Κάμπινγκ Antinazizone: «Γυναικοκτονίες και έμφυλη βία, ως εδώ με την πατριαρχία»

Την Κυριακή 1 Αυγούστου, στα πλαίσια του 28ου κάμπινγκ AntinaziZone-Yre, η καμπάνια του «Ξ» για το θέμα της γυναικείας ισότητας «Μαχητικές και Ελεύθερες» οργάνωσε συζήτηση για τα ζητήματα της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών καθώς και των γυναικείων κινημάτων που αναπτύσσονται τα τελευταία χρόνια παγκόσμια. 

Κατερίνα Τελμετίδη

Τη συζήτηση άνοιξε η Κατερίνα, η οποία στάθηκε κυρίως στα γυναικεία κινήματα που έχουν ξεσπάσει σε διάφορες χώρες. 

Ξεκινώντας από το 2013 και το κίνημα ενάντια στους βιασμούς «Rage against rape» στην Ινδία, συνέχισε με το κίνημα «Καμία Λιγότερη» που ξέσπασε στη Λατινική Αμερική ενάντια στις γυναικοκτονίες και τη βία κατά των γυναικών. Σ’ αυτές τις χώρες η κατάσταση είναι εξαιρετικά απειλητική για της ζωή των γυναικών σε καθημερινή βάση. Στην Αργεντινή, για παράδειγμα, μία γυναίκα δολοφονείται από το χέρι του συντρόφου της ή κάποιου άλλου αρσενικού μέλους της οικογένειάς της κάθε 30 ώρες ενώ στη Γουατεμάλα διαπράττονται 600-700 γυναικοκτονίες κάθε χρόνο!

Αναφέρθηκε επίσης στο αμερικανικό κίνημα και ειδικά στις συγκεντρώσεις ενάντια στην ορκωμοσία του Ντόναλντ Τραμπ το 2017 καθώς και στα εκατομμύρια κόσμου που βγήκαν στους δρόμους ενάντια στην ποινή-«χάδι» που επιβλήθηκε στην «αγέλη των βιαστών» στην Ισπανία και στη μαζική απεργία που καλέστηκε στις 8 Μάρτη το 2018. 

Ανάμεσα στα μεγάλα κινήματα των γυναικών ήταν και αυτά για το δικαίωμα στην άμβλωση, που τόσο στην Ιρλανδία όσο και στην Αργεντινή ήταν νικηφόρα, δημιουργώντας ενθουσιασμό στην κοινωνία. Στην Πολωνία, το κίνημα ήταν στους δρόμους τα τελευταία χρόνια και αν και τελικά η κυβέρνηση πρόσφατα κατάφερε να περιορίσει ακόμα περισσότερο το δικαίωμα στην άμβλωση, χωρίς όμως να καταφέρει να εφαρμόσει πλήρως τα σχέδιά της, λόγω της οργής της κοινωνίας.

Η πανδημία ανέκοψε σε μεγάλο βαθμό τα γυναικεία κινήματα, την ίδια ώρα όμως η συζήτηση και οι δράσεις «μεταφέρθηκαν» στα social media, όπου γεννήθηκαν κινήματα όπως το ελληνικό metoo.

Εν μέσω πανδημίας αναδείχθηκε και το φαινόμενο της ενδοοικογενειακής βίας, που κλιμακώθηκε σε τρομακτικό βαθμό. Βέβαια η ενδοοικογενειακή βία όπως και συνολικά η έμφυλη βία μπορεί να οξύνθηκαν στον καιρό της πανδημίας αλλά είναι φαινόμενα που προϋπήρχαν της πανδημίας σε μαζικό επίπεδο.

Δε θα μπορούσε να μη γίνει αναφορά και στις χώρες του αποκαλούμενου «τρίτου κόσμου», όπου οι γυναίκες έρχονται αντιμέτωπες με ακόμα μεγαλύτερη βαρβαρότητα, όπως την ανατριχιαστική «παράδοση» της κλειτοριδεκτομής, σε χώρες της Ασίας και της Αφρικής και στο τι θα σημάνει η επικράτηση των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν για τις γυναίκες.

Κλείνοντας, επισήμανε την ανάγκη να χτίσουμε μαζικά κινήματα ενάντια στην καταπίεση και τη βία κατά των γυναικών, κινήματα που παράλληλα θα αμφισβητούν το σύστημα που γεννά τον σεξισμό και τις ανισότητες.

Μαρία Ζουμποπούλου

Στη συνέχεια μίλησε η Μαρία η οποία αναφέρθηκε στα περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης και στο κίνημα metoo στην Ελλάδα.

Το metoo ξεκίνησε με τη μαρτυρία της Σοφίας Μπεκατώρου και ενέπνευσε πολλές γυναίκες να μιλήσουν για τα δικά τους περιστατικά παρενόχλησης, βίας και βιασμών, εντός και εκτός του φάσματος της «διασημότητας». 

Εξάλλου, η σεξουαλική παρενόχληση αποτελεί καθημερινό φαινόμενο για εκατομμύρια γυναίκες. Πρόσφατη έρευνα έδειξε πως το 85% των γυναικών έχει πέσει θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης στον χώρο εργασίας της, ενώ στον χώρο της εστίασης το 22% των γυναικών έχει πέσει θύμα σεξουαλικής επίθεσης ή βιασμού.

Παρά τα συντριπτικά αυτά στοιχεία, υπάρχει ένα αντιδραστικό κομμάτι της κοινωνίας υποτιμάει συνολικά το ζήτημα της σεξουαλικής παρενόχλησης και το οποίο με το ξέσπασμα του metoo κατηγόρησε το κίνημα πως προσπαθεί να «ποινικοποιήσει» το φλερτ κλπ. Το φλερτ όμως είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα, με τη βασική διαφορά να βρίσκεται στη συναίνεση. Στη σεξουαλική παρενόχληση οι θύτες δε σέβονται και υποτιμούν τις επιθυμίες μίας γυναίκας, δε σέβονται το «όχι» και προσπαθούν να επιβληθούν και να ασκήσουν πιέσεις ώστε να την αναγκάσουν να ενδώσει. 

Κάθε περίπτωση που το «όχι» δεν γίνεται σεβαστό, αποτελεί σεξουαλική παρενόχληση ή επίθεση.

Η προσπάθεια υποτίμησης της σεξουαλικής παρενόχλησης είναι αρκετά συνηθισμένη, ειδικά κάποιων μορφών της, όπως το «catcalling», δηλαδή τη σεξουαλική παρενόχληση που υφίστανται οι γυναίκες στον δρόμο, όπως τα σεξιστικά σχόλια, τα σφυρίγματα κλπ. Το παρουσιάζουν σαν κάτι αθώο και σαν κομπλιμέντο προς τις γυναίκες. Αντιθέτως όταν κάποιος κάνει catcalling δεν προσπαθεί να φλερτάρει ή να προσεγγίσει μία γυναίκα αλλά να διασκεδάσει ο ίδιος (και οι φίλοι του) προκαλώντας της ντροπή, αμηχανία, να την τρομάξει ή να την εκνευρίσει. Όπως και κάθε άλλη μορφή σεξουαλικής παρενόχλησης το «catcalling» θίγει την αξιοπρέπεια και την υπόσταση μίας γυναίκας και δεν είναι καθόλου αθώο.

Σε όλα τα περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης και βίας, μέρος της κοινωνίας τείνει να αμφισβητεί το θύμα και να το κατηγορεί πως με κάποιον τρόπο «προκάλεσε» τη συμπεριφορά του θύτη, κάτι που δε συμβαίνει σε κανένα άλλο έγκλημα. Την ίδια ώρα, ένα άλλο κομμάτι της κοινωνίας, απέναντι σε αυτά τα περιστατικά επιλέγει να ζητάει από τις γυναίκες να προσέχουν για να μην κινδυνεύσουν, παρά να αναζητήσουν τρόπους να αγωνιστούν ενάντια στις αιτίες που τα προκαλούν.

Αλλά και μέσα στις ίδιες τις γυναίκες ένας μεγάλος αριθμός, μεγαλώνοντας σε μία σεξιστική κοινωνία, καταλήγουν να νιώθουν ντροπή, να αναρωτιούνται τι έκαναν λάθος και έπεσαν θύματα παρενόχλησης ή βίας. Καμία γυναίκα όμως δε φταίει, δεν έκανε κάποιο λάθος, επειδή κάποιος άντρας πιστεύει πως μπορεί να την «ακουμπήσει», να της «μιλήσει», να της φερθεί όπως επιθυμεί ο ίδιος, αγνοώντας τις δικές της επιθυμίες. 

Σήμερα, αυτές οι αντιλήψεις αμφισβητούνται, πλατιά και μαχητικά, και προκαλούν τριγμούς στα θεμέλια της πατριαρχίας. Αυτό αποτελεί ένα εξαιρετικά ελπιδοφόρο σημάδι για το μέλλον του γυναικείου κινήματος αλλά και όλων των κοινωνικών κινημάτων τα οποία τείνουν να λειτουργούν μεταξύ τους σαν συγκοινωνούντα δοχεία. 

Ελένη Μήτσου

Η Ελένη στάθηκε αναλυτικά στη βία κατά των γυναικών και στις γυναικοκτονίες. 

Εξήγησε πως την τελευταία περίοδο φαίνεται σαν να ζούμε μία επιδημία βίας, αφού γίνονται συνέχεια γνωστά νέα περιστατικά βιασμών και γυναικοκτονιών. Την ίδια ώρα όμως, ο τρόπος που ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας βλέπει και αντιμετωπίζει την έμφυλη βία και τις γυναικοκτονίες έχει αλλάξει.

Μέσα από τα τελευταία περιστατικά έχει αποκαλυφθεί με καθαρό τρόπο και ο τρόπος που αντιμετωπίζει η αστυνομία τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας. 

Καταρχήν σε περίπτωση που κάποιος/α καταγγείλει ένα τέτοιο περιστατικό, οι αστυνομικοί θα αργήσουν να εμφανιστούν, ώστε να αποφύγουν να εμπλακούν. Και αυτό γιατί υποτιμούν αυτά τα εγκλήματα, τα θεωρούν «ιδιωτική υπόθεση». Σε συγκεκριμένα πρόσφατα περιστατικά, η στάση της αστυνομίας ήταν ακόμα πιο αποκαλυπτική: στη Μακρινίτσα, το περιπολικό καθυστέρησε να φτάσει στο σπίτι της γυναίκας που δέχτηκε επίθεση από τον πρώην σύζυγό της, με αποτέλεσμα αυτός να δολοφονήσει τόσο την ίδια, όσο και τον αδερφό της. Η δικαιολογία του αστυνομικού ήταν πως καθυστέρησε γιατί «κόλλησε» πίσω από μία νταλίκα. Στην Ηλιούπολη, οι αστυνομικοί προσπάθησαν να καλύψουν τον συνάδερφό τους που εξέδιδε και κακοποιούσε τη σύντροφό του, με σκοπό να συγκαλύψουν συνολικά το κύκλωμα μαστροπείας.

Βέβαια δεν περιμένουμε κάτι καλύτερο από την αστυνομία, αφού αποτελεί ένα όργανο που έχει δημιουργηθεί για να υπερασπίζεται την εξουσία και το σύστημα και λειτουργεί με βάση τις αξίες του συστήματος. Και η πατριαρχία είναι στο κέντρο αυτών των αξιών.

Η πατριαρχία είναι η υποτιθέμενη ανωτερότητα του άντρα από τη γυναίκα και η επιβολή του άντρα πάνω στη γυναίκα –και στα παιδιά– και είναι συνυφασμένη με τη βία, όπως συμβαίνει σε όλες τις κοινωνίες στις οποίες επικρατεί η ανισότητα και η καταπίεση.

Οι πατριαρχικές αντιλήψεις καλλιεργούνται συστηματικά στην κοινωνία και μαθαίνουν από νωρίς στα μικρά παιδιά πως η βία και η σκληρότητα είναι κομμάτι του χαρακτήρα των αγοριών και των αντρών και η παθητικότητα των κοριτσιών και των γυναικών. Στα αγόρια από μικρά μεταδίδεται πως η σεξουαλική επαφή με μία κοπέλα είναι κατόρθωμα ή κατάκτηση, αντιθέτως στα κορίτσια πως πρέπει να προσέχουν, να μην είναι «εύκολες» κλπ.

Πάνω σε αυτές τις αντιλήψεις, χτίζεται και η αντίληψη πως μία γυναίκα φταίει και «προκαλεί» τον βιασμό της αν για παράδειγμα ήταν μεθυσμένη, αν είχε φλερτάρει νωρίτερα με τον θύτη, αν αυτός την είχε συνοδέψει στο σπίτι κ.α. Αντίστοιχα, σε μία σχέση ή γάμο, η γυναίκα θεωρείται κτήμα του συντρόφου της, ο οποίος νιώθει πως έχει δικαιώματα πάνω στο σώμα της, για σεξ, σωφρονισμό, εκτόνωση, αλλά ακόμα και να τη δολοφονήσει εάν αυτή αμφισβητήσει ή θελήσει να αποδράσει από αυτή την κατάσταση.

Απέναντι σε όλα αυτά πρέπει να οργανωθούμε και να διεκδικήσουμε άμεσα και συγκεκριμένα αιτήματα όπως, ενδεικτικά, 

  • τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση στα σχολεία, που να έχουν στο επίκεντρο την έννοια της ισότητας, 
  • να φτιαχτούν δομές άμεσης φιλοξενίας για τα θύματα βίας, χωρίς τις χρονοβόρες και γραφειοκρατικές διαδικασίες που απαιτούνται σήμερα, 
  • ανεξάρτητους ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς που να συνοδεύουν ένα θύμα στην αστυνομία και να το βοηθούν, 
  • την τιμωρία των αστυνομικών που αποτρέπουν ένα θύμα να κάνει καταγγελία ή συγκαλύπτουν περιστατικά βίας, κλπ, κλπ. 

Για να τα πετύχουμε όλα αυτά, χρειαζόμαστε μαζικούς αγώνες. Κανένα δικαίωμα δε μας χαρίστηκε ποτέ από το σύστημα. Και ότι έχουμε κερδίσει μέσα από τους αγώνες μας, το σύστημα είναι έτοιμο σε κάθε ευκαιρία να το πάρει πίσω, όπως  για παράδειγμα βλέπουμε σήμερα το δικαίωμα στην άμβλωση να αμφισβητείται, το 8ωρο να καταστρατηγείται κοκ. 

Το καπιταλιστικό σύστημα επιβιώνει βασισμένο στις τεχνητές διαιρέσεις, αντρών-γυναικών, μαύρων-λευκών, ντόπιων-ξένων κοκ, που τις χρησιμοποιεί για να κρύψει τη μόνη πραγματική διαίρεση: των πλούσιων και των φτωχών. Για να ανατραπούν οι ανισότητες και η καταπίεση, πρέπει να ανατραπεί το ίδιο το σύστημα. Για αυτό ο αγώνας για ισότητα πρέπει να είναι άρρηκτα συνδεδεμένους και κομμάτι του αγώνα για την ανατροπή αυτού του συστήματος και το χτίσιμο μίας σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Πολύ ζωντανή συζήτηση

Στη συνέχεια ακολούθησε πολύ ζωντανή συζήτηση, με την πλειοψηφία των τοποθετήσεων να γίνονται από γυναίκες όλων των ηλικιών, αλλά και με τη συμβολή ενός μικρού αριθμού αντρών συντρόφων.

Η δημοσιογράφος Ελευθερία Κουμάντου ξεκίνησε την τοποθέτησή της μεταφέροντάς μας το Δελτίου Τύπου που είχε εκδώσει λίγες ώρες πριν η αστυνομία, στο οποίο ανέφερε πως μέσα σε 24 ώρες η αστυνομία δέχτηκε 30 κλήσεις για περιστατικά ενδοοικογενειακής βία και προχώρησε σε 14 συλλήψεις. Αυτό το στοιχείο είναι σημαντικό, γιατί οφείλεται στην πίεση που ασκεί τους τελευταίους μήνες το γυναικείο κίνημα, το οποίο αναδεικνύει και καταγγέλλει την αδιαφορία της αστυνομίας για τις γυναίκες θύματα. 

Στη συνέχεια, ανέπτυξε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει μια γυναίκα όταν αποφασίζει να καταγγείλει τη βία που δέχεται. Οι διαδικασίες είναι τόσο χρονοβόρες και δαπανηρές, που στην ουσία λειτουργούν αποτρεπτικά, ειδικά για τα θύματα των πιο φτωχών στρωμάτων, στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν από μια κακοποιητική σχέση. 

Επισήμανε σε αυτό το σημείο πως το να καλούμε μία γυναίκα «να μιλήσει» και να καταγγείλει όσα της συμβαίνουν είναι λάθος συμβουλή, καθώς δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εάν είναι τη συγκεκριμένη στιγμή έτοιμη να μιλήσει ή να εγκαταλείψει τον κακοποιητή της, ειδικά με τις προαναφερθείσες συνθήκες. Είναι πολύ πιο χρήσιμο να δηλώνουμε το «παρών», να της λέμε «Είμαι εδώ όταν/αν με χρειαστείς», ώστε να γνωρίζει πως υπάρχει κάποιος/α να απευθυνθεί σε μία επείγουσα κατάσταση. 

Στάθηκε επίσης στο κομμάτι της αλληλεγγύης, που είναι εξαιρετικά σημαντικό για μία γυναίκα, αλλά την ίδια ώρα δεν αρκεί, αφού από μόνη της δεν μπορεί να φτάσει σε όλες όσες χρειάζονται βοήθεια. Έτσι, είναι ανάγκη παράλληλα να αγωνιζόμαστε συνολικά ενάντια στο φαινόμενο της έμφυλης βίας.

Η Ελένη Μπέκου αναφέρθηκε στον σεξισμό στις σχολικές τάξεις, όπου συχνά είναι οι ίδιοι οι καθηγητές αυτοί που αναπαράγουν σεξιστικές αντιλήψεις. 

Μας ενημέρωσε επίσης για την πετυχημένη εκδήλωση που διοργάνωσαν οι «Μαχητικές και Ελεύθερες» στον Βόλο, με αρκετές/ους νέες/ους να δηλώνουν πως θέλουν να συμμετέχουν σε δράσεις ενάντια στον σεξισμό μέσω του σχήματος των Μαχητικών και Ελεύθερων. 

Συνολικά κατά τη διάρκεια της συζήτησης άνοιξαν πολλά ζητήματα. Ένα από αυτά ήταν η στάση των ΜΜΕ και ο τρόπος που καλύπτουν τις ειδήσεις της έμφυλης βίας (παράλληλα με τη στάση της αστυνομίας) αλλά και στον αντίποδα οι δικές μας αντιστάσεις, οι δράσεις αλληλεγγύης, οι επιτροπές και τα κινήματα σε πόλεις και περιοχές. Υπήρξε επίσης έντονος προβληματισμός για το γεγονός πως πολλά νέα παιδιά, ήδη από πολύ νεαρές ηλικίες υιοθετούν σεξιστικές αντιλήψεις και στερεότυπα για τα δύο φύλα, καθώς και ανησυχία για τα νέα κορίτσια και το πώς μπορούν να αμυνθούν (τόσο σε ατομικό όσο και συλλογικό επίπεδο) απέναντι σε επίδοξους κακοποιητές σε κάποια στιγμή της ζωής τους. 

Μίλησε επίσης ένας μικρός αριθμός αντρών, σε μια συζήτηση στην οποία φυσιολογικά κυριάρχησε το γυναικείο φύλο. Ένα από τα σημεία στα οποία στάθηκαν οι άντρες συναγωνιστές είναι πως το κλίμα δεν αλλάζει μόνο σε ότι αφορά τη συνείδηση μέσα στα γυναικεία στρώματα αλλά και μέσα στα ανδρικά, ειδικά στη νέα γενιά. Η συμπεριφορά των ανδρών που είτε κακοποιούν είτε συμπεριφέρονται υποτιμητικά προς τις γυναίκες δεν θεωρείται πια «μαγκιά» και «εξυπνάδα» αλλά απαράδεκτη και αποκρουστική και υπάρχει η τάση ο κοινωνικός τους περίγυρος να τους απομονώνει. 

Αν και η συζήτηση έγινε στη σκιά των πρόσφατων γυναικοκτονιών και περιστατικών βίας, όσες/οι συμμετείχαμε νιώσαμε παράλληλα μία αίσθηση αισιοδοξίας για τα κινήματα που γεννιούνται διεθνώς και για την άνοδο της συνείδησης νέας και παλαιότερων γενιών για τα ζητήματα του σεξισμού και για τις μεγάλες και μικρότερες νίκες που σημειώνονται τα τελευταία χρόνια.

7,037ΥποστηρικτέςΚάντε Like
577ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,088ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
368ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής