Το ευρώ, η δραχμή, η επανάσταση που χρειαζόμαστε και η Αριστερά – μέρος α’

Δημοσιεύουμε το πρώτο μέρος άρθρου του σ. Ανδρέα Παγιάτσου για το θέμα του ευρώ. Tο δεύτερο μέρος θα δημοσιευτεί τις επόμενες μέρες.

εισαγωγή

Σκοπός του εκτενούς αυτού άρθρου είναι να απαντήσει στο ερώτημα που απασχολεί όλο και περισσότερο κόσμο κατά πόσο η έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ μπορούν να δώσουν απαντήσεις στα προβλήματα της κρίσης που μαστίζει την ελληνική οικονομία και στην επίθεση που δέχεται το εργατικό κίνημα και τα λαϊκά στρώματα της χώρας μας.

Είναι σωστό για την Αριστερά να υιοθετεί αυτά τα αιτήματα στο πρόγραμμα της και να τα ιεραρχεί ψηλά; Μήπως αυτή η εξέλιξη, της εξόδου από το € και την ΕΕ είναι έτσι και αλλιώς αναπόφευκτη; Τότε, αυτό πώς επηρεάζει τη στάση που πρέπει να πάρει Αριστερά; Τι μας διδάσκει η εμπειρία της Αργεντινής που τόσο πολύ συζητιέται στην Ελλάδα; Τι είδους κυβέρνηση/εξουσία χρειαζόμαστε σε σχέση με τους στόχους πάλης της αριστεράς; Είναι απαραίτητη μια ολοκληρωτική ανατροπή και συνθήκες εργατικής-σοσιαλιστικής εξουσίας για να δοθούν λύσεις, ή ένα «λαΪκό μέτωπο», μια «προοδευτική» διακυβέρνηση, κάτι δηλαδή ενδιάμεσο, μπορεί να είναι αρκετό; Και το ΕΑΜ το οποίο ακούγεται όλο και πιο συχνά τελευταία στις συζητήσεις πόση σχέση έχει με όλα αυτά;

Η αριστερά κάθε άλλο παρά ενιαία στάση έχει στα ζητήματα αυτά. Το σίγουρο είναι πώς λόγω του βαθέματος της κρίσης, και στην Ελλάδα και στην ευρωζώνη, ενισχύονται οι φωνές που προβάλλουν το θέμα της εξόδου.

Σ’ αυτό το άρθρο δεν γίνεται προσπάθεια απάντησης σε κάποιο συγκεκριμένο τμήμα της Αριστεράς. Υπάρχουν τμήματα της Αριστεράς που συνδέουν το θέμα της εξόδου από την ΕΕ και το € με την αναγκαιότητα κοινωνικών και πολιτικών ανατροπών. Υπάρχουν άλλα τμήματα της Αριστεράς, τα οποία περιορίζονται βασικά στο να προβάλλουν το θέμα της εξόδου σαν ένα πρώτο πάρα πολύ σημαντικό βήμα και μετά βλέπουμε. Για ένα σημαντικό μέρος της Αριστεράς που είναι υπέρ της εξόδου από την ΕΕ και το €, αυτή η θέση αποτελεί αδιαπραγμάτευτη αρχή – κι όποιος δεν το υιοθετεί τότε ανήκει στο στρατόπεδο της «ρεφορμιστικής» αριστεράς, αποτελεί αριστερό δεκανίκι του συστήματος, κι επομένως καμία συνεργασία δεν είναι επιτρεπτή μαζί του. Δεν θα καταπιαστούμε με τις διαφορές και τις διαφορές στην έμφαση, ανάμεσα στα διαφορετικά τμήματα της Αριστεράς. Θα καταπιαστούμε με το βασικό θέμα: πρέπει το θέμα της εξόδου από την ΕΕ και το € να αποτελεί προγραμματικό στόχο, και κεντρικό, της Αριστεράς, ή όχι;

στην περίπτωση δημοψηφίσματος για το € η απάντηση πρέπει να είναι «όχι»

Η συζήτηση για το θέμα του ευρώ, της εξόδου από αυτό και της επιστροφής στην δραχμή πήρε νέες διαστάσεις μετά το δημοψήφισμα φιάσκο που εξήγγειλε ο Γιώργος Παπανδρέου (τη Δευτέρα 31 Οκτώβρη) και τις ωμές απειλές που ακολούθησαν από τη Μέρκελ, τον Σαρκοζί και το υπόλοιπο ευρωπαϊκό κατεστημένο.

Το δημοψήφισμα για την έγκριση των διαφόρων συνθηκών της ΕΕ είναι κάτι που γενικά διεκδικούν πολλά κόμματα της Αριστεράς στην ΕΕ κι αυτοί που κατά κανόνα το αρνούνται αυτό, δεν είναι άλλοι από τους εκπροσώπους της άρχουσας τάξης, οι οποίοι φοβούνται τα αποτελέσματα των δημοψηφισμάτων. Έτσι, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων επιλέγουν να περνάνε Συνθήκες και νομοσχέδια που αφορούν την ΕΕ μέσα από τα κοινοβούλια. Ο Παπανδρέου ωθήθηκε στην εξαγγελία δημοψηφίσματος για την έγκριση της νέας Δανειακής Συμφωνίας που αποφάσισε η Σύνοδος Κορυφής της ΕΕ στις 26 – 27 Οκτώβρη. Αν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ήταν αρνητικό οι διεργασίες που βλέπουμε να αναπτύσσονται έτσι κι αλλιώς σήμερα, προς την κατάρρευση του € θα επιταχυνόντουσαν εξαιρετικά (δεν υπάρχει ο χώρος εδώ για να εξηγήσουμε γιατί και πώς θα συνέβαινε κάτι τέτοιο). Σαν αποτέλεσμα προκλήθηκε διεθνή αναστάτωση, τα χρηματιστήρια σε όλο τον κόσμο πέρασαν από απανωτές βουτιές, η Μέρκελ και ο Σαρκοζί έπιασαν τον Παπανδρέου απ’ το αυτί κι αυτός υποχώρησε ατάκτως.

Παρόλα αυτά το θέμα τέθηκε, αποδεικνύοντας πως η περίπτωση να κληθεί η κοινωνία να πάρει θέση υπέρ της παραμονής ή της εξόδου από το € και την ΕΕ δεν είναι θεωρητική – κάτω από κάποιες συνθήκες μπορεί να προκύψει. Ποια θα έπρεπε να είναι η στάση της κοινωνίας και, βέβαια και της Αριστεράς, σε κάτι τέτοιο; Το «Ξ» έχει σαφή θέση στο θέμα αυτό και την έκανε καθαρή την επόμενη μέρα της εξαγγελίας του δημοψηφίσματος. Στην ανακοίνωση του με τίτλο «Όχι! Καθαρό και βροντερό! Κάτω η κυβέρνηση, έξω η Τρόικα» την επόμενη της εξαγγελίας, το «Ξ» ξεκαθάριζε ότι στην περίπτωση δημοψηφίσματος για το € η πρόταση της Αριστεράς προς την κοινωνία θα έπρεπε να είναι ΟΧΙ.1

το σκεπτικό

Ποιο είναι το σκεπτικό πίσω από αυτή την τοποθέτηση;

Ο Γ. Παπανδρέου δεν επιχείρησε να καταφύγει σε δημοψήφισμα επειδή διακατέχεται από δημοκρατικές ευαισθησίες αλλά γιατί η πολιτική του είχε φτάσει σε αδιέξοδο κάτω από τις οργισμένες αντιδράσεις και αγώνες του ελληνικού εργατικού κινήματος από τις αρχές του 2010. Η κυβέρνηση του ήταν στα πρόθυρα κατάρρευσης, με την κοινωνία εναντίον του, με όλη την αντιπολίτευση, αριστερά και δεξιά εναντίον του, με το κόμμα του να σπαράσσεται από εσωτερικές συγκρούσεις. Η κυβέρνηση Παπανδρέου βάδιζε στον γκρεμό και την πτώση και το έβλεπε. Κατανοώντας αυτή την πραγματικότητα ένα τμήμα της ηγεσίας του κόμματος αποφάσισε να ρίξει το γάντι στους αντιπάλους της και στην κοινωνία, με δημοψήφισμα. Έτσι επιχειρούσε να ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Ο Παπανδρέου θα εκβίαζε την κοινωνία και τους πολιτικούς του αντιπάλους, καθώς στην περίπτωση που το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ήταν αρνητικό θα σήμαινε δύο πράγματα:

Πρώτο, τέρμα στον δανεισμό από την Τρόικα. Η Ελλάδα δεν θα έπαιρνε ούτε τα 8 δις € της 6ης δόσης του 1ου μνημονίου, ούτε τα 130 δις της νέας δανειακής σύμβασης (2ο μνημόνιο).

Δεύτερο, θα σήμαινε έξοδο της Ελλάδας απ’ το €. Από τη στιγμή που τα κονδύλια/δάνεια από την ΕΕ κόβονταν, η ελληνική κυβέρνηση θα υποχρεωνόταν να τυπώσει λεφτά – και τα μόνα λεφτά που θα μπορούσε να τυπώσει είναι δραχμές (Αυτό εξάλλου το θέμα το ξεκαθάρισαν οι Μέρκελ και Σαρκοζί αμέσως μετά: αν γινόταν δημοψήφισμα αυτό θα ήταν για την παραμονή ή την έξοδο απ’ το €).

Αυτό λοιπόν που θα έκανε ο Παπανδρέου αν προχωρούσε τελικά με το δημοψήφισμα που είχε εξαγγείλει, ήταν να θέσει στην ελληνική κοινωνία ένα εκβιαστικό δίλημμα του είδους, είτε ψηφίζετε και εγκρίνετε τη νέα δανειακή σύμβαση και τις πολιτικές μου – ένα οδοστρωτήρα πάνω από το εργατικό κίνημα, με διάρκεια, επίσημα, τουλάχιστον άλλων 10 χρόνων – είτε δεν θα πάρουμε νέα δάνεια, δεν θα πληρώσουμε τους μισθούς και τις συντάξεις και θα βρεθούμε εκτός €. Το δημοψήφισμα θα ήταν στην ουσία:

«ή ψηφίζετε να περάσει ένας οδοστρωτήρας πάνω από τις ζωές σας, ή θα φύγουμε από το ευρώ»

Όταν η άρχουσα τάξη έρχεται μ’ ένα «μαχαίρι» στο χέρι που ονομάζεται «ευρώ» και το θέτει στο «λαιμό» του εργατικού κινήματος, εκεί η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη από το «όχι στο ευρώ». Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να πει το μαζικό κίνημα «όχι στο μαχαίρι», «όχι στον οδοστρωτήρα»! Σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή ψήφιζε «ναι», το πλήγμα θα ήταν πολύ σοβαρό και θα υπέσκαπτε τη δυνατότητα του κινήματος να αντισταθεί στη συνέχεια , αφού η πολιτική της συντριβής του βιοτικού επιπέδου και της αφαίρεσης των δικαιωμάτων θα είχε ήδη «εγκριθεί» από τον ίδιο το λαό.

Αν δούμε τις δημοσκοπήσεις η πλειοψηφία του ελληνικού λαού προτιμά το € από τη δραχμή. Την εξήγηση γι’ αυτό το φαινόμενο θα την δούμε στη συνέχεια. Από τη στιγμή όμως που η άρχουσα τάξη θέτει μπροστά στον ελληνικό λαό το δίλημμα «τη ζωή σου ή το ευρώ», η Αριστερά μπορεί να σταθεί δυνατά και μαχητικά στο πλευρό των εργαζομένων λέγοντας όχι στο €. Κάτι που υπό διαφορετικές συνθήκες δεν θα ήταν εύκολα κατανοητό από τα λαϊκά στρώματα, αλλά που σ’ αυτές τις συνθήκες θα μπορούσε να μεταβάλει ριζικά τους συσχετισμούς σαν αποτέλεσμα της εκστρατείας της Αριστεράς.

Η περίπτωση ενός δημοψηφίσματος, μελλοντικού ή υποθετικού, είναι μία από τις περιπτώσεις που η κοινωνία και η Αριστερά μπορεί να κληθούν να παλέψουν υπέρ του «όχι στο € και την ΕΕ». Υπάρχουν διάφορες αντίστοιχες συνθήκες αλλά δεν υπάρχει η δυνατότητα εδώ να καταπιαστούμε με όλες.

Το βασικό σημείο που θέλουμε να τονίσουμε, είναι το εξής: Κάτω από διάφορες συνθήκες, όταν προκύπτει ένα ζήτημα πρακτικής πολιτικής στάσης όπως στο πιο πάνω παράδειγμα, του δημοψηφίσματος, τα λαϊκά στρώματα και η Αριστερά θα πρέπει μαχητικά να πάρουν θέση υπέρ της εξόδου από το € και την ΕΕ. Αυτό όμως δεν πρέπει να σημαίνει αυταπάτες στη δραχμή, υποστήριξη στη δραχμή! Ακόμα και αν μετά από μια αρνητική ψήφο σ’ ένα δημοψήφισμα όπως το πιο πάνω το αποτέλεσμα είναι όντως η επιστροφή στη δραχμή, αυτό είναι διαφορετικό από το να επιλέγει η Αριστερά τη δραχμή και να την εντάσσει στα πλαίσια των προγραμματικών της επιδιώξεων! Να δηλώνει δηλαδή ότι έχει σαν στόχο την επιστροφή στη δραχμή ή να αφήνει να νοηθεί, ότι η έξοδος από το € αυτή καθεαυτή όπως και η έξοδος από την ΕΕ καθεαυτή, έχουν να προσφέρουν οτιδήποτε στη λύση των προβλημάτων της εργαζομένων.

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, ξεκινώντας από ένα παράδειγμα που συζητείται πολύ τελευταία.

Η Αργεντινή

Η Αργεντινή έχει χρησιμοποιηθεί από την Αριστερά σαν παράδειγμα προς μίμηση αλλά παραδόξως, εκ πρώτης όψεως, κι από την κυβέρνηση σαν μπαμπούλας!

Το εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα της χώρας μας έχει σαν ένα από τα σύμβολά του το ελικόπτερο, με το οποίο ο πρόεδρος Ντε Λα Ρούα το Δεκέμβρη του 2001 το έσκασε από το προεδρικό μέγαρο, όταν ο κόσμος έκανε έφοδο σ’ αυτό. Ο Πάγκαλος από την άλλη έφτασε να απειλήσει στις αρχές του 2011, ότι αν δημιουργηθούν συνθήκες Αργεντινής στην Ελλάδα η κυβέρνηση θα βγάλει τα τανκ στους δρόμους (για να προστατεύσουν, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, τις τραπεζικές «μας» καταθέσεις). Προφανώς υπάρχουν δυο οπτικές γωνίες, διαμετρικά αντίθετες με τις οποίες μπορεί να αναλύσει κάποιος τις εξελίξεις.

Το 2002 η Αργεντινή, κάτω από την πίεση ενός κινήματος με επαναστατικά χαρακτηριστικά προχώρησε σε άρνηση πληρωμής του δημόσιου χρέους της και κατήργησε την «δολαριοποίηση» του εθνικού της νομίσματος, του πέσο (κατάργησε την σταθερή ισοτιμία 1 προς 1, του πέσο με το δολάριο). Το χρέος της Αργεντινής ήταν περίπου 100 δις € (στο 27-28% του ελληνικού σήμερα) και το ΔΝΤ παρενέβη σ’ αυτή για να τη «σώσει» το 1999. Επέβαλε μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων κατά 20%, εκτόξευσε την ανεργία στα ύψη και βύθισε τη χώρα σε βαθιά ύφεση. Το Δεκέμβρη του 2001 η κυβέρνηση αποφάσισε να περιορίσει και τη δυνατότητα των πολιτών να κάνουν αναλήψεις από τις τράπεζες – στην ουσία αφαιρούσε δηλαδή από τα λαϊκά στρώματα το δικαίωμα να εισπράξουν τις δικές τους καταθέσεις. Αντιδρώντας σε αυτή την βάναυση επίθεση και διάλυση της κοινωνίας, το χειμώνα του 2001-2 (Δεκέμβρη με Φλεβάρη) τα λαϊκά στρώματα της Αργεντινής έριξαν 5 κυβερνήσεις μέσα σε μερικές βδομάδες και έστειλαν το ΔΝΤ στον διάολο!

Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Όχι και τόσο καταστροφικό, όσο θέλουν να το παρουσιάσουν οι Βενιζέλος και Πάγκαλος.

Ανάμεσα στο 2002 και το 2008 η οικονομία της Αργεντινής αναπτύχθηκε κατά 65%!! Πρόκειται για εκπληκτική άνοδο του ΑΕΠ το οποίο συνεχίζει να αυξάνεται στη διάρκεια του τρέχοντος έτους (2011) με ρυθμό 8%!

Ας συγκριθεί αυτό με την οικονομική κατάρρευση την οποία ζούμε σήμερα στην Ελλάδα καθώς και με το τι έρχεται! Με το 2ο μνημόνιο της 26-27ης Οκτώβρη 2011, η Ελλάδα μπαίνει επίσημα σε λιτότητα μέχρι το 2020! Με ποιο στόχο; Για να φτάσει το δημόσιο χρέος της να αντιπροσωπεύει, τότε, το 120% του ΑΕΠ της! Τόσο όμως ήταν το χρέος της το 2009, προτού δηλαδή «χτυπήσει» η κρίση του χρέους!

Εκ πρώτης όψεως δηλαδή, η πορεία της Αργεντινής φαίνεται να προσφέρει τις απαντήσεις στην ελληνική κρίση. Αυτή η πορεία της Αργεντινής έκανε τον πρόεδρο της Κεντρικής Τράπεζας της Αργεντινής, Μερσέντες Μάρκο ντελ Ποντ (ο οποίος βέβαια δεν έχει καμία σχέση με τον επαναστατικό μαρξισμό ­– ο άνθρωπος είναι εκπρόσωπος της άρχουσας τάξης και του καπιταλισμού) να δηλώσει τα ακόλουθα:

«Η παραδοσιακή επίσημη οικονομική σκέψη απέτυχε …. Αυτό που κάναμε στην Αργεντινή ήταν ακριβώς στον αντίποδα της επίσημης / καθεστωτικής οικονομικής πολιτικής και το αποτέλεσμα αποδείχθηκε πολύ καλό για μας».2

Συμφωνώντας και επαυξάνοντας ο διεθνούς φήμης και νομπελίστας οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν έγραψε τα εξής:

«Οι ”σωστές” πολιτικές αποδείχτηκαν πολύ κακές και λανθασμένες για την Αργεντινή στα τέλη της δεκαετίας του 90. Και παρότι η παύση πληρωμών προκάλεσε μια πολύ απότομη συρρίκνωση της οικονομίας, πολύ σύντομα ξεκίνησε μια ταχεία και μακράς διαρκείας ανάκαμψη. Σίγουρα το παράδειγμα της Αργεντινής δείχνει πως η χρεοκοπία μπορεί να είναι μια πολύ καλή ιδέα».3

Μα, τότε τα πράγματα φαίνεται πως είναι πολύ απλά: εκ πρώτης όψεως η στάση πληρωμής (χρεοκοπία κατά τις «αγορές») και η έξοδος από το € μπορεί να συμβάλει τα μέγιστα στο ξεπέρασμα της κρίσης.

Ή μήπως όχι;

Αργεντινή – μια δεύτερη ανάγνωση

Αν το να έχει κάποιος δικό του εθνικό νόμισμα (και να το υποτιμά όποτε του συμφέρει) αποτελεί λύση στα οικονομικά προβλήματα, τότε γιατί ο πλανήτης μαστίζεται από οικονομικά προβλήματα;

Αν εξαιρέσουμε την περίπτωση της Ευρώπης δεν υπάρχει άλλη ήπειρος με κοινό νόμισμα. Μήπως όλες οι χώρες που έχουν δικό τους «εθνικό» νόμισμα έχουν βρει λύσεις στα οικονομικά τους αδιέξοδα, και την κρίση; Ας κοιτάξουμε το παράδειγμα, όχι κάποιας φτωχής χώρας του «τρίτου κόσμου» αλλά της πιο «ανεπτυγμένης» οικονομίας του πλανήτη, με την πιο προηγμένη τεχνολογία και το ισχυρότερο νόμισμα όλων, τις ΗΠΑ. Αν ο πλανήτης περνά σήμερα μια καταστροφική κρίση, είναι γιατί το 2007 ξεκίνησε από τις ΗΠΑ η κατάρρευση της αγοράς κατοικίας και του τραπεζικού συστήματος κι εξαπλώθηκε στον υπόλοιπο πλανήτη. Αυτή τη στιγμή στις ΗΠΑ έχουμε πάνω από 46 δισεκατομμύρια ανθρώπους κάτω από το επίσημο όριο της φτώχειας, η οικονομία των ΗΠΑ είναι η πιο υπερχρεωμένη χώρα που έχει υπάρξει ποτέ σε καιρό ειρήνης, και ετοιμάζεται για μια δεύτερη βουτιά στην ύφεση. Η μήπως να πάρουμε την περίπτωση της Ιαπωνίας της οποίας η οικονομία βρίσκεται σε στασιμότητα για πάνω από δύο(!) δεκαετίες…;

Έχοντας δει τα όρια της «εθνικής» νομισματικής πολιτικής στην περίπτωση των δύο ισχυρότερων οικονομιών του πλανήτη, ας δούμε τι γίνεται και στο άλλο άκρο του φάσματος – στις φτωχές χώρες. Οι χώρες της Αφρικής έχουν δικά τους εθνικά νομίσματα όμως σχεδόν παντού κυριαρχεί η πείνα. Η Ινδία έχει δικό της νόμισμα και τεράστιους πόρους και δυνατότητες αλλά είναι η χώρα με τους περισσότερους φτωχούς του πλανήτη. Η λίστα είναι ατελείωτη και δεν υπάρχει λόγος να κουράζουμε άλλο τον αναγνώστη – κρατάμε μόνο ότι στον πλανήτη υπάρχουν 3 δισεκατ. φτωχοί (άνθρωποι που ζουν με λιγότερα από 1,5 € περίπου τη μέρα) κι 1 δισεκατ. ανθρώπων που πεινάνε (με λιγότερο από 0,75 € την ημέρα) κι όλοι αυτοί ανήκουν σε χώρες οι οποίες έχουν τα δικά τους εθνικά νομίσματα.

Προφανώς λοιπόν η ύπαρξη εθνικού νομίσματος κάτω από κάποιες συνθήκες μπορεί να φέρει κάποια θετικά οικονομικά αποτελέσματα αλλά στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων δεν λύνει κανένα ουσιαστικό πρόβλημα, δεν σώζει καμία χώρα από τον καιάδα στον οποίο την οδηγεί η κρίση του καπιταλιστικού συστήματος!

Εξάλλου δεν πρέπει να ξεχνάμε ένα σημείο. Η Ελλάδα μπήκε στην ΕΕ και στο ευρώ και ο ελληνικός λαός υποστήριξε αυτές τις επιλογές ακριβώς επειδή η εποχή της δραχμής ήταν εποχή κρίσης, οικονομικής αστάθειας και υψηλού πληθωρισμού. Αυτός εξάλλου είναι ο λόγος για τον οποίο ακόμα και σήμερα, και παρά τη γενικευμένη οργή της ελληνικής κοινωνίας ενάντια στην κυβέρνηση και την Τρόικα, είναι μικρό το ποσοστό που υποστηρίζει την επιστροφή στη δραχμή. Η στάση αυτή της ελληνικής κοινωνίας δεν είναι ούτε πολύ συνειδητή, ούτε βέβαια επιστημονικά τεκμηριωμένη. Είναι βασικά ενστικτώδης και προέρχεται κύρια από τις αρνητικές εμπειρίες της εποχής της δραχμής.

Όπως αναφέρει πιο πάνω ο Πολ Κρούγκμαν, πριν την οικονομική ανάκαμψη της Αργεντινής είχαμε μια «απότομη συρρίκνωση της οικονομίας». Η αξία του πέσο απέναντι στο δολάριο έπεσε. Κατά ακρίβεια το πέσο κατέρρευσε – έχασε πάνω από το 70% της αξίας του μέσα στον πρώτο μόνο χρόνο! Τα κεφάλαια «εξαφανίστηκαν», η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με τεράστια ύφεση που έφτασε μόνο για το 2002 το 12% (για λόγους σύγκρισης, στα τρία χρόνια της κρίσης 2009-11, το ελληνικό ΑΕΠ μειώθηκε περίπου 14%) και ανεργία που έφτασε (επίσημα) το 25% περίπου.4

Το ποσοστό όσων ήταν κάτω από το όριο της φτώχειας έφτασε τον Οκτώβρη του 2002 το 57,5%, ενώ όσων ήταν κάτω από το όριο της πείνας, το 27,5% ! Μέσα σε 12 μήνες σχεδόν διπλασιάστηκαν οι φτωχοί και οι πεινασμένοι καθώς τον Οκτώβρη του 2001 τα ποσοστά ήταν 38,3% και 13.6% αντίστοιχα!5

Στη συνέχεια, έχοντας πιάσει πάτο, η οικονομία άρχισε να ανακάμπτει: η υποτίμηση του νομίσματος έκανε τις εξαγωγές της Αργεντινής πιο ανταγωνιστικές (πιο φτηνές σε σχέση με τα αντίστοιχα εμπορεύματα στη διεθνή αγορά) και στηριγμένη στις εξαγωγές της η Αργεντινή μπόρεσε να πιάσει ψηλούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης. Χρειάστηκε όμως τέσσερα σχεδόν χρόνια, μέχρι το καλοκαίρι του 2005 για να επιστρέψουν οι αριθμοί των φτωχών και πεινασμένων στα επίπεδα που ήταν πριν την κρίση!6

Παρόλα αυτά η οικονομία μπήκε σε ανάκαμψη. Μήπως τελικά άξιζε τον κόπο, παρά το αρχικό «κόστος»; Και πάλι η απάντηση δεν είναι ένα απλό «ναι»! Η Αργεντινή κατάφερε να μπει σε φάση ανάκαμψης για λόγους που με τίποτα δεν ισχύουν για όλες τις οικονομίες που τυγχάνει να βρεθούν σε παρόμοιες συνθήκες και πολύ περισσότερο για την Ελλάδα, σήμερα. Κατ’ αρχήν η διεθνής οικονομική συγκυρία με την οποία η Αργεντινή βρέθηκε αντιμέτωπη ήταν πολύ ευνοϊκή. Το 2002 και τα χρόνια που ακολούθησαν μέχρι το 2007 η διεθνής οικονομία ήταν σε φάση ψηλών (θετικών) ρυθμών ανάπτυξης. Η κρίση χτύπησε την διεθνή οικονομία το 2008. Η Αργεντινή λοιπόν υποτίμησε το νόμισμά της μέσα σε πολύ ευνοϊκές εξωτερικές συνθήκες. Για καλή της τύχη, μάλιστα, αυτές οι ευνοϊκές γι’ αυτήν συνθήκες συνεχίστηκαν και μετά το 2007 καθώς οι βασικές χώρες στις οποίες κατευθύνονται οι εξαγωγές της Αργεντινής είναι η Κίνα και η Βραζιλία, οι οποίες είχαν πολύ ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, και στην ουσία λειτούργησαν σαν οι ατμομηχανές της διεθνούς οικονομίας την περίοδο 2008 – 9 και μέχρι και σήμερα (όταν η Αμερική και η Ευρώπη βυθίστηκαν σε ύφεση και σήμερα αντιμετωπίζουν τις συνέπειες της κρίσης του χρέους και την προοπτική μιας δεύτερης ύφεσης).

Αυτή η ευνοϊκή για την Αργεντινή συγκυρία δεν πρόκειται να κρατήσει για πάντα. Ιδιαίτερα καθώς η Αργεντινή δεν είναι μια βιομηχανική, κύρια, χώρα, αλλά οι εξαγωγές της είναι κατά τα δύο τρίτα σχεδόν αγροτικά προϊόντα και πρώτες ύλες (ανάμεσα στις οποίες και πετρέλαιο). Και σ’ αυτό το σημείο η Αργεντινή είχε «τύχη»: από το 2008 όταν τα χρηματιστήρια διεθνώς κατάρρευσαν λόγω της κρίσης, οι κερδοσκόποι (που ονομάζονται «επενδυτές») στράφηκαν στην κερδοσκοπία επί των αγροτικών προϊόντων και των πρώτων υλών οι τιμές των οποίων εκτοξεύτηκαν στη διεθνή αγορά. Πολύ βολικό αυτό για την αργεντίνικη οικονομία – μόνο που έχει ημερομηνία λήξης. Κι αυτή η ημερομηνία θα είναι και η επιστροφή της Αργεντινής στην ύφεση και την κρίση.

Η οικονομία της Αργεντινής αναπτύσσεται σήμερα με γοργούς ρυθμούς σε σχέση με το τι θα συνέβαινε αν ήταν κάτω από τη μπότα του ΔΝΤ. Όμως που βρίσκεται ακριβώς και τι γίνεται με την κοινωνία; Η εικόνα δεν είναι η καλύτερη… Οι φτωχοί, το 2007, τη χρονιά προτού η διεθνής οικονομία μπει στην κρίση οι ήταν (επίσημα) το 20% του πληθυσμού. Ο πληθωρισμός και η ανεργία παραμένουν ψηλά και εκατομμύρια ζουν σε παραγκουπόλεις στις παρυφές των μεγάλων πόλεων. Η Αργεντινή είναι μια φτωχή χώρα, με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της να βρίσκεται στο 40% περίπου του ελληνικού! Όχι ακριβώς αυτό που θα ονομάζαμε «παράδεισος»… Ας θυμηθούμε παρεμπιπτόντως ότι μέχρι τον β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η Αργεντινή ήταν η 9η πλουσιότερη χώρα του πλανήτη!

«Επιστροφή» στην Ελλάδα και στη δραχμή…

Έχοντας υπόψη όλη αυτή την σύνθετη και αντιφατική εικόνα, το πρώτο πράγμα που πρέπει να τονίσουμε σε σχέση με τον ελληνικό καπιταλισμό είναι ότι τίποτα από αυτά που συνιστούν την ευνοϊκή οικονομική συγκυρία στην οποία βρέθηκε η Αργεντινή μετά το 2002 δεν ισχύουν για την Ελλάδα σήμερα. Η διεθνής οικονομία είναι στα πρόθυρα νέας βουτιάς, ενώ ο χώρος στον οποίο κατά κύριο λόγο κατευθύνονται οι ελληνικές εξαγωγές, η ΕΕ, βρίσκεται στη δίνη ενός πανικού που προκαλείται από τη γενική οικονομική κρίση, τη νέα ύφεση στην οποία κινείται η Ευρώπη και την κρίση του χρέους.

Οπότε τι ακριβώς θα συμβεί αν η Ελλάδα εγκαταλείψει την ΕΕ και το €;

Το πρώτο πράμα που σημαίνει η αντικατάσταση του € απ’ τη δραχμή είναι η υποτίμηση της δραχμής σε σχέση με την προηγούμενη ισοτιμία της προς το €. Αν υποθέσουμε ότι αυτή η υποτίμηση περιοριστεί στην υποτίμηση που είχε το αργεντίνικο πέσο όταν έσπασε την ισοτιμία του με το δολάριο το 2002, δηλαδή στο 70%, αυτό σημαίνει εκτίναξη του κόστους (σε δραχμές) όλων των εισαγόμενων καταναλωτικών αγαθών (πχ υπολογιστές, τηλεοράσεις, αυτοκίνητα – ότι δεν παράγεται στην Ελλάδα) των οποίων οι τιμές θα διπλασιαστούν ή τριπλασιαστούν κοκ. Ακόμα, θ’ αυξηθεί η τιμή του πετρελαίου. Το πετρέλαιο παραμένει η βάση της παραγωγής ενέργειας για την οικονομία της χώρας. Έτσι όλες οι τιμές όλων των εμπορευμάτων που παράγονται εγχώρια θα ανέβουν, σαν αποτέλεσμα της ανόδου της τιμής του πετρελαίου (πέρα από την άνοδο στο κόστος των μεταφορών). Και πέρα απ’ αυτά θα αυξηθούν ανάλογα με την υποτίμηση της δραχμής και οι τιμές των κεφαλαιουχικών αγαθών – οι μηχανές και τα εργαλεία δηλαδή που χρησιμοποιούνται στην ελληνική οικονομία για παραγωγικούς ή εμπορικούς σκοπούς. Κι αυτά με τη σειρά τους θα ανεβάζουν το κόστος όλων των παραγόμενων εμπορευμάτων και υπηρεσιών.

Ο ρυθμός ανόδου των τιμών, ο πληθωρισμός, είναι μια από τις μεγάλες ασθένειες κάθε οικονομίας (καπιταλιστικής ή μη). Ο πληθωρισμός θα γίνει, έτσι, εγγενές χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας, σε ένα περιβάλλον κρίσης και σε μια ήπειρο που βρίσκεται σε κρίση. Κι όταν λέμε πληθωρισμό δεν εννοούμε 2-3-4% το χρόνο, αλλά πρέπει να έχουμε στο μυαλό το 20 – 25% που χαρακτήριζε την ελληνική οικονομία μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90.

Έχουμε κάποιο λόγο να πιστεύουμε ότι η ελληνική οικονομία με τη δραχμή σαν νόμισμα έχει καλύτερες δυνατότητες από αυτές που έχει με το ευρώ; Μια σειρά από επιφανείς οικονομολόγοι της άρχουσας τάξης, διεθνώς, υποστηρίζουν ακριβώς αυτό: ότι η υποτίμηση του νομίσματος θα κάνει φθηνότερες τις εξαγωγές κι αυτό θα δίνει ώθηση στην παραγωγή στο εσωτερικό.

Η πραγματικότητα είναι ότι για το καπιταλιστικό σύστημα, όταν η οικονομία του βρεθεί σε τέλμα, η υποτίμηση του νομίσματος είναι ένας από τους λίγους τρόπους που έχει στη διάθεσή του για να προσπαθήσει να ξεφύγει απ’ αυτό το τέλμα μ’ ένα σχετικά γρήγορο τρόπο. Αυτό όμως δεν μπορεί να είναι η απάντηση της Αριστεράς! Πρώτο, γιατί τα αποτελέσματα δεν είναι ποτέ εγγυημένα! Και δεύτερο, γιατί ακόμα κι αν είναι θετικά δεν πρόκειται να έχουν διάρκεια!

Κι εξηγούμε. Είναι σωστό ότι με την υποτίμηση του νομίσματος οι εξαγωγές θα γίνουν πιο φτηνές, αλλά αυτή είναι μόνο η μισή αλήθεια! Απέναντι σ’ αυτό το «θετικό» υπάρχουν τα αρνητικά του εγγενούς πληθωρισμού που αναφέραμε πιο πάνω, η διαρκής δηλαδή άνοδος των τιμών στην εσωτερική αγορά και την καθημερινή ζωή των εργαζομένων.

Έτσι έχουμε ένα φαύλο κύκλο: απ’ τη μια θα πέφτουν οι τιμές των εξαγωγών μέσα από την υποτίμηση της δραχμής που θα πάρει διαρκή χαρακτηριστικά (όπως ήταν στις δεκ. του 70, του 80, κλπ) αλλά από την άλλη οι ακριβές εισαγωγές (πρώτων υλών, κεφαλαιουχικών αγαθών και καταναλωτικών αγαθών) θα ωθούν τις τιμές προς τα πάνω, και ξανά απ’ την αρχή. Κι οι εργαζόμενοι θα αγωνίζονται ασταμάτητα για να μην χάνουν οι μισθοί την αξία τους καθώς θα ανεβαίνει διαρκώς το κόστος ζωής (οι τιμές).

Θα είναι καλύτερα, για την οικονομία και τα λαϊκά στρώματα η επιστροφή στη δραχμή; Κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει στα σοβαρά κάτι τέτοιο. Στο ερώτημα αν θα είναι καλύτερα ή χειρότερα με τη δραχμή ή με το ευρώ, η απάντηση είναι ότι αυτό δεν μπορεί ούτε να προβλεφθεί ούτε να προδικαστεί! Κάτω από κάποιες συνθήκες η κρίση μπορεί να είναι λίγο λιγότερο καταστροφική. Κάτω από άλλες μπορεί να είναι περισσότερο καταστροφική. Πάντως ένα πράγμα είναι σίγουρο: η κρίση θα παραμένει βαθιά και οι συνθήκες ζωής των Ελλήνων εργαζομένων δραματικές. Ακόμα κι αν οι εξελίξεις ακολουθήσουν το καλύτερο δυνατό σενάριο, αντίστοιχο με αυτό της Αργεντινής, η οικονομία θα παραμένει αδύναμη, ασταθής και εύθραυστη και η κοινωνία θα συνεχίσει να υποφέρει από φτώχεια και ανεργία.

Συνοψίζουμε: με το € και μέσα στην ΕΕ, η ελληνική κοινωνία οδηγείται στον καιάδα. Μέσα σε δύο χρόνια Μνημονίου και Τρόικας η πλειοψηφία των εργαζομένων έχουν δει το βιοτικό τους επίπεδο να καταρρέει 40 – 50 %, η πραγματική ανεργία κυμαίνεται στο 25%, η ανεργία στη νεολαία (επίσημα) είναι στο 43%, οι μαζικές απολύσεις αποτελούν χαρακτηριστικό όχι μόνο του ιδιωτικού αλλά πια και του δημόσιου τομέα(!) το Ασφαλιστικό διαλύεται, οι Συλλογικές Συμβάσεις ουσιαστικά έχουν καταργηθεί, όλος ο δημόσιος πλούτος βγαίνει στο σφυρί, παιδιά λιποθυμούν απ’ την πείνα στα σχολεία, 20.000 άστεγοι ζουν στους δρόμους της Αθήνας… Αυτά μετά από δύο χρόνια Τρόικας, για να «σωθεί το €» – κι έχουμε άλλα 10 χρόνια λιτότητας με βάση 2ο μνημόνιο. Και μετά… βλέπουμε.

Με τη δραχμή (κι εκτός ΕΕ) θα έχουμε μια από τα ίδια. Μπορεί να είναι λίγο καλύτερα, αλλά μπορεί να είναι και χειρότερα. Η επιστροφή στη δραχμή δεν θα λύσει κανένα από τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Οπότε;

Η ουσία του προβλήματος είναι ο καπιταλισμός – όχι το νόμισμα

Αν η υποτίμηση του νομίσματος μπορούσε να δώσει εύκολα και γρήγορα θετικά αποτελέσματα για την καπιταλιστική οικονομία, θα την χρησιμοποιούσαν οι άρχουσες τάξεις (διεθνώς) με την πρώτη ευκαιρία. Όμως δεν το κάνουν. Η υποτίμηση του νομίσματος σαν μέσο για να δώσουν ώθηση στην οικονομία είναι κάτι στο οποίο καταφεύγουν μόνο όταν έχουν εξαντλήσει κάθε άλλο μέσο. Και μας κάνει πραγματική εντύπωση που υπάρχουν σήμερα αριστεροί οικονομολόγοι και αναλυτές που προβάλλουν την υποτίμηση σαν το βασικό εργαλείο για τη λύση της οικονομικής κρίσης.

Οι καπιταλιστές δεν επιθυμούν την υποτίμηση για δύο λόγους. Ο ένας έχει ήδη αναφερθεί, είναι ο φαύλος κύκλος του πληθωρισμού, που δημιουργεί μια γενική κατάσταση αστάθειας στην οικονομία. Ο άλλος είναι ότι, όταν όλες ή πολλές καπιταλιστικές κυβερνήσεις κάνουν υποτίμηση, είναι σαν να μην έκανε καμία. Η υποτίμηση ενός νομίσματος, λειτουργεί ανταγωνιστικά προς τις άλλες καπιταλιστικές οικονομίες, οι οποίες θα μετρήσουν σε πόσο βαθμό υποσκάπτεται η δική τους οικονομία από την υποτίμηση κάποιου ανταγωνιστή τους, και αν τελικά κρίνουν ότι τους συμφέρει, ότι τα θετικά είναι περισσότερα από τα αρνητικά, τότε θα προχωρήσουν κι αυτοί σε υποτίμηση. Ας δώσουμε ένα παράδειγμα για τους αναγνώστες που δεν έχουν ειδικές γνώσεις στα οικονομικά. Ας υποθέσουμε ότι η Ελλάδα και η Πορτογαλία δεν ανήκουν στην ΕΕ και την Ευρωζώνη κι ότι έχουν δικά τους εθνικά νομίσματα – δραχμή και εσκούδο. Ας υποθέσουμε ακόμα ότι και οι δύο στηρίζουν τις εξαγωγές τους σε μεγάλο βαθμό στο ελαιόλαδο. Αν η Ελλάδα υποτιμήσει τη δραχμή, θα καταστήσει το ελληνικό ελαιόλαδο φθηνότερο στις αγορές. Αν το αποτέλεσμα αυτής της κίνησης είναι να αρχίσει να εκτοπίζεται το Πορτογαλικό ελαιόλαδο στις αγορές και σαν απάντηση η κυβέρνηση της Πορτογαλίας προχωρήσει σε αντίστοιχη υποτίμηση του εσκούδο, τότε η κατάσταση είναι η ίδια μ’ αυτή που υπήρχε πριν την υποτίμηση της δραχμής. Το παράδειγμα υπεραπλουστεύει τις διαδικασίες αλλά δίνει μια εικόνα των βασικών τάσεων που θα τεθούν σε κίνηση. Θα μπορούσαμε αντί της Ελλάδας της Πορτογαλίας και του ελαιόλαδου, να χρησιμοποιούσαμε, υποθετικά, ένα παράδειγμα που να αφορά την Ελλάδα, την Τουρκία και τον τουρισμό, αντίστοιχα.

Το αποτέλεσμα λοιπόν από μια υποτίμηση είναι, στο βαθμό που υπάρξουν οφέλη για μια οικονομία, αυτά να είναι πρόσκαιρα. Κι αυτός είναι ένας βασικός λόγος (όχι ο μόνος) που ισχυρές οικονομίες όπως η Γερμανική θεωρούν ως μια βασική αξία της οικονομικής τους πολιτικής τη νομισματική σταθερότητα.

Έτσι, το όποιο εθνικό νόμισμα και η οποιαδήποτε υποτίμησή του, ακόμα και σε συνδυασμό με άρνηση πληρωμής του χρέους δεν μπορούν να λύσουν τα προβλήματα στην οικονομία και την κοινωνία που δημιουργεί η καπιταλιστική κρίση.

Με δεδομένο δε ότι η οικονομική κρίση που αντιμετωπίζουμε σήμερα είναι η πιο βαθιά από την κρίση του 1929 και πιθανά βαθύτερη και χωρίς διαφαινόμενη προοπτική εξόδου, το δίλημμα ανάμεσα στο ευρώ και τη δραχμή, όσο το καπιταλιστικό σύστημα παραμένει, ισοδυναμεί με το «μπροστά γκρεμός και πίσω ρέμα». Δεν έχουμε λόγο να διαλέξουμε ούτε τον γκρεμό ούτε το ρέμα, γιατί η Αριστερά έχει μια διαφορετική εναλλακτική πρόταση-απάντηση στην κρίση: κι αυτή είναι η πάλη για μια σοσιαλιστική κοινωνία, κάτι που στα λόγια, τουλάχιστον, συμφωνεί όλη η αριστερά. Όλη η αριστερά, ακόμα, συμφωνεί με τα λόγια του Μαρξ «προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε». Είναι δηλαδή διεθνιστική, δεν ενδιαφέρεται μόνο για το δικό της έθνος, αλλά για το σοσιαλισμό σε όλο τον κόσμο…

Αν κατάφερνε η αριστερά να μην έμενε μόνο στα λόγια ο κόσμος θα ήταν πολύ πιο όμορφος σήμερα, αλλά ας μην αλλάξουμε το θέμα μας…

η απάντηση στην κρίση είναι σοσιαλιστική και διεθνιστική

Αν στα πλαίσια του καπιταλισμού δεν υπάρχει καμία λύση στα προβλήματα της κρίσης και αν η μόνη λύση βρίσκεται στην προοπτική της εργατικής εξουσίας και του σοσιαλισμού, τότε ποιο νόημα έχει η συζήτηση για το νόμισμα;

Εκ πρώτης όψεως τα πράγματα θα μπορούσαν να παρουσιαστούν κάπως απλά. Αν η Αριστερά έμπαινε μπροστά και κατάφερνε να κινητοποιήσει το σύνολο του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος ώστε αυτό να ξεσηκωθεί ενάντια στον ευρωπαϊκό καπιταλισμό, να συγκρουστεί με την άρχουσα τάξη και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για εργατική εξουσία και σοσιαλισμό (με την πραγματική έννοια του όρου κι όχι μ’ αυτή του Παπανδρέου ή των σταλινικών καθεστώτων στην πρώην ΕΣΣΔ, Κίνα, κλπ) σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, τότε η συζήτηση για τα εθνικά νομίσματα δεν έχει κανένα νόημα! Γιατί;

Ας ξεκινήσουμε κατ’ αρχήν από το γεγονός ότι η πάλη για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, για τα εργατικά και λαϊκά στρώματα δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας «φιλοσοφικής» αναζήτησης αλλά αποτέλεσμα της διεκδίκησης μιας σειράς μέτρων, απαραίτητων, για να ξεφύγουν από την εξαθλίωση και τη βαρβαρότητα στην οποία τους καταδικάζει το καπιταλιστικό σύστημα. Αυτά τα μέτρα έχουν πάντα πρακτικό περιεχόμενο.

Σήμερα, για παράδειγμα, για να σωθούν τα εργατικά και λαϊκά στρώματα από την επίθεση που δέχονται, όπως έχουμε εξηγήσει σε πολλά άλλα κείμενά μας, απαιτούνται: η άρνηση αποπληρωμής του χρέους, η εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος, η εθνικοποίηση των ιδιωτικοποιημένων Δημοσίων Επιχειρήσεων και των στρατηγικών τομέων της οικονομίας, ο εργατικός και κοινωνικός έλεγχος και διαχείριση και ο σχεδιασμός της οικονομίας για τις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου αντί για το κέρδος μιας χούφτας κεφαλαιοκρατών.

Αυτή η οικονομική πρόταση μπορεί να κάνει θαύματα στην οικονομία, με μαζικές επενδύσεις στην παιδεία, στην υγεία, στις υποδομές αλλά και στην πραγματική παραγωγή, με βάση τον τεράστιο πλούτο που θα εξοικονομηθεί μέσα από δύο τρόπους. Πρώτα, από την άρνηση αποπληρωμής του χρέους το οποίο αυτή τη στιγμή βρίσκεται στα 360 370 δισ. €. Και δεύτερο με το να περάσει η ιδιοκτησία του τραπεζικού συστήματος στην κοινωνία που σημαίνει ότι τα περίπου 200 δις καταθέσεων των Ελλήνων εργαζομένων αντί να αξιοποιούνται από τους τραπεζίτες για να κερδοσκοπούν, θα μπορούν να κατευθυνθούν σε παραγωγικούς και ωφέλιμους σκοπούς για τις ανάγκες της κοινωνίας.

Αυτός είναι και ο μόνος τρόπος να υπάρξουν εγγυήσεις ότι τα λαϊκά στρώματα δεν θα χάσουν τις καταθέσεις τους, λόγω της τραπεζικής κρίσης που διαπερνά την καπιταλιστική κρίση.

Είναι βέβαια κατανοητό ότι μια τέτοια πολιτική μπορεί να εφαρμοστεί μόνο από μια κυβέρνηση/εξουσία που βρίσκεται στα χέρια των εργαζομένων. Και, για μια σωστή, υγιή, αποτελεσματική εξουσία των εργαζομένων, η όποια κεντρική «κυβέρνηση» θα πρέπει να προκύπτει – δηλαδή να εκλέγεται και να ελέγχεται – μέσα από εργατικά και λαϊκά συμβούλια, συνελεύσεις και επιτροπές βάσης, με δημοκρατική λειτουργία και ανακλητούς αντιπρόσωπους.

Αυτά τα μέτρα, τονίζουμε, δεν προτείνονται λόγω κάποιας εμμονής σε κάποιο αφηρημένο ιδεολόγημα. Είναι τα εντελώς απαραίτητα, πρακτικά μέτρα για να αναχαιτιστεί η καταστροφή του βιοτικού επιπέδου και των δικαιωμάτων των εργαζομένων και για να μπει η οικονομία σε πορεία ανάπτυξης.

Αυτά όμως τα μέτρα αποτελούν την ίδια στιγμή ολοκληρωτική ρήξη με το σύστημα. Αφαιρούν και την οικονομική και την πολιτική εξουσία από την άρχουσα τάξη (και δεν είναι περισσότεροι από μερικές δεκάδες οικογένειες αυτοί που ελέγχουν την ελληνική οικονομία). Αποτελούν, έτσι, τους πυλώνες πάνω στους οποίους μπορεί να χτιστεί η σοσιαλιστική κοινωνία και η εξουσία των εργαζομένων.

Ο σοσιαλισμός δεν είναι κάποιο «στρατηγικό» καθήκον για κάποιο μακρινό μέλλον, ανεξάρτητο από το τι ζητά και τι παλεύει το εργατικό κίνημα και η Αριστερά σήμερα. Είναι μια διαδικασία, ταξικών αγώνων οργανικά δεμένων με τα αιτήματα που ανταποκρίνονται και δίνουν λύσεις στις ανάγκες των εργαζομένων! Η πάλη γι’ αυτά τα αιτήματα οφείλει να ξεκινήσει σήμερα! Μέσα από την κατάκτηση αυτών των αιτημάτων από το μαζικό κίνημα δημιουργούνται οι προϋποθέσεις, οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά, για πέρασμα της εξουσίας από το μεγάλο κεφάλαιο στα εργατικά και λαϊκά στρώματα.

…και δεν έχει σχέση με το νόμισμα

Η επικαιρότητα των αιτημάτων αυτών δεν αφορά αυτή τη στιγμή μόνο την Ελλάδα. Αφορά, από αντικειμενική σκοπιά, και την Πορτογαλία και την Ιρλανδία αλλά και την Ισπανία και την Ιταλία που με τη σειρά τους μπαίνουν αυτή τη στιγμή στο μάτι του κυκλώνα. Όλες αυτές οι χώρες βρίσκονται πιο πίσω σε σχέση με την Ελλάδα – όμως την πλησιάζουν με ταχύτητα. Αφορά τελικά και τη Βόρεια Ευρώπη παρότι αυτή τη στιγμή αυτό δεν είναι ακόμα εμφανές.

Δημιουργούνται επομένως οι προϋποθέσεις, αντικειμενικά, για ένα κίνημα το οποίο να αγκαλιάζει όλες αυτές τις χώρες. Αν κάνουμε την αφαίρεση –και είναι βέβαια μια μεγάλη αφαίρεση για λόγους που εξηγούμε πιο αναλυτικά στη συνέχεια– ότι σ’ αυτές τις χώρες το εργατικό κίνημα καταφέρνει να πετύχει τους πιο πάνω στόχους (επαναστατικούς, σοσιαλιστικούς, ανατρεπτικούς – όπως κι αν θέλει να τους χαρακτηρίσει κανείς) τότε το καθήκον το οποίο θα προκύπτει την επόμενη μέρα της εξουσίας των εργαζομένων και της σοσιαλιστικής επανάστασης, θα είναι: η «συνένωση» των «δυνάμεων» αυτών των λαών/χωρών στα πλαίσια μιας εθελοντικής, δημοκρατικής, ισότιμης, σοσιαλιστικής ομοσπονδίας.

Διαφωνεί κανείς μ’ αυτό το αίτημα; Τότε η διαφωνία του δεν είναι με το «Ξ». Γιατί το αίτημα αυτό, της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας των χωρών της Ευρώπης, δεν είναι μια καινοτομία του «Ξ», είναι αίτημα του επαναστατικού κινήματος από την εποχή του Λένιν, του Τρότσκι, της Ρόζας Λούξεμπουργκ, κλπ, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και ιδιαίτερα στα χρόνια της ρωσικής επανάστασης του 1917.

Και πάλι, αυτός ο στόχος, ένας προγραμματικός στόχος της Αριστεράς, δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας «ηθικής» τοποθέτησης, ενός κάποιου «φιλοσοφικού ιδεολογήματος»… Είναι αποτέλεσμα του ότι με το πέρασμα μιας σειράς χωρών στην εναλλακτική σοσιαλιστική κοινωνία και την εργατική εξουσία, θα είναι προς το συμφέρον όλων η συνένωση των δυνάμεών τους για καλύτερα οικονομικά αποτελέσματα και για μια πιο ισχυρή ενότητα (οικονομική και πολιτική) απέναντι στον όποιο εχθρικό καπιταλιστικό περίγυρο. Ο σοσιαλισμός ήταν από την πρώτη στιγμή της γέννησής του ένα καθήκον διεθνιστικό. Γι’ αυτό και ο Μαρξ δεν ξεκίνησε ποτέ να χτίσει ένα γερμανικό εργατικό επαναστατικό κίνημα, αλλά την πρώτη Διεθνή οργάνωση των εργαζομένων. Ο στόχος της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας των χωρών της Ευρώπης, ήταν για τους κλασσικούς του επαναστατικού μαρξισμού επίκαιρος πριν από πάνω από ένα αιώνα. Αν όμως αυτός πρέπει να είναι ο στόχος μας τότε που χωράει σ’ αυτή τη συζήτηση η δραχμή, η λιρέτα ή το πέσο;

Με άλλα λόγια, αν στόχος της αριστεράς είναι η εργατική-σοσιαλιστική επανάσταση, και αν αυτόν τον στόχο τον αντιλαμβάνεται σαν ένα στόχο διεθνιστικό κι όχι απομονωμένο σε εθνικό επίπεδο, τότε δεν έχει νόημα να επιδιώκει αυτή καθεαυτή την αποχώρηση από το (οποιοδήποτε) κοινό νόμισμα. Γιατί σε μια τέτοια σοσιαλιστική προοπτική, ακόμη και αν μιλάγαμε για χώρες που δεν έχουν κοινό νόμισμα, κοινή αγορά ή όργανα, η αριστερά θα έπρεπε να τα προτείνει προσδίδοντας τους βέβαια σοσιαλιστικό περιεχόμενο. Η απάντηση, έτσι, στην Ευρώπη των καπιταλιστών δεν είναι το «Έξω απ’ την ΕΕ και το €», είναι «Σοσιαλιστική Ενωμένη Ευρώπη» σε βάση, πάντα, εθελοντική, δημοκρατική και ισότιμη.

Και ο «αντίλογος»

Ο αντίλογος που θα ακούσουμε, το πιο πιθανό, σ’ αυτή την επιχειρηματολογία είναι ότι «αυτά ανήκουν σε ένα μακρινό μέλλον»… ότι είναι ωραίες ιδέες, αλλά δεν διαφαίνεται η δυνατότητα πρακτικής εφαρμογής τους στο προβλεπόμενο μέλλον.

Η εκτίμηση ότι οι προοπτικές αυτές δεν είναι άμεσες είναι σωστή. Το «γιατί δεν είναι άμεσες;» όμως είναι ένα ερώτημα κρίσιμης σημασίας! Γιατί αφορά την σημερινή κατάσταση στο εργατικό κίνημα η οποία καθορίζεται πρώτα και κύρια από τις ηγεσίες του – δηλαδή τα συνδικάτα και τα κόμματα της αριστεράς.

Αν αυτή τη στιγμή υπήρχαν στην Ελλάδα και σε μια σειρά ευρωπαϊκές χώρες μαζικά κόμματα της αριστεράς με επαναστατική πολιτική και στόχους, η προοπτική της πάλης για την ανατροπή του καπιταλισμού και τη σοσιαλιστική κοινωνία δεν θα ανήκε σε κάποιο μακρινό μέλλον, θα ήταν άμεση.

Έχουμε όμως την υποχρέωση να αναγνωρίζουμε την κατάσταση όπως είναι στην πραγματικότητα, όσο κι αν είναι δυσάρεστη, γιατί μόνο πάνω σ’ αυτή τη βάση μπορούμε να προετοιμάζουμε και να χτίζουμε τα επόμενα βήματα: Σήμερα, στην Ευρώπη, δεν έχουμε μια Αριστερά η οποία να θέτει τον στόχο του κοινωνικού μετασχηματισμού (επαναστατικού, σοσιαλιστικού, κομμουνιστικού ή όπως θέλει κανείς να τον χαρακτηρίσει) και η οποία να είναι ταυτόχρονα μαζική – έτσι ώστε να μπορεί να επηρεάσει τη συνείδηση του εργατικού κινήματος μαζικά σε μια επαναστατική-σοσιαλιστική κατεύθυνση.

Έτσι όταν μιλάμε για τα καθήκοντα του ελληνικού εργατικού κινήματος, είμαστε υποχρεωμένοι να λαμβάνουμε υπόψη μια σημαντική πιθανότητα: το ελληνικό εργατικό κίνημα να προχωρήσει αποφασιστικά, να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για εργατική εξουσία στην Ελλάδα, αλλά η υπόλοιπη Ευρώπη να μην είναι «έτοιμη» να ακολουθήσει, τουλάχιστο στο σύντομο μέλλον. Τι θα γίνει τότε;

Τότε, ναι, αντικειμενικά προκύπτει το θέμα του εθνικού νομίσματος. Η ΕΕ και το ευρωπαϊκό κατεστημένο, θα στραφούν εναντίον μιας Ελλάδας που θα έχει προκύψει μέσα από την πάλη των εξεγερμένων Ελλήνων εργαζομένων και θα προσπαθήσει να την πολεμήσει με κάθε μέσο. Κι ένα από τα πράματα που θα κάνει θα είναι, ασφαλώς, να κόψει την παροχή κονδυλίων και νομίσματος – το € ας μην ξεχνάμε δεν τυπώνεται στην Ελλάδα αλλά από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα η οποία το παρέχει στις διάφορες χώρες μέλη της ζώνης του ευρώ. Ιδιαίτερα από τη στιγμή που μια σοσιαλιστική Ελλάδα αρνείται να εξοφλήσει τους δανειστές της και προχωρά στην εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος κλπ, η ΕΕ θα σταματήσει να παρέχει χρήματα στην ελληνική οικονομία (όπως τον τρέχοντα μήνα, Νοέμβρη, κατακρατεί την 6η δόση ίση με 8 δις € από το πρώτο μνημόνιο του Μάη του 2010). Σ’ αυτές τις συνθήκες το ελληνικό σοσιαλιστικό-εργατικό κράτος θα προχωρήσει στην έκδοση του δικού του νομίσματος.

Ωστόσο, το κατά πόσο το διευθυντήριο των ευρωπαίων καπιταλιστών θα καταφέρει να απομονώσει το κράτος των Ελλήνων εργαζομένων, εξαρτάται από το πόσο κοντά βρίσκεται το υπόλοιπο ευρωπαϊκό εργατικό κίνημα! Αν είναι κοντά στη δική του επαναστατική εξέγερση, αν μπορεί να προστρέξει για να στηρίξει το ελληνικό εργατικό κίνημα, τότε το θέμα του ξεχωριστού εθνικού νομίσματος δεν θα προκύψει. Αν, αντίθετα, η ευρωπαϊκή επανάσταση αργεί, ενώ η ελληνική έχει ήδη προχωρήσει, τότε η δραχμή θα γίνει η αναπόφευκτη συνέπεια των εξελίξεων.

Τι σημαίνει όμως αυτό; Ότι επειδή ένα από τα πιθανά σενάρια (ή αν θέλουμε, για χάρη της συζήτησης, το πιο πιθανό σενάριο) είναι να υποχρεωθεί το ελληνικό εργατικό κίνημα να επιστρέψει στη δραχμή, είναι σωστό το εργατικό κίνημα και η Αριστερά να συμπεριλάβουν στα αιτήματα και τις διεκδικήσεις τους, την επιστροφή στη δραχμή; Να κάνουν δηλαδή προγραμματική θέση μια αδυναμία;

__________________________

1 Στις 2 Νοέμβρη 2011. Δείτε: https://xekinima.org/arthra/view/article/oxi-katharo-kai-brontero-kato-i-kybernisi-ekso-i-troika/

2  Financial Times, στις 19 Ιούλη του 2011

3  ο.π.

4 Εφημερίδα Ημερησία: http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=12336&subid=2&pubid=24377150

5 Wikipedia. Argentine Economic Crisis 1999 – 2002 (http://en.wikipedia.org/wiki/Argentina)

6 ο.π.

7,037ΥποστηρικτέςΚάντε Like
577ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,097ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
368ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής