33 χρόνια απ’ τη σφαγή της Τιέν Αν Μεν – το κινεζικό κίνημα έχει εκκρεμότητες

Άρθρο του Φανγκ Τσανγκ (Fang Chang), μέλους της οργάνωσης «International Socialist Forward» στην Ταϊβάν που συμμετέχει στη διεθνή πρωτοβουλία «Internationalist Standpoint»

Σήμερα συμπληρώνονται 33 χρόνια από τη σφαγή της Τιέν Αν Μεν, της ημέρας που το δικτατορικό καθεστώς του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος (ΚΚΚ) συνέτριψε το επαναστατικό κίνημα του 1989. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι το κίνημα της Τιέν Αν Μεν δεν ήταν ένα μεμονωμένο πολιτικό γεγονός, αλλά μέρος ενός κύματος αγώνων και κινητοποιήσεων. Ενώ οι κινητοποιήσεις εκείνης της περιόδου ξεκίνησαν κυρίως από φοιτητές, η κινεζική εργατική τάξη έπαιξε επίσης καθοριστικό ρόλο.

Ιστορικό

Στη δεκαετία του 1980, η ανάπτυξη της Κίνας ήταν όλο και πιο σκληρή και ασταθής ως αποτέλεσμα της διαδικασίας καπιταλιστικής παλινόρθωσης, που ξεκίνησε ο τότε ηγέτης Ντενγκ Σιαοπίνγκ

Το καθεστώς του ΚΚΚ άρχισε να ενθαρρύνει τους ιδιώτες να ιδρύουν επιχειρήσεις και προχώρησε σε μαζικές ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων επιχειρήσεων, γεγονός που οδήγησε σε αυξανόμενη διαφθορά των τοπικών γραφειοκρατών. 

Επιπλέον, ο Ντενγκ αθέτησε την υπόσχεση της εξασφάλισης των εργασιακών δικαιωμάτων για τους εργαζόμενους στις κρατικές επιχειρήσεις [1] και άφησε ελεύθερες τις τιμές των εμπορευμάτων, προκαλώντας μεγαλύτερη αύξηση των τιμών από τους μισθούς. Αυτό οδήγησε σε ένα ποσοστό πληθωρισμού 30% κατά το πρώτο εξάμηνο του 1988. Για να αντιμετωπίσουν τις αυξήσεις των τιμών, οι άνθρωποι αναγκάστηκαν να σηκώσουν μετρητά από τις τράπεζες προκειμένου να αγοράσουν αγαθά των οποίων οι τιμές εκτοξεύονταν στα ύψη, τη στιγμή που η γενική αγοραστική δύναμη της εργατικής τάξης μειώθηκε κατά 100% ή και περισσότερο σε σύγκριση με το 1983. Οι εξελίξεις αυτές επηρέασαν το βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης, το οποίο μειώθηκε απότομα.

Σε μια προσπάθεια να ανακτήσει τον έλεγχο της οικονομίας, η κινεζική κεντρική κυβέρνηση προσπάθησε επειγόντως να μειώσει την παροχή ρευστότητας και να ελέγξει τον δανεισμό, με στόχο τη σταθεροποίηση της οικονομίας μέσω της λιτότητας. Το άμεσο αποτέλεσμα του πιστωτικού ελέγχου από την κυβέρνηση ήταν ότι πολλά δάνεια αθετήθηκαν. Πολλές επιχειρήσεις των δήμων και των χωριών στις αγροτικές περιοχές χρεοκόπησαν, με αποτέλεσμα την εκτόξευση του ποσοστού ανεργίας στα ύψη. Εκατομμύρια εργαζόμενοι έχασαν τη δουλειά τους. 

Εν τω μεταξύ, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, μετά τη χαλάρωση του αυστηρού συστήματος καταγραφής των νοικοκυριών (που απέτρεπε την εσωτερική μετανάστευση), ένα τεράστιο κύμα αγροτικού πληθυσμού είχε αρχίσει να μεταναστεύει στις πόλεις προσπαθώντας να βρει δουλειά.

Το ξέσπασμα του κινήματος

Οι πιο μεγάλες επιπτώσεις εμφανίστηκαν στις αρχές του 1989. Ως αποτέλεσμα της πτώσης του βιοτικού επιπέδου, της κοινωνικής αναταραχής και της διαφθοράς, η οργή του κόσμου συσσωρεύτηκε και η δυσαρέσκεια για το καθεστώς του Ντενγκ αυξήθηκε σταδιακά. Ο θάνατος του πρώην Γενικού Γραμματέα Χου Γιαομπανγκ στις 15 Απριλίου 1989 λειτούργησε ως σπίθα. Οι φοιτητές χρησιμοποίησαν το πένθος για τον Χου ως ευκαιρία για να ξεκινήσουν έναν αγώνα κατά της πολιτικής διαφθοράς και για τον δικαίωμα της οργάνωσης και την ελευθερία του Τύπου. Στις κινητοποιήσεις αυτές πήραν μέρος και οι εργαζόμενοι.

Το άρθρο της σύνταξης που δημοσιεύθηκε από το καθεστώς στην εφημερίδα «Λαϊκή Ημερησία» (επίσημο όργανο της ΚΕ του ΚΚΚ) στις 26 Απριλίου, με τίτλο «Πρέπει να πάρουμε ξεκάθαρη θέση ενάντια στις ταραχές», χρησιμοποίησε όρους όπως «αναταραχή» και «συνωμοσία» για να συκοφαντήσει το δημοκρατικό κίνημα και να προετοιμάσει το έδαφος για την απαγόρευση των διαδηλώσεων και των πορειών. Αυτό αναμφίβολα εξόργισε τους φοιτητές και οδήγησε περισσότερους νέους να βγουν στους δρόμους. Ταυτόχρονα, εργαζόμενοι και πολίτες έκαναν δωρεές για να στηρίξουν τον αγώνα των φοιτητών. 

Στις 4 Μαΐου, στην 70ή επέτειο του κινήματος της Τετάρτης Μάη [2], 300.000 άτομα συγκεντρώθηκαν στην πλατεία Τιέν Αν Μεν για να διαμαρτυρηθούν για το καθεστώς του Ντενγκ Σιαοπίνγκ. Μεταξύ της 15ης Μαΐου, όταν ο Γκορμπατσόφ επισκέφθηκε την Κίνα, και της 17ης Μαΐου, περισσότεροι από μισό έως ένα εκατομμύριο άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων εργατών, δασκάλων και φοιτητών, συγκεντρώθηκαν στην πλατεία Τιέν Αν Μεν, στη μεγαλύτερη μαζική κινητοποίηση μετά τη νίκη της κινεζικής επανάστασης το 1949.

Τα κινήματα αυτά αποτελούσαν άμεση απειλή για το καθεστώς του Ντενγκ Σιαοπίνγκ, γεγονός που τον ώθησε να προσπαθήσει να σταματήσει την εξάπλωσή τους επιβάλλοντας στρατιωτικό νόμο στις 20 Μαΐου. Ωστόσο, η οργή για τον πληθωρισμό, τις τιμές των εμπορευμάτων, τη διαφθορά και την είσοδο γραφειοκρατών σε ιδιωτικές επιχειρήσεις είχε φτάσει στο απόγειό της, οδηγώντας σε μαζική αντίσταση στον στρατιωτικό νόμο. Μόνο μεταξύ 21 και 23 Μαΐου πραγματοποιήθηκαν δύο ξεχωριστές πορείες και διαδηλώσεις κατά του στρατιωτικού νόμου, στις οποίες συμμετείχαν πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι. Αυτά τα επαναστατικά κινήματα εξαπλώθηκαν σχεδόν σε κάθε γωνιά της Κίνας και οι βιομηχανικοί εργάτες συμμετείχαν με απεργίες.

