Η άνοδος της ακροδεξιάς και η μάχη για να τη σταματήσουμε

Μεταξύ 9 και 13 Μαρτίου πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα η διεθνής συνδιάσκεψη του Internationalist Standpoint (διεθνής πρωτοβουλία επαναστατών σοσιαλιστών-ISp), με εκτεταμένες συζητήσεις για τη γεωπολιτική κατάσταση, τους ταξικούς αγώνες διεθνώς, την άνοδο της ακροδεξιάς, τις εξελίξεις στη Λατινική Αμερική, την Ασία και την Αφρική, καθώς και για εσωτερικά ζητήματα, όπως το χτίσιμο των δυνάμεων του επαναστατικού σοσιαλισμού, το καταστατικό, οι σχέσεις με άλλες οργανώσεις κ.λπ.

Διαβάστε παρακάτω το κείμενο για τη διεθνή άνοδο της ακροδεξιάς και τη μάχη για να τη σταματήσουμε. Μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο για τους εργατικούς αγώνες εδώ και τις θέσεις μας για την Παλαιστίνη εδώ.

1. Παρά την ήττα του φασισμού στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ακροδεξιοί σχηματισμοί δεν εξαφανίστηκαν ποτέ, ούτε καν από την Ευρώπη. Σε διεθνές επίπεδο, εθνικιστικές, θρησκευτικές και άλλες δυνάμεις που ανήκουν στα άκρα δεξιά του πολιτικού φάσματος, καθώς και στρατιωτικές δικτατορίες, ήταν κυρίαρχες σε μεγάλες περιοχές σε όλο τον πλανήτη. Παρά την εμπειρία του φασισμού στην Ευρώπη, οι ακροδεξιές ή νεοφασιστικές δυνάμεις παρέμειναν σημαντική πολιτική δύναμη σε ορισμένες χώρες, όπως στην Ιταλία και τη Γαλλία.

2. Ωστόσο, γενικά στην Ευρώπη, κατά τις πρώτες δεκαετίες μετά τον πόλεμο, η ακροδεξιά σε όλες τις εκφάνσεις της παρέμεινε ένα περιθωριακό ρεύμα, αποτελούμενο από λίγους νεοναζί. Η άνοδος νέων ακροδεξιών κομμάτων με μαζική απήχηση, αποτέλεσε μια σημαντική διαφοροποίηση της κατάστασης από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ακόμα και τότε όμως ήταν μια σοκαριστική εξαίρεση.

3. Η κατάσταση σήμερα είναι εντελώς διαφορετική σε παγκόσμιο επίπεδο. Σε μεγάλο αριθμό χωρών η ακροδεξιά βρίσκεται στο επίκεντρο και αναδεικνύεται σε πολιτική δύναμη με σημαντική επιρροή και δυνατότητα συμμετοχής σε κυβερνήσεις συνασπισμού.

4. Σήμερα, η ακροδεξιά βρίσκεται στην εξουσία στην τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, την Ιταλία, στην τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της Λατινικής Αμερικής, την Αργεντινή, και συμμετέχει σε κυβερνήσεις συνασπισμού σε τέσσερις ακόμη χώρες της ΕΕ (Ουγγαρία, Σλοβακία, Σουηδία, Φινλανδία). Ακροδεξιά κόμματα κατείχαν μέχρι πρόσφατα κυβερνητικές θέσεις στην Αυστρία και την Πολωνία. Ο Όρμπαν στην Ουγγαρία είναι ο μακροβιότερος πρωθυπουργός της ΕΕ, ενώ ο Βίλντερς κέρδισε πρόσφατα τις εκλογές στην Ολλανδία. Στην Ινδία, τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της Ασίας, ο Μόντι βρίσκεται στην εξουσία από το 2014.

5. Σε 15 από τις 27 χώρες της ΕΕ, η ακροδεξιά έχει διψήφια ποσοστά ψήφων, σε πολλές από αυτές πάνω από 20%. Στις προσεχείς ευρωεκλογές, σύμφωνα με όλες τις μέχρι τώρα δημοσκοπήσεις, τα ακροδεξιά κόμματα θα μπορούσαν να κερδίσουν το 25% των εδρών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Στις τρεις μεγαλύτερες χώρες της ΕΕ, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, η ακροδεξιά είναι πιθανό να έρθει πρώτη (Γαλλία, Ιταλία) ή δεύτερη (Γερμανία).

6. Το επόμενο διάστημα, σε μια σειρά χώρες – μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ υπάρχει το ενδεχόμενο να έχουν στην κυβέρνηση ακροδεξιούς πολιτικούς (όπως ο Τραμπ στις ΗΠΑ ή η Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία) ή αυταρχικούς ηγέτες όπως ο Πούτιν στη Ρωσία, ο Σι στην Κίνα κ.λπ.

7. Τα τελευταία τρία χρόνια είδαμε τμήματα του στρατιωτικού κατεστημένου να εκφράζουν ανοιχτά την υποστήριξή τους σε αυταρχικές αλλαγές, όχι μόνο σε χώρες της Αφρικής, όπου τα πραξικοπήματα είναι μονίμως στην ημερήσια διάταξη, αλλά και σε χώρες της «ανεπτυγμένης» Ευρώπης, όπως στη Γαλλία (μανιφέστο 1.000 αξιωματικών του στρατού), στη Γερμανία (πολίτες του Ράιχ) και πιο πρόσφατα στη Ρουμανία (κείμενο 501 συνταξιούχων και εφέδρων στρατιωτικών).

8. Τα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα της ακροδεξιάς (αντιδραστικά, νεοφασιστικά, νεοναζιστικά, κα) ανθίζουν σε περιόδους μεγάλης κρίσης, ενισχύοντας το αυξανόμενο αίσθημα απειλής και ανασφάλειας που επικρατεί στα μεσοαστικά στρώματα (μικρομεσαία επιχειρηματική, εμπορική και επαγγελματική αστική τάξη) και είναι επίσης πιθανό να κερδίζουν την υποστήριξη ορισμένων τμημάτων της εργατικής τάξης. Αυτά τα στρώματα, που μέχρι την κρίση μπορούσαν να ανανεώνουν και να συντηρούν την οικονομική τους θέση, στην κρίση χάνουν τη σχετική ανεξαρτησία που τα χαρακτήριζε. Σε περιόδους βαθιάς οικονομικής κρίσης, κινδυνεύουν να υποστούν γρήγορη προλεταριοποίηση. Ακριβώς σε αυτές τις στιγμές, με κινητήρια δύναμη αυτά τα στρώματα, αναπτύσσονται μαζικά κινήματα «ενάντια στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων», σαν απάντηση στις αυξανόμενες ανισότητες και στην κυριαρχία του μεγάλου κεφαλαίου (κυρίως του χρηματοπιστωτικού), χωρίς όμως να αμφισβητούν τη θεμελιώδη δομή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Προσδοκούν απλώς την κοινωνική προστασία, μια νέου είδους κοινωνική συνοχή, μια επιστροφή στις περασμένες μέρες, σε μια προηγούμενη φάση του καπιταλισμού, που εξασφάλιζε τη σχετική ευημερία και δυνατότητα αναπαραγωγής τους: τα αιτήματά τους έχουν να κάνουν με την τάξη, την κρατική παρέμβαση και αποπνέουν νοσταλγία για μια εποχή ασφάλειας, την οποία βέβαια στην πραγματικότητα δεν έζησαν ποτέ αυτοί που εκπροσωπούν την παραγωγή μικρής κλίμακας. Πρόκειται για κινήματα που από τη μια μεριά υιοθετούν τη ριζοσπαστική διαμαρτυρία, αλλά ταυτόχρονα στηρίζουν την καπιταλιστική τάξη.

9. Στην Ασία η ακροδεξιά είναι ενεργή εδώ και δεκαετίες και μάλιστα από θέσεις εξουσίας. Τόσο κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου εναντίον της ΕΣΣΔ, όσο και σήμερα με την κλιμάκωση της αντιπαλότητας με την Κίνα, η ακροδεξιά στην Ιαπωνία, την Ινδία, την Ινδονησία, τη Νότια Κορέα, τις Φιλιππίνες, κ.ο.κ. δεν έχει λάβει σαν φαινόμενο την προσοχή που τις αξίζει. Στην περίπτωση της Ιαπωνίας, μιας ιμπεριαλιστικής χώρας, δεν πρόκειται απλώς για περιθωριακές ομάδες που οργίζονται από την παρουσία αμερικανικών στρατευμάτων στη χώρα, αλλά ακόμη και για τάσεις εντός του κυβερνώντος LDP που συμπεριλαμβάνουν και δύο πρώην πρωθυπουργούς: τον Σίνζο Άμπε και τον Τζουνιτσίρο Κοϊζούμι. Στην Ινδία, η οποία διαφημίζεται από τις κεντρικές ιμπεριαλιστικές χώρες ως «η μεγαλύτερη δημοκρατία του κόσμου», το κυβερνών εθνικιστικό ινδουιστικό κόμμα Bharatiya Janata Party (BJP) υποκινεί τα αντιμουσουλμανικά αισθήματα και παρέχει ασυλία στο φασιστικό -θυγατρικό του- κόμμα Rashtriya Swayamsevak Sangh (RSS) που διεξάγει πογκρόμ εναντίον των μουσουλμάνων πολιτών της χώρας, των τζαμιών, των σπιτιών και των μέσων διαβίωσής τους. Το BJP αρχικά ανέπτυξε αυτού του είδους τη δράση πριν από 20 χρόνια στο Γκουτζαράτ, όταν ο Μόντι ήταν ο υπουργός – επικεφαλής της πολιτείας. Στη Μέση Ανατολή, στο Ισραήλ, η σημερινή κυβέρνηση συνασπισμού περιλαμβάνει υπουργούς από δύο ακροδεξιά κόμματα: «Εβραϊκή Δύναμη» και «Mafdal – Θρησκευτικός Σιωνισμός». Η επιρροή τους φαίνεται σε όλες τις πτυχές της ισραηλινής ζωής, όπως και στην κατοχή, την καταπίεση και την όλο και πιο βίαιη κλιμάκωση της σφαγής που συντελείται σε βάρος των Παλαιστινίων.

10. Τα αίτια αυτής της ανησυχητικής κατάστασης βρίσκονται στον εκρηκτικό συνδυασμό των συνεπειών της παγκόσμιας και πολυεπίπεδης κρίσης (οικονομικής, πολιτικής, γεωπολιτικής, κοινωνικής, περιβαλλοντικής) που βρίσκεται σε εξέλιξη, όπως και του πολιτικού κενού που δημιούργησε η παρακμή των παραδοσιακών αστικών κομμάτων και η υποχώρηση της Αριστεράς. Για εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους, τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα που κυβέρνησαν για δεκαετίες, είναι υπεύθυνα για την κρίση και συνδέονται με τον νεποτισμό και τη διαφθορά, ενώ τα κόμματα της ρεφορμιστικής (παραδοσιακής και «νέας») και σταλινικής Αριστεράς, είτε πήραν την εξουσία και ενσωματώθηκαν πλήρως στο σύστημα, είτε συνθηκολόγησαν και μετακινήθηκαν προς τα δεξιά, μη προσφέροντας έτσι καμία εναλλακτική λύση στους εργαζόμενους, τη νεολαία και τους καταπιεσμένους. Αυτές οι συνθήκες άνοιξαν την πόρτα στην ακροδεξιά, η οποία παρουσιάστηκε ως μια νέα, φρέσκια, αντισυστημική εναλλακτική λύση. Με απλά και εύπεπτα συνθήματα, βρήκε ευρύτερο ακροατήριο στα λαϊκά στρώματα, ακόμη και στους παραδοσιακούς ψηφοφόρους της Αριστεράς.

11. Η κρίση και οι προδοσίες της Αριστεράς στις περιπτώσεις που αυτή ανέβηκε στην εξουσία, οδήγησαν αναπόφευκτα σε υποχώρηση της πολιτικής συνείδησης. Επιπλέον, οι διαδικασίες αναδιάρθρωσης και διεθνοποίησης των αλυσίδων παραγωγής έχουν αποδιοργανώσει την εργατική τάξη: στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες, η συγκέντρωση, η συνείδηση και η δύναμή της έχουν διαβρωθεί, ενώ στις χώρες με πρόσφατη εκβιομηχάνιση, η πολιτική της συνείδηση δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί. Το όραμα της κοινωνικής (σοσιαλιστικής) αλλαγής που καθόριζε τη συνείδηση των πλατιών μαζών στις μεταπολεμικές δεκαετίες και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980 έδωσε τη θέση του στην απογοήτευση, την ανασφάλεια, την αποϊδεολογικοποίηση και τη διάδοση συντηρητικών απόψεων και αντιλήψεων σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής. Το καπιταλιστικό σύστημα, με τη συμβολή των πολιτικών εκπροσώπων του και των κυρίαρχων ΜΜΕ, φρόντισε να ενισχύσει τη λογική του «διαίρει και βασίλευε», βρίσκοντας αποδιοπομπαίους τράγους που υποτίθεται ότι ευθύνονται για όλα, ώστε να μπορεί να παριστάνει τον «αμερόληπτο διαιτητή», παραμένοντας παράλληλα στο απυρόβλητο από την ευθύνη του για τη δραματική παρακμή των κοινωνιών σε όλα τα επίπεδα. Παράλληλα, η Εκκλησία και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί (στρατός, αστυνομία, μυστικές υπηρεσίες κ.λπ.), από τη δική τους σκοπιά φρόντισαν να ενισχύσουν τα πιο συντηρητικά αντανακλαστικά και να τροφοδοτήσουν με κάθε δυνατό τρόπο την ακροδεξιά.

12. Η μετανάστευση και η ξενοφοβία αποτέλεσαν την βασική κινητήρια δύναμη που σταδιακά εκτόξευσε την ακροδεξιά στο κέντρο της πολιτικής ζωής από τη δεκαετία του 1990 και μετά. Οι μετανάστες έγιναν ο σύγχρονος εχθρός και η αιτία όλων των δεινών (εγκληματικότητα, ανεργία, υποβάθμιση της υγείας και της εκπαίδευσης, κ.λπ.). Το «έξω οι ξένοι» ήταν το κεντρικό σύνθημα της ακροδεξιάς και των φασιστών, με το οποίο κέρδιζαν υποστήριξη στους δρόμους, αλλά κυρίως στη συνείδηση των λαϊκών στρωμάτων. Ωστόσο, για να κερδίσει ευρύτερη υποστήριξη, η ακροδεξιά χρειαζόταν μια πολιτική ώθηση που από τη μια μεριά θα την απομάκρυνε από τις απεχθείς ιστορικές παραδόσεις του φασισμού και του ναζισμού και από την άλλη θα την παρουσίαζε ως μια «κανονική» κοινοβουλευτική πολιτική δύναμη με δικό της πρόγραμμα, που δεν αποτελεί απειλή για την καπιταλιστική δημοκρατία.

13. Εμπνεύστρια αυτού του πολιτικού λίφτινγκ ήταν η Μαρίν Λεπέν, η οποία από το 2011, όταν ανέλαβε την ηγεσία του κόμματος της, άρχισε να συγκρούεται με τον πατέρα της και μέντορα του γαλλικού νεοφασισμού Ζαν-Μαρί, έτσι ώστε το κόμμα, που τότε ονομαζόταν «Εθνικό Μέτωπο», να φορέσει μια χαμογελαστή κοινοβουλευτική δημοκρατική προβιά που θα έκρυβε κάθε ομοιότητα και σύνδεση με τα τάγματα εφόδου και τις ιδέες του Χίτλερ, του Μουσολίνι ή του Φράνκο.

14. Σε γενικές γραμμές, η συντριπτική πλειοψηφία των σημερινών ακροδεξιών κομμάτων έχει τις ρίζες της σε μικρές ομάδες υπολειμμάτων του ναζισμού που σχηματίστηκαν μετά τον πόλεμο και σε βάρβαρα δικτατορικά καθεστώτα που σημάδεψαν αιματηρά την ιστορία χωρών όπως η Χιλή, η Αργεντινή, η Βραζιλία, η Ελλάδα, η Ισπανία, η Πορτογαλία και άλλες. Οι σημερινοί ακροδεξιοί πολιτικοί θέλουν να κρύψουν αυτή τη σύνδεση, χωρίς ποτέ να την αρνούνται πραγματικά. Παρόλο που νεοναζιστικές οργανώσεις και ομάδες συνεχίζουν να υπάρχουν σε πολλές χώρες, οι κύριοι πολιτικοί σχηματισμοί της ακροδεξιάς προσπαθούν να αποστασιοποιηθούν από το φασιστικό παρελθόν τους.

15. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα προέρχεται από το Βέλγιο. Το Vlaams Belang έχει εξελιχθεί από μια μικροσκοπική ομάδα (με φασιστικές ρίζες που φτάνουν πίσω στην περίοδο της συνεργασίας με τη ναζιστική κατοχή) σε ένα κόμμα με 30.000 μέλη, που φτάνει να παίρνει ως και το 20% των ψήφων στη Φλάνδρα (περίπου 11% σε εθνικό επίπεδο). Στην αρχή έδωσε έμφαση στη φλαμανδική εθνική ταυτότητα, με την πάροδο των ετών όμως, έχει ανοίξει ποικίλα θέματα, με κυριότερο το μεταναστευτικό. Συχνά «κλέβει» αριστερά συνθήματα και αιτήματα, προσαρμόζοντας τα στην ατζέντα του, καταλήγοντας πάντα σε μια «λύση» διαίρει και βασίλευε. Προσπάθησε, όχι με μεγάλη επιτυχία, να καθαρίσει το κόμμα από τα βίαια και φασιστικά στοιχεία, σπρώχνοντάς τα στις παρυφές του και τώρα παρουσιάζεται ως μια δύναμη ικανή να κυβερνήσει. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι μπορεί να πάρει ακόμη και την πρώτη θέση στη Φλάνδρα με 24-25% (13-14% σε εθνικό επίπεδο) στις εκλογές του Ιουνίου του 2024 (οι εθνικές εκλογές στο Βέλγιο είναι προγραμματισμένες για την 9η Ιούνη, μαζί με τις ευρωεκλογές). Την ίδια ώρα κατεβαίνει ένα συντηρητικό «δημοκρατικό» εθνικιστικό κόμμα (το NVA), το οποίο αναμένεται να κερδίσει το 20% (11% σε εθνικό επίπεδο) των ψήφων. Έτσι οι συνομιλίες για κυβέρνηση συνεργασίας θα είναι εξαιρετικά περίπλοκες, τόσο για την τοπική κυβέρνηση της Φλάνδρας, όσο και για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Το NVA διστάζει να συνεργαστεί με το Vlaams Belang στην περιφερειακή κυβέρνηση της Φλάνδρας, γιατί αυτό θα σήμαινε ότι η είσοδός του στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα μπλοκαριστεί.

16. Τα ακροδεξιά κόμματα έχουν επεκτείνει το πολιτικό τους οπλοστάσιο σε όλους σχεδόν τους τομείς της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Η σημερινή ακροδεξιά δεν μιλάει μόνο για τους ξένους, αλλά έχει θέσεις για το περιβάλλον, την εκπαίδευση, την υγεία, τον πολιτισμό, τον αθλητισμό, την οικονομία κ.λπ. Οι θέσεις αυτές είναι ένα μείγμα ακραίου νεοφιλελευθερισμού, εθνικισμού, ιστορικού αναθεωρητισμού, θεωριών συνωμοσίας και ανορθολογισμού. Για παράδειγμα, τα περισσότερα ακροδεξιά κόμματα αρνούνται την κλιματική αλλαγή (αν και υπάρχει η νέα τάση του «οικοφασισμού» που πιστεύει ότι η κλιματική αλλαγή είναι πραγματική, αλλά… για την καταστροφή του περιβάλλοντος φταίνε οι μετανάστες). Κάθε χώρα υποτίθεται ότι απειλείται από αόρατους εχθρούς. Η θεωρία της εξέλιξης των ειδών του Δαρβίνου και η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση πρέπει να αφαιρεθούν από τα σχολεία. Η άμβλωση θεωρείται φόνος και πρέπει να τεθεί εκτός νόμου. Τα εμβόλια για την covid-19 εμφυτεύουν μικροτσίπ στο ανθρώπινο σώμα. Ταυτόχρονα, η ακροδεξιά προσπαθεί να εκμεταλλευτεί το πέρασμα του χρόνου που μας απομακρύνει όλο και περισσότερο από ιστορικά γεγονότα όπως ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, προκειμένου να διαδώσουν την άγνοια και την αμφιβολία, ή ακόμα και να ισχυριστούν ευθέως ότι «το Ολοκαύτωμα δεν έγινε ποτέ» και ότι «οι Εβραίοι βρίσκονται πίσω από τα πάντα» (είτε πρόκειται για τον έλεγχο του παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος, είτε για τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, είτε για την πανδημία, κ.λπ.).

17. Οι παραδοσιακές αντιδραστικές θέσεις του αντικομμουνισμού, του αντισημιτισμού, της ξενοφοβίας, της ομοφοβίας κ.λπ. παραμένουν ανέπαφες, αλλά προωθούνται με έναν πιο εκλεπτυσμένο και «σύγχρονο» τρόπο. Η ξενοφοβία παίρνει κυρίως τη μορφή της ισλαμοφοβίας και των θεωριών όπως η Μεγάλη Αντικατάσταση, η οποία υποστηρίζει ότι υπάρχει σχέδιο αντικατάστασης του λευκού πληθυσμού στη Δύση από μουσουλμάνους ή μαύρους. Η ομοφοβία στοχεύει κυρίως στα θεμελιώδη δικαιώματα των ατόμων και των κινημάτων ΛΟΑΤΚΙ, αν και η ομοφυλοφιλία είναι αποδεκτή αν ανήκεις στην ελίτ (για παράδειγμα η Alice Weidel της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία – AfD» είναι ανοιχτά λεσβία). Πρόσφατα, με αφορμή το μακελειό στη Γάζα, διάφοροι ακροδεξιοί απέδειξαν ακόμη και ότι ο αντισημιτισμός τους μπορεί να παραμεριστεί προσωρινά, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η ισλαμοφοβική τους ατζέντα.

18. Η λεγόμενη αντι-woke ιδεολογία βάζει στο στόχαστρο τα κινήματα για τα ανθρώπινα και κοινωνικά δικαιώματα σε παγκόσμιο επίπεδο, προτάσσοντας τη λογική του «νόμου και της τάξης», ή της παραδοσιακής πατριαρχικής θρησκευτικής οικογένειας. Οι προοδευτικοί άνθρωποι αποκαλούνται υποτιμητικά «όχλος του woke και της πολιτικής ορθότητας» από εκείνους που μάχονται κατά των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, των εργαζομένων, των γυναικών, των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων, κ.λπ.

19. Αξίζει να σημειωθεί ότι ένα κομμάτι της ακροδεξιάς χρησιμοποιεί τις πολιτικές ταυτότητας για να αυξήσει την απήχησή του, ιδίως στις νεότερες γενιές (millennials, Gen Z). Παρουσιάζουν, για παράδειγμα, τα δικαιώματα των γυναικών που κατακτήθηκαν στις δυτικές χώρες ως απειλούμενα από τους μετανάστες. Ορισμένα στελέχη της ακροδεξιάς προχωρούν ακόμη περισσότερο, καλώντας σε «εξέγερση κατά της αποικιοκρατίας των μεταναστών», προσπαθώντας να εκμεταλλευτούν το αντι-αποικιακό κίνημα.

20. Η ικανότητα τους να διαμορφώνουν πολιτικές κατά των μεταναστών, παράλληλα με τις παραδοσιοκρατικές και συνωμοσιολογικές θεωρίες, επέτρεψε σε αυτά τα πολιτικά μορφώματα να υπερβούν κατά πολύ τα κοινωνικά τους όρια, συγκεντρώνοντας υποστήριξη από τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα, ακόμη και από τμήματα της οργανωμένης εργατικής τάξης. Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά φασιστικά κινήματα, τα οποία ιστορικά δυσκολεύονταν να κερδίσουν υποστήριξη στο εσωτερικό της εργατικής τάξης, αυτά τα νέα δεξιά κόμματα, βασισμένα στις πολιτικές ταυτότητας, συχνά βρίσκουν υποστήριξη όχι μόνο ανάμεσα στα πιο περιθωριοποιημένα τμημάτα του προλεταριάτου (συμπεριλαμβανομένων των ανέργων, των υποαπασχολούμενων, των νοικοκυρών, των συνταξιούχων κ.λπ.), αλλά και στις γειτονιές και τις κοινότητες της εργατικής τάξης. Αυτό φαίνεται να έχει καταφέρει η Λεπέν στις βόρειες περιοχές της Γαλλίας, και ο Σαλβίνι ή η Μελόνι στις ιστορικές βιομηχανικές – αριστερές πόλεις της Ιταλίας, κ.λπ.).

21. Στο οικονομικό μέτωπο, αυτά τα αντιδραστικά κινήματα στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες υποστηρίζουν γενικά μια διαφορετική προσέγγιση στη διαχείριση της κρίσης. Στο πλαίσιο του αυξανόμενου διεθνούς ανταγωνισμού, μιλάνε για ένα θολό πακέτο εθνικιστικών μέτρων προς όφελος των βιομηχάνων, για νέα εξοπλιστικά προγράμματα και, κατά συνέπεια, την ενίσχυση της εσωτερικής ζήτησης μέσω κρατικών παρεμβάσεων (τέτοιες απόψεις εκφράζουν η Λεπέν, η Μελόνι, ο Ορμπάν, ο Κατσίνσκι αλλά με μια έννοια και ο Τράμπ). Αυτή η προσέγγιση για κάποιες αλλαγές στο μίγμα οικονομικής πολιτικής κάνει αυτά τα ρεύματα να φαντάζουν χρήσιμα σε κομμάτια της αστικής τάξης στο πλαίσιο του παγκόσμιου γεωπολιτικού ανταγωνισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη της τελευταίες δεκαετίες. Από την άλλη, το μεγάλο χρηματιστικό κεφάλαιο πολλές φορές δεν εμπιστεύεται τις ακροδεξιές οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές προτάσεις, καθώς αυτές αμφισβητούν το μοντέλο παραγωγής και συσσώρευσης πάνω στο οποίο στήριξε την ανάπτυξη του την εποχή της παγκοσμιοποίησης. Οι ακροδεξιές κυβερνήσεις λοιπόν πρέπει να αντιμετωπίσουν πολλές φορές την αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στην προπαγάνδα που κάνουν προεκλογικά και τις πολιτικές που μπορούν να εφαρμόσουν μετεκλογικά.

22. Στις «αναπτυσσόμενες» χώρες, παρά τις επιμέρους διαφορές στο συνολικό πακέτο των οικονομικών πολιτικών της, η ακροδεξιά είναι ένθερμος υποστηρικτής του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και της ελευθερίας της αγοράς και του κεφαλαίου. Τα παραδείγματα του Μπολσονάρου στη Βραζιλία και του Μιλέι στην Αργεντινή είναι πολύ χαρακτηριστικά. Είκοσι ημέρες μετά την ανάληψη της εξουσίας, ο Μιλέι προσπάθησε να εφαρμόσει ένα αντεργατικό πακέτο μέτρων που θα καταργούσε το δικαίωμα στην απεργία, στη διαδήλωση, στην αποζημίωση για τις απολύσεις κ.λπ. Ταυτόχρονα, θέλει να ιδιωτικοποιήσει ό,τι έχει απομείνει από τον δημόσιο τομέα. Η προσπάθεια αυτή φρεναρίστηκε άμεσα από το αρμόδιο για εργασιακά θέματα δικαστήριο της χώρας, αλλά και από τη γενική απεργία που οργανώθηκε άμεσα από τα συνδικάτα, την ταχύτερη γενική απεργία ενάντια σε νεοεκλεγμένη κυβέρνηση στην ιστορία της χώρας.

23. Διάφοροι εκπρόσωποι της ακροδεξιάς προσπαθούν να αποτρέψουν κοινωνικές αναταραχές ενάντια στις πολιτικές τους, αμβλύνοντας το πρόγραμμά τους μόλις βρεθούν στην εξουσία, ή προσπαθούν να διατηρήσουν τις δυνάμεις και την επιρροή τους εφαρμόζοντας προστατευτικά μέτρα στις οικονομίες τους. Η Μελόνι στην Ιταλία και ο Όρμπαν στην Ουγγαρία είναι τέτοια παραδείγματα. Η Μελόνι πήρε σαφή φιλοδυτική και φιλονατοϊκή θέση για τον πόλεμο στην Ουκρανία, διαφωνώντας ακόμη και με τους εκλογικούς της συμμάχους όπως ο Σαλβίνι, ο οποίος υποστηρίζει τη Ρωσία. Ο Όρμπαν, ο οποίος έχει διαγραφεί από το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, εφαρμόζει προστατευτικές πολιτικές για την ουγγρική οικονομία, ενώ δημιουργεί συνεχώς εσωτερικά προβλήματα στην ΕΕ, ενώ στο εσωτερικό της χώρας του προωθεί μια σειρά από μέτρα καταστολής και περιορίζει τα δημοκρατικά δικαιώματα. Σε άλλες περιπτώσεις, όπως η Ουκρανία και το Ισραήλ, οι κύριοι εκπρόσωποι της άρχουσας τάξης βρίσκονται στην εξουσία με ναζί, σιωνιστές κ.λπ. και ταυτόχρονα είναι απόλυτα δεμένοι και εξαρτημένοι από το άρμα των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ, αποδεικνύοντας μεταξύ άλλων, ότι ακόμα και ο εθνικισμός για την ακροδεξιά είναι συχνά υποκριτικός και μόνο για εσωτερική κατανάλωση.

24. Είναι απαραίτητο να είμαστε ακριβείς και να μην βάζουμε στο ίδιο τσουβάλι δεξιούς, ακροδεξιούς και φασίστες πολιτικούς και κόμματα. Πρόκειται για τρεις διαφορετικές πολιτικές κατηγορίες, παρόλο που υπάρχει μια κοινή συνισταμένη μεταξύ τους. Τα δεξιά μορφώματα είναι συντηρητικά, με έμφαση στην παράδοση και συχνά νεοφιλελεύθερα, εκπροσωπώντας ουσιαστικά τα πιο οπισθοδρομικά τμήματα των κυρίαρχων τάξεων και, κατά συνέπεια του μεγάλου κεφαλαίου. Τα σύγχρονα αντιδραστικά κινήματα έχουν τις ρίζες τους στις μεσαίες τάξεις και συχνά αντλούν στοιχεία από φασιστικές ιδεολογίες και μοντέλα. Ενώ προωθούν αυταρχικές, βοναπαρτιστικές πρακτικές (και επιπλέον υποστηρίζουν συχνά συνταγματικές μεταρρυθμίσεις προς αυτή την κατεύθυνση) δεν επιδιώκουν να ανατρέψουν το κράτος, ούτε ασκούν συστηματική, οργανωμένη χρήση πολιτικής βίας. Τα φασιστικά κόμματα και οργανώσεις ωστόσο, στοχεύουν στην πλήρη ανασυγκρότηση του κράτους, προωθώντας την επιβολή ολοκληρωτικών μοντέλων: ασκούν συστηματικά πολιτική βία, με στόχο κυρίως τις αριστερές οργανώσεις και τα εργατικά και κοινωνικά κινήματα. Θα πρέπει να μείνουμε μακριά από την ιδέα ότι «κάθε δεξιός είναι ναζιστής», η οποία έχει διαδοθεί ιδιαίτερα από αναρχικές ομάδες. Είναι απαραίτητο να διακρίνουμε το ακριβές επίπεδο απειλής για την εργατική τάξη από κάθε πολιτική δύναμη και να δρούμε ανάλογα.

25. Ο Τραμπ, για παράδειγμα, δεν είναι ναζιστής. Είναι ένας καπιταλιστής με υπερσυντηρητικές απόψεις που συγκεντρώνει τμήματα του κεφαλαίου και της μεσαίας τάξης, ενώ αποτελεί το βασικό σημείο αναφοράς σχεδόν όλου του φάσματος της ακροδεξιάς στις ΗΠΑ. Η απειλή που αντιπροσωπεύει για την αμερικανική κοινωνία είναι πραγματική, αλλά δεν μπορεί να συγκριθεί με την απειλή μιας ανοιχτά φασιστικής κυβέρνησης που θα συνέθλιβε με φυσική βία όλες τις οργανώσεις της εργατικής τάξης και κάθε ρεύμα σκέψης που αντιτίθεται στην ιδεολογία της. Επομένως, ο τρόπος με τον οποίο τα κινήματα αντιμετωπίζουν τον Τραμπ και τους ομοίους του δεν μπορεί να είναι ίδιος με τον τρόπο που θα πρέπει να αντιμετωπίζουν ανοιχτά νεοναζιστικές ομάδες με τάγματα εφόδου.

26. Γενικά βλέπουμε το φαινόμενο, τμήματα των εθνικών αστικών τάξεων να κάνουν κάποια βήματα πίσω από την πολιτική της απρόσκοπτης παγκοσμιοποίησης των προηγούμενων δεκαετιών και να εφαρμόζουν προστατευτικές πολιτικές. Με αυτό το δεδομένο, είναι αναπόφευκτο ότι κάποια τμήματα των κυρίαρχων τάξεων έρχονται πιο κοντά στην ακροδεξιά, ενώ τα ακροδεξιά κόμματα βλέπουν την ευκαιρία που κρύβει αυτή η υποστήριξη. Τους δίνει τη δυνατότητα να εισέλθουν στο κέντρο της πολιτικής ζωής, ή και να καταλάβουν την εξουσία. Αυτή η προοπτική ενώνει τις διάφορες ομάδες της ακροδεξιάς και τους δίνει ώθηση.

27. Η άνοδος της ακροδεξιάς και του λαϊκισμού αποτελεί επίσης έκφραση των αυξανόμενων διαιρέσεων στο εσωτερικό της αστικής τάξης σε κάθε χώρα. Καθώς βαθαίνει η κρίση του συστήματός τους, βαθαίνουν και οι διαιρέσεις ανάμεσα στο χρηματιστικό και το βιομηχανικό κεφάλαιο, μεταξύ μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων, μεταξύ εθνικών και υπερεθνικών τμημάτων του κεφαλαίου. Μετά την αυξανόμενη κυριαρχία των τελευταίων στην εποχή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, το εγχώριο κεφάλαιο άρχισε τα τελευταία χρόνια να αντιστέκεται, χρησιμοποιώντας συχνά ακροδεξιές ή λαϊκιστικές δυνάμεις ως πολιτικό όχημα. Τα καθεστώτα Όρμπαν (Ουγγαρία), Ερντογάν (Τουρκία) ή Μελόνι (Ιταλία) αποτελούν ενδεικτικές περιπτώσεις. Αλλά αυτή η σχέση μπορεί επίσης να ποικίλλει. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, είναι κυρίως το υπερεθνικό χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο (hedge funds) και οι μεγάλες εταιρείες ορυκτών καυσίμων που οδηγούν την άνοδο του δεξιού λαϊκισμού εντός και γύρω από το Συντηρητικό Κόμμα.

28. Ένα άλλο βασικό χαρακτηριστικό που προωθεί την άνοδο της ακροδεξιάς είναι η γενική τάση που επικρατεί σε όλα τα αστικά κράτη σε αυτή τη συγκυρία, να ενισχύουν ένα πιο αυταρχικό μοντέλο διακυβέρνησης, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις της πολυεπίπεδης κρίσης του συστήματος. Τα ακροδεξιά κόμματα είναι προφανώς πιο ικανά να προωθήσουν αυτό το είδος διακυβέρνησης σε σύγκριση με τους παραδοσιακούς αστικούς σχηματισμούς.

29. Σε κάποιους κύκλους υπάρχει μια συζήτηση για το αν μπορεί να επαναληφθεί το φαινόμενο της ανόδου στην εξουσία φασιστικών ή ναζιστικών κομμάτων, όπως συνέβη κυρίως κατά την περίοδο του μεσοπολέμου, ιδίως στις ευρωπαϊκές χώρες (Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία κ.λπ.).

30. Η άνοδος του φασισμού και του ναζισμού στον Μεσοπόλεμο είχε συγκεκριμένες αιτίες. Εκτός από τους σφοδρούς ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και την πρωτοφανή οικονομική κρίση που ακολούθησε το κραχ του 1929, βασικός παράγοντας ήταν ο φόβος των κυρίαρχων τάξεων για την εξάπλωση των κοινωνικών επαναστάσεων σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες μετά τη νίκη της Ρωσικής Επανάστασης το 1917. Η άνοδος στην εξουσία του Μουσολίνι το ’22, με τις ευλογίες της αστικής τάξης, ήταν η αρχή. Στη συνέχεια ήρθε η κρίση του ’29, τα επακόλουθα της οποίας ενίσχυσαν το ναζιστικό κόμμα του Χίτλερ στη Γερμανία και από το 2,8% των εκλογών του 1928 κατακτά την εξουσία 5 χρόνια αργότερα. Οι φασίστες και οι ναζί ήταν μαζικά κινήματα με τάγματα εφόδου που βασίζονταν στις μεσαίες τάξεις και στα φτωχοποιημένα τμήματα του προλεταριάτου.

31. Σήμερα υπάρχουν αρκετές διαφορές σε σχέση με την κατάσταση που επικρατούσε τότε. Η οικονομική και κοινωνική κρίση δεν είναι τόσο βαθιά στις βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες. Επίσης, δεν υπάρχουν μαζικά επαναστατικά κόμματα και κινήματα που να φαίνονται με οποιονδήποτε τρόπο σε θέση να ανατρέψουν τον καπιταλισμό. Η καπιταλιστική κυριαρχία δεν απειλείται αυτή τη στιγμή από καμία οργάνωση ή κίνημα της εργατικής τάξης. Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας είναι ότι η εμπειρία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με τις μαζικές καταστροφές και τους θανάτους, αλλά και την ανατροπή του καπιταλισμού που ακολούθησε σε έναν μεγάλο αριθμό χωρών (Ανατολική Ευρώπη, Κίνα), οδήγησε το μεγαλύτερο μέρος της κυρίαρχης τάξης διεθνώς στο συμπέρασμα ότι πρέπει να αποτρέψει την ανεξέλεγκτη άνοδο του φασισμού.

32. Μια ακροδεξιά που έχει κανονικοποιηθεί στη συνείδηση της κοινωνίας, που λειτουργεί στο πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας και κάνει τη «βρώμικη δουλειά» του κεφαλαίου όταν και όπου χρειάζεται, είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο σήμερα. Έτσι, σε αρκετές χώρες βλέπουμε την ακροδεξιά να προετοιμάζεται για την «κεντρική πολιτική σκηνή», να συμμετέχει σε κυβερνήσεις συνασπισμού και να καταλαμβάνει ακόμη και την εξουσία σε μεγάλες χώρες, όπως συνέβη με τον Τραμπ και τον Μπολσονάρο. Σε άλλες χώρες, βλέπουμε τη μακροχρόνια επικράτηση αυταρχικών καθεστώτων, π.χ. του Πούτιν στη Ρωσία, του Ερντογάν στην Τουρκία κ.ά., τα οποία συνεργάζονται ανοιχτά με την ακροδεξιά σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, προωθούν τον εθνικισμό, εμπλέκονται σε περιφερειακούς πολέμους και εφαρμόζουν σκληρές καπιταλιστικές πολιτικές στο εσωτερικό των χωρών τους.

33. Η ιδέα όμως μιας συγκρατημένης ακροδεξιάς, πλήρως ενσωματωμένης στον κοινοβουλευτισμό, είναι μια ψευδαίσθηση. Στο βαθμό που ακροδεξιοί εξτρεμιστές όλων των ειδών κυριαρχήσουν σε κάποιες από τις μεγάλες χώρες του πλανήτη, αυτό θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερο εκτροχιασμό των διεθνών σχέσεων και σε διεύρυνση του πεδίου των πολεμικών συγκρούσεων. Στο εσωτερικό των χωρών τους, θα σημαίνει ακόμα μεγαλύτερο περιορισμό των δημοκρατικών κατακτήσεων και δικαιωμάτων, ένταση της επίθεσης του κεφαλαίου και ακόμα μεγαλύτερη καταπίεση και εξαθλίωση των λαϊκών και εργατικών τάξεων. Επιπλέον, η κανονικοποίηση της ακροδεξιάς και η συμμετοχή της σε κυβερνήσεις, ενισχύει τη «δεξιά της ακροδεξιάς» (δηλαδή τις φασιστικές και ναζιστικές ομάδες), η οποία προβάλλει ότι έχει την «τελική λύση» απέναντι στις «μετριοπαθείς» πτέρυγες της ακροδεξιάς. Τέλος, η εξάπλωση των ακροδεξιών και εθνικιστικών ιδεών έχει τη δική της δυναμική, η οποία δεν μπορεί να ελεγχθεί ούτε από την ίδια την ακροδεξιά και μπορεί κατά καιρούς να παίρνει εκρηκτικές, ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Επομένως, αν και δεν μπορούμε να περιμένουμε επανάληψη των φαινομένων της δεκαετίας του 1920 και του 1930, είναι βέβαιο ότι η άνοδος της ακροδεξιάς θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη αστάθεια και επιθέσεις εναντίον των εργαζομένων και των καταπιεσμένων στρωμάτων.

34. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι σε όλα τα μαζικά ακροδεξιά κόμματα υπάρχουν μικροί θύλακες ξεκάθαρων φασιστικών/ναζιστικών ομάδων που προετοιμάζονται και εκπαιδεύονται στρατιωτικά, περιμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία για να εμφανιστούν δυναμικά στο προσκήνιο.

35. Σε συνθήκες βαθιάς οικονομικής κρίσης μπορούμε να έχουμε την εμφάνιση φασιστικών και ναζιστικών οργανώσεων, που αναπτύσσονται από μερικές εκατοντάδες σε πολλές χιλιάδες και αποκτούν μαζική απήχηση. Το παράδειγμα της Χρυσής Αυγής (ΧΑ) στην Ελλάδα την εποχή των μεγάλων επιθέσεων της Τρόικας (ΔΝΤ, ΕΕ, ΕΚΤ) στην ελληνική εργατική τάξη, στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 2010, είναι χαρακτηριστικό των κινδύνων που αντιμετωπίζει η εργατική τάξη και οι οργανώσεις της. Η Χρυσή Αυγή εξελέγη για πρώτη φορά στο κοινοβούλιο το 2012, με 7% των ψήφων (σε σύγκριση με λιγότερο από 0,5% κατά τις προηγούμενες δεκαετίες) και η επιρροή της συνέχισε να αυξάνεται, φτάνοντας το 14% στις δημοσκοπήσεις πριν από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα το 2013. Το γεγονός αυτό οδήγησε σε ένα τεράστιο κίνημα που ανάγκασε το κατεστημένο να επιτεθεί στη ΧΑ. Το αστικό κατεστημένο είχε τις αντιπαραθέσεις του με την ΧΑ, όχι μόνο λόγω του γεγονότος ότι η ΧΑ έπαιρνε ψήφους από τα παραδοσιακά κόμματα που το στηρίζουν, αλλά και επειδή αισθανόταν ότι οι φασίστες είχαν ξεφύγει από τον έλεγχο. Ήταν παρόλα αυτά απρόθυμο να παρέμβει μέχρι που υποχρεώθηκε από το αντιφασιστικό κίνημα να το κάνει. Την περίοδο αυτή (2012-2013), η Χρυσή Αυγή εξαπέλυε επιθέσεις όχι μόνο σε μετανάστες, ούτε απλά σε μεμονωμένα άτομα, αλλά και σε δραστηριότητες και εξορμήσεις, διαδηλώσεις, εκδηλώσεις, κ.λπ., κάθε αριστερής οργάνωσης στη χώρα. Σε αυτό συμπεριλαμβάνονταν και τα μαζικά κόμματα, το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ (που μέχρι το 2015 μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αριστερό κόμμα) και όχι μόνο οι μικρές δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Καμία οργάνωση της Αριστεράς δεν κατάφερε να σταματήσει τις επιθέσεις της ΧΑ! Ακόμη χειρότερα, όλα τα κόμματα της Αριστεράς, καθώς και τα συνδικάτα, αρνήθηκαν να κινηθούν προς την κατεύθυνση ενός ενιαίου μετώπου ενάντια στους φασίστες. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες ξεπήδησαν τοπικές αντιφασιστικές επιτροπές που λειτουργούσαν στη λογική του ενιαίου μετώπου σε δεκάδες πόλεις. Η κίνηση αυτή οδήγησε στη δημιουργία του «Αντιφασιστικού Συντονισμού Αθήνας-Πειραιά», με πρωτοβουλία οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Ο «Συντονισμός» με τη σειρά του βοήθησε στη δημιουργία περισσότερων τοπικών επιτροπών και έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην καταδίκη της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής με την κατηγορία της διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης και στη φυλάκισή της.

36. Από την εμπειρία της ΧΑ προκύπτουν πολύ σημαντικά συμπεράσματα. Πρώτον, ο κίνδυνος ανόδου των ανοιχτά ναζιστικών οργανώσεων σε μαζικές διαστάσεις είναι υπαρκτός, αν οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες το ευνοούν. Δεύτερον, αυτές μπορούν να αναπτύσσονται παράλληλα με την ανάπτυξη των αριστερών οργανώσεων – ο ΣΥΡΙΖΑ εξελισσόταν επίσης σε μαζικό σχηματισμό (από ένα πενιχρό 4% έφτασε σε πάνω από 36% την ίδια περίοδο). Τρίτον, οι μαζικές οργανώσεις της εργατικής τάξης εξακολουθούν να αρνούνται να μάθουν από την ιστορική εμπειρία και αποτυγχάνουν πλήρως να βάλουν φρένο στην άνοδο του φασισμού. Τέλος, στο κενό που δημιουργούν τα αριστερά πολιτικά κόμματα και η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, η αντικαπιταλιστική Αριστερά μπορεί να αναλάβει πρωτοβουλίες που μπορούν να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην κοινωνία.

37. Η μόνη δύναμη που μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην ακροδεξιά και τις φασιστικές οργανώσεις είναι η εργατική τάξη. Έτσι, η αποδιοργάνωση της εργατικής τάξης που βλέπουμε να εξελίσσεται τις τελευταίες δεκαετίες δημιουργεί σημαντικά εμπόδια σε αυτή την κατεύθυνση. Ενώ η παρακμή των μεγάλων συνδικάτων και των ρεφορμιστικών κομμάτων δημιουργεί νέες πολιτικές ευκαιρίες για τις αντικαπιταλιστικές δυνάμεις, οι αδυναμίες τους υπονομεύουν την αποτελεσματικότητα των ενιαιομετωπικών πρωτοβουλιών και δράσεων (τόσο μαζικών όσο και ταξικά προσανατολισμένων) και της συγκεκριμένης υλοποίησής τους. Για να μπει η εργατική τάξη στον αγώνα, η ηγεσία των οργανώσεών της πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλίες, πρώτα για να προειδοποιήσει τα πλατιά στρώματα των εργαζομένων για τους πραγματικούς κινδύνους που αντιπροσωπεύει η ακροδεξιά, αλλά και για να είναι έτοιμα τα στρώματα αυτά να τους αντιμετωπίσουν στους δρόμους μέσω της οργανωμένης δράσης τους. Αυτό πρέπει φυσικά να συμβαδίζει με μια πολιτική προοπτική – αυτό ακριβώς είναι που λείπει από τις ρεφορμιστικές ηγεσίες κομμάτων και συνδικαλιστικών γραφειοκρατιών. Ως αποτέλεσμα, ο «αγώνας» τους ενάντια στην ακροδεξιά και τις ναζιστικές οργανώσεις είναι να καλούν απλώς το κατεστημένο και το κράτος να υπερασπιστούν τις «δημοκρατικές αρχές».

38. Τα τελευταία χρόνια, πράγματι είδαμε να αναπτύσσονται κινήματα ως απάντηση σε νέες ακροδεξιές κυβερνήσεις (Μπερλουσκόνι στην Ιταλία, Μόντι στην Ινδία, Τραμπ στις ΗΠΑ, Μπολσονάρο στη Βραζιλία, Μιλέι στην Αργεντινή). Είδαμε δηλαδή, την ανάπτυξη μαζικών κινημάτων ιστορικών διαστάσεων ως αντίδραση στις πολιτικές αυτών των κυβερνήσεων. Αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να περιμένουμε σε μια σειρά από χώρες όπου ακροδεξιοί σχηματισμοί αναμένεται να γίνουν κυβέρνηση. Όταν η ακροδεξιά βρίσκεται στην εξουσία, πρέπει να εφαρμόσει τις πολιτικές που πραγματικά εκπροσωπεί. Αυτό αποκαλύπτει τον πλήρη συστημικό της χαρακτήρα και κινητοποιεί εναντίον της πλατιά στρώματα της κοινωνίας που επηρεάζονται από αυτές τις πολιτικές. Αυτά τα κινήματα είναι συχνά πλατιά και διαταξιακού χαρακτήρα, με διάφορες ρεφορμιστικές δυνάμεις να παίζουν κεντρικό ρόλο και να επιδιώκουν να εδραιώσουν την επιρροή τους, παράλληλα με κομμάτια της αστικής τάξης που φυσικά διεκδικούν τα ίδια την ηγεσία τους. Ενώ είναι σημαντικό να αποτελούμε αναπόσπαστο μέρος τέτοιων μαζικών κινημάτων ενάντια στις δεξιές πολιτικές, είναι εξίσου κρίσιμο να αμφισβητούμε τις αστικές και ρεφορμιστικές κατευθύνσεις από την αρχή, υποστηρίζοντας την ανάπτυξη δομών και πολιτικών βασισμένων στην εργατική τάξη. Αυτό μπορεί να συνεπάγεται κάποια στιγμή την διάσπαση αυτών των κινημάτων σε μια ταξική βάση.

39. Είναι γεγονός ότι όλες οι πολιτικές παραλλαγές του κατεστημένου, παρά την υποκριτική φιλοδημοκρατική, αντιρατσιστική και αντιφασιστική ρητορική τους, έχουν καλλιεργήσει, ανεχθεί και τελικά συνεργαστεί με την ακροδεξιά. Είναι οι πολιτικές τους που οδήγησαν σε έκρηξη των ανισοτήτων και στην απόγνωση δισεκατομμυρίων ανθρώπων, ανοίγοντας τον δρόμο για την ανάπτυξη ανιστόρητων και ασυνάρτητων ρατσιστικών αντιλήψεων που προέρχονται από τον 18ο και 19ο αιώνα. Με βάση τη «θεωρία των δύο άκρων» θέλουν να εξισώσουν τον φασισμό με τον κομμουνισμό και τις ενέργειες των φασιστών με αυτές των επαναστατών, με απώτερο στόχο την καταστολή των επαναστατικών ιδεών και κινημάτων.

40. Τα ακροδεξιά κόμματα, όχι μόνο έχουν σήμερα τη μεγαλύτερη απήχηση και τα υψηλότερα εκλογικά ποσοστά από ποτέ άλλοτε από τη δεκαετία του 1940, αλλά έχουν επίσης σπρώξει τα παραδοσιακά αστικά κόμματα προς τα δεξιά. Αυτό το φαινόμενο ισχύει και για τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Η μετατόπιση προς τα δεξιά δικαιολογείται «για να κρατηθεί η ακροδεξιά μακριά από το κοινοβούλιο ή την κυβέρνηση», ή απλώς «για να αντικατοπτρίζει τη δεξιά μετατόπιση της κοινωνίας». Σε αυτή την προσπάθεια περιλαμβάνεται και η υιοθέτηση ολοένα και αυστηρότερων ελέγχων στη μετανάστευση. Την ίδια ώρα η κρίση του συστήματος δημιουργεί νέους συνδυασμούς όπως η Bündnis Sahra Wagenknecht στη Γερμανία, ένα δήθεν αριστερό κόμμα που υποστηρίζει αυστηρότερους περιορισμούς στη μετανάστευση, αντιτίθεται σε μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος, κ.ο.κ.

41. Η κεντροαριστερά και η «νέα» ρεφορμιστική Αριστερά δεν μπόρεσαν σε καμία περίπτωση να λειτουργήσουν ως ανάχωμα στην άνοδο της ακροδεξιάς. Αντιθέτως, οι συμβιβαστικές πολιτικές τους έχουν υπονομεύσει την έννοια της Αριστεράς, προκαλώντας κατάρρευση του ηθικού των εργαζομένων και οδηγώντας εκατομμύρια ψηφοφόρους προς τη δεξιά και την ακροδεξιά. Αυτή ήταν η εμπειρία με «νέα αριστερά» κόμματα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, οι Podemos στην Ισπανία, το Αριστερό Μπλοκ στην Πορτογαλία, το Die Linke στη Γερμανία, το Κόμμα των Εργαζομένων (PT) στη Βραζιλία, κ.λπ.

42. Ορισμένες από τις νέες αντικαπιταλιστικές αριστερές οργανώσεις που δημιουργήθηκαν τις τελευταίες δύο με τρεις δεκαετίες, υποστηρίζουν την ιδέα ενός κοινού μετώπου με τα κεντροαριστερά κόμματα και τους παραδοσιακούς εκπροσώπους της άρχουσας τάξης, ενάντια στην ακροδεξιά. Κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό για το κίνημα και αυτοκτονικό για τις οργανώσεις αυτές. Το να ταυτίζονται τέτοιες οργανώσεις με πολιτικά κόμματα που εφαρμόζουν πολιτικές λιτότητας και καταστολής, που υποστηρίζουν ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, κ.λπ., θα οδηγούσε στην πραγματικότητα πολλούς ανθρώπους της εργατικής τάξης στην αγκαλιά της ακροδεξιάς, ακόμα και των φασιστών, καθώς αυτό θα τροφοδοτούσε την προπαγάνδα τους ότι «είναι η μόνη δύναμη έξω από το κατεστημένο». Με άλλα λόγια, στο όνομα της καταπολέμησης της ακροδεξιάς και του φασισμού, το τελικό αποτέλεσμα θα είναι η ενίσχυσή τους.

43. Τα αποτελέσματα αυτής της λογικής του «λαϊκού μετώπου» μπορούν να φανούν καθαρά στην περίπτωση της Βραζιλίας. Με το πρόσχημα της «καταπολέμησης του φασισμού» και του μπολσοναρισμού, το PSOL, ένα κόμμα που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν κομμάτι της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, έχει εισέλθει στην κυβέρνηση ταξικού συνασπισμού του Λούλα. Αυτό θα επιτρέψει στον Μπολσονάρου (και σε άλλα ακροδεξιά στελέχη) να επιστρέψουν σε μεταγενέστερο στάδιο και ενδεχομένως να καταστρέψουν ένα από τα πιο επιτυχημένα εκλογικά κόμματα της «ριζοσπαστικής» ή «αντικαπιταλιστικής» Αριστεράς.

44. Σε πολλές χώρες έχουμε δει μαζικά αντιφασιστικά και αντιρατσιστικά κινήματα και την ανάπτυξη δομών αλληλεγγύης από τα κάτω. Σε πολλές περιπτώσεις η πρωτοβουλία ανήκε σε οργανώσεις της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Σε αυτές τις πρωτοβουλίες βέβαια συμμετείχαν και άνθρωποι από τη βάση των ρεφορμιστικών ή σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, αλλά στην ηγεσία των αντιφασιστικών πρωτοβουλιών και δράσεων βρίσκονταν συνήθως αγωνιστές και ακτιβιστές της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και κομμάτια του αντιεξουσιαστικού χώρου.

45. Αυτές οι κινήσεις ήταν που πέτυχαν σημαντικές νίκες σε αρκετές περιπτώσεις, όπως η καταδίκη ολόκληρης της ηγεσίας του πιο επιτυχημένου ναζιστικού κόμματος στην Ευρώπη, της Χρυσής Αυγής, στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 2020. Κατάφεραν επίσης σε πολλές χώρες να υπερασπιστούν γειτονιές και άτομα από επιθέσεις φασιστικών ομάδων. Μαζί με τα φεμινιστικά και ΛΟΑΤΚΙ+ κινήματα, πέτυχαν νίκες στην υπεράσπιση του δικαιώματος στην άμβλωση και ενάντια στην ακροδεξιά και τις δεξιές κυβερνήσεις σε μια σειρά χώρες. Έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εκλογική ήττα υπερσυντηρητικών ή ακροδεξιών κυβερνήσεων στις ΗΠΑ, τη Βραζιλία και άλλες χώρες.

46. Η ανεξάρτητη ανάπτυξη του αντιφασιστικού κινήματος είναι ζωτικής σημασίας για τον αντιφασιστικό αγώνα. Δεδομένης της γενικής αδυναμίας και συνθηκολόγησης πολλών κομμάτων της Αριστεράς, είτε πρόκειται για πρώην σταλινικά, σοσιαλδημοκρατικά ή «νέα αριστερά», οι πρωτοβουλίες για τη δημιουργία τέτοιων αντιφασιστικών κινήσεων είναι μια δουλειά που πρέπει να κάνουν οι μαρξιστές, μαζί βέβαια με άλλες δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Η ανάγκη δημιουργίας «επιτροπών δράσης» στις γειτονιές και στους χώρους εργασίας είναι ζωτικής σημασίας. Ταυτόχρονα, όλες αυτές οι πρωτοβουλίες πρέπει να απευθύνονται στο συνδικαλιστικό κίνημα σε όλα τα επίπεδα, καθώς και στα μαζικά κόμματα της Αριστεράς που δεν έχουν εκφυλιστεί σε αστικά κόμματα.

47. Οι αντιφασιστικές δομές, πρωτοβουλίες και επιτροπές στις γειτονιές αποτελούν απαραίτητο στοιχείο και την πρώτη γραμμή άμυνας του κινήματος απέναντι στις φασιστικές προκλήσεις και απειλές. Μπορούν επίσης να παίξουν ρόλο στη διαμόρφωση της συνείδησης πλατιών στρωμάτων. Στους χώρους εργασίας, στα σχολεία και τα πανεπιστήμια, στα γήπεδα, στο διαδίκτυο, πρέπει να υπάρχει συνεχής αντιφασιστική παρουσία, όπου με υπομονετικό και μεταβατικό τρόπο πρέπει να απαντάμε στην ακροδεξιά προπαγάνδα.

48. Μόνο ο μαρξισμός και η επαναστατική Αριστερά μπορούν να δώσουν απάντηση στην κρίση του καπιταλιστικού συστήματος και να καλύψουν το τεράστιο πολιτικό κενό. Με τη μέθοδο του μεταβατικού προγράμματος και την τακτική του Ενιαίου Μετώπου, η επαναστατική Αριστερά μπορεί να αποκτήσει ευρύτερη απήχηση και να αποδείξει ότι είναι η μόνη συνεπής αντισυστημική πολιτική δύναμη, εκθέτοντας έτσι την ψευδή αντισυστημική προπαγάνδα των φασιστών.

49. Η τακτική του Ενιαίου Μετώπου είναι ένα απολύτως απαραίτητο στοιχείο σε αυτόν τον αγώνα. Είναι ο μόνος τρόπος να καταφέρουν οι επαναστάτες να προσεγγίσουν ευρύτερες μάζες και να τις πείσουν ότι αξίζει να συμμετάσχουν στον αγώνα ενάντια στους φασίστες και για την ανατροπή αυτού του συστήματος. Το αντιφασιστικό ενιαίο μέτωπο πρέπει να απευθυνθεί σε μαχητικά συνδικάτα, κοινωνικά κινήματα, κοινότητες μεταναστών, συλλογικότητες γειτονιάς, φοιτητικές ενώσεις, ομάδες LGBTQI+, περιβαλλοντικά κινήματα και να προσπαθήσει να δημιουργήσει ένα ευρύ μέτωπο ενάντια στους ναζί. Ταυτόχρονα, απαιτούνται διαρκείς εκστρατείες, αν και με διαφορετικά μέσα, ενάντια στην «κυρίαρχη» ακροδεξιά προπαγάνδα.

50. Σήμερα είναι πιο αναγκαίο από ποτέ να οικοδομήσουμε μια επαναστατική μαρξιστική εναλλακτική πρόταση σε εθνική και διεθνή κλίμακα. Πρέπει να χτίσουμε δυνάμεις που δεν θα συνδέονται με τη σοσιαλδημοκρατία ή τον σταλινισμό, που έχουν εκτεθεί πλήρως στην συνείδηση των πιο προχωρημένων στρωμάτων της εργατικής τάξης και ιδιαίτερα της νεολαίας. Αυτό το καθήκον θα πρέπει να συμβαδίζει με το χτίσιμο του αντιφασιστικού κινήματος: είναι απαραίτητο να συμμετέχουμε και να ενισχύουμε την προσπάθεια οικοδόμησης ενός αντιφασιστικού ενιαίου μετώπου, ενώ την ίδια ώρα θα χτίζουμε τις δυνάμεις της επαναστατικής Αριστεράς. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να βάλουμε φρένο στην άνοδο της ακροδεξιάς, να βάλουμε τους φασίστες πίσω στις τρύπες τους, αλλά και τις βάσεις για την ανατροπή του καπιταλισμού.

51. Για τους επαναστάτες μαρξιστές, οι δύο παράλληλες κρίσεις της περιόδου που διανύουμε (η συνεχιζόμενη κρίση του καπιταλιστικού συστήματος που διαρκώς βαθαίνει, άλλα και η κρίση των μαζικών οργανώσεων της εργατικής τάξης που έχει προκύψει από την κατάρρευση του σταλινισμού και την υποχώρηση του παραδοσιακού ρεφορμισμού) αναπτύσσονται μαζί με την κρίση της επαναστατικής ηγεσίας του προλεταριάτου, μια ιστορική κρίση που χρονολογείται από τον εκφυλισμό της Κομιντέρν στη δεκαετία του 1930. Ο συνδυασμός αυτών των κρίσεων έχει οδηγήσει τα εργατικά και τα μικροαστικά στρώματα σε μια κατάσταση όπου δεν φαίνεται καμία ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, την ίδια ώρα που δεν έχουν καμία απολύτως εμπιστοσύνη στην αστική δημοκρατία. Μόνο μια διεθνής επαναστατική οργάνωση, που θα συνενώνει τα πιο μαχητικά τμήματα του προλεταριάτου και τη θεωρητική κληρονομιά του μπολσεβικισμού, μπορεί να καθοδηγήσει και να οργανώσει την εργατική τάξη στον αγώνα της για απελευθέρωση, όπως και όλα τα άλλα στρώματα της κοινωνίας που καταπιέζονται από την κυριαρχία του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτός είναι και ο μόνος τρόπος για να εμποδίσουμε τους καπιταλιστές να εφαρμόσουν τις ακροδεξιές και φασιστικές πολιτικές τους, προκειμένου να σώσουν το χρεοκοπημένο και παρωχημένο σύστημά τους.

Ακολουθήστε το «Ξ» στο Google News για να ενημερώνεστε για τα τελευταία άρθρα μας.

Μπορείτε επίσης να βρείτε αναρτήσεις, φωτογραφίες, γραφικά, βίντεο και ηχητικά μας σε facebook, twitter, instagram, youtube, spotify.

Ενισχύστε οικονομικά το xekinima.org

διαβάστε επίσης:

7,283ΥποστηρικτέςΚάντε Like
998ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,118ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
425ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Επίκαιρες θεματικές

Πρόσφατα άρθρα