Το παρακάτω κείμενο είναι βασισμένο στην εισήγηση του Σωκράτη Μπέκου-Ρόκου εκ μέρους της Αναμέτρησης στην συζήτηση «Νέα Κόμματα – Παλιές πολιτικές. Μπορεί η Αριστερά και τα κινήματα να αλλάξουν την κατάσταση;» που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του 33ου κάμπινγκ Antinazizone-YRE. Η εισήγηση του Νίκου Αναστασιάδη εκ μέρους του «Ξ» έχει δημοσιευτεί, μαζί με τις υπόλοιπες εισηγήσεις του κάμπινγκ, εδώ.
Αρχικά θέλω να ευχαριστήσω και εκ μέρους της Αναμέτρησης αλλά και προσωπικά για την πρόσκληση σε αυτή την σημαντική συζήτηση που έχουμε σήμερα, με τίτλο «Νέα κόμματα, πολλές πολιτικές. Μπορεί η Αριστερά και τα κινήματα να αλλάξουν την κατάσταση;».
Θέλω να ξεκινήσω απαντώντας στο ίδιο το ερώτημα του τίτλου της συζήτησης και να πω ότι απάντηση είναι Ναι, η αριστερά και τα κινήματα έχουν την προοπτική και την ευκαιρία να αλλάξουν την κατάσταση. Η λέξη κλειδί εδώ όμως είναι η προοπτική, καθώς υπονοεί ότι πρώτα πρέπει η αριστερά να μετασχηματιστεί σε αυτό που μπορεί να γίνει, για να έχει τη δυνατότητα να αλλάξει την κατάσταση.
Να δούμε όμως πρώτα ποια είναι αυτή η κατάσταση
Δε θέλω να σταθώ πολύ σε περιγραφές, εξάλλου όλοι ξέρουμε τι ζούμε, τι αντιμετωπίζουμε και λίγο πολύ τι γίνεται στον κόσμο. Έτσι κι αλλιώς ζούμε με σε μία εποχή που υποφέρουμε από ένα ορυμαγδό πληροφοριών, και συνεχώς αντικρίζουμε τα πολλά άσχημα που γίνονται σε αυτό τον κόσμο. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι στοίχημα της εποχής μας, να καταφέρουμε να διατηρήσουμε την ανθρωπιά μας και να μην αποκτηνωθούμε, μέσα σε αυτό το καταιγισμό κακών ειδήσεων που δεχόμαστε καθημερινά.
Τα βασικά λοιπόν της σημερινής κατάστασης, για να το πούμε απλά και αληθινά, είναι ότι ο πόλεμος, η αδικία και η καταπίεση εντείνονται όλο και περισσότερο καταδυναστεύοντας τις ζωές των ανθρώπων. Γενικότερα δε, υπάρχει μία παγκόσμια και εγχώρια αίσθηση μόνιμης κρισιακής κατάστασης η έστω προ-κρισιακής κατάστασης μία παγκόσμια αίσθηση burn-out, ότι κάτι δεν πάει καλά. Βρισκόμαστε επίσης, σε μία κατάσταση που φαίνεται ότι υπάρχει ένα πεδίο κατάλληλο για εντεινόμενη επίθεση του καπιταλισμού αλλά και παράλληλη άνοδο του φασισμού που πλασάρεται ως ψευτο-αντισυστημική διέξοδος. Τέλος, κυρίαρχο χαρακτηριστικό είναι η επικράτηση του ατομισμού έναντι της συλλογικής ζωής και ειδικά στην Ελλάδα, όπου έχουμε υποστεί μία πάρα πολύ μεγάλη πολιτική και κοινωνική ήττα, στης οποίας την εποχή βρισκόμαστε ακόμα.
Να απαντήσουμε στο γιατί και στο πώς
Πολλές φορές στην αριστερά, παραμένουμε στην παράθεση της συγκυρίας ή ακόμα και στην ανάλυση της συγκυρίας, χωρίς να μπαίνουμε στον κόπο να εξηγήσουμε τα αίτια της κατάστασης. Λέμε δηλαδή το τι γίνεται, και όχι το γιατί γίνεται ή το πώς γίνεται. Αυτό οδηγεί στο δυστυχώς πολύ σύνηθες στον ευρύτερο χώρο της αριστεράς, να παρατίθεται πρώτα η φρικτή συγκυρία και πάνω σε αυτή την απλή παράθεση, να εδράζονται πολιτικές προτάσεις και πολιτικά σχέδια ως αυταπόδεικτα, ως αξιώματα.
Φαίνεται όμως ότι το δεδομένο και το αυταπόδεικτο του ενός, διαφέρει πολύ από το δεδομένο και το αυταπόδεικτο του άλλου σε πολλές περιπτώσεις. Αυτό συμβαίνει επειδή τέτοιες προσεγγίσεις εργαλειοποιούν την συγκυρία για να προωθήσουν πολιτικά πλάνα, ενώ πρέπει τα πολιτικά σχέδια να πηγάζουν από την πραγματική ανάλυση της κατάστασης και αυτό σημαίνει να μη λες μόνο τι συμβαίνει αλλά και γιατί και πώς συμβαίνει. Αν και αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο και απλό, να πούμε κάποια κύρια σημεία:
Πρώτον ο καπιταλισμός πλέον, δεν απαιτεί απλά από τα κράτη να μην τον ελέγχουν απαιτεί από τα κράτη να τον τροφοδοτούν με χρήμα και διευκολύνσεις. Περάσαμε από το «είμαι μεγάλη εταιρεία, μη με ελέγχεις» στο «είμαι μεγάλη εταιρεία πρέπει να μου δώσεις έργα, πρέπει να φτιάξεις τους νόμους όπως θέλω εγώ, πρέπει να μου δώσεις χρήμα για να συνεχίσω να υπάρχω». Όλο αυτό επιταχύνει ραγδαία την υπερσυσσώρευση πλούτου, οξύνοντας τις ταξικές αντιθέσεις και πνίγει τα κατώτερα στρώματα. Για να το πετύχει, όμως, αυτό, το σύστημα, χρειάζεται όχι απλά φιλικές κυβερνήσεις, αλλά χρειάζεται πειθήνιες κυβερνήσεις, οι οποίες μπορούν να περνάνε ό,τι θέλουν και συστήματα δικαιοσύνης που δεν θα τους «κολλάνε» τα σχέδια. Ιδανικά δηλαδή χρειάζεται φασιστικές κυβερνήσεις και εξουσίες ή μαφιόζικες κυβερνήσεις και εξουσίες ή κάτι ανάμεσα στα δύο όπως έχουμε στην Ελλάδα.
Δεύτερο σημείο είναι ότι οι κυβερνήσεις και τα κράτη, αλλά και εν μέρει οι κοινωνίες όπως μετασχηματίζονται, φέρνουνε πόλεμο και όλο και μεγαλύτερη όρεξη για εκμετάλλευση των «από κάτω», διότι μέσα από αυτή την κρισιακή κατάσταση ψάχνουν εχθρούς και απαντήσεις, οπουδήποτε αλλού εκτός του καπιταλιστικού συστήματος και καταλήγουν στον εθνικισμό, την ξενοφοβία και όλα τα χειρότερα χαρακτηριστικά του φασισμού. Συνδυαστικά με τα παραπάνω επικρατεί όλο και πιο πολύ μία θεώρηση που λέει: «γιατί να ασχοληθώ με το περιβάλλον, αφού γίνεται πόλεμος; γιατί είναι ασχοληθώ με τον πόλεμο, αφού τρέχω με τις δουλειές και τις υποχρεώσεις και τα χρέη, τρέχω όλη μέρα για να βρω σπίτι να ανταποκριθώ στη δουλειά, να βγάλω άκρη με ένα κράτος όπου τα νοσοκομεία και τα σχολεία καταρρέουν. Γιατί να προσπαθήσω να τα λύσω όλα αυτά τα προβλήματα συλλογικά, αφού αυτό απέτυχε και γύρω μου όλοι προσπαθούνε ατομικά και με το κεφάλι χαμηλά;»
Νέα κόμματα – Παλιές Πολιτικές
Εδώ λοιπόν έρχονται τα διάφορα νέα κόμματα, από τον Τσίπρα και την Κωνσταντοπούλου, έως τη μεγάλη βεντάλια ακροδεξιών υπερσυντηρητικών κομμάτων που δυστυχώς υπάρχουν πλέον. Και σε όλες αυτές τις παραπάνω ερωτήσεις, έρχονται αυτά τα νέα κόμματα να δώσουν ως απάντηση τις πιο αποτυχημένες και παλιές πολιτικές.
Κόμματα που λένε ότι η διαφθορά είναι θέμα ατόμων και όχι ταυτοτικός τρόπος λειτουργίας του συστήματος. Πολιτικές που υπόσχονται αλλαγή «από τα πάνω» και χωρίς να μπορούν ή να θέλουν ούτε καν να περιγράψουν τον όποιο μετασχηματισμό του συστήματος. Νέα κόμματα αλλά παλιές πολιτικές που πουλάνε αντι-συστημισμό, αλλά θεωρούν ότι το μόνο σύστημα που χρειάζεται να ανατραπεί είναι το σύστημα Μητσοτάκη.
Ακόμα και αν επιτύχουν μία πρόσκαιρη κυβερνητική εναλλαγή, όπως εξάλλου θέλουν οι εφοπλιστές που τους στηρίζουν ανερυθρίαστα, τα κόμματα αυτά και ειδικά το νέο κόμμα Τσίπρα, με τις λάθος απαντήσεις που έχουν να δώσουν, το μόνο που θα καταφέρουν, είναι να «δικαιώσουν» τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη και να στρώσουν το έδαφος για την επαναφορά της, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Δεν πρέπει εξάλλου να ξεχνάμε ότι την παντοδυναμία της ΝΔ από το 2019 και μετά, την έπλασε η ίδια η διακυβέρνηση Τσίπρα.
Η προοπτική της ριζοσπαστικής Αριστεράς
Γιατί, όμως σε όλο αυτό, μπορούμε Αριστερά και κινήματα να το γυρίσουμε; Γιατί η Αριστερά είναι η μόνη δύναμη που μπορεί, αν και δεν είναι ούτε απλό ούτε εύκολο, να γίνει ένα με τις κοινωνικές δυνάμεις, δηλαδή ένα με το συνδικαλιστικό κίνημα, με το περιβαλλοντικό κίνημα, με το αντιφασιστικό κίνημα, με τις καταπιεζόμενες ομάδες και τις αγωνιζόμενες μειοψηφίες. Όχι μαζί τους, όχι στο πλάι τους, σίγουρα όχι από πάνω τους και σίγουρα όχι απλά εκπροσωπώντας τες, αλλά πραγματικά να απαρτίζεται από αυτές, να πηγάζει από αυτές και να διαμορφώνεται από αυτές. Αυτή είναι μια μοναδική προοπτική που έχει η Αριστερά, την οποία δεν την έχει κανένας άλλος και μέσα από αυτή μπορεί να εκπληρώσει τις πραγματικές της δυνατότητες.
Πρωτοβουλία για μια νέα ενωτική και ανατρεπτική αριστερά
Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, δημιουργείται η Πρωτοβουλία για μια νέα ενωτική και ανατρεπτική αριστερά, που συγκροτούμε οι οργανώσεις Αναμέτρηση – ΑΠΟ – ΔΕΑ – Μετάβαση – Ξεκίνημα, ως ένα κοινό σημείο που μας έφεραν οι κοινές αγωνίες μας και οι κοινοί μας αγώνες. Ένα σημείο που ευελπιστούμε να γίνει σημείο συγκέντρωσης ευρύτερα για τους ανθρώπους που μέσα από τα κινήματα και τη συλλογική δράση δίνουν ή θέλουν να δώσουν τον αγώνα για μια πραγματική ανατροπή του συστήματος.
Σίγουρα είναι ένας στόχος και μία διαδρομή που δεν είναι εύκολη ούτε ξεκάθαρη, είναι όμως υπαρκτή και ανοιχτή μπροστά μας, για να τη διαβούμε με όρεξη και θάρρος. Για να παραφράσω το σύντροφο Γιάννη Μπρούζο που χάσαμε άδικα και νωρίς: Τίποτα που πραγματικά αξίζει δεν είναι εύκολο, αλλά ο δρόμος ο φωτεινός της ζωής βρίσκεται στην τόλμη της αλλαγής και στην ελπίδα του νέου.












