Τουρκία: τυφλή βία ενάντια στην κοινωνία

Ηλέκτρα Κλείτσα

Τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν από την τουρκική κυβέρνηση ενάντια στο κίνημα της πλατείας Ταξίμ, από την ημέρα που ξεκίνησαν οι διαδηλώσεις, μέχρι και τη βίαιη εκκένωση της, έχουν κατά πολύ ξεπεράσει αυτό που ονομάζεται «καταστολή» ή «αστυνομική αυθαιρεσία». Σε μια άνευ προηγουμένου επίδειξη δύναμης και αλαζονείας, η κυβέρνηση του Ταγίπ Ερντογάν, κατάφερε μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα να αφήσει πίσω της τέσσερις νεκρούς και χιλιάδες τραυματίες, αλλά και να προκαλέσει την οργή της τουρκικής κοινωνίας και τη διεθνή κατακραυγή, ακόμη και από πλευρές που δε φημίζονται για τη συνήθειά τους να στηρίζουν τα κινήματα. 

Ευρωπαίοι ηγέτες αναγκάστηκαν να καταδικάσουν την «υπερβολική βία», το γερμανικό περιοδικό Spiegel, κυκλοφόρησε με εξώφυλλο που παροτρύνει τους Τούρκους διαδηλωτές να «μη λυγίσουν», ενώ για πρώτη φορά στην ιστορία του δημοσιεύει αφιέρωμα γραμμένο στα τουρκικά. Από την πλευρά του, ο Τούρκος πρωθυπουργός επιμένει να δηλώνει ότι το κίνημα είναι υποκινούμενο από ξένα συμφέροντα που στόχο έχουν να βλάψουν τη χώρα, και εξακολουθεί να αποκαλεί όσους είτε συμμετέχουν είτε στηρίζουν το κίνημα της πλατείας Ταξίμ «πράκτορες», «τρομοκράτες» και «πλιατσικολόγους». Μάλιστα η κυβέρνηση έφτασε στο σημείο να συλλαμβάνει «ύποπτους ταραχοποιούς» ακόμη και μέσα από τα σπίτια τους.

Σήμερα, παρά το γεγονός ότι η αντίσταση στα σχέδια της κυβέρνησης για τη μετατροπή του πάρκου Γκεζί σε ένα νέο θηριώδες εμπορικό κέντρο παραμένει ζωντανή, το κίνημα δείχνει να έχει φτάσει στα όρια της αντοχής του. Οι συγκρούσεις με την αστυνομία έχουν αρχίσει να δίνουν τη θέση τους σε σιωπηρές διαμαρτυρίες, που αν και αποδεικνύουν την αποφασιστικότητα του κινήματος, δεν είναι αρκετές, ούτε για να προστατέψουν την πλατεία Ταξίμ, ούτε βέβαια για να οδηγήσουν σε αυτό που μετατράπηκε σε κεντρικό αίτημα των εξεγερμένων: την πτώση της κυβέρνησης Ερντογάν, τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου της κοινωνίας, την υπεράσπιση των δημοκρατικών της δικαιωμάτων.

Από τις πρώτες μέρες των κινητοποιήσεων, και σαν απάντηση στην απίστευτη καταστολή που δέχτηκε το κίνημα, τα συνδικάτα του δημόσιου τομέα κάλεσαν 48ωρη απεργία. Κομμάτια του κινήματος και της Αριστεράς, ανάμεσα στα οποία η «Σοσιαλιστική Εναλλακτική», τμήμα της CWI στην Τουρκία, εξήγησαν ότι ο μόνος τρόπος να καταφέρει το κίνημα να πετύχει τους στόχους του θα ήταν η γενίκευση και η κλιμάκωση των απεργιακών κινητοποιήσεων. Σε συνδυασμό με τη λειτουργία συνελεύσεων σε γειτονιές και εργασιακούς χώρους, και με τη δημοκρατική εκλογή επιτροπών για να συντονίσουν το κίνημα και να συνδέσουν τα αιτήματα της πλατείας Ταξίμ με αυτά των εργαζομένων και της νεολαίας, το κίνημα θα είχε πραγματικά τη δυνατότητα να ανατρέψει την κυβέρνηση και να πετύχει σημαντικές νίκες για ολόκληρη την τουρκική κοινωνία.

Αυτό δεν μπόρεσε να γίνει δυνατό. Απέναντι στο κίνημα, η κυβέρνηση αντέταξε όχι μόνο την αστυνομία και την ακόμη μεγαλύτερη περιστολή των δημοκρατικών δικαιωμάτων, αλλά και μαζικές «αντισυγκεντρώσεις» υποστηρικτών της, προκειμένου να αποδείξει ότι εξακολουθεί να ελέγχει την κατάσταση, και βρίσκεται αντιμέτωπη με μια «μειοψηφία ταραχοποιών».

Δυστυχώς, κανένα κίνημα, όσο μαζικό, αυθόρμητο και αποφασισμένο κι αν είναι, δεν μπορεί να πετύχει τους στόχους του μακροπρόθεσμα, αν δεν είναι εξίσου καλά οργανωμένο με τον αντίπαλό του. Μέχρι τη στιγμή που γράφεται το άρθρο, όλα δείχνουν ότι ο Ερντογάν είναι –έστω και προσωρινά– ο νικητής αυτής της αναμέτρησης.

Παρόλα αυτά, τόσο στην Τουρκία, όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη και τον κόσμο, ο αγώνας για αξιοπρεπείς συνθήκες ζωής και δημοκρατικά δικαιώματα συνεχίζεται. Ειδικά στην Τουρκία, το κίνημα συνεχίζει να διεκδικεί καταρχήν την απελευθέρωση όλων όσων φυλακίστηκαν κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, αλλά και συνολικά το δικαίωμα στη διαμαρτυρία και τη διεκδίκηση που αμφισβητείται από την κυβέρνηση Ερντογάν. Η διεθνής αλληλεγγύη εξακολουθεί να είναι ένα κρίσιμης σημασίας ζήτημα για τον αγωνιζόμενο λαό της Τουρκίας.

7,137ΥποστηρικτέςΚάντε Like
593ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,115ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
401ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής