Τουρκία: Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ και η απεργία πείνας των εκπαιδευτικών

Της Ετζεχάν Μπάλτα

Όσα εξελίσσονται στην Τουρκία τις τελευταίες εβδομάδες δεν αποτελούν μια σειρά από μεμονωμένα και ασύνδετα γεγονότα. Οι απαγορεύσεις που επιβλήθηκαν ενόψει της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, οι μαζικές συλλήψεις, η περισυλλογή των αδέσποτων σκύλων, η αναδιοργάνωση του αστικού χώρου με βάση πρωτόκολλα ασφαλείας, η δικαστική παρέμβαση στο μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης και η αστυνομική καταστολή των εργατικών αγώνων αποτελούν εκφράσεις της ίδιας πολιτικής τάσης: της όλο και βαθύτερης στρατιωτικοποίησης του καθεστώτος.

Η στρατιωτικοποίηση, βέβαια, δεν σημαίνει απλώς ότι ο στρατός αποκτά μεγαλύτερη επιρροή στην πολιτική ζωή. Πρόκειται για μια ευρύτερη πρακτική διακυβέρνησης, όπου ο δημόσιος χώρος τίθεται σε αναστολή στο όνομα της «ασφάλειας», κάθε κοινωνική αντίσταση αντιμετωπίζεται ως «κίνδυνος», η Δικαιοσύνη μετατρέπεται σε εργαλείο αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού και η οικονομική κρίση επιχειρείται να αντιμετωπιστεί με αστυνομικά μέτρα και διοικητικές αποφάσεις. Το καθεστώς περιορίζει ολοένα περισσότερο τα δημοκρατικά δικαιώματα των πολιτών, περικυκλώνει κάθε μορφή διαφωνίας με προληπτικούς μηχανισμούς καταστολής και αντιμετωπίζει την κοινωνική δυσαρέσκεια ως εσωτερική απειλή που πρέπει να εξουδετερωθεί.

Διακυβέρνηση μέσω της «ασφάλειας»

Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ, που θα πραγματοποιηθεί στην Άγκυρα στις 7-8 Ιουλίου 2026, λειτουργεί σαν μεγεθυντικός φακός αυτής της διαδικασίας. Η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ από το 1952 και η φετινή σύνοδος αποκτά ιδιαίτερη σημασία μέσα στο πλαίσιο των νέων δεσμεύσεων της συμμαχίας για αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, των επενδύσεων στην πολεμική βιομηχανία, του πολέμου στην Ουκρανία, των εντάσεων στη Μέση Ανατολή και της αναδιαμόρφωσης της αρχιτεκτονικής ασφαλείας στην Ευρώπη.

Ωστόσο, οι συνέπειες της συνόδου στο εσωτερικό της χώρας ξεπερνούν κατά πολύ το διπλωματικό επίπεδο. Καθώς η πρωτεύουσα μετατρέπεται σε «ασφαλές σκηνικό» για μια διεθνή στρατιωτική συμμαχία, οι πολίτες στερούνται το δικαίωμα να πραγματοποιούν συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις, συνεντεύξεις Τύπου, καθιστικές διαμαρτυρίες, απεργίες πείνας, ενημερωτικές εκστρατείες, ακόμη και να αναρτούν αφίσες ή πανό, από τις 28 Ιουνίου έως τις 10 Ιουλίου.

Η απαγόρευση αυτή δεν αποτελεί απλώς ένα έκτακτο μέτρο ασφαλείας λόγω της συνόδου. Στην πραγματικότητα, η ίδια η πόλη απογυμνώνεται πολιτικά. Ο δρόμος παύει να αντιμετωπίζεται ως χώρος όπου οι πολίτες κυκλοφορούν, συζητούν, συγκεντρώνονται και διεκδικούν. Μετατρέπεται σε έναν αποστειρωμένο διάδρομο κρατικών τελετουργιών. Τα μέτρα που λαμβάνονται στο όνομα της ασφάλειας διεισδύουν βαθιά στην καθημερινή κοινωνική ζωή.

Η περισυλλογή των αδέσποτων σκύλων από τις διαδρομές της συνόδου αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές εκδηλώσεις αυτής της λογικής. Για το καθεστώς, το αδέσποτο σκυλί, η εικόνα της φτώχειας, ένα πανό διαμαρτυρίας, ένας εκπαιδευτικός σε απεργία πείνας, ένας δημοσιογράφος, ένας φοιτητής, ένας δικηγόρος ή ένας αγωνιστής του οικολογικού κινήματος αντιμετωπίζονται μέσα από την ίδια αντίληψη: είναι στοιχεία που πρέπει να εξαφανιστούν από το δημόσιο πεδίο, να απομακρυνθούν και να σωπάσουν.

Η σύλληψη περισσότερων από 200 ανθρώπων στην Άγκυρα, λίγο πριν από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, αποκάλυψε το πιο σκληρό πρόσωπο αυτού του καθεστώτος «ασφάλειας». Σύμφωνα με οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ανάμεσα στους συλληφθέντες ήταν πολιτικοί αγωνιστές, δικηγόροι, ένας πανεπιστημιακός, ένας δημοσιογράφος και άνθρωποι που δραστηριοποιούνται στο κίνημα για τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+. Οι αρχές παρουσίασαν την επιχείρηση ως μέρος της «αντιτρομοκρατικής» τους δράσης.

Στην Τουρκία, όμως, η κατηγορία της «τρομοκρατίας» χρησιμοποιείται εδώ και χρόνια με ιδιαίτερα ευρύ τρόπο, προκειμένου να κατασταλεί κάθε μορφή αντιπολίτευσης, ιδιαίτερα τα κινήματα της Αριστεράς, των Κούρδων, των γυναικών, της οικολογίας και των ΛΟΑΤΚΙ+. Οι επιχειρήσεις που πραγματοποιήθηκαν ενόψει της συνόδου αποτελούν απλώς τον πιο πρόσφατο κρίκο αυτής της αλυσίδας.

Δικαστική παρέμβαση στο μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης

Μία ακόμη όψη της στρατιωτικοποίησης του καθεστώτος είναι η δικαστική παρέμβαση στο Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP), το παλαιότερο πολιτικό κόμμα της Τουρκίας και σήμερα τη βασική δύναμη της αντιπολίτευσης.

Η επιτυχία του στις δημοτικές εκλογές του 2024, όταν ξεπέρασε το κυβερνών κόμμα και κέρδισε τους μεγαλύτερους μητροπολιτικούς δήμους, ανάμεσά τους την Κωνσταντινούπολη και την Άγκυρα, δημιούργησε έναν νέο παράγοντα ανησυχίας για το καθεστώς.

Το 2026, δικαστήριο ακύρωσε το συνέδριο του CHP επικαλούμενο την έννοια της «απόλυτης ακυρότητας», καθαίρεσε την εκλεγμένη ηγεσία του κόμματος και επανέφερε την προηγούμενη ηγεσία. Πρόκειται ουσιαστικά για μια ευθεία δικαστική παρέμβαση στην εσωτερική λειτουργία ενός πολιτικού κόμματος.

Η «απόλυτη ακυρότητα» μπορεί να ακούγεται ως ένας τεχνικός νομικός όρος, όμως οι πολιτικές της συνέπειες είναι πολύ πιο ουσιαστικές. Με μια δικαστική απόφαση αναδιαμορφώνεται η εσωτερική λειτουργία ενός κόμματος, ενώ τα όργανα που προέκυψαν μέσα από εκλογικές διαδικασίες παραμερίζονται με δικαστική εντολή.

Αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί απλώς μια εσωκομματική κρίση του CHP. Πρόκειται για ακόμη μία ένδειξη ότι στην Τουρκία η πολιτική ζωή περιορίζεται όχι μέσα από τη βούληση των ψηφοφόρων, αλλά μέσω διοικητικών και δικαστικών παρεμβάσεων. Από τον διορισμό κρατικών επιτρόπων σε εκλεγμένους δήμους και τις διώξεις πολιτικών της αντιπολίτευσης, μέχρι τη φυλάκιση δημοσιογράφων και την ακύρωση κομματικών συνεδρίων, διακρίνεται η ίδια στρατηγική: η προσπάθεια του καθεστώτος να μετατρέψει την δημοκρατική πολιτική αντιπαράθεση σε μια αυστηρά ελεγχόμενη διαδικασία.

Η σύνδεση αυτού του κύματος καταστολής με την οικονομική κρίση είναι προφανής. Οι εργαζόμενοι στην Τουρκία βιώνουν μια βαθιά κρίση ακρίβειας και κόστους ζωής. Ο επίσημος κατώτατος μισθός έχει πέσει κάτω ακόμη και από το όριο της «πείνας», όπως αυτό υπολογίζεται από τις εργατικές συνομοσπονδίες. Την ίδια στιγμή, το κόστος των τροφίμων, της στέγης, των μεταφορών και της υγειονομικής περίθαλψης συνεχίζει να αυξάνεται, με αποτέλεσμα εκατομμύρια άνθρωποι να αδυνατούν να καλύψουν ακόμη και τις πιο βασικές τους ανάγκες, παρότι εργάζονται με πλήρες ωράριο.

Η συρρίκνωση των μεσαίων στρωμάτων, η διεύρυνση της ανεργίας των νέων και η ταχεία προλεταριοποίηση επαγγελμάτων που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν κομμάτι της «μεσαίας τάξης» αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά της σημερινής περιόδου.

Η απεργία πείνας των εκπαιδευτικών

Ένας από τους κλάδους όπου αυτή η προλεταριοποίηση εκδηλώνεται με τον πιο έντονο τρόπο είναι οι εκπαιδευτικοί στην ιδιωτική εκπαίδευση.

Στην Τουρκία, τα ιδιωτικά σχολεία χρεώνουν υψηλά δίδακτρα στους μαθητές, ενώ πολλοί από τους εκπαιδευτικούς που εργάζονται σε αυτά βρίσκονται αντιμέτωποι με χαμηλούς μισθούς, επισφαλείς συμβάσεις, εξαντλητικά ωράρια, εκφοβισμό και διαρκή απειλή απόλυσης.

Γι’ αυτό ακριβώς το αίτημα για κατώτατο βασικό μισθό έχει αποκτήσει κεντρική σημασία. Οι εκπαιδευτικοί διεκδικούν να κατοχυρωθεί νομοθετικά ότι οι εργαζόμενοι στα ιδιωτικά σχολεία δεν θα αμείβονται με μισθούς χαμηλότερους από εκείνους των εκπαιδευτικών στη δημόσια εκπαίδευση. Παράλληλα απαιτούν την ενίσχυση των εργασιακών τους δικαιωμάτων, αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας και την άρση των αδικιών που προκαλεί το ισχύον σύστημα συνεντεύξεων για τους διορισμούς στη δημόσια εκπαίδευση.

Η απεργία πείνας που ξεκίνησε στην Άγκυρα το Συνδικάτο Εκπαιδευτικών της Ιδιωτικής Εκπαίδευσης δεν πρέπει, επομένως, να αντιμετωπιστεί απλώς ως μια δραματική μορφή διαμαρτυρίας. Έχει εξελιχθεί σε μια ισχυρή πολιτική καταγγελία που αποκαλύπτει πώς η εργασία των εκπαιδευτικών απαξιώνεται μέσα στη λογική της αγοράς της εκπαίδευσης.

Οι εκπαιδευτικοί που συμμετέχουν στην απεργία πείνας καταγγέλλουν ότι οι υποσχέσεις που τους είχαν δοθεί δεν τηρήθηκαν, ότι καμία αρμόδια αρχή δεν δέχθηκε να συζητήσει ουσιαστικά μαζί τους και ότι κάθε δημοκρατικό μέσο διεκδίκησης των δικαιωμάτων τους έχει μπλοκαριστεί από την αστυνομική καταστολή.

Τις πρώτες ημέρες της κινητοποίησης, όταν επιχείρησαν να πραγματοποιήσουν συνέντευξη Τύπου μπροστά από το Κοινοβούλιο, δέχθηκαν βίαιη επίθεση από την αστυνομία, ενώ μέλη και στελέχη του συνδικάτου συνελήφθησαν. Την πέμπτη ημέρα της απεργίας πείνας, δύο εκπαιδευτικοί μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο, καθώς το σάκχαρό τους είχε πέσει σε επικίνδυνα επίπεδα, αποκαλύπτοντας το βαρύ σωματικό τίμημα αυτής της μορφής αγώνα.

Η απεργία πείνας έχει πλέον ξεπεράσει τις δέκα ημέρες. Δεκάδες εκπαιδευτικοί, μαζί με τις οικογένειές τους, συνεχίζουν την κινητοποίηση μπροστά από τα γραφεία του συνδικάτου τους, σε έναν από τους πιο πολυσύχναστους δρόμους της Άγκυρας.

Όπως θα φανεί και στη συνέντευξη που θα δημοσιευτεί σύντομα στις σελίδες του Internationalist Standpoint, η απεργία πείνας δεν αφορά μόνο τη διεκδίκηση καλύτερων μισθών. Φέρνει στην επιφάνεια τη φτώχεια και τη συνεχή επαγγελματική υποβάθμιση που βιώνουν οι εκπαιδευτικοί μέσα στην αγορά της ιδιωτικής εκπαίδευσης.

Η σημασία αυτής της απεργίας πείνας είναι ιδιαίτερα μεγάλη, γιατί δείχνει ότι ο αυταρχισμός στην Τουρκία δεν περιορίζεται στη δίωξη κομμάτων της αντιπολίτευσης ή δημοσιογράφων. Το καθεστώς αντιμετωπίζει πλέον και τις εργατικές διεκδικήσεις ως ζήτημα «ασφάλειας». Το αίτημα ενός εκπαιδευτικού για έναν αξιοπρεπή μισθό συναντά αστυνομικά μπλόκα στις πύλες της Βουλής. Η απαίτηση για ανθρώπινες συνθήκες εργασίας αντιμετωπίζεται ως πιθανή διατάραξη της δημόσιας τάξης.

Έτσι, η απεργία πείνας γίνεται ο τρόπος με τον οποίο οι εκπαιδευτικοί –άνθρωποι που ήδη βιώνουν καθημερινά την πείνα, τα χρέη και την εργασιακή ανασφάλεια– κάνουν ορατή αυτή τη δομική κοινωνική πραγματικότητα.

Η απεργία πείνας των εκπαιδευτικών δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός. Οι μεταλλωρύχοι που βαδίζουν προς την Άγκυρα διεκδικώντας τα δεδουλευμένα τους, η ποινικοποίηση των οικολογικών κινημάτων, οι διώξεις όσων υπερασπίζονται τα αδέσποτα ζώα και τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι δημοσιογράφοι στην άσκηση του έργου τους αποτελούν διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας πολιτικής συγκυρίας.

Το καθεστώς δεν είναι πλέον σε θέση να διαχειριστεί την οικονομική και πολιτική κρίση εξασφαλίζοντας κοινωνική συναίνεση. Γι’ αυτό επιστρατεύει ολοένα περισσότερες απαγορεύσεις, συλλήψεις, δικαστικές διώξεις, αστυνομικούς αποκλεισμούς και διοικητικές αποφάσεις.

Αυτό που παρακολουθούμε σήμερα στην Τουρκία είναι μια νέα φάση αυταρχισμού. Σε αυτή τη φάση, το κράτος ασφαλείας, η πολεμική οικονομία και η νεοφιλελεύθερη εξαθλίωση συγκλίνουν.

Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ κάνει αυτή τη σύγκλιση ακόμη πιο ορατή. Προς τον έξω κόσμο, η Τουρκία παρουσιάζεται ως αξιόπιστος εταίρος του ΝΑΤΟ, ως περιφερειακός παράγοντας ασφάλειας και ως κράτος με ισχυρή στρατιωτική ισχύ. Στο εσωτερικό της χώρας, το ίδιο κράτος περιορίζει διαρκώς το δικαίωμα των πολιτών να μιλούν, το δικαίωμα των εργαζομένων να οργανώνονται, την πολιτική δράση της αντιπολίτευσης και τη χρήση του δημόσιου χώρου.

Για τον λόγο αυτό, οι απαγορεύσεις στην Άγκυρα δεν μπορούν να διαβαστούν απλώς ως μερικές ημέρες «ασφάλειας» λόγω της συνόδου. Αποτελούν τη συμπυκνωμένη έκφραση του τρόπου με τον οποίο το καθεστώς κυβερνά την κοινωνία.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι μόνο σκοτεινή. Καθώς οι μηχανισμοί καταστολής του καθεστώτος επεκτείνονται, γίνεται ταυτόχρονα πιο καθαρός και ο κοινωνικός χάρτης της αντίστασης. Εκπαιδευτικοί βρίσκονται σε απεργία πείνας, εργάτες στα ορυχεία διεκδικούν τα δικαιώματά τους, οι υπερασπιστές του περιβάλλοντος προσπαθούν να προστατεύσουν τους τόπους ζωής, δημοσιογράφοι συνεχίζουν να μεταδίδουν παρά τη λογοκρισία, και ακτιβιστές για τα δικαιώματα των ζώων αρνούνται να εγκαταλείψουν τον δρόμο. Το στρατιωτικοποιημένο καθεστώς επιδιώκει να φιμώσει την κοινωνία. Κι όμως, στην Τουρκία σήμερα, ο δρόμος, το σχολείο, το ορυχείο, ο διάδρομος των δικαστηρίων και η είσοδος από των γραφείων των συνδικάτων εξακολουθούν να «μιλούν».

Αυτό, λοιπόν, μπορεί να είναι και η απάντηση στο ερώτημα του τι συμβαίνει στην Τουρκία: το καθεστώς επιχειρεί να διαχειριστεί την κρίση μέσω της ασφάλειας. Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ προσφέρει μια διεθνή βιτρίνα για αυτόν τον τρόπο διακυβέρνησης. Η οικονομική καταστροφή, η δικαστική παρέμβαση, η αστυνομική καταστολή και η πολεμική οικονομία παρατάσσονται στον ίδιο άξονα. Απέναντι όμως σε αυτόν τον άξονα στέκονται άνθρωποι που πεινούν, διαδηλώνουν, γράφουν, οργανώνονται, φροντίζουν και αντιστέκονται. Η ιστορία του μέλλοντος της Τουρκίας γράφεται επίσης σε αυτό το πεδίο της αντίστασης που αναπτύσσεται κάτω από τη σκιά ενός στρατιωτικοποιημένου καθεστώτος.

Ακολουθήστε το «Ξ» στο Google News για να ενημερώνεστε για τα τελευταία άρθρα μας.

Μπορείτε επίσης να βρείτε αναρτήσεις, φωτογραφίες, γραφικά, βίντεο και ηχητικά μας σε facebook, twitter, instagram, youtube, spotify.

Ενισχύστε οικονομικά το xekinima.org

διαβάστε επίσης:

7,273ΥποστηρικτέςΚάντε Like
990ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,118ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
449ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Επίκαιρες θεματικές

Πρόσφατα άρθρα