Της Σύνταξης του «Ξ»
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα είχε προ πολλού πέσει υπό το βάρος των σκανδάλων και της κοινωνικής δυσαρέσκειας αν υπήρχε αντιπολίτευση, έστω και υποτυπωδώς ικανή να αμφισβητήσει την εξουσία της. Η εικόνα είναι αποκαλυπτική.
- Στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ εμπλέκονται κορυφαίοι βουλευτές και υπουργοί της κυβέρνησης, ενώ η έρευνα συνεχίζεται και δεν αποκλείεται να έχουμε ακόμη μεγαλύτερες αποκαλύψεις το επόμενο διάστημα.
- Στελέχη της αντιπολίτευσης, υπουργοί της ίδιας της κυβέρνησης, στελέχη των ενόπλων δυνάμεων κ.α., παρακολουθούνταν συστηματικά από την ΕΥΠ, και η ΝΔ επιμένει ότι «δεν τρέχει τίποτα» και ότι αυτά «τα κάνουν όλοι».
- Στο μεταξύ συνεχίζεται η προσπάθεια συγκάλυψης του εγκλήματος των Τεμπών, με τη δίκη να βρίσκεται σε εξέλιξη, ενώ οι βασικοί υπεύθυνοι που προέρχονται τόσο από την εταιρεία, όσο και την κυβέρνηση και την τοπική αυτοδιοίκηση, βρίσκονται εκτός κατηγορητηρίου!
- Το βιοτικό επίπεδο της κοινωνίας εξακολουθεί να κατρακυλάει με τις τιμές των ενοικίων, των καυσίμων, όπως και βασικών ειδών πρώτης ανάγκης να έχουν «ξεφύγει», ιδιαίτερα μετά την επίθεση ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν και την ενεργειακή κρίση που τη συνοδεύει. Μια εγκληματική επίθεση την οποία η ελληνική κυβέρνηση και ο ελληνικός στρατός στηρίζουν ενεργά.
Κι όμως, παρά τη σημαντική της πτώση, η κυβέρνηση παραμένει πρώτη στις δημοσκοπήσεις και μάλιστα με μεγάλη διαφορά από το δεύτερο κόμμα (ΠΑΣΟΚ). Σε δημοσκόπηση της ALCO που δημοσιεύτηκε στην ΕΦΣΥΝ στις 11 Μάη πέρα από τα παραπάνω στοιχεία, φαίνεται ότι η Ακροδεξιά διατηρεί υψηλά ποσοστά, με την «Ελληνική Λύση» του Βελόπουλου να βρίσκεται τρίτη και τη «Φωνή Λογικής» της Λατινοπούλου να μπαίνει στη βουλή.
Στο ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ επικρατεί εσωτερική φαγωμάρα αντανακλώντας το γεγονός ότι δεν εμφανίζουν καμία δυναμική.
Το ΚΚΕ (το μόνο κόμμα της Αριστεράς που φαίνεται να μπαίνει στη βουλή) βρίσκεται σταθερό και ανεπηρέαστο από τις εξελίξεις στα παραδοσιακά του ποσοστά (κοντά στο 7%) ενώ οι αναποφάσιστοι και το «άλλο κόμμα» που μαζί ξεπερνούν το 30%, φαίνεται να περιμένουν (τουλάχιστον ένα μέρος τους) την επίσημη ανακοίνωση των κομμάτων Καρυστιανού και Τσίπρα (την ώρα που τυπώνεται αυτό το τεύχος του «Ξ», οι σχετικές ανακοινώσεις αναμένονται).
Το κόμμα Τσίπρα δεν μπορεί να αποτελέσει πόλο έλξης για πλατιά στρώματα, παρά μόνο ξαναζεσταμένη σούπα και ίσως για κάποιο κόσμο επιλογή απελπισίας ελπίζοντας πώς έτσι ίσως φύγει η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Ο Τσίπρας θυμήθηκε έντεκα χρόνια μετά την προδοσία της πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας με την ανατροπή της ιστορικής απόφασης του δημοψηφίσματος του 2015… να καταγγείλει τα «υπέρμετρα κέρδη των τραπεζών».
Και αφού οδήγησε το προηγούμενο κόμμα του οποίου ήταν αρχηγός, τον ΣΥΡΙΖΑ, στην ανυποληψία και την καταστροφή, επιχειρεί να επιστρέψει, παριστάνοντας τον Μεσσία.
Από την άλλη, το κόμμα Καρυστιανού, που για ένα μεγάλο διάστημα (πριν φανεί η πολιτική κατεύθυνση που θα έπαιρνε) είχε φανεί ότι μπορεί να αποτελέσει ελπίδα για ένα κομμάτι του κόσμου και του κινήματος των Τεμπών, ξεκαθαρίζει την εικόνα του με τον πιο απογοητευτικό τρόπο. Οι μέχρι στιγμής δηλώσεις της Καρυστιανού αποτελούν ένα μείγμα θρησκοληψίας, ακροδεξιάς και σκοταδισμού. Δηλώσεις όπως αυτή μετά το ναυάγιο της Χίου, με την οποία χαρακτήρισε «εισβολή» την προσπάθεια απελπισμένων ανθρώπων να φτάσουν στην Ευρώπη ξεφεύγοντας από τους πολέμους και την πείνα (παρά τους μεγάλους κινδύνους να δολοφονηθούν από το Ελληνικό Λιμενικό κατά τη διάρκεια του ταξιδιού) σόκαραν και απομάκρυναν μεγάλο κομμάτι του κόσμου που μέχρι τότε την παρακολουθούσε με προσδοκίες. Οι διάφορες «διορθωτικές δηλώσεις» που έκανε δεν έπεισαν. Οι συνεργάτες της, όχι απλά δεν αποτελούν τίποτα «φρέσκο» και «άφθαρτο», όπως προσπαθούσε να πείσει, αλλά προέρχονται από σάπια κομμάτια του ελληνικού πολιτικού συστήματος.
Η παραπάνω απογοητευτική εικόνα έχει όμως να κάνει και με την ανεπάρκεια των δυνάμεων της Αριστεράς να ανταποκριθούν στις ανάγκες της εποχής και της κοινωνίας. Η πολυδιάσπαση και η άρνηση συνεργασίας και η αδυναμία να παρουσιάσει ένα πειστικό εναλλακτικό πρόγραμμα εξόδου από τη σημερινή κρίση, από τη μια μεριά διατηρούν τη ΝΔ πρώτο κόμμα, ενώ από την άλλη αφήνουν χώρο σε κάθε είδους «λύσεις απελπισίας» – και βέβαια δυναμώνουν την Ακροδεξιά κάθε μέρα που περνάει.
Τα τμήματα της Αριστεράς και οι ανένταχτοι αγωνιστές/τριες που αντιλαμβάνονται αυτή την πραγματικότητα, είναι απαραίτητο να παλέψουν από κοινού για να ξεπεραστεί η σημερινή κατάσταση, στην κατεύθυνση του χτισίματος μιας πραγματικής εναλλακτικής που δεν θα φοβάται να συγκρουστεί με το σύστημα μέχρι τέλους, ενώ ταυτόχρονα θα είναι ανοιχτή και ενωτική.











