Το παρακάτω κείμενο είναι βασισμένο στην εισήγηση της Ecehan Balta (Τουρκία) στη συζήτηση με τίτλο «Παγκόσμιοι ανταγωνισμοί και στρατιωτικοποίηση», που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του 33ου κάμπινγκ Antinazizone-YRE. Οι εισηγήσεις των Sebastian Rave (Γερμανία) και Μαρινέλλα Παγιάτσου (Κύπρος) θα δημοσιευτούν τις επόμενες μέρες. Όλες τις εισηγήσεις του κάμπινγκ μπορείτε να τις βρείτε εδώ.
Σύντροφοι και συντρόφισσες,
Ζω στην Άγκυρα, την πρωτεύουσα της Τουρκίας, όπου πραγματοποιήθηκε η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στις αρχές Ιουλίου. Λίγες ημέρες πριν από τη Σύνοδο, συνέλαβαν περισσότερους από 200 ανθρώπους, μεταξύ των οποίων συγγραφείς, πανεπιστημιακούς, ΛΟΑΤΚΙ ακτιβιστές και ακτιβίστριες, νέους και νέες, στα σπίτια τους, νωρίς το πρωί. Το καθεστώς «κατασκεύασε» μια οργάνωση που κανείς δεν είχε ακούσει ποτέ πριν και τους κατηγόρησαν ότι ήταν μέλη της. Περίπου εκατό από αυτούς εξακολουθούν να βρίσκονται στη φυλακή (σημ: στις αρχές Αυγούστου).
Αυτό δεν ήταν το μόνο που έκαναν πριν και κατά τη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ. «Καθάρισαν» τους δρόμους από τα αδέσποτα ζώα. Ξέρετε τι εννοώ: τα σκότωσαν. Για πέντε ημέρες, ολόκληρη η πόλη τέθηκε ουσιαστικά σε καθεστώς απαγόρευσης κυκλοφορίας. Οι δημόσιες υπηρεσίες έκλεισαν, απαγορεύτηκε η στάθμευση στους δρόμους και όποιος προσπαθούσε να διαμαρτυρηθεί συλλαμβανόταν. Άνοιξε ένα νέο αεροδρόμιο για το αεροπλάνο του Τραμπ. Υψώθηκαν επίσης μεγάλα τείχη μπροστά από σπίτια που θεωρούνταν αντιαισθητικά, σε μια προσπάθεια να κρυφτεί η φτώχεια από τα μάτια των επισήμων.
Για να μην μακρηγορώ, τι προέκυψε τελικά από αυτή τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ; Μετά από τη «δυναμική» σύσταση των Ηνωμένων Πολιτειών, οι χώρες του ΝΑΤΟ συμφώνησαν να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες τουλάχιστον στο 5% του ΑΕΠ.
Ίσως το ποσοστό να είναι μεγαλύτερο στις δικές σας χώρες, αλλά στη δική μας χώρα οι προϋπολογισμοί για την Παιδεία και την Υγεία είναι επίσης περίπου στο 5%. Ακόμη και όπου είναι υψηλότεροι, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι τώρα θα μειωθούν.
Οι πόλεμοι συνεχίζονται παντού. Και στην Τουρκία διεξάγεται ένας ακήρυχτος πόλεμος εναντίον του κουρδικού λαού εδώ και σαράντα χρόνια. Όμως ο μιλιταρισμός δεν σημαίνει απλώς πόλεμο. Όταν μιλάμε για στρατιωτικοποίηση, συνήθως σκεφτόμαστε πρώτα τους στρατούς, τα όπλα, τις στρατιωτικές βάσεις ή την αύξηση των αμυντικών δαπανών. Όμως η στρατιωτικοποίηση είναι κάτι πολύ ευρύτερο από τις στρατιωτικές δαπάνες.
Είναι μια διαδικασία μέσα από την οποία η στρατιωτική λογική, η αντίληψη της ασφάλειας και η προετοιμασία για πόλεμο διαμορφώνουν όλο και περισσότερο την πολιτική, την οικονομία, τους δημόσιους θεσμούς και την καθημερινή ζωή.
Γι’ αυτό πιστεύω ότι πρέπει να κατανοήσουμε τη διαδικασία στρατιωτικοποίησης που βιώνουμε όχι απλώς ως ενίσχυση του στρατού, αλλά ως μια ευρύτερη πολιτική και κοινωνική αλλαγή.
Στρατιωτικοποίηση και οικονομία
Μία από τις πιο ξεκάθαρες διαστάσεις της σημερινής στρατιωτικοποίησης είναι η ολοένα μεγαλύτερη μεταφορά δημόσιων πόρων προς την άμυνα και την ασφάλεια.
Οι κυβερνήσεις μάς λένε συχνά ότι δεν υπάρχουν αρκετά χρήματα για την Υγεία, την Παιδεία, τη στέγαση, την κοινωνική προστασία, τις υπηρεσίες φροντίδας ή την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Την ίδια στιγμή, οι στρατιωτικοί προϋπολογισμοί αυξάνονται, οι βιομηχανίες όπλων επεκτείνονται και τεράστιοι δημόσιοι πόροι μεταφέρονται σε αμυντικές τεχνολογίες και στρατιωτικές υποδομές.
Αυτό σημαίνει ότι η στρατιωτικοποίηση αφορά επίσης πολιτικές επιλογές.
Ένας στρατιωτικός προϋπολογισμός δεν είναι ποτέ απλώς ένα τεχνικό ζήτημα. Μας λέει κάτι για το τι θεωρεί σημαντικό μια κυβέρνηση και ποιανού την ασφάλεια βάζει σε προτεραιότητα.
Κάθε σημαντική αύξηση των στρατιωτικών δαπανών έχει ένα «κόστος ευκαιρίας». Οι πόροι που επενδύονται σε όπλα δεν μπορούν ταυτόχρονα να επενδυθούν στη δημόσια Υγεία, την Παιδεία, την κλιματική μετάβαση, την κοινωνική κατοικία ή τις υπηρεσίες φροντίδας.
Γι’ αυτό δεν πρέπει να ρωτάμε μόνο «πόσα ξοδεύουμε για την ασφάλεια;», αλλά και: τι είδους και ποιανού ασφάλεια χρηματοδοτούμε και σε βάρος ποιων;
Με αυτή την έννοια, η στρατιωτικοποίηση συνδέεται στενά με την ευρύτερη πολιτική οικονομία του νεοφιλελευθερισμού.
Την ώρα που πολλές δημόσιες υπηρεσίες έχουν ιδιωτικοποιηθεί, αποδυναμωθεί ή έχουν υποστεί χρόνια υποχρηματοδότηση, ο στρατιωτικός και ο τομέας ασφάλειας συνεχίζουν να λαμβάνουν τεράστια κρατική στήριξη.
Οι κοινωνικές δαπάνες παρουσιάζονται συχνά ως οικονομικό βάρος. Οι στρατιωτικές δαπάνες, αντίθετα, παρουσιάζονται ως απαραίτητες, στρατηγικής σημασίας και σχεδόν πέρα από κάθε πολιτική συζήτηση.
Η διεύρυνση της έννοιας της ασφάλειας
Μια δεύτερη σημαντική διάσταση είναι η διεύρυνση της ίδιας της έννοιας της ασφάλειας.
Όλο και περισσότερες πλευρές της κοινωνικής και πολιτικής ζωής παρουσιάζονται μέσα από τη γλώσσα της εθνικής ασφάλειας.
Η μετανάστευση μετατρέπεται σε ζήτημα «εθνικής ασφάλειας».
Η ενέργεια γίνεται ζήτημα «ενεργειακής ασφάλειας».
Τα τρόφιμα γίνονται ζήτημα «επισιτιστικής ασφάλειας».
Η κλιματική αλλαγή γίνεται ζήτημα «κλιματικής ασφάλειας».
Τα κρίσιμα ορυκτά μετατρέπονται σε στρατηγικούς πόρους για την πολεμική βιομηχανία.
Ακόμη και τα κοινωνικά κινήματα μπορεί να παρουσιάζονται ως απειλές για τη δημόσια τάξη ή την εθνική σταθερότητα.
Αυτή η διαδικασία συχνά περιγράφεται ως «ασφαλειοποίηση» (securitization).
Όταν κάτι ορίζεται ως απειλή για την ασφάλεια, οι κυβερνήσεις μπορούν να δικαιολογήσουν έκτακτες πολιτικές που διαφορετικά θα ήταν δύσκολο να υπερασπιστούν πολιτικά.
Η μετανάστευση αποτελεί ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα. Αντί να συζητιέται μέσα από το πρίσμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ανισότητας, του πολέμου, της φτώχειας ή του εκτοπισμού λόγω της κλιματικής αλλαγής, οι μετανάστες και οι μετανάστριες αντιμετωπίζονται όλο και περισσότερο ως απειλή για τα σύνορα και την εθνική ασφάλεια.
Στρατιωτικοποίηση (ακόμα και) χωρίς πόλεμο
Ένα ακόμη σημαντικό σημείο είναι ότι η στρατιωτικοποίηση δεν προϋποθέτει την ύπαρξη ενός πραγματικού πολέμου.
Μια κοινωνία μπορεί να γίνει ιδιαίτερα στρατιωτικοποιημένη ακόμη και όταν δεν εμπλέκεται επίσημα σε έναν πόλεμο.
Οι στρατιωτικές βιομηχανίες μπορούν να επεκτείνονται. Οι κυβερνήσεις μπορούν να αυξάνουν τους αμυντικούς προϋπολογισμούς. Μπορούν να αναπτύσσονται νέες στρατιωτικές τεχνολογίες. Τα σύνορα μπορούν να στρατιωτικοποιούνται. Τα συστήματα παρακολούθησης μπορούν να επεκτείνονται.
Ταυτόχρονα, οι κοινωνίες μπορούν να οργανώνονται όλο και περισσότερο γύρω από την προσδοκία μιας μελλοντικής σύγκρουσης. Αυτό το βλέπουμε καθημερινά στην τηλεόραση. Όπως γνωρίζετε, η υποτιθέμενη ρωσική απειλή χρησιμοποιείται σήμερα για να νομιμοποιήσει την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών σε ολόκληρη την Ευρώπη. Μάλιστα, δίνονται ακόμη και συγκεκριμένες ημερομηνίες για το πότε υποτίθεται ότι θα επιτεθεί η Ρωσία.
Αντί να αναγνωρίζουν ότι, σύμφωνα με ανεπίσημες εκτιμήσεις, περίπου 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι έχουν σκοτωθεί στον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας, ότι η στρατιωτική ικανότητα της Ρωσίας αποδυναμώνεται μέρα με τη μέρα και ότι ήδη υπάρχει μεγάλη στρατιωτική ανισορροπία ανάμεσα στη Ρωσία και την Ευρώπη, προτιμούν να επιστρέφουν στους μύθους του Ψυχρού Πολέμου και να αναπαράγουν την εικόνα μιας Ρωσίας που είναι εγγενώς επιθετική.
Και δεν περιορίζεται αυτό στη Ρωσία. Μας λένε διαρκώς ότι υπάρχουν νέες απειλές, νέοι εχθροί, νέοι γεωπολιτικοί κίνδυνοι, νέες προκλήσεις για την ασφάλεια.
Ορισμένες από αυτές τις απειλές, φυσικά, μπορεί να είναι πραγματικές. Ζούμε, άλλωστε, στον καπιταλισμό, ο οποίος χρειάζεται την ενέργεια περισσότερο απ’ όσο τη χρειαζόμαστε εμείς οι άνθρωποι, επειδή αυτό που τον ενδιαφέρει είναι τα κέρδη.
Το πολιτικό ζήτημα όμως είναι τι συμβαίνει όταν η μόνιμη προετοιμασία για σύγκρουση γίνεται πολιτικά η «κανονική κατάσταση».
Το έκτακτο γίνεται καθημερινότητα.
Η προετοιμασία για πόλεμο γίνεται μόνιμη.
Και οι στρατιωτικές δαπάνες γίνονται όλο και πιο δύσκολο να αμφισβητηθούν, γιατί ακόμη και η κριτική σε αυτές μπορεί να παρουσιάζεται ως ανεύθυνη ή ακόμη και επικίνδυνη.
Στρατιωτικοποίηση και δημοκρατία
Αυτό μας φέρνει στο ζήτημα της δημοκρατίας.
Οι πολιτικές άμυνας και ασφάλειας παραδοσιακά ανήκουν στους λιγότερο διαφανείς τομείς των κυβερνήσεων.
Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, οι υπηρεσίες πληροφοριών, οι συμβάσεις για εξοπλιστικά προγράμματα, οι προμήθειες όπλων και οι πολιτικές ασφάλειας δεν υπόκεινται σε κανένα δημοκρατικό έλεγχο.
Όταν διευρύνεται η σφαίρα της «ασφάλειας», διευρύνεται μαζί της και η σφαίρα όσων προστατεύονται από θεσμούς ελέγχου, όπως είδαμε στην Άγκυρα κατά τη διάρκεια της πενθήμερης Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, αλλά και όπως βλέπουμε αλλού, για μικρότερα ή μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα.
Η στρατιωτικοποίηση μπορεί επομένως να ενισχύσει την εκτελεστική εξουσία και να αποδυναμώσει τον όποιο δημοκρατικό έλεγχο.
Το βλέπουμε επίσης στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται τα κοινωνικά κινήματα από την αστυνομία. Οι διαδηλώσεις μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ζητήματα ασφάλειας. Οι δράσεις των ακτιβιστών μπορούν να ποινικοποιούνται. Τεχνολογίες παρακολούθησης που αναπτύχθηκαν για στρατιωτικούς σκοπούς ή για λόγους ασφάλειας μπορούν σταδιακά να περάσουν στην καθημερινή ζωή.
Σήμερα, τα όρια ανάμεσα στις στρατιωτικές τεχνολογίες και τις τεχνολογίες πολιτικής επιτήρησης γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτα.
Drones, συστήματα αναγνώρισης προσώπου, βιομετρικές βάσεις δεδομένων, τεχνητή νοημοσύνη, «προληπτική» αστυνόμευση και προηγμένα συστήματα επιτήρησης των συνόρων είναι παραδείγματα τεχνολογιών που μπορούν να μετακινούνται από το στρατιωτικό στο πολιτικό πεδίο και αντίστροφα.
Έτσι, η σύγχρονη στρατιωτικοποίηση είναι επίσης μια τεχνολογική στρατιωτικοποίηση.
Στρατιωτικοποίηση και φύλο
Μια φεμινιστική οπτική προσθέτει μια ακόμη ουσιαστική διάσταση.
Η στρατιωτικοποίηση έχει βαθιά έμφυλο χαρακτήρα.
Οι μιλιταριστικές κουλτούρες τείνουν να αναπαράγουν συγκεκριμένες μορφές αρρενωπότητας, βασισμένες στη δύναμη, την πειθαρχία, την ιεραρχία, την υπακοή, την επιθετικότητα, τον ηρωισμό και τη θυσία.
Οι γυναίκες, από την άλλη, συχνά παρουσιάζονται ως εκείνες που πρέπει να προστατευτούν, ως συμβολικοί εκπρόσωποι του έθνους ή ως εκείνες που επωμίζονται τις κοινωνικές συνέπειες του πολέμου.
Φεμινίστριες ερευνήτριες και κινήματα υποστηρίζουν εδώ και πολλά χρόνια ότι ο πόλεμος δεν ξεκινά στο πεδίο της μάχης και δεν τελειώνει όταν σταματούν οι συγκρούσεις.
Η στρατιωτικοποίηση μετασχηματίζει την καθημερινή ζωή.
Οι στρατιωτικές οικονομίες συχνά αυξάνουν την απλήρωτη εργασία στον τομέα της φροντίδας. Ο πόλεμος και ο εκτοπισμός αυξάνουν την ευαλωτότητα των γυναικών απέναντι στη φτώχεια και τη βία. Η σεξουαλική και έμφυλη βία εντείνεται κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων.
Θα δώσω ένα παράδειγμα. Τα τελευταία έξι χρόνια, στην Τουρκία, συμμετέχουμε σε μια εκστρατεία για μια φοιτήτρια που εξαφανίστηκε. Η εκστρατεία έχει ένα πολύ απλό όνομα: «Πού είναι η Gülistan Doku;»
Η Gülistan ήταν μια νεαρή Κούρδισσα που σπούδαζε σε μία από τις κουρδικές επαρχίες. Εξαφανίστηκε ένα βράδυ και δεν έχει βρεθεί ποτέ. Φέτος, έξι χρόνια μετά την εξαφάνισή της, μάθαμε ότι φέρεται να βιάστηκε και στη συνέχεια να δολοφονήθηκε από τον γιο του κυβερνήτη που είχε διοριστεί από το κράτος για να αντικαταστήσει τον εκλεγμένο δήμαρχο (σημ: μια πολύ διαδεδομένη πρακτική του καθεστώτος Ερντογάν που χρησιμοποιεί τα δικαστήρια για να ακυρώσει στην πράξη το εκλογικό αποτέλεσμα όταν δεν τον ευνοεί).
Μάθαμε επίσης ότι μέλη της οικογένειας του κυβερνήτη, η αστυνομία και κρατικοί αξιωματούχοι κινητοποιήθηκαν για να συγκαλύψουν το έγκλημα.
Επειδή όλοι οι μηχανισμοί παρακολούθησης βρίσκονταν υπό τον έλεγχό τους, είχαν επίσης τη δυνατότητα να τους απενεργοποιήσουν ή να τους χειραγωγήσουν. Και επειδή το θύμα ήταν μια Κούρδισσα (σημ: δηλαδή μια πολίτισσα που θεωρείται «εχθρός του κράτους»), ο θάνατός της θα μπορούσε επίσης να αντιμετωπιστεί ως μία ακόμη απώλεια του πολέμου.
Αυτή τη στιγμή υπάρχουν 29 άνθρωποι υπό κράτηση, μεταξύ των οποίων και ο κυβερνήτης. Το σώμα της Gülistan, ωστόσο, δεν έχει ακόμη βρεθεί.
Γι’ αυτό ο φεμινιστικός αντιμιλιταρισμός θέτει ένα πολύ απλό αλλά ισχυρό ερώτημα:
Για ποιανού την ασφάλεια μιλάμε;
Είναι η ασφάλεια μόνο η προστασία των συνόρων;
Ή σημαίνει επίσης να είμαστε ελεύθεροι από την έμφυλη βία;
Να ζούμε χωρίς τον φόβο του θανάτου, της φτώχειας ή του εκτοπισμού;
Μόλις θέσουμε αυτά τα ερωτήματα, η έννοια της ασφάλειας αλλάζει δραματικά.
Στρατιωτικοποίηση και νεολαία
Έχει μεγάλη σημασία το γεγονός ότι βλέπουμε τον μιλιταρισμό να διεισδύει στα σχολεία.
Δημιουργούνται τηλεοπτικά κανάλια αφιερωμένα αποκλειστικά σε στρατιωτικές ταινίες. Σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες συζητείται η επαναφορά της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας.
Εγώ ζω σε μια χώρα όπου όσοι έχουν χρήματα δεν χρειάζεται να υπηρετήσουν στον στρατό, πράγμα που σημαίνει ότι η υποχρεωτική θητεία στην πράξη επιβάλλεται στους φτωχούς.
Την ίδια στιγμή, οι ιδιωτικοί στρατοί και οι αμειβόμενες μορφές στρατιωτικής υπηρεσίας ενθαρρύνουν όλο και περισσότερο τους νέους να βλέπουν τον στρατό ως λύση στη συρρίκνωση των ευκαιριών απασχόλησης.
Υπάρχει μια πικρή ειρωνεία εδώ: για να επιβιώσουν, τους ζητείται να είναι διατεθειμένοι να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους.
Στρατιωτικοποίηση και οικολογική κρίση
Η οικολογική διάσταση της στρατιωτικοποίησης είναι εξίσου σημαντική, αλλά συχνά πολύ λιγότερο ορατή.
Οι στρατοί, οι πόλεμοι, η παραγωγή όπλων, οι στρατιωτικές βάσεις και η στρατιωτική εφοδιαστική αλυσίδα έχουν τεράστιες οικολογικές επιπτώσεις.
Ας πάρουμε ένα παράδειγμα από τη Λωρίδα της Γάζας. Το UNEP (United Nations Environment Programme – Περιβαλλοντικό Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών) ανέφερε ότι μέχρι το τέλος του 2025 είχε καταστραφεί το 97% των δενδρωδών καλλιεργειών στη Γάζα, το 95% των θαμνωδών εκτάσεων και το 82% των ετήσιων καλλιεργειών. Αυτό είναι που ονομάζουμε οικοκτονία (ecocide).
Οι σύγχρονοι στρατοί εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τα ορυκτά καύσιμα και ευθύνονται άμεσα για το 5,5% των εκπομπών άνθρακα. Ορισμένες μελέτες υποστηρίζουν ότι έμμεσα ευθύνονται για περίπου το 40% του συνόλου. Οι πόλεμοι καταστρέφουν υποδομές, μολύνουν το νερό και το έδαφος, δημιουργούν τοξικά απόβλητα και καταστρέφουν οικοσυστήματα.
Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να δηλώσουμε καθαρά ότι η προοπτική πολέμου με το Ιράκ, το Ιράν και τη Βενεζουέλα, οι επεμβάσεις με στόχο την κατάληψη περιοχών που ελέγχονται από τους Κούρδους στη Συρία και οι απειλές επίθεσης εναντίον της Γροιλανδίας συνδέονται άμεσα με τα αποθέματα πετρελαίου και τους ορυκτούς πόρους.
Όμως θα μας σώσει πραγματικά η πράσινη μετάβαση;
Η παγκόσμια ενεργειακή μετάβαση απαιτεί μεγάλες ποσότητες ορυκτών, όπως λίθιο, χαλκό, κοβάλτιο, νικέλιο και σπάνιες γαίες.
Τα ορυκτά αυτά χαρακτηρίζονται όλο και περισσότερο ως στρατηγικοί πόροι. Καθώς ο ανταγωνισμός για την πρόσβασή τους εντείνεται, η ίδια η ενεργειακή μετάβαση κινδυνεύει να γίνει μέρος μιας νέας γεωπολιτικής σύγκρουσης.
Γι’ αυτό η κλιματική μετάβαση δεν μπορεί να διαχωριστεί από τα ζητήματα της ειρήνης, της δημοκρατίας και της παγκόσμιας δικαιοσύνης.
Μια πραγματικά δίκαιη μετάβαση πρέπει επίσης να αμφισβητήσει τον στρατιωτικοποιημένο ανταγωνισμό για τους πόρους.
Προς μια διαφορετική αντίληψη της ασφάλειας
Ποια είναι λοιπόν η εναλλακτική;
Η αντίθεση στη στρατιωτικοποίηση δεν σημαίνει ότι προσποιούμαστε πως δεν υπάρχουν απειλές, συγκρούσεις ή ανασφάλεια.
Ο αντιμιλιταρισμός δεν είναι απόρριψη της έννοιας της ασφάλειας. Είναι ένας αγώνας για το πώς ορίζουμε την ασφάλεια και την προστασία. Χρειαζόμαστε την ασφάλεια και την προστασία των ανθρώπων, αλλά και όλων των μη ανθρώπινων όντων του παγκόσμιου οικοσυστήματος.
Ένας άνθρωπος είναι ασφαλής όταν έχει πρόσβαση σε τροφή, στέγαση, υγειονομική περίθαλψη, εκπαίδευση, φροντίδα, δημοκρατικά δικαιώματα και ένα υγιές περιβάλλον.
Μια κοινότητα είναι ασφαλής όταν οι άνθρωποι μπορούν να συμμετέχουν στις αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή τους.
Μια κοινωνία είναι ασφαλής όταν οι άνθρωποι προστατεύονται από τη φτώχεια, τη βία, τον εκτοπισμό, την οικολογική καταστροφή και τον αυταρχισμό.
Από αυτή την οπτική, η συζήτηση για την ασφάλεια γίνεται μια συζήτηση για τις κοινωνικές προτεραιότητες.
Τι θα συνέβαινε αν κάποιοι από τους πόρους που κατευθύνονται στη στρατιωτικοποίηση διοχετεύονταν στην περιβαλλοντική προστασία, τη δημόσια Υγεία, την κοινωνική κατοικία, τις υποδομές φροντίδας, την Παιδεία ή την οικολογική αποκατάσταση;
Πώς θα έμοιαζε η ασφάλεια αν επενδύαμε περισσότερο στην πρόληψη των κοινωνικών και οικολογικών κρίσεων παρά στη στρατιωτική προετοιμασία για τις συνέπειές τους;
Συμπέρασμα
Η στρατιωτικοποίηση, λοιπόν, είναι κάτι πολύ περισσότερο από στρατούς, όπλα και στρατιωτικούς προϋπολογισμούς.
Αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες ορίζουν τις απειλές.
Αφορά τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται οι δημόσιοι πόροι.
Αφορά τη δημοκρατία και την πολιτική εξουσία.
Αφορά τις σχέσεις των φύλων.
Αφορά την τεχνολογία, τα σύνορα, τη μετανάστευση και την παρακολούθηση.
Και, όλο και περισσότερο, αφορά την οικολογική κρίση και τον παγκόσμιο ανταγωνισμό για τους πόρους.
Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν τα κράτη χρειάζονται ασφάλεια.
Το πραγματικό ερώτημα είναι:
Τι είδους ασφάλεια θέλουμε να οικοδομήσουμε, για ποιους και με ποιο κοινωνικό και οικολογικό κόστος;
Με αυτή την έννοια, η ειρήνη είναι πολλά περισσότερα από την απουσία πολέμου.
Είναι επίσης η οικοδόμηση κοινωνιών στις οποίες οι πόροι κατευθύνονται μακριά από την καταστροφή και προς τη διατήρηση και τη στήριξη της ζωής.












