Τουρκία: Σύγκρουση μεταξύ κεμαλιστών και ισλαμιστών

Του Κυριάκου Χάλαρη

Η τελευταία σύγκρουση μεταξύ κεμαλιστών και ισλαμιστών που εκτυλίχθηκε στις αρχές Ιούλη στην Τουρκία, αναδεικνύει για άλλη μια φορά τα προβλήματα και τις αντιφάσεις του τουρκικού καπιταλισμού. Αυτή τη φορά όμως αυτό που χαρακτήρισε την κρίση δεν είναι άλλη μια παρέμβαση του στρατιωτικού κατεστημένου αλλά η αντίδραση της κυβέρνησης του ισλαμιστή Ερντογάν, που έστειλε ένα καθαρό μήνυμα στους στρατιωτικούς ότι πλέον δεν καθορίζουν αυτοί τους κανόνες του παιχνιδιού.

Η πολιτική κρίση ξεκίνησε όταν, για άλλη μια φορά, το στρατιωτικό – κεμαλικό κατεστημένο προσέφυγε στη δικαιοσύνη και ζήτησε την απαγόρευση του κυβερνητικού Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) του Ερντογάν ζητώντας την απαγόρευσή του καθώς και τη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του πρωθυπουργού, του προέδρου Γκιουλ και άλλων 70 στελεχών του, επειδή ‘υπονομεύουν τον κοσμικό χαρακτήρα της Τουρκικής Δημοκρατίας’ και προσπαθούν να ‘ισλαμοποιήσουν’ το κράτος.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η δικαιοσύνη στην Τουρκία καλείται να απαγορεύσει ένα πολιτικό κόμμα που έχει αναφορά στο Ισλάμ. Αλλά είναι η πρώτη φορά που το στρατιωτικό κατεστημένο της Τουρκίας στριμώχνεται τόσο πολύ. Από τη μια γιατί, για πρώτη φορά, ο πρωθυπουργός και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας προέρχονται από το ΑΚΡ. Από την άλλη επειδή η αντίδραση της κυβέρνησης του Ερντογάν ήταν εντυπωσιακή αυτή τη φορά: λίγο πριν από την έναρξη της συζήτησης στο Ανώτατο Δικαστήριο για την απαγόρευση της λειτουργίας του κυβερνώντος κόμματος, η αστυνομία προχώρησε σε 22 συλλήψεις υπόπτων για συμμετοχή στην τρομοκρατική οργάνωση Εργκένεκον.

Και η οργάνωση αυτή δεν είναι τυχαία. Είναι η οργάνωση μέσω της οποίας απόστρατοι κορυφαίοι στρατιωτικοί του καθεστώτος, αλλά και δημοσιογράφοι, προσωπικότητες κλπ σε συνεργασία με το ακροδεξιό παρακράτος, συνέχιζαν τη δράση τους στην κατεύθυνση της ανατροπής της κυβέρνησης του Ερντογάν, ακόμα και με πραξικόπημα. Στελέχη της μάλιστα, πρότειναν ανοιχτά το πραξικόπημα για την ανατροπή του Ερντογάν το 2003 και 2004 στα ανώτερα στρατιωτικά επιτελεία τα οποία τότε το απέρριψαν. Στην Εργκένεκον αποδίδονται σειρά επιθέσεων και προβοκατόρικων ενεργειών, όπως οι επιθέσεις στην κεμαλική εφημερίδα Τζουμχουριέτ, που στόχευαν να ‘αποδείξουν’ ότι ο κεμαλισμός και ο κοσμικός χαρακτήρας του κράτους κινδυνεύουν.

Επομένως, οι τελευταίες εξελίξεις είναι πολύ σημαντικές. Επειδή για πρώτη φορά συλλαμβάνονται στρατηγοί και για πρώτη φορά αμφισβητείται το στρατιωτικό κατεστημένο στην Τουρκία. Και όταν μιλάμε για στρατιωτικό κατεστημένο δεν μιλάμε απλά για τον ένοπλο μηχανισμό του καθεστώτος. Στην Τουρκία ο στρατός είναι πολύ περισσότερα από ένα ένοπλο σώμα. Με δικές του επιχειρήσεις, τράπεζες κλπ, με τον έλεγχο των δημοσίων ταμείων, με τεράστια συμμετοχή στην αγορά αυτοκινήτων και στην τσιμεντοβιομηχανία της χώρας, με δικές του ασφαλιστικές εταιρείες, ο στρατός είναι από μόνος του βασική πολιτική και οικονομική εξουσία. Και αυτή την πολιτική και οικονομική εξουσία δεν είναι διατεθειμένος να την παραχωρήσει με κανένα τρόπο και δεν θα διστάσει να την υπερασπίσει ακόμα και με πραξικοπήματα, όπως έχει κάνει και στο παρελθόν.

Από την άλλη, το κόμμα του Ερντογάν και του Γκιούλ, μπορεί να κατηγορείται σαν ισλαμιστικό αλλά στην πραγματικότητα μόνο ισλαμιστικό δεν είναι. Είναι ένα κόμμα που ξεκίνησε από το Ισλάμ και εξελίχθηκε σε ένα αστικό, νεοφιλελεύθερο κόμμα που εκφράζει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τις πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού όσα χρόνια είναι κυβέρνηση. Και ο λόγος που συγκρούεται τώρα με το στρατό είναι γιατί εκπροσωπεί τα συμφέροντα της ανερχόμενης τουρκικής αστικής τάξης, που θέλει να απεξαρτηθεί από τον έλεγχο του στρατού και βλέπει την εξέλιξή της να περνά μέσα από την ΕΕ και ένα πιο σταθερό και ‘δημοκρατικό’ καπιταλισμό στην Τουρκία που θα της επιτρέψει να κάνει ελεύθερα τη δουλειά της.

Για τους εργαζόμενους και τη νεολαία στην Τουρκία οι τελευταίες εξελίξεις έχουν σημασία. Γιατί αποκαλύπτουν τη σήψη του τουρκικού κατεστημένου και του ίδιου του συστήματος. Σε μια χώρα όπου ακόμα και οι στοιχειώδεις δημοκρατικές ελευθερίες χτυπιούνται καθημερινά, που οι μειονότητες παλεύουν ακόμα με τα όπλα για τα δικαιώματά τους, με 25% ανεργία, τεράστια φτώχεια, αναλφαβητισμό και εξαθλίωση. Αυτό που χρειάζεται είναι η πιο πλατιά ενότητα των πολιτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων ώστε να δώσουν με όσο το δυνατό καλύτερους όρους τις επόμενες μάχες ενάντια στις πολιτικές του Ερντογάν και ενάντια στο στρατιωτικό κατεστημένο.

7,137ΥποστηρικτέςΚάντε Like
593ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,115ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
401ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής