Οι φτωχότερες γυναίκες είναι πιο ευάλωτες στην ενδοοικογενειακή βία

Η ενδοοικογενειακή βία, που αποτελεί μία από τις πιο σκληρές εκφάνσεις των σεξιστικών αντιλήψεων και της πατριαρχικής δομής της κοινωνίας, αποτελεί μία σκληρή πραγματικότητα για εκατομμύρια γυναίκες σε όλον τον κόσμο. 

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, σχεδόν μία στις τρεις γυναίκες (27%) σε όλον τον κόσμο, ηλικίας από 15-49 που έχουν βρεθεί σε σχέση, έχουν πέσει θύματα κάποιας μορφής σωματικής ή σεξουαλικής βίας. 

Ένα από τα πρώτα πράγματα που θα ακούσουμε σε συζητήσεις, άρθρα και ρεπορτάζ των κυρίαρχων ΜΜΕ για την ενδοοικογενειακή βία, είναι πως πρόκειται για ένα διαταξικό φαινόμενο, όπου τόσο οι θύτες όσο και τα θύματα μπορεί να προέρχονται από όλες τις οικονομικές και κοινωνικές τάξεις, κάτι που αληθεύει. 

Ένα ζήτημα όμως που αποφεύγεται ή αγνοείται, είναι το κατά πόσο όλες οι γυναίκες ανεξαρτήτου τάξης και οικονομικής κατάστασης είναι εξίσου ευάλωτες στην ενδοοικογενειακή βία και εάν έχουν τα ίδια μέσα διαφυγής από κακοποιητικές σχέσεις. 

Τα φτωχότερα στρώματα πιο ευάλωτα στην ενδοοικογενειακή βία

Σύμφωνα με την «Ομάδα Γυναικείου Προϋπολογισμού» (Women’s Budget Group), ένα δίκτυο εθελοντικών γυναικείων και άλλων οργανώσεων στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα φτωχότερα νοικοκυριά εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά ενδοοικογενειακής κακοποίησης. Οι γυναίκες σε νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα έχουν 3,5 φορές περισσότερες πιθανότητες να βιώσουν ενδοοικογενειακή βία από ό,τι οι γυναίκες σε νοικοκυριά με καλύτερη οικονομική κατάσταση.  

Σύμφωνα με την οργάνωση «Women’s Aid» (Βοήθεια για της γυναίκες) επίσης του Ηνωμένου Βασιλείου, βάσει των ετήσιων στοιχείων της για το 2016, οι γυναίκες που ζουν σε συνθήκες φτώχειας είναι παραπάνω από δύο φορές πιο πιθανό να βιώσουν εκτεταμένη βία και κακοποίηση στη ζωή τους. Σύμφωνα με την έκθεσή τους, το 14% των γυναικών που ζουν σε συνθήκες φτώχειας έχουν αντιμετωπίσει εκτεταμένη βία και κακοποίηση, σε σύγκριση με τις γυναίκες που δεν ζουν σε συνθήκες φτώχειας (6%).  

Την ίδια ώρα, το αμερικάνικο περιοδικό «Jackson Free Press» αναφέρει πως οι γυναίκες που ζουν σε συνθήκες φτώχειας υφίστανται ενδοοικογενειακή βία σε διπλάσιο ποσοστό από εκείνες που είναι πιο ευκατάστατες, ενώ μία έρευνα που έγινε στην Αυστραλία από τον Οργανισμό «Australia’s National Research Organisation for Women’s Safety» (Εθνικός ερευνητικός οργανισμός της Αυστραλίας για την ασφάλεια των γυναικών) αναφέρει πως οι γυναίκες που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες ή οικονομικό άγχος λόγω της πανδημίας, έχουν έως και τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες να κακοποιηθούν σεξουαλικά ή σωματικά από τους συντρόφους τους.    

Έρευνες σε διαφορετικές χώρες και διαφορετικές Ηπείρους, αναφέρουν τελικά το ίδιο πράγμα: πως οι φτωχότερες γυναίκες βιώνουν βία από τον σύντροφο ή σύζυγό τους σε υψηλότερα ποσοστά. 

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό;

Η φτώχεια παράγοντας και καταλύτης της ενδοοικογενειακής βίας

Η φτώχεια -όπως δείχνουν τα στοιχεία- μπορεί να συνδέεται με περισσότερα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, αλλά αυτό δε σημαίνει πως τη γεννάει. Η ενδοοικογενειακή βία γεννιέται μέσα από τις σεξιστικές αντιλήψεις που θέλουν τη γυναίκα κατώτερη του άντρα, να είναι κτήμα του, με τη ζωή και το σώμα της να έχουν λιγότερη αξία. Η φτώχεια γεννάει έντονα συναισθήματα άγχους, αγωνίας και αβεβαιότητας, τα οποία λόγω των σεξιστικών αντιλήψεων συχνά εκφράζονται μέσω της ενδοοικογενειακής βίας πάνω στα σώματα των γυναικών.

Υπάρχει όμως ένα ακόμα σημαντικό σημείο που επισημαίνουν οι μελέτες και οι οργανώσεις που ασχολούνται με θύματα ενδοοικογενειακής βίας. Οι πολύ δυσκολότερες συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι φτωχότερες γυναίκες εάν θελήσουν να εγκαταλείψουν έναν κακοποιητικό σύντροφο.

Συνολικά, οι λόγοι για τους οποίους μία γυναίκα συχνά δεν φεύγει άμεσα από μία κακοποιητική σχέση είναι πολυσύνθετοι και πολύπλοκοι. Υπάρχουν ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες, όπως υπάρχει και ο φόβος των αντιποίνων σε περίπτωση που εγκαταλείψουν τον σύντροφό τους. Τον τελευταίο χρόνο στην Ελλάδα έχουμε δει δυστυχώς τέτοια παραδείγματα με τραγική κατάληξη. 

Πέρα όμως από τους παραπάνω λόγους, ο οικονομικός παράγοντας παίζει επίσης σημαντικό ρόλο. Για την πλειοψηφία των θυμάτων, η σωματική βία συνοδεύεται με την οικονομική βία. Ο πλήρης οικονομικός έλεγχος και η οικονομική εκμετάλλευση αποτελούν δύο από τις βασικές μορφές οικονομικής βίας, με τις γυναίκες να μην έχουν κανέναν έλεγχο ή πρόσβαση ακόμα και στα λεφτά που οι ίδιες κερδίζουν από την εργασία τους. Την ίδια ώρα, πολλές γυναίκες, ακριβώς επειδή είναι επιφορτισμένες με τις περισσότερες δουλειές του σπιτιού και τη φροντίδα των εξαρτώμενων μελών της οικογένειας (παιδιά, ηλικιωμένοι), συχνά εργάζονται λιγότερες ώρες, είναι φτωχότερες και είναι πιθανότερο να είναι οικονομικά εξαρτημένες από τον σύζυγό/σύντροφό τους.

Και τελικά, όταν μία φτωχή γυναίκα εγκαταλείψει την κακοποιητική της σχέση, η οικονομική της κατάσταση εξακολουθεί να είναι κακή και μπορεί και να χειροτερεύσει, ενώ σε περίπτωση που υπάρχουν και παιδιά θα κληθεί να καλύψει όχι μόνο τις δικές της οικονομικές ανάγκες αλλά και των παιδιών της. Η αναζήτηση κατοικίας, τα νομικά έξοδα εάν αποφασίσει να καταγγείλει τον σύντροφό της, κοκ, είναι επιπλέον επιβαρυντικοί παράγοντες στην προσπάθεια να αφήσει τη βίαιη σχέση. 

Έτσι, η φτώχεια είναι παράλληλα παράγοντας και επίπτωση της ενδοοικογενειακής βίας, αφού παρατείνει την έκθεση των γυναικών στην κακοποίηση, μειώνοντας τη δυνατότητά τους να φύγουν. Παράλληλα, η ενδεχόμενη εγκατάλειψη της σχέσης, τις καθιστά ακόμη φτωχότερες από ότι πριν.

Ενίσχυση των κοινωνικών υπηρεσιών και αγώνας για πραγματική ισότητα

Η υπεράσπιση του κράτους πρόνοιας και οι διεκδικήσεις για την ενίσχυσή του έχουν κρίσιμη σημασία στον αγώνα ενάντια στην έμφυλη βία. 

  • Η δωρεάν πρόσβαση σε ψυχολόγους και μονάδες ψυχικής υγείας για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, 
  • η δημιουργία δομών υποδοχής και υποστήριξης θυμάτων έμφυλης βίας σε κάθε Δήμο, όπου οι γυναίκες θα μπορούν να απευθύνονται για ψυχολογική και υλική στήριξη (με επιδόματα, θέσεις εργασίας κ.α.) στον αγώνα τους να εγκαταλείψουν μια βίαιη σχέση,
  • η αύξηση των ξενώνων για κακοποιημένες γυναίκες (και για τα παιδιά τους) και η δυνατότητα άμεσης φιλοξενίας σε αυτούς, χωρίς γραφειοκρατικές καθυστερήσεις, 

μπορούν να αμβλύνουν τις συνέπειες της έμφυλης βίας στις φτωχότερες γυναίκες και να μειώσουν την έκθεση τους σε αυτή.

Οι εκστρατείες ενάντια στην έμφυλη βία και σχετικά προγράμματα στα σχολεία που να ανατρέπουν την αντίληψη ότι η βία στα πλαίσια μιας σχέσης και της οικογένειας είναι ιδιωτική υπόθεση και να θέτουν το ζήτημα στη σωστή του διάσταση, είναι επίσης σημαντικά. 

Ωστόσο, όσο το σύστημα που γεννά και στηρίζεται στις ανισότητες και τη βία προς τον «κατώτερο» παραμένει στη θέση του, οι αγώνες μας θα μπορούν μόνο να αμβλύνουν το πρόβλημα και όχι να το εξαλείψουν. Γι’ αυτό ο αγώνας ενάντια στην πατριαρχία, το σεξισμό και την έμφυλη βία πρέπει να είναι οργανικά συνδεδεμένος με τον αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού και το χτίσιμο μιας κοινωνίας πραγματικής ισότητας, δημοκρατίας και αλληλεγγύης, χωρίς καμίας μορφής εκμετάλλευση και καταπίεση.

7,127ΥποστηρικτέςΚάντε Like
595ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,111ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
392ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής