Τουρκία: Οι επερχόμενες εκλογές και η θέση της σοσιαλιστικής Αριστεράς

Ecehan Balta – Nihat Halepli

Η Τουρκία μπαίνει σε προεκλογική περίοδο ενώ βρίσκεται εν μέσω μιας βαθιάς κοινωνικής και οικονομικής κρίσης. Υπό κανονικές συνθήκες, οι προεδρικές εκλογές θα διεξαχθούν τον Ιούνιο του 2023. Φαίνεται όμως πολύ πιθανό ότι το καθεστώς του Ερντογάν θα αναγκαστεί να προκηρύξει πρόωρες εκλογές λόγω της οικονομικής αναταραχής, της αυξανόμενης φτώχειας και της δυσαρέσκειας της εργατικής τάξης. Σε κάθε περίπτωση, ο παράγοντας που καθιστά αυτές τις εκλογές κρίσιμες, είναι αναμφίβολα η δυνατότητα να στείλουν το εικοσαετές καθεστώς Ερντογάν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα έναν πολιτικό σεισμό στη χώρα, μιας μορφής πολιτική επανάσταση – στην οποίο η σοσιαλιστική Αριστερά έχει να παίξει κεντρικό ρόλο.

Η Τουρκία διανύει μια σοβαρή και παρατεταμένη οικονομική κρίση. Κατά τη διάρκεια του Νοεμβρίου και του Δεκεμβρίου η υποτίμηση της τουρκικής λίρας (TL) πλησίασε το 50%. Ο πληθωρισμός, ο οποίος το 2020 ήταν 14,6%, έφτασε το 21,6% τον Νοέμβριο του 2021 και συνεχίζει να αυξάνεται. Σύμφωνα με την έκθεση της Ανεξάρτητης Ομάδας Έρευνας για τον Πληθωρισμό (ENAG), ο πραγματικός πληθωρισμός είναι 58,65%. (διαβάστε περισσότερα για την τουρκική οικονομία εδώ). 

Ο συντελεστής Gini, ο οποίος μετρά την ανισότητα μεταξύ των κοινωνικών στρωμάτων, έσπασε το ρεκόρ των τελευταίων 11 ετών και σκαρφάλωσε επίσημα από το 0,015 στο 0,410. Η ανισότητα βαθαίνει και η φτώχεια αυξάνεται. 3,4 εκατομμύρια εργαζόμενοι (18% του συνόλου των μισθωτών) κερδίζουν λιγότερο από τον κατώτατο μισθό. Ο αριθμός των εργαζομένων που να ζουν με τον κατώτατο μισθό και κάτω από αυτόν είναι περίπου 6,3 εκατομμύρια (33,8% όλων των μισθωτών). Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, η γενική ανεργία ανέρχεται στο 11,7% και η ανεργία στη νεολαία συνεχίζει να αυξάνεται (22,7%). Αυτοί είναι οι επίσημοι αριθμοί – οι πραγματικοί αριθμοί είναι πολύ υψηλότεροι. 

Το καθεστώς Ερντογάν αρνείται συστηματικά να παραδεχτεί ότι προετοιμάζεται για εκλογές. Ωστόσο, το γεγονός ότι ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε κατά 50% τον Δεκέμβριο (εξακολουθεί βέβαια να απέχει πολύ από το να μπορεί να χαρακτηριστεί επαρκής για να ζει κανείς με αξιοπρέπεια) δείχνει μια διαφορετική πραγματικότητα.

Το προεδρικό σύστημα, το οποίο καθιερώθηκε με δημοψήφισμα του 2017 (με ένα οριακό 51,7% «ναι») επιτρέπει στον Ερντογάν να κυβερνάει τη χώρα ως «μονάρχης» – με προεδρικά διατάγματα και ελέγχοντας το νομοθετικό, εκτελεστικό και δικαστικό σύστημα. Αυτό το σύστημα εδραίωσε τον νεποτισμό που ήδη επικρατούσε στη χώρα, φέρνοντας μαζί του την παρακμή, τη δυσλειτουργία, την οικονομική κατάρρευση και μαζί με αυτά την αυξανόμενη δυσαρέσκεια μεγάλων τμημάτων της εργατικής τάξης.

Οι διάφορες δημοσκοπήσεις δείχνουν ξεκάθαρα τη μεγάλη μείωση της πρόθεσης ψήφου προς το ΑΚΡ (Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης) του Ερντογάν. Στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου του 2015, η Λαϊκή Συμμαχία του ΑΚΡ με το ακροδεξιό MHP έλαβε το 49,5% των ψήφων.[1] Εάν δεν υπάρξει νοθεία, ο Ερντογάν πιθανότατα θα χάσει τις προσεχείς εκλογές. Υπάρχουν ενδείξεις ότι το AKP μπορεί να προσπαθήσει να εκφοβίσει τον κόσμο για να επηρεάσει τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας, όπως έκανε πριν από τις εκλογές της 7ης Ιουνίου του 2015 και συνέχισε να κάνει μέχρι τις πρόωρες εκλογές της 1ης Νοεμβρίου του 2015. Σήμερα ωστόσο, το γεγονός ότι η λαϊκή υποστήριξη προς την κυβέρνηση Ερντογάν έχει μειωθεί σημαντικά, περιορίζει πολύ τα περιθώρια της να εφαρμόσει τέτοιες πρακτικές. 

Προεδρικές εκλογές

Οι αντικειμενικές συνθήκες που διαμορφώνονται αυτή την περίοδο, ενισχύουν την πιθανότητα να αποτελέσουν αυτές οι εκλογές το τέλος του καθεστώτος. Συνεπώς, αποτελούν μια σημαντική ευκαιρία για την Αριστερά να παρέμβει με μια ενιαιομετωπική προσέγγιση.

Ο πρώτος γύρος των προεδρικών εκλογών θα διεξαχθεί ταυτόχρονα με τις βουλευτικές εκλογές. Εάν δεν υπάρξει κάποιος υποψήφιος πρόεδρος που να λάβει πάνω από το 50% των ψήφων, τότε διεξάγεται δεύτερος γύρος. 

Είναι αλήθεια ότι σήμερα το καθεστώς βρίσκεται σε διαδικασία κατάρρευσης, ενώ εξίσου αληθές είναι το γεγονός ότι η σοσιαλιστική Αριστερά είναι κατακερματισμένη. Σε μια περίοδο στην οποία η χώρα περνάει αυτή τη σημαντική αλλαγή, η σοσιαλιστική Αριστερά δεν διαθέτει ένα ισχυρό μαζικό κόμμα και δεν είναι σε θέση να παίξει σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις. Ωστόσο, αυτή η μεταβατική περίοδος εξακολουθεί να αποτελεί μια ευκαιρία: να σχηματιστεί από τη μεριά της Αριστεράς ένα ευρύ σοσιαλιστικό μέτωπο που θα κατέβει στις εκλογές και θα παρουσιάσει τον δικό του υποψήφιο.

Είναι γεγονός ότι ένας υποψήφιος της Αριστεράς δεν είναι πιθανό να καταφέρει να εκλεγεί. Ο πρώτος γύρος των εκλογών θα είναι ιδιαίτερα κρίσιμος, καθώς τα αστικά κόμματα της αντιπολίτευσης θα κατηγορήσουν τη σοσιαλιστική Αριστερά ότι «διασπά τις ψήφους» του μετώπου ενάντια στον Ερντογάν, ενισχύοντας έτσι το καθεστώς. Τίποτα δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Ένας υποψήφιος της σοσιαλιστικής Αριστεράς δεν θα μπορούσε να συμβάλει καθόλου στο να κερδίσει ή να χάσει ο Ερντογάν τις εκλογές. Το μόνο που θα μπορούσε να επηρεάσει είναι το αν θα υπάρξει ή όχι δεύτερος γύρος. Σε αυτό το πλαίσιο, θα ήταν σοβαρό λάθος για τη σοσιαλιστική Αριστερά να μην συμμετέχει με τον δικό της υποψήφιο, προκειμένου να μη γίνει εμπόδιο στον δρόμο μιας υποψηφιότητας των αστικών κομμάτων της αντιπολίτευσης.

Η ανακήρυξη ενός υποψηφίου της Αριστεράς θα της δώσει την ευκαιρία να διαδώσει το πρόγραμμά της σε μεγαλύτερα τμήματα της εργατικής τάξης, σε μια φάση κατά την οποία το ενδιαφέρον για την πολιτική θα βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο. Αυτό το γεγονός δεν πρέπει να υποτιμηθεί. 

Η διάδοση του προγράμματος της σοσιαλιστικής Αριστεράς στις λαϊκές μάζες θα μας επιτρέψει να αποφύγουμε την πολιτική ασφυξία ανάμεσα στις δυο μεγάλες αστικές συμμαχίες. Θα επιτρέψει στην εργατική τάξη να δει την Αριστερά ως πολιτική εναλλακτική λύση, ως ένα πολιτικό σχηματισμό για την εργατική τάξη, απέναντι στις δύο εθνικιστικές, αστικές συμμαχίες.    

Ο υποψήφιος της Αριστεράς δεν πρέπει να επιλέγεται με βάση το αν είναι αναγνωρίσιμος/η ή όχι. Το ζήτημα δεν είναι αν ο/η υποψήφιος/α θα έχει πιθανότητες να εκλεγεί, αλλά αν έχει την ικανότητα να εκπροσωπήσει και να υπερασπιστεί ένα σοσιαλιστικό αριστερό πρόγραμμα και να έχει απήχηση σε μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης. Για παράδειγμα, η ικανότητα του Σ. Ντεμιρτάς που πήρε περίπου 10% των ψήφων παρά την πόλωση ανάμεσα στο AKP και το CHP στις προεδρικές εκλογές του 2014, στις οποίες κατέβηκε ως πρόεδρος του HDP προβάλλοντας το πρόγραμμα του κόμματος,[2] είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους το HDP κέρδισε το 13,1% των ψήφων στις εκλογές του επόμενου έτους. 

Επί της ουσίας ο δεύτερος γύρος είναι αυτός που θα αποτελέσει την καθοριστική στιγμή των προεδρικών εκλογών, καθώς μπορεί να σηματοδοτήσει το τέλος ενός καθεστώτος 20 χρόνων, το οποίο τα τελευταία πέντε χρόνια έχει μετατραπεί σε κοινοβουλευτική μοναρχία. Ο Ερντογάν θα αναμετρηθεί στον δεύτερο γύρο με έναν άλλο αστό υποψήφιο της Εθνικής Συμμαχίας.[3] Αυτό, για τους ανθρώπους της εργατικής τάξης σημαίνει ότι ο μόνος πρακτικός τρόπος για να διώξουν τον Ερντογάν είναι να ψηφίσουν τον υποψήφιο της Εθνικής Συμμαχίας. Η Αριστερά δεν θα έχει άλλη επιλογή από το να αναγνωρίσει αυτή την πραγματικότητα και να καλέσει να καταψηφίσουν τον Ερντογάν, χωρίς όμως να δώσει πολιτική υποστήριξη στον άλλο υποψήφιο και χωρίς να δημιουργήσει ψευδαισθήσεις για την Εθνική Συμμαχία.    

Κοινοβουλευτικές εκλογές 

Ένας από τους πρακτικούς λόγους πίσω από το γεγονός ότι αυτές οι εκλογές αποτελούν ευκαιρία για τη σοσιαλιστική Αριστερά είναι η αλλαγή του εκλογικού νόμου από τον Ερντογάν. Η αλλαγή αυτή έγινε για να εξασφαλιστεί η είσοδος του νεότερου εταίρου του ΑΚΡ, του υπερεθνικιστικού MHP στο Κοινοβούλιο (καθώς αντιμετώπιζε τον κίνδυνο να μην μπορέσει να περάσει το εκλογικό όριο). Σύμφωνα με την αλλαγή αυτή, τα κόμματα μπορούν να συμμετέχουν στις βουλευτικές εκλογές σχηματίζοντας συμμαχία και αν ένα από τα κόμματα αυτής της συμμαχίας περάσει το όριο του 10%, τότε αυτόματα και τα υπόλοιπα κόμματα της συμμαχίας θα εκλέξουν βουλευτές.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Λαϊκή Συμμαχία του Ερντογάν (η οποία αποτελείται σήμερα από το ΑΚΡ και το MHP) και η Συμμαχία του Έθνους (με το κεμαλικό CHP να βρίσκεται στο επίκεντρο και με τη συμμετοχή άλλων κομμάτων, όπως το κεντροδεξιό IYI -διάσπαση του MHP- και άλλα μικρά συντηρητικά αστικά κόμματα) είναι οι κύριοι αντίπαλοι στις ερχόμενες εκλογές. Στην ουσία, τα μικρότερα κόμματα οδηγούνται σε ευρύτερες συμμαχίες λόγω του εκλογικού νόμου. Το μόνο μαζικό κόμμα που έμεινε έξω από αυτές τις δύο αστικές συμμαχίες είναι το HDP (Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα), ένα αριστερό ρεφορμιστικό φιλοκουρδικό κόμμα. 

Η Σοσιαλιστική Εναλλακτική (Sosyalist Alternatif) στην Τουρκία υποστηρίζει και προτείνει σθεναρά ότι η σοσιαλιστική Αριστερά, η οποία είναι κατακερματισμένη, θα πρέπει να σχηματίσει ένα μπλοκ συνεργασίας ανάμεσα στις οργανώσεις της και στη συνέχεια να προχωρήσει σε εκλογική συμμαχία αυτού του μπλοκ με το HDP. Αυτή η νέα συμμαχία -αν προκύψει- θα πρέπει να προσπαθήσει να εκπροσωπήσει όλους τους εργαζόμενους και τα καταπιεσμένα στρώματα της κοινωνίας. Με αυτόν τον τρόπο, θα είχε τη δυνατότητα να σχηματίσει μια μεγάλη κοινοβουλευτική ομάδα, η οποία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για την οικοδόμηση ενός ευρύτερου σοσιαλιστικού κόμματος που θα εκπροσωπεί τα συμφέροντα της εργατικής τάξης.

Είναι σοβαρό λάθος από την πλευρά της Αριστεράς να θεωρεί ότι το ρεφορμιστικό HDP είναι το ίδιο με το αστικό CHP. Παρόλο που το HDP δεν έχει ένα καθαρό σοσιαλιστικό πρόγραμμα, υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο HDP και το CHP. Από τη μια το HDP είναι ένα αριστερό κόμμα που βασίζεται κυρίως στην κουρδική εργατική τάξη και τους φτωχούς αγρότες, από την άλλη το CHP υπήρξε κόμμα του κατεστημένου και της καπιταλιστικής τάξης. Ενώ το τελευταίο είναι ένα καθαρά αστικό κόμμα, δεν ισχύει το ίδιο για το πρώτο.

Παρά το γεγονός ότι έχει αντιφάσεις (και πιθανώς σημαντικές προγραμματικές ελλείψεις) μια συμμαχία μεταξύ του HDP και ενός μπλοκ σοσιαλιστικών κομμάτων και ομάδων, μπορεί να βοηθήσει στο να χτιστούν γέφυρες μεταξύ των εργαζομένων, των φτωχών, της νεολαίας και των καταπιεσμένων σε όλη την Τουρκία και της σοσιαλιστικής Αριστεράς. 

Η αναγκαιότητα ενός κόμματος ή ενός μετώπου της σοσιαλιστικής Αριστεράς που δεν θα τοποθετείται εναντίον του HDP, αλλά θα έχει την κατανόηση της τακτικής του ενιαίου μετώπου, που δεν θα έχει τη φοβία της επαφής με το HDP, έχει γίνει πιο επιτακτική τον τελευταίο καιρό. Σε αυτό το πλαίσιο, η σοσιαλιστική Αριστερά δεν πρέπει να γυρίσει την πλάτη στην ιδέα μιας ανεξάρτητης τρίτης συμμαχίας (το HDP την αποκαλεί Συμμαχία της Δημοκρατίας), αλλά να συμμετάσχει στη διαδικασία για τη δημιουργία αυτής της συμμαχίας, υπερασπιζόμενη ταυτόχρονα το δικό της σοσιαλιστικό πρόγραμμα. Μια τέτοια συμμαχία είναι απαραίτητη είτε υπάρξει αλλαγή πολιτικού καθεστώτος στις επερχόμενες εκλογές είτε όχι. 

 Εκλογική εκστρατεία 

Η προεκλογική εκστρατεία ενός σοσιαλιστικού μετώπου θα πρέπει να πραγματοποιηθεί γύρω από ένα δημοκρατικό και αμοιβαία αποφασισμένο σοσιαλιστικό πρόγραμμα και όχι γύρω από ένα πρόσωπο ή μια κούφια αντιπολίτευση στο ΑΚΡ. Το πρόγραμμα θα πρέπει να είναι δομημένο με τέτοιο τρόπο που να εκφράζει και να αντιπροσωπεύει το ευρύτερο δυνατό φάσμα ομάδων και οργανώσεων της Αριστεράς. Θα πρέπει να περιλαμβάνει δημοκρατικά αιτήματα όπως: η ελευθερία της έκφρασης και των διαδηλώσεων, το δικαίωμα στη δωρεάν εκπαίδευση στη μητρική γλώσσα του καθενός, το τέλος των διακρίσεων και της εχθρότητας με βάση την εθνικότητα, το φύλο και τον σεξουαλικό προσανατολισμό, η απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων, κ.λπ. Θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει αιτήματα των εργαζομένων, όπως η εξάλειψη των υπεργολαβιών και της επισφαλούς εργασίας, η αύξηση του κατώτατου μισθού στο επίπεδο που να επιτρέπει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, η προσαρμογή των μισθών στο μηνιαίο πληθωρισμό, η μείωση των ωρών εργασίας χωρίς απώλεια μισθού και απολύσεις, η βαριά φορολόγηση του κεφαλαίου και των υπερπλουσίων, η εθνικοποίηση των βασικών βιομηχανιών υπό τον δημοκρατικό έλεγχο και τη διαχείριση των εργαζομένων.

Χρειαζόμαστε επομένως ένα πρόγραμμα που να απαντά στα τρέχοντα προβλήματα και να εκπροσωπεί τους αγώνες και τα αιτήματα της εργατικής τάξης. Είναι σαφές ότι το καπιταλιστικό σύστημα έχει αποτύχει να δώσει λύσεις σε αυτά τα προβλήματα και το πρόγραμμά μας πρέπει να αποκαλύπτει αυτή την αποτυχία. Ένα τέτοιο πρόγραμμα δεν είναι απαραίτητο να είναι μεγάλο – θα μπορούσε να περιοριστεί σε κάποια βασικά σημεία στα οποία υπάρχει συμφωνία. Είναι βέβαιο ότι η διαμόρφωση ενός τέτοιου προγράμματος θα περιλαμβάνει συζητήσεις, διαφορές και συμβιβασμούς. Αυτό όμως που πρέπει να διακρίνει τους σοσιαλιστές από άλλες τάσεις στο εργατικό κίνημα, είναι η κατανόηση της ανάγκης ενός ενιαίου μετώπου για την ανατροπή του καπιταλισμού. 

Το ενιαίο μέτωπο της σοσιαλιστικής Αριστεράς πρέπει να είναι δημοκρατικό, πρέπει να σέβεται τις ανεξάρτητες δράσεις και εκστρατείες κάθε ομάδας, την ελευθερία της καθεμίας να χρησιμοποιεί το δικό της υλικό. 

Με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσει να ενώσει τις δυνάμεις, να εμπνεύσει και να παρακινήσει τα μέλη και τους υποστηρικτές του να παρέμβουν σε κάθε χώρο εργασίας, γειτονιά, πανεπιστήμιο, σε όλους τους χώρους όπου ζει και αναπνέει η εργατική τάξη.

Αυτό που χρειάζεται είναι να δημιουργηθεί μια ατμόσφαιρα αγώνα παρόμοια με αυτή που προηγήθηκε των εκλογών της 7ης Ιουνίου του 2015, στις οποίες το HDP έλαβε το 13,1% των ψήφων. Χαρακτηριστικό αυτής της προεκλογικής εκστρατείας ήταν η ελπίδα. Όλοι συμμετείχαν εθελοντικά, είτε ήταν υποστηρικτές του HDP είτε όχι, και επέτρεψε στο HDP να αποκτήσει σημαντική υποστήριξη σε περιοχές εκτός των κουρδικών επαρχιών. Σε αυτές τις εκλογές πρέπει να είμαστε έτοιμοι να εργαστούμε για να προσεγγίσουμε τα ευρύτερα τμήματα της εργατικής τάξης με μια ενεργητική, συμμετοχική προεκλογική εκστρατεία που θα επιβάλει την ατμόσφαιρα της ελπίδας έναντι του φόβου. 

Για τη συνέχιση του αγώνα μετά τις εκλογές

Το ΑΚΡ βρίσκεται στην εξουσία εδώ και 20 χρόνια, βασίζοντας την κυριαρχία  του στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων ορισμένων τμημάτων της άρχουσας τάξης και τροφοδοτώντας τη λατρεία της προσωπικότητας του ηγέτη του, Ερντογάν. Αν το ΑΚΡ χάσει τις εκλογές, υπάρχει η πιθανότητα να καταρρεύσει σαν χάρτινος πύργος – η συμμαχία του συγκρατείται μόνο από το γεγονός ότι κατέχει την εξουσία.    

Αυτό συζητιέται ευρέως από μεγάλα τμήματα της αστικής τάξης, τα οποία ήδη κινούνται εναντίον της κυβέρνησης του ΑΚΡ και έχουν αρχίσει να προετοιμάζονται για την μετά-Ερντογάν πολιτική εποχή. Προσπαθούν να οργανώσουν τη μετάβαση της εξουσίας με τους καλύτερους γι’ αυτούς όρους, ώστε να μη δημιουργηθεί κενό προκειμένου να συνεχίσουν να ελέγχουν την οικονομία.

Το ΑΚΡ έχει προσαρμόσει σε μεγάλο βαθμό τον κρατικό μηχανισμό στην εξυπηρέτηση της λειτουργίας του καθεστώτος του. Η Εθνική Συμμαχία, θα πρέπει να αναδιοργανώσει (να «αποκαταστήσει» όπως λένε συγκεκριμένα) το αστικό πολιτικό σύστημα, σε ένα, όπως το αποκαλούν, «ενισχυμένο κοινοβουλευτικό σύστημα». Αυτό που εννοούν με τον όρο «ενισχυμένο κοινοβουλευτικό σύστημα» είναι ότι θα καταργήσουν το προεδρικό σύστημα που διαμόρφωσε ο Ερντογάν και θα πάρουν μέτρα για να κάνουν το κοινοβούλιο πιο αποτελεσματικό και ισχυρότερο σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο.

Το τέλος του καθεστώτος Ερντογάν σημαίνει επίσης ότι η νέα κυβέρνηση θα σχηματιστεί κυρίως από το CHP και το κόμμα IYI, αλλά θα έχει την ευρεία συναίνεση όλων των αστικών κομμάτων της αντιπολίτευσης. Αυτό θα αφήσει χώρο για το HDP και τη σοσιαλιστική Αριστερά να γίνουν η κύρια αντιπολίτευση.    

Η επερχόμενη νέα κυβέρνηση τελικά δεν θα βγάλει τη χώρα από την κρίση ούτε θα εκπληρώσει τα δημοκρατικά και κοινωνικά αιτήματα που έχει υποσχεθεί, λόγω των σιδηρών νόμων του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος. 

Σε κάθε περίπτωση, η συγκρότηση ενός σοσιαλιστικού αριστερού μετώπου μπορεί να παίξει πολύ σημαντικό ρόλο στη συνέχιση των αγώνων της εργατικής τάξης ενάντια στο νέο καθεστώς που θα προκύψει μετά τις εκλογές και ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα, που είναι η κύρια πηγή των προβλημάτων μας. Η σοσιαλιστική Αριστερά πρέπει να συνειδητοποιήσει την ιστορική ευθύνη που φέρει απέναντι στις μελλοντικές γενιές της εργατικής τάξης και να δράσει αναλόγως.


Σημειώσεις:
[1] Η Λαϊκή Συμμαχία (Cumhur İttifakı) είναι μια εκλογική συμμαχία μεταξύ του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του Ερντογάν (Adalet ve Kalkınma Partisi, AKP) και του ακροδεξιού Κόμματος Εθνικιστικού Κινήματος (Milliyetçi Hareket Partisi, MHP).
[2] Το Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών (Halkların Demokratik Partisi, HDP) είναι μια συμμαχία αριστερών δυνάμεων
[3] Η Εθνική Συμμαχία (Millet İttifakı) είναι μια εκλογική συμμαχία που αποτελείται από τέσσερα κόμματα της αντιπολίτευσης, δηλαδή το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP), το Καλό Κόμμα (İYİ), το Κόμμα Ευδαιμονίας (SP) και το Δημοκρατικό Κόμμα (DP)
7,127ΥποστηρικτέςΚάντε Like
595ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,111ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
392ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής