται στα πρότυπα των trad wives και στην ουσία θέλουν να δείξουν πόσο φυσιολογικές είναι οι ακροδεξιές γυναίκες στην Αμερική (δικά τους λόγια όχι δικά μου). Στην πραγματικότητα όμως η σκοπιμότητα τους είναι η ίδια: δίνουν μεγάλη έμφαση στην εξωτερική τους εμφάνιση και υπερτονίζουν ότι είναι γυναίκες, αλλά με μια χροιά του ότι μπορείς να είσαι περιποιημένη, ανεξάρτητη και να δουλεύεις, δεν χρειάζεσαι άντρα αλλά μπορείς να εκφράζεις ρητορική μίσους και να γίνεις μέρος του προβλήματος εντελώς μόνη σου!
Από την άλλη, υπάρχει το κομμάτι των ακροδεξιών ινφλουένσερς που απευθύνεται (με το ίδιο «θέμα») στους άνδρες, και εντάσσεται στην ανδρόσφαιρα, θεματική που είχαμε συζητήσει σε προηγούμενο κάμπινγκ. Ουσιαστικά η αντίληψη που έχουν για τις γυναίκες είναι πολύ ξεκάθαρη: πολλές φορές δεν αντιμετωπιζόμαστε καν ως άνθρωποι αλλά ως αντικείμενα που πρέπει να ξεγελάσεις και να κατακτήσεις. Δεν είναι λίγοι αυτοί που έχουν κάνει καριέρα αποκλειστικά και μόνο ανεβάζοντας βίντεο και φτιάχνοντας “σεμινάρια” για το πώς να αναγνωρίσεις μια «αγνή γυναίκα» και να την «κατακτήσεις». Οι ακροδεξιοί ινφλουένσερς ενισχύουν με κάθε τρόπο τα παραδοσιακά πρότυπα για τους ρόλους των φύλων, προσπαθώντας να τραβήξουν ξεκάθαρα όρια ανάμεσά τους: άντρας στην δουλειά, γυναίκα στο σπίτι.
Εύκολη λύση ή αδιέξοδο;
Γενικά το κοινό που υπάρχει ανάμεσα σε όσους εξυπηρετούν τα συμφέροντα της ακροδεξιάς, ανεξαρτήτως αν απευθύνονται σε γυναίκες ή άντρες, είναι η προσπάθεια να δείξουν μια εύκολη λύση για τις συνθήκες με τις οποίες ερχόμαστε όλοι και όλες μας αντιμέτωποι στην εποχή μας: η ακρίβεια έχει φτάσει στα ύψη, οι μισθοί δεν φτάνουν καν να καλύψουν τα βασικά μας έξοδα, ο ελεύθερος χρόνος έχει ελαχιστοποιηθεί.
Η διέξοδος που προτείνει η ακροδεξιά όμως δεν είναι στην πραγματικότητα διέξοδος: στους άντρες λέει να βρουν μια γυναίκα που θα προσέχει το σπίτι και τα παιδιά, που θα έχει πάντα φαγητό στο τραπέζι ώστε να μπορούν να αφοσιωθούν πλήρως στο να δουλεύουν όλη μέρα μέχρι να πετύχουν και να βγάλουν λεφτά, και στις γυναίκες λέει να μην εργάζονται για να έχουν χρόνο να κρατούν το σπίτι και να μην πιέζονται με τις απαιτήσεις της εργασίας. Προσπαθούν δηλαδή να μας πείσουν ότι δεν γίνεται να τα κάνουμε όλα, ότι δεν υπάρχει λόγος να παλέψουμε για καλύτερους μισθούς, για δωρεάν φροντίδα των παιδιών, για κοινωνική μέριμνα, αλλά να χωρίσουμε ξανά τους έμφυλους ρόλους, να χάσουμε την ανεξαρτησία μας και να επιστρέψουμε ξανά στα καθήκοντα που υποτίθεται ότι μας αναλογούν.
Αυτοί οι παραδοσιακοί πατριαρχικοί ρόλοι μέσα στο άγχος και την ανασφάλεια που επικρατεί συνολικά για ένα κομμάτι νέων γυναικών μπορεί να φαντάζουν ελκυστικοί. Η πραγματικότητα, όμως, είναι ότι πίσω από την «παράδοση» και τις «οικογενειακές αξίες» κρύβεται μια βαθύτερη επιδίωξη: ο περιορισμός των δικαιωμάτων των γυναικών στην εργασία, στην οικονομική ανεξαρτησία και, τελικά, στην προσωπική τους αυτονομία. Είναι ένα ζήτημα που χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, καθώς η πρόσβαση στην εργασία δεν αποτελεί μόνο μέσο βιοπορισμού, αλλά βασική προϋπόθεση για την ισότιμη συμμετοχή στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή. Όταν μια γυναίκα στερείται τη δυνατότητα να εργάζεται ή ωθείται να εγκαταλείψει την επαγγελματική της δραστηριότητα, χάνει όχι μόνο το εισόδημά της, αλλά και την οικονομική της ανεξαρτησία, την κοινωνική της ασφάλιση και τη δυνατότητα να λαμβάνει ελεύθερα αποφάσεις για τη ζωή της.
Η οικονομική εξάρτηση από τον άνδρα που παρουσιάζεται ως «αρχηγός» της οικογένειας βάζει την γυναίκα σε υποδεέστερη θέση, αλλά και ενισχύει τον κίνδυνο για οικονομική βία και κακοποίηση, και μειώνει τις διεξόδους σε περίπτωση που η σχέση γίνει κακοποιητική. Παράλληλα, η απομάκρυνση των γυναικών από τον δημόσιο και επαγγελματικό χώρο σημαίνει και την απουσία τους από την πολιτική, τον συνδικαλισμό, την επιστήμη κλπ. Με αυτόν τον τρόπο, η ανισότητα δεν περιορίζεται στις οικογενειακές σχέσεις, αλλά αναπαράγεται και θεσμικά. Συνεπώς η αμφισβήτηση των εργασιακών μας δικαιωμάτων δεν αποτελεί μεμονωμένη πολιτική επιλογή ή απλά ένα «χαζό τρέντ» στα σόσιαλ μίντια, αλλά είναι μέρος μιας ευρύτερης ιδεολογικής αντίληψης, αυτής της ακροδεξιάς.
Εμείς πρέπει να θυμόμαστε ότι ο φεμινιστικός και ο αντιφασιστικός αγώνας πάνε χέρι-χέρι. Οι γυναίκες είμαστε από τα στρώματα που κινδυνεύουμε άμεσα από την άνοδο του φασισμού καθώς η ιστορία μας έχει δείξει ότι οι κατακτήσεις μας συνθλίβονται άμεσα με την επικράτησή του. Η ιστορία όμως μας έχει δείξει επίσης ότι μπορούμε να παίξουμε κομβικό ρόλο στην ήττα του και σε καμία περίπτωση δεν είμαστε δειλές, εύθραυστες ή «φτιαγμένες για το σπίτι» όπως προσπαθούσαν να μας περάσουν για αιώνες ή όπως προσπαθούν να μας περάσουν με τον τρόπο τους και οι trad wives και η ακροδεξιά σήμερα. Εξάλλου μέχρι και η εποχή που τόσο πολύ οραματίζονται οι trad wives, οι δεκαετίες του ‘40, του ‘50 κλπ ήταν μια εποχή πολύ μεγάλων φεμινιστικών και εργατικών αγώνων και διεκδικήσεων. Ο ρόλος μας λοιπόν δεν είναι στο σπίτι, είναι στον αγώνα.