Λάθη στη στρατηγική

Παρά τη σημαντική συμβολή τους στο επαναστατικό κίνημα, η ηγεσία του φοιτητικού κινήματος έκανε επίσης σημαντικά πολιτικά λάθη. Ένα από αυτά ήταν η έλλειψη ξεκάθαρου στόχου και πολιτικού προγράμματος για το κίνημα, γεγονός που οδήγησε και σε χαλαρές οργανωτικές δομές. 

Ωστόσο, το μεγαλύτερο λάθος ήταν η άρνηση των φοιτητών να συμπεριλάβουν και την εργατική τάξη στο επαναστατικό κίνημα. Πολλοί φοιτητές είχαν μια ελιτίστικη αντίληψη στο θέμα και πίστευαν ότι η συμμετοχή των εργατών θα υπονόμευε το κίνημα για τα δημοκρατικά δικαιώματα. Προσπάθησαν μάλιστα να εμποδίσουν τους εργάτες να εισέλθουν στην πλατεία Τιέν Αν Μεν πριν ο στρατός περικυκλώσει το Πεκίνο. Τα στοιχεία που ήρθαν στο φως μετά τα γεγονότα, έδειξαν ότι οι φοιτητές υποτίμησαν την εργατική τάξη και τη διάθεσή της να συμβάλει στο κίνημα. 

Μετά την 4η Μαΐου, το φοιτητικό κίνημα άρχισε να φθίνει. Πολλοί φοιτητές επέστρεψαν στις πανεπιστημιουπόλεις. Την ίδια στιγμή ωστόσο, η Αυτόνομη Ομοσπονδία Εργαζομένων του Πεκίνου, εξακολουθούσε να στρατολογεί και να οργανώνει τους εργάτες, σχεδιάζοντας ακόμη και Γενική Απεργία για την υποστήριξη των φοιτητών, διανέμοντας φυλλάδια κατά της δικτατορικής διακυβέρνησης του ΚΚΚ. Στις 20 Μαΐου, πολλοί εργαζόμενοι και πολίτες σχημάτισαν αυθόρμητα οδοφράγματα, ακόμη και ανθρώπινα μπλόκα, προκειμένου να εμποδίσουν τον στρατό να εισέλθει στο Πεκίνο. Σχημάτισαν ακόμη και την «Περίπολο των Εργαζομένων» για να διατηρήσουν την τάξη στην πόλη. Στα τέλη Μαΐου, εκατό χιλιάδες εργάτες στη Χαλυβουργία του Πεκίνου σχεδίαζαν να κατέβουν σε απεργία.  

Κατά τραγικό τρόπο, οι φοιτητές δεν είχαν συνειδητοποιήσει τη σημασία των εργατικών κινητοποιήσεων. Ορισμένοι φοιτητές θεωρούσαν ακόμη και τον μετριοπαθή πολιτικό Ζάο Ζιγιάνγκ ως τον ηγέτη που θα μπορούσε να τους οδηγήσει στη νίκη. Στην πραγματικότητα, τόσο η «μετριοπαθής» όσο και η «σκληροπυρηνική» παράταξη του καθεστώτος ήταν υπεύθυνες για τις ιδιωτικοποιήσεις και τη διαφθορά, ενώ και οι δύο επιδίωκαν την επιστροφή του καπιταλισμού. Έτσι, το κίνημα έχασε μια σημαντική ευκαιρία να κλιμακώσει τον αγώνα και να στριμώξει το καθεστώς. Το καθεστώς έκανε ένα διάλειμμα δύο εβδομάδων και στο τέλος κατάφερε να κινητοποιήσει στρατιωτική δύναμη 200.000 ατόμων για να συντρίψει βάναυσα το κίνημα. 

Αιματηρή καταστολή

Τις βραδινές ώρες της 3ης Ιουνίου, μια τεράστια στρατιωτική δύναμη εισήλθε στο Πεκίνο. Στρατιώτες με τανκς και πολυβόλα άνοιξαν πυρ εναντίον άοπλων εργατών και πολιτών. Ο Ντενγκ συνέτριψε την επανάσταση του 1989, η οποία έληξε με μια αιματηρή σφαγή. 

Σε αντίθεση με την κοινή πεποίθηση, δεν υπήρξαν τόσοι πολλοί νεκροί στην ίδια την πλατεία Τιέν Αν Μεν. Οι περισσότερες δολοφονίες συνέβησαν σε άλλες περιοχές του Πεκίνου. Επίσης, ο αριθμός των νεκρών και των τραυματισμένων φοιτητών ήταν πολύ μικρότερος από εκείνον των εργαζομένων και των υπόλοιπων πολιτών. 

Υπάρχουν διαφορετικές εκτιμήσεις σχετικά με τον αριθμό των νεκρών και των τραυματιών κατά τη διάρκεια της βίαιης καταστολής της εξέγερσης, αλλά υπολογίζεται ότι τουλάχιστον 500 άνθρωποι σκοτώθηκαν και κάποιες χιλιάδες τραυματίστηκαν. Σύμφωνα με μαρτυρίες φοιτητών, οι στρατιώτες έβαζαν τα πτώματα σε σακούλες και τα αποτέφρωναν στην ύπαιθρο, ενώ για τη μετακίνησή τους χρησιμοποίησαν ακόμη και μπουλντόζες. 

Ολοκληρώνοντας το κατασταλτικό όργιο ενάντια στην εργατική τάξη μετά τη σφαγή, το καθεστώς συνέλαβε σαράντα χιλιάδες εργάτες και καταδίκασε εκατοντάδες από αυτούς σε θάνατο. 

Η περίοδος που ακολούθησε

Η σφαγή της Τιέν Αν Μεν και η μαζική καταστολή που ακολούθησε, συνέτριψαν την πολιτική δύναμη της κινεζικής εργατικής τάξης, επιτρέποντας στο καθεστώς να προχωρήσει στην επάνοδο του καπιταλισμού και να μετατρέψει την Κίνα σε ένα «παγκόσμιο εργοστάσιο», χάρη στην εκμετάλλευση των εργαζομένων που δούλευαν σε συνθήκες γαλέρας. 

Στα πλαίσια του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, αυτή η «επιτυχία» οδήγησε τελικά στην αμφισβήτηση της κυριαρχίας του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στην παγκόσμια σκηνή. Άφησε όμως την κινεζική κοινωνία σε βαθιά κρίση. 

Τα καταπιεστικά χρόνια που μεσολάβησαν από τότε μέχρι σήμερα, δεν έφεραν καμία κοινωνική ειρήνη, απλώς κατάφεραν να βάλουν τις κοινωνικές εντάσεις κάτω από το χαλί. Αυτές οι εντάσεις όμως, κάποια στιγμή θα προκαλέσουν ξανά νέες εκρήξεις. Η εργατική τάξη και η νεολαία της Κίνας, του Χονγκ Κονγκ και της Ταϊβάν πρέπει να προετοιμαστούν για αυτή την προοπτική, προκειμένου να μπορέσουν να δράσουν άμεσα και να ανατρέψουν το καθεστώς του ΚΚΚ, εγκαθιδρύοντας μια πραγματικά δημοκρατική σοσιαλιστική κοινωνία. 


[1] Το 1984, οι εργαζόμενοι αυτοί αποτελούσαν το 40% του συνολικού αριθμού των εργαζομένων στην Κίνα 
[2] Ένα φοιτητικό κίνημα του 1919 ενάντια στην υπογραφή της συνθήκης των Βερσαλλιών
7,127ΥποστηρικτέςΚάντε Like
595ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,111ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
392ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής