Στέλλα Χονδροματίδου, γιατρός στο Νοσοκομείο Παπαγεωργίου και μέλος της Ένωσης Νοσοκομειακών Ιατρών Θεσσαλονίκης (ΕΝΙΘ)
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη συνεχίζει με ασφυκτικό ρυθμό τη συρρίκνωση και την ιδιωτικοποίηση του Εθνικού Συστήματος Υγείας.
Νομοθέτησε τα τελευταία χρόνια την κατάργηση της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης των νοσοκομειακών γιατρών, τη λειτουργία των απογευματινών επί πληρωμή χειρουργείων, τη δυνατότητα στους γιατρούς του ΕΣΥ να εργάζονται ιδιωτικά εκτός νοσοκομείου, αλλά και την είσοδο ιδιωτών γιατρών εντός των δημόσιων δομών.
Το ΕΣΥ έχει φτάσει πλέον στα όρια της αντοχής του, μετά από τις συστηματικές πολιτικές υποβάθμισης πολλών δεκαετιών. Οι εργαζόμενοι του ΕΣΥ σήμερα το εγκαταλείπουν, μην αντέχοντας τους εξοντωτικούς ρυθμούς και τις συνθήκες εργασίας. Η κυβέρνηση προσπαθεί επικοινωνιακά να παρουσιάσει μια άλλη πραγματικότητα. Παρουσιάζει μια εικόνα «νέας μεταρρύθμισης του ΕΣΥ», απλά και μονό επειδή ανακαινίζει κάποια κτίρια νοσοκομείων και εγκαινιάζει τμήματα επειγόντων, με λεφτά από το Ταμείο Ανάκαμψης. Το «success story» αυτό το στηρίζει προκλητικά ο Άδωνις (Υπουργός Υγείας) λέγοντας ψέματα δημοσίως και βρίζοντας τους εργαζόμενους και τους συνδικαλιστές του χώρου.
Μια σημαντική όμως έρευνα του ΚΕΠΥ (Κέντρο Έρευνας & Εκπαίδευσης στη Δημόσια Υγεία, την Πολιτική Υγείας και την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας) έρχεται να διαψεύσει αυτό το αφήγημα της κυβέρνησης με επίσημα στοιχειά που αποτυπώνουν την πραγματική, τραγική κατάσταση της δημόσιας υγείας.
Η μελέτη αναφέρεται σε δύο κρίσιμες περιόδους: την περίοδο της οικονομικής κρίσης (2009-2019) και την περίοδο της πανδημίας (2020-2023). Τα ευρήματα είναι αποκαλυπτικά.
2009-2019: Η συστηματική αποδυνάμωση
Κατά τη δεκαετία των μνημονίων, το ΕΣΥ υπέστη μια σφοδρή επίθεση:
- Μείωση δημόσιων δαπανών υγείας κατά 43,3%.
- Περικοπή χρηματοδότησης νοσοκομείων κατά 36%.
- Κλείσιμο και συγχώνευση του 13% των νοσοκομείων.
- Περικοπή 13% του εργατικού δυναμικού στα νοσοκομεία και 11% στην πρωτοβάθμια περίθαλψη.
- Αύξηση των ανικανοποίητων αναγκών περίθαλψης του πληθυσμού κατά 48,5%.
Αν και σε πολλές χώρες της ΕΕ υπήρξαν περικοπές λόγω της κρίσης, στις μνημονιακές χώρες (Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία) οι συνέπειες ήταν πολύ βαρύτερες. Το ΕΣΥ συρρικνώθηκε δραματικά και εισήλθε σε μια μακρά περίοδο αποδυνάμωσης.
2020-2023: Η πανδημία ως ευκαιρία για τον ιδιωτικό τομέα
Κατά την πανδημία, παρότι αυξήθηκαν διεθνώς οι δημόσιες δαπάνες υγείας, στην Ελλάδα τα κεφάλαια δεν χρησιμοποιήθηκαν για τη μακροπρόθεσμη ενίσχυση του δημοσίου συστήματος. Δόθηκαν μόνο λίγα ως έκτακτα μέτρα για προσλήψεις προσωπικού ορισμένου χρόνου στα νοσοκομεία, ή επιστρατεύσεις συνταξιούχων κτλ. Τα μεγάλα ποσά κατευθύνθηκαν προς τον ιδιωτικό τομέα (ιδιωτικά Εργαστήρια και κλινικές) για εξετάσεις και επεμβάσεις που δεν μπορούσαν να γίνουν στα δημόσια νοσοκομεία, τα οποία σήκωναν όλο το βάρος της πανδημίας.
Σύμφωνα με την έρευνα, υπολογίζεται ότι ο ιδιωτικός τομέας την περίοδο εκείνη στηρίχθηκε με 600 εκατομμύρια ευρώ δημόσιο χρήμα.
Ένα σύστημα σε οριακό σημείο
Σύμφωνα με την έρευνα ακόμα και το 2024 η χρηματοδότηση παρέμεινε εξαιρετικά χαμηλή, η υποστελέχωση επιδεινώθηκε, η χειρουργική δραστηριότητα των νοσοκομείων δεν επανήλθε στα προ-πανδημίας επίπεδα. Οι ανικανοποίητες ανάγκες περίθαλψης παρέμειναν 90% υψηλότερες σε σχέση με το 2009, ενώ η έλλειψη γιατρών και δομών συνεχίζει και σήμερα να βαραίνει ακόμα πιο σκληρά την επαρχία.
Η έρευνα του ΚΕΠΥ καταλήγει στο εξής σαφές συμπέρασμα: για να αναστραφεί αυτή η κατάρρευση απαιτούνται επιπλέον 2 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως για τη χρηματοδότηση του Δημοσίου Συστήματος Υγείας και 30.000 προσλήψεις μόνιμου προσωπικού μέσα στα επόμενα 4-5 χρόνια.
Η κυβέρνηση όμως έχει άλλα σχέδια: μειώνει συνεχώς τις κοινωνικές δαπάνες για να κατευθύνουν πόρους στον ιδιωτικό τομέα και την πολεμική οικονομία που είναι και η γραμμή της ΕΕ.
Χρειαζόμαστε μια ριζικά διαφορετική πολιτική
Η διάσωση του ΕΣΥ απαιτεί επειγόντως:
- Άμεση κατάργηση όλων των νόμων που προωθούν την ιδιωτικοποίηση του δημόσιου συστήματος.
- Μαζικές δημόσιες επενδύσεις και μαζικές προσλήψεις μόνιμου προσωπικού.
- Αγώνας για ένα καθολικό, δωρεάν, δημόσιο σύστημα υγείας υπό εργατικό και κοινωνικό έλεγχο, που να εξυπηρετεί αποκλειστικά τις πραγματικές ανάγκες του λαού και όχι τα κέρδη των λίγων.












