H κυβέρνηση της Αριστεράς, το μεταβατικό πρόγραμμα, ο σοσιαλισμός και ο διεθνισμός

Όπως εξελίσσεται, η συζήτησή μας είναι εξαιρετικά ενημερωτική και πλούσια – μια συζήτηση που θα πρέπει να συνεχιστεί και να διαδοθεί. Ο φαύλος ρόλος των τραπεζών, η εξακολουθητική καταλήστευση της κοινωνίας προκειμένου οι τραπεζίτες να διατηρούν τις υψηλές τους κερδοφορίες, όμως και πάλι να χρειάζονται –και βεβαίως να απαιτούν- περαιτέρω χρηματοδότηση· ο παντελώς μη βιώσιμος χαρακτήρας του ελληνικού χρέους, πρόβλημα που, για να το αντιμετωπίσουν, κρατικοί αξιωματούχοι και δημοσιογραφικά φερέφωνα προβαίνουν σε διαστροφή της πραγματικότητας βομβαρδίζοντάς μας καθημερινά με ανερυθρίαστα ψέματα· η αδύνατη, η ανέφικτη φαντασίωση μιας ανάπτυξης που, ακόμα κι αν ερχόταν θα προϋπέθετε την απόλυτη συντριβή κάθε εργατικού δικαιώματος, αλλά που εντούτοις δεν έρχεται, διότι –πολύ απλά- με μια κοινωνία σε βαθιά ανθρωπιστική κρίση δεν είναι ποτέ δυνατόν να έρθει… Όλα αυτά αποτελούν πολύτιμα συμπεράσματα – πολύτιμα εφόδια και όπλα στον αγώνα για μια πραγματική αλλαγή πορείας. Και πρέπει βέβαια να τονίσουμε ότι o αγώνας αυτός δεν είναι απλά ένας τεχνικός αγώνας – ένας αγώνας δήθεν ανάμεσα σε διαφορετικές θεωρίες ή εκτιμήσεις ειδικών «τεχνοκρατών» – όπως λεγόταν τη δεκαετία του ’80 (τότε ήταν που πρωτολανσαρίστηκε ο όρος με την κατά κανόνα θετική συνδήλωση – ότι κάποιοι δήθεν σοφοί τεχνοκράτες θα μας έλυναν όλα τα προβλήματα, αρκεί εμείς και προπαντός οι κυρίαρχες τάξεις να τους ακούγαμε). Δεν πρόκειται λοιπόν για τέτοιου τύπου αγώνα, πρόκειται για αγώνα που είναι βαθιά πολιτικός.

Διότι ο λόγος που ακολουθείται η παράλογη πολιτική που βιώνουμε δεν είναι ότι οι κυρίαρχοι τάχα δεν γνωρίζουν ότι ο δρόμος που ακολουθούμε είναι αδιέξοδος – ότι πράγματι πιστεύουν πως το χρέος είναι βιώσιμο, ή ότι οι τράπεζες θα εισφέρουν αναπτυξιακή ρευστότητα, ή ότι οι ιδιωτικοποιήσεις αρκούν για να φέρνουν διαρκή πρωτογενή πλεονάσματα. Ο πραγματικός λόγος είναι ότι θέλουν να διατηρήσουν την κυριαρχία τους με κάθε μέσο, και το μόνο μέσο που σήμερα διαθέτουν είναι η συντριβή της κοινωνίας. Από αυτό συνάγεται ότι δεν θα πεισθούν ποτέ να αλλάξουν θέση – ο αγώνας που διεξάγουμε δεν είναι ένας αγώνας πειθούς. Η αλλαγή πορείας που η κοινωνία χρειάζεται δεν θα επέλθει ως αποτέλεσμα της συναίνεσης των κυρίαρχων, πρέπει να τους επιβληθεί.

Πρόκειται πιστεύω για εξαιρετικά κρίσιμο συμπέρασμα που αφενός δεν πρέπει στιγμή να ξεχνούμε, και αφετέρου υποδηλώνει και τη σημασία της συζήτησης περί του ζητήματος των πολιτικών καθηκόντων που απορρέουν από τις πρωινές οικονομικές μας αναλύσεις.

Στην τοποθέτησή μου θα σταθώ σε τρία βασικά ζητήματα που έχουν πιστεύω μεγάλη σημασία για την Αριστερά και τις πολύτιμες συλλογικότητες που την συναποτελούν – και επιλέγω αυτή τη διατύπωση – «συλλογικότητες που την συναποτελούν» – ως υπενθύμιση του ότι η Αριστερά δεν συμπίπτει με μια οργάνωση ή με ένα κόμμα· η Αριστερά είναι, πάνω απ’ όλα, ένα μεγάλο κίνημα κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης.

Προτού τα αναπτύξω (εξ ανάγκης συνοπτικά) επιτρέψτε μου επιγραμματικά να τα αναφέρω:

  • το πρώτο αφορά τη σημασία μιας κυβέρνησης της Αριστεράς·- γιατί μια τέτοια κυβέρνηση είναι στις περιστάσεις κάτι παραπάνω από απαραίτητη;·

  • το δεύτερο έχει να κάνει τόσο με το γενικό χαρακτήρα των μέτρων που θα απαιτηθούν από μια τέτοια κυβέρνηση προκειμένου να επιτύχει στο έργο της, όσο και με το πώς το αριστερό κίνημα μπορεί να αντιμετωπίσει ενδεχόμενες παλινωδίες και πισωγυρίσματα· και

  • το τρίτο στέκεται στον διεθνιστικό ορίζοντα που πρέπει να έχουμε καθ’ οδόν προς την επίτευξη του μεγάλου στόχου της λαϊκής και κοινωνικής χειραφέτησης.

I

Δεν υπάρχει νομίζω καλύτερος τρόπος για να αναδείξει κανείς αυτή τη σημασία –τη σημασία της έλευσης στην εξουσία μιας κυβέρνησης της Αριστεράς- από το να σκεφτεί τις επιπτώσεις που θα είχε για το κίνημα το αντίθετο ενδεχόμενο: το ενδεχόμενο δηλαδή μιας ακόμη επικράτησης των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων και του δυναστικού συστημικού σκεπτικού που διέπει την πρακτική τους: κάτι τέτοιο θα σήμαινε περισσότερη εξαθλίωση, περισσότερη καταστολή, περισσότερη απελπισία για τα λαϊκά στρώματα και –τουλάχιστον μεσο- αν όχι και μακροπρόθεσμα- μια περαιτέρω βαθιά υποχώρηση του διεκδικητικού κινήματος.

Το τελευταίο σημείο νομίζω πως πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα. Η κινηματική ύφεση που τελευταία παρατηρούμε δεν είναι τεκμήριο –όπως ευρέως υποστηρίζεται- μιας δήθεν οργανικής παθητικοποίησης των λαϊκών στρωμάτων, ούτε βεβαίως απόρροια κάποιας κοινωνικής εξισορρόπησης. Ένας καθοριστικός παράγοντας είναι η κούραση από τους αγώνες της προηγούμενης περιόδου, η εξάντληση από την προσπάθεια να ανατραπούν οι πολιτικές της κυβέρνησης και της Τρόικα, η αίσθηση της αδυναμίας να ανατραπούν αυτές οι πολιτικές. Ένας δεύτερος όμως βασικός λόγος, συνδυασμένος με τον πρώτο είναι ότι και οι πρωτοπόροι αγωνιστές και οι πλατιές λαϊκές μάζες έχουν κατανοήσει ότι λύση στα προβλήματα της κοινωνίας μπορεί να προκύψει μόνο μέσα από πολιτική αλλαγή (κάτι που βεβαίως αποτελεί συμπέρασμα σωστό) κι έτσι έχουν στρέψει τις ελπίδες τους στην προοπτική ανόδου στην εξουσία μιας κυβέρνησης της Αριστεράς. Και αυτό εξηγεί και πλήθος άλλων αγώνων (δυστυχώς οπισθοφυλακής) που όμως κρατούν ζωντανή τη σπίθα της ανατροπής, όπως ο αγώνας της ΕΡΤ, των καθαριστριών, και άλλων πολλών σποραδικών πλην σημαδιακών ξεσπασμάτων.

Όλη αυτή η δυναμική θα δεχτεί καίριο πλήγμα αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν καταφέρει να σχηματίσει κυβέρνηση. Με μια λέξη, το κίνημα θα υποχωρήσει και θα απογοητευθεί, θα έχουμε πολλαπλασιασμό αποστρατεύσεων και αποχωρήσεων, θα έχουμε πιθανόν διασπάσεις και αποπροσανατολισμό –όχι μόνο στις γραμμές στου ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και σε όλες τις οργανώσεις της Αριστεράς. Επιτρέψτε μου να το τονίσω, ότι από μια ενδεχόμενη αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ στις επερχόμενες εκλογές, ζημιωμένη θα βγει ολόκληρη η Αριστερά.

Αν όμως τέτοια υποχώρηση και κρίση επέλθουν μια φορά από το ενδεχόμενο μιας αριστερής εκλογικής αποτυχίας, θα επέλθουν στο πολλαπλάσιο σε περίπτωση που θα  έχουμε μεν μια κυβέρνηση της Αριστεράς, αλλά αυτή ακολουθώντας ένα ανέφικτο πρόγραμμα συστημικής προσαρμογής αποτύχει.

Για να είμαι και πάλι επιγραμματικός, μια κυβέρνηση της Αριστεράς που, γινόμενη συστημική θα αποτύχει, θα είναι για το κίνημα τίποτε λιγότερο από καταστρεπτική. Θα πρόκειται κυριολεκτικά για σενάριο εφιαλτικό. (Και όλοι γνωρίζουμε τι μπορεί να περιλαμβάνει αυτό: αύξηση της καταστολής, περαιτέρω συρρίκνωση της ήδη ακρωτηριασμένης δημοκρατίας, ενίσχυση του φασισμού…) Είναι ένα οδυνηρό συμπέρασμα, που με πάει στο δεύτερο μέρος της τοποθέτησής μου, η οποία εστιάζεται στην ασταθή πορεία του ΣΥΡΙΖΑ και τους κινδύνους που η αστάθεια αυτή εγκυμονεί.

ΙΙ

Ο λόγος που χαρακτηρίζω την πορεία αυτή ασταθή είναι ότι τείνει να υποτιμά αυτό που επεσήμανα στην αρχή, τον πολιτικό και απολύτως συγκρουσιακό χαρακτήρα του εγχειρήματος στο οποίο εκ των πραγμάτων ενέχεται ο ΣΥΡΙΖΑ.

Να ξαναθυμίσω: Ούτε οι δανειστές και το νεοφιλελεύθερο κέντρο της ΕΕ, ούτε βέβαια η εγχώρια ολιγαρχία πρόκειται ποτέ να πεισθούν από τα κατά άλλα εύλογα αιτήματα που προβάλλει η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, όπως η συναινετική διαπραγμάτευση για γενναία διαγραφή του χρέους ή η υιοθέτηση ρήτρας ανάπτυξης για την αποπληρωμή του, ή ο γερμανικός διακανονισμός του ’53.

Στην πραγματικότητα θα έχουμε το ακριβώς αντίθετο: μια εκλογή αριστερής κυβέρνησης θα προκαλέσει πραγματικό πόλεμο από την πλευρά των κυρίαρχων –έναν πόλεμο που θα αποσκοπεί στον οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό στραγγαλισμό του αριστερού εγχειρήματος. Η ιστορία μας το διδάσκει και οδυνηρά μας το υπενθυμίζει πέρα από κάθε αμφιβολία: και δεν είναι ανάγκη να αναφέρω εδώ παραδείγματα όπως αυτό της Χιλής του Allende ή άλλων παρόμοιων εμπειριών.

Όλα αυτά σημαίνουν ένα και μοναδικό: ότι αριστερή διέξοδος μέσα στο ασφυκτικό καπιταλιστικό πλαίσιο δεν υπάρχει. Και όποιος την επιχειρήσει είναι βέβαιο ότι θα αποτύχει συμπαρασύροντας μαζί του και όλο το κίνημα.

Πρόκειται βέβαια για τεράστια ευθύνη που η συνειδητοποίηση της πρέπει άμεσα και πάραυτα να διαπεράσει ολόκληρη την Αριστερά, με τη βασική πρόκληση της συγκυρίας να έγκειται ακριβώς εδώ: στο ότι πρέπει να διαπεράσει και να κυριαρχήσει και στις πρακτικές του ΣΥΡΙΖΑ. Διότι, όπως και προηγουμένως είπα, μια ενδεχόμενη αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ θα είναι τόσο καταστρεπτική, που την επαύριό της και για αρκετό φοβάμαι καιρό δεν θα υπάρχουν επίγονοι.

Τίθεται όμως εδώ το κρίσιμο ζήτημα του πώς ακριβώς διατυπώνουμε τα αιτήματά μας, και πώς διατυπώνουμε τον αντίλογό μας στις ορατές πλέον παλινωδίες της αριστερής ηγεσίας. Πρόκειται και πάλι για ζήτημα απολύτως κεφαλαιώδες.

Υποστηρίζεται συχνά πως η ανάδειξη του αδιέξοδου χαρακτήρα μιας κατ’ αρχάς συστημικής πορείας, μιας πορείας που κύριο μέλημά της θα είναι σε πρώτο χρόνο να μην «τρομάξει» τους κυρίαρχους, αποτελεί μαξιμαλισμό. Ας μην τα επιδιώκουμε όλα σήμερα –λίγα σήμερα, λίγα αύριο κι ακόμα περισσότερα μεθαύριο. Λέγεται μάλιστα συχνά ότι αυτό αποτελεί μεταβατικό πρόγραμμα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ανεπίγνωστη και ιδιαίτερα επικίνδυνη ανακρίβεια: Διότι η λογική αυτή δεν είναι τίποτε άλλο, τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο, από αυτούσια την παλιά και ιστορικά χρεοκοπημένη θεωρία των σταδίων –θεωρία που εφάρμοσε η σοσιαλδημοκρατία των αρχών του 20ου αιώνα και αργότερα ο σταλινισμός.


Και ο λόγος που είναι χρεωκοπημένη και επικίνδυνη είναι ότι, ακριβώς λόγω του πολέμου που οι κυρίαρχοι εξαπολύουν σε σοβαρά μεταρρυθμιστικά εγχειρήματα (ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης), αυτό το περίφημο επόμενο βήμα, το «λίγο παραπάνω αύριο», ή το «επόμενο στάδιο» που φαντασιώνονται οι συστημικοί αριστεροί δεν έρχεται ποτέ. Αυτό που, αντίθετα, έρχεται πάντα, μονότονα και καταθλιπτικά, είναι η ήττα. Πρόκειται για διαπίστωση που προκύπτει από την ιστορία του εργατικού κινήματος, από επεξεργασίες της σύγχρονης επιστήμης της πολιτικής, αλλά και από την ίδια την κοινή λογική.

Όποιος υιοθετεί την προσέγγιση αυτή, στην ουσία καταδικάζει τις μάζες σε παρατεταμένη ανετοιμότητα και παθητικότητα –τους αφαιρεί κάθε ενεργό ρόλο προτείνοντάς τους την ανάθεση: μια αδιέξοδη αναμονή για τις επόμενες στρατηγικές πρωτοβουλίες των σοφών της αριστερής αυτή τη φορά εξουσίας, που όμως δεν μπορούν και δεν έρχονται ποτέ. Πρέπει λοιπόν να τονιστεί ότι το σκεπτικό αυτό (δυστυχώς ιδιαίτερα διαδεδομένο στην αριστερή ηγεσία) δεν συνιστά μεταβατικό πρόγραμμα –είναι, απλά και δραματικά, ο δρόμος προς την ήττα.

Πραγματικά μεταβατικό πρόγραμμα είναι, αντίθετα, αυτό που βασίζεται στη βαθιά συνειδητοποίηση αυτού που προηγουμένως ανέφερα: ότι διέξοδος στο πλαίσιο του καπιταλισμού δεν υπάρχει. Είναι το πρόγραμμα που εξηγεί πως κανένα αίτημα, οσοδήποτε μικρό ή φαινομενικά ασήμαντο (και για τέτοια αιτήματα οι αριστεροί αγωνίζονται διαρκώς και ακατάπαυστα) δεν είναι δυνατόν να πετύχει και να ριζώσει αν δεν επιτευχθεί το αμέσως ανώτερο –σε μια διαρκή αλυσιδωτή πορεία που καταλήγει

  • στο δημόσιο έλεγχο των των τραπεζών και των στρατηγικών τομέων της οικονομίας κάτω από κοινωνικό-εργατικό έλεγχο και διαχείριση και

  • νέους θεσμούς για βάθεμα και άπλωμα της δημοκρατίας στη σφαίρα της παραγωγής (όχι για «κρατισμό» όπως επιτιμητικά λέγεται, αλλά για εκδημοκρατισμό της παραγωγικής διαδικασίας), κάτι που βέβαια σημαίνει ενεργό και καθημερινό ρόλο για τους «από κάτω» –σημαίνει δηλαδή σοσιαλισμό.

Μεταβατικό είναι επομένως το πρόγραμμα που, λ.χ., εξηγεί πως η στέρεα ικανοποίηση άμεσων οικονομικών και κοινωνικών αιτημάτων όπως η επαναπρόσληψη των απολυμένων, η αύξηση των μισθών ή η λήψη μέτρων κοινωνικής πρόνοιας δεν είναι πραγματικά δυνατή, αν ο έλεγχος της οικονομίας παραμείνει στα χέρια μιας χούφτας ολιγαρχών. Γι αυτό άλλωστε είμαστε σοσιαλιστές· όχι γιατί ο σοσιαλισμός είναι απλώς μια ωραία ιδέα, αλλά διότι –ιδιαίτερα στις μέρες μας- αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ικανοποίηση και του πιο μικρού αιτήματος.

ΙΙΙ

Δεν θέλω να μακρηγορήσω γι αυτό σπεύδω στο τελευταίο κομμάτι της τοποθέτησής μου που, στην προέκταση του ίδιου αυτού σκεπτικού που μόλις ανέπτυξα, άπτεται του Ευρώ και του διεθνούς ορίζοντα στον οποίο πιστεύω πως οφείλουμε να εντάσσουμε τον όλο προβληματισμό μας.

Δεν υπάρχει χρόνος, ούτε και είναι απαραίτητο, να επαναλάβει κανείς ότι μια πραγματικά αριστερή διακυβέρνηση θα βρεθεί σε ασυμφιλίωτη σύγκρουση με την ΕΕ και το κοινό νόμισμα. Όμως έχει σημασία να αναλογιστούμε και πάλι ότι το πρόβλημα δεν είναι το Ευρώ καθεαυτό και η –ασφαλώς προβληματική- αρχιτεκτονική του. Το πρόβλημα, το βασικό πρόβλημα είναι η χρηματιστικοποίηση και οι διαδικασίες που τη γέννησαν, η δραματική υποχώρηση του μεριδίου της εργασίας, η αδυναμία των μαζών να καταναλώσουν αυτό που παράγουν, ο διαρκής αποκλεισμός τους από τους καρπούς του μόχθου τους –με μια λέξη, ο καπιταλισμός.

Συνάγεται ότι το σύνθημά μας «Καμιά θυσία για το Ευρώ» ούτε ενέχει ούτε υποδηλοί κάποια δήθεν αυταπάτη (και, πολύ περισσότερο «λαγνεία», όπως μονότονα επαναλαμβάνουν τα κυρίαρχα ΜΜΕ) προς τα εθνικά νομίσματα και κάποιες δήθεν μαγικές ιδιότητες που μια ενδεχόμενη επιστροφή στο εθνικό νόμισμα θα έχει (και που, για την ακρίβεια, θα είναι αναπόφευκτη σε περίπτωση μιας πραγματικά αριστερής διακυβέρνησης).

Τίποτε δεν απέχει περισσότερο από την πραγματικότητα. Θεωρούμε πως μια επιστροφή στο εθνικό νόμισμα με τις δυνάμεις του καπιταλισμού άθικτες δεν δημιουργεί καμιά βεβαιότητα για διέξοδο από την κρίση.

Ούτε και πρέπει να θεωρείται ότι η σφοδρή κριτική που ασκούμε στο Ευρώ υποκρύπτει αυταπάτες σε εθνικούς αναπτυξιακούς δρόμους και το είδος εκείνο του εθνοαπομονωτισμού που όχι σπάνια έχει εκκολάψει και τον εθνικισμό. Το ακριβώς αντίθετο: εκτιμούμε πως εξίσου βασική προϋπόθεση για την πραγματική κοινωνική χειραφέτηση αποτελεί, μαζί με το δημοκρατικό κοινωνικό έλεγχο της οικονομίας, μαζί με τα σοσιαλιστικά μέτρα, και ο διεθνισμός –αυτή τη μάλλον ξεχασμένη και, τουλάχιστον στον 20ό αιώνα, τόσο ταλαιπωρημένη και συκοφαντημένη πλην καταστατική αρχή της Αριστεράς. Και επ’ αυτού όλοι οι αριστεροί πρέπει να οραματιζόμαστε αλλά κυρίως πρέπει να προετοιμαζόμαστε. Η όποια νίκη της Αριστεράς στην Ελλάδα δεν θα έχει μέλλον, αν δεν αναζητήσει άμεσα τη στήριξη του μεγάλου πράγματι διεθνούς κινήματος που θα προκαλέσει. Πιστεύω πως στον ορίζοντα αυτό πρέπει συνειδητά να εντάσσουμε όλους μας τους σχεδιασμούς.

Και για να καταλήξω, επιτρέψτε μου να πω τούτο: Λέγεται συχνά ότι «ο σοσιαλισμός είτε θα είναι δημοκρατικός είτε δεν θα υπάρξει». Παρακάμπτοντας όλες τις απίστευτες παραχαράξεις που η διατύπωση αυτή έχει σωρεύσει (διατύπωση αρχικά του Νίκου Πουλαντζά, ο οποίος την έκανε στο ίδρυμα αυτό, το Πάντειο Πανεπιστήμιο τη δεκαετία του ’70) θέλω να παραφράσω τονίζοντας το εξής:

Διανύουμε μια πράγματι ιστορική συγκυρία που χαρακτηρίζεται από δυο κορυφαίες συνθήκες-προκλήσεις: (α) στις μέρες μας, όλο και περισσότερο, ο σοσιαλισμός γίνεται προϋπόθεση της δημοκρατίας (δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατία χωρίς σοσιαλισμό) (β) για να υπάρξει όμως σοσιαλισμός, απαιτείται υπέρβαση του αποκλειστικά εθνικού ορίζοντα, απαιτείται διεθνισμός.

Οι προκλήσεις αυτές και οι ευθύνες που σηματοδοτούν είναι βεβαίως τεράστιες.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

7,137ΥποστηρικτέςΚάντε Like
593ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,104ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
407ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής