Σ. ΣΙΜΩΤΑΣ: Aνασυνθέτοντας και καταστρέφοντας το ΤΙΝΑ

Άρθρο του Σίμου Σιμωτά. Αναδημοσίευση από το RedNoteBook
Aναγκαία προϋπόθεση για να περιγράψουμε την επόμενη μέρα για την αριστερά είναι να αναδείξουμε τα συμπεράσματα εκείνα τα οποία ορίζουν τη συλλογική αποτυχία της κυβερνητικής τακτικής του ΣΥΡΙΖΑ, άρα και να ανοίξουμε χωρίς δισταγμούς μια διαδικασία αυτοκριτικής, η οποία να αρχίσει από τη αποτίμηση, ώστε να μην επαναληφθούν τα ίδια λάθη, αλλά και αυτοκριτική που θα φτάσει στο να τα διορθώσουμε μέσα από την εκ νέου παρέμβαση μας στους κοινωνικούς χώρους. Σε αυτή τη βάση, είναι σημαντικό να κατανέμουμε τις ευθύνες, ασκώντας αυστηρή κριτική στην αυτόνομη πολιτική γραμμή που παρήγαγε αντίσυλλογικά η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ και το στενό επιτελείο του Τσίπρα, φτάνοντας όμως μέχρι το σημείο κριτικής και στα πολιτικά ρεύματα εκείνα τα οποία τασσόντουσαν κριτικά αριστερά στις ενέργειες αυτής της ομάδας, συνέτειναν και συναίνεσαν με τον τρόπο τους όμως στα συλλογικά όργανα στο να οδηγηθούμε στη σημερινή πολιτική χρεοκοπία. Αυτή η παραδοχή βεβαίως δεν μπορεί να σημαίνει σε καμία των περιπτώσεων μια ηθική αντιμετώπιση αυτών που ψηφίσαν το μνημόνιο ή συντέλεσαν με την πολιτική τους συμβολή σε αυτήν την χρεοκοπία χαρακτηρίζοντας τους προδότες, αλλά οφείλουμε να αντιπαρατεθούμε πολιτικά και επί της ουσίας για τα λάθη και τις ανεπάρκειες τους/μας.

Χρεοκοπία πολιτικού σχεδίου και όχι στρατηγικής

Ξεκινώντας να ενώσουμε σε μια σειρά τους προβληματισμούς που προκύπτουν από την εμπειρία της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, είναι σημαντικό να διακρίνουμε ότι αυτό που ηττήθηκε ήταν ένα πολύ συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο, που μάλιστα δεν υλοποιήθηκε στο μεγαλύτερο μέρος του, εξού και οι υπόλοιπες πολιτικές επεξεργασίες της αριστεράς που ξεκινούν τώρα έχουν ως πρώτη ύλη επεξεργασίας την συσσωρευμένη γνώση που σπαταλήθηκε για τις συνεδριακές αποφάσεις και προγραμματικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ: ενός σχεδίου που έλεγε ότι επιδιώκουμε μετασχηματισμούς προς όφελος των από κάτω στη Ευρωζώνη μονάχα με την δύναμη των ορθολογικών μας επιχειρημάτων και όχι με μορφές σύγκρουσης. Το σχέδιο αυτό αφορούσε μια Ευρωζώνη που, όπως πολύ σωστά επισημαίνεται στο κείμενο των μελών του Κεντρικού Συμβουλίου της νεολαίας που αποχώρησαν από τον ΣΥΡΙΖΑ, λειτουργεί ως “θεσμοθετημένος νεοφιλελευθερισμός”, ως ένα πολιτικό θέσφατο που περιορίζει δραματικά τους βαθμούς πολιτικής ελευθερίας που μπορείς να κινηθείς [1]. Αν αυτό που απέτυχε είναι το πολιτικό σχέδιο και μάλιστα με προστριβές από άνωθεν αυτόνομες ομάδες, είναι λάθος να ανάγουμε αυτήν την πολιτική ήττα σε καθαρά ιδεολογικοπολιτική, δημιουργώντας την εντύπωση ότι χάθηκε η στρατηγική μας, άρα αυτά που πρέπει να κάνουμε είναι ένα ολικό restart και να ξανά αναστοχαστούμε ρητά τα βασικά εργαλεία με τα οποία ασκούμε πολιτική. Κι αυτό για τρεις λόγους:
Πρώτον γιατί ο στόχος ή ο σκοπός μας, είναι ένα αντικείμενο που επιδέχεται συζήτησης μεν αλλά δεν χάθηκε δε. Διότι όταν μιλάμε για στόχο, μιλάμε για το φαντασιακό εκείνο το οποίο σμιλεύει το όραμα μιας άλλης κοινωνίας και περιγράφτηκε εύστοχα τα προηγούμενα χρόνια από την ριζοσπαστική αριστερά, ως ο σοσιαλισμός με δημοκρατία, ελευθερία και αυτοοργάνωση.
Δεύτερον, ο αναστοχασμός είναι μια διεργασία η οποία δημιουργεί από μόνη της την αίσθηση ότι ο τρόπος με τον οποίο παλεύαμε για έναν καλύτερο κόσμο, μάλλον δεν είναι τόσο αποτελεσματικός. Αυτή η αίσθηση μπορεί να ξεκινήσει από την αμφισβήτηση ότι μπορούν να υπάρχουν ευνοϊκές θεσμικές παρεμβάσεις και μετασχηματισμοί, μέχρι του να οδηγήσει ενεργό πολιτικά κόσμο να παρεμβαίνει αποκλειστικά και μόνο σε μικρά και ευέλικτα πολιτικά σχήματα συζητήσεων και προβληματισμού που παράγουν “καθαρή” πολιτική, τα οποία δεν θα δίνουν κεντρικές πολιτικές λύσεις αλλά θα λειτουργούν ως αυτοτελή κύτταρα βάσης -διόλου αμελητέα- αλλά εξαιρετικά περιορισμένα σε απέυθυνση.
Τρίτο και σημαντικότερο, είναι ότι διαγράφει την συγκυρία την οποία διανύουμε στο βαθμό που εκείνη δεν καθορίζεται μόνο μέσα από τις νόρμες που δημιουργούν οι από πάνω, αλλά από την ίδια την ταξική πάλη και τη δομικότητα της σήμερα, που έχει καταφέρει να συμπυκνώσει μια νέα κοινωνική συμμαχία, δυνητικά συγκρουσιακή. Είναι η δυναμική που καταγράφτηκε από το δημοψήφισμα, η οποία στον πυρήνα της έχει μια ταξικότητα ανεκτίμητη με την οποία η αριστερά πρέπει να δουλέψει. Ούτως η άλλως, η καταστροφή του κοινωνικού ιστού εξαιτίας της βαρβαρότητας και ισοπέδωσης των μνημονίων έχει διαμορφώσει μια νέα προλεταριακή βάση που ενώνει του μισθωτούς, τους αυτοαπασχολούμενους, τους νέους, γύρω από νέα ταξικά χαρακτηριστικά. Ο Μαρξ όταν προσπαθούσε να περιγράψει “ποια είναι συμμαχία του προλεταριάτου που θα επιβάλει τη δικτατορία του” μιλούσε για ένα σύμπλεγμα, από τους βιομηχανικούς εργάτες, τους αγρότες και άλλα καταπιεσμένα κοινωνικά στρώματα της εποχής, λέγοντας ότι αυτοί είναι που θα διαπραγματευτούν με την αστική τάξη και εν τέλη θα επιβάλουν τα συμφέροντα τους. Σήμερα, έχοντας τη δυνατότητα να γνωρίσουμε το νέο κοινωνικό αποκρυστάλλωμα πρέπει να δουλέψουμε πάνω σε αυτό και να μην το πετάξουμε στις καλένδες της ιστορίας ή να το καρπωθούν οι φασίστες και οι ταξικοί μας αντίπαλοι.

Η ανάγκη ενός μαζικού πολιτικού υποκειμένου

Τουτέστιν, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι αυτό που καλούμαστε να κάνουμε, είναι να παντρέψουμε με την κατάλληλη πολιτική έκφραση αυτή τη νέα κοινωνική δυναμική και να μην την αφήσουμε να εξαερωθεί. Για να υπάρχει πολιτική έκφραση, πρέπει να υπάρχει πολιτικό υποκείμενο το οποίο θα μπορέσει να την οργανώσει. Όπως έλεγε και ο M.Weber για το «πολιτικό κόμμα», είναι παράγωγο του μαζικού εκλογικού δικαιώματος που συνοδεύει την επέκταση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και της ανάγκης για μαζική προσέλκυση οπαδών, μελών και φίλων. Επομένως, «πολιτικό κόμμα» είναι πριν απ’όλα η πολιτική συγκρότηση σχέσεων εκπροσώπησης. Σχέσεων που προκύπτουν για ιστορικούς λόγους και αναπαράγονται μέσα σε συνθήκες κοινωνικού και πολιτικού ανταγωνισμού. Χωρίς τις «σχέσεις εκπροσώπησης» δεν νοούνται πολιτικά κόμματα, ή για να το διατυπώσουμε διαφορετικά, χωρίς αίτημα εκπροσώπησης κοινωνικών συμφερόντων στο πολιτικό επίπεδο δεν μπορούν να υπάρξουν πολιτικά κόμματα. Χωρίς κοινωνική αντιπροσώπευση δεν υφίσταται εντέλει η έννοια του «κόμματος». [2] Επειδή αυτός ο συμπυκνωτής σχέσεων δεν έχει φτάσει στο σημείο της ολικής αμφισβήτησης, πρέπει να αντιληφθούμε ότι χωρίς κόμμα δεν θα μπορούν ούτε οι κοινωνικές σχέσεις να εκπροσωπηθούν, ούτε να οργανώνεται η πολιτική και κοινωνική δουλειά αποτελεσματικά. Η ανάγκη λοιπόν να υπάρχει ένα τέτοιο μαζικό πολιτικό υποκείμενο σήμερα κρίνεται περισσότερο αναγκαία από ποτέ, ώστε να μπορεί να δικτυώνει τα προβλήματα, να μπορεί να παρεμβαίνει στους κοινωνικούς χώρους και να τους καλύπτει. Σε αυτή την κατεύθυνση είναι ανάγκη να δούμε το πώς θα χτίσουμε γέφυρες επικοινωνίες με τον λαικό κόσμο, το πως θα είμαστε μέρος της κοινωνικής κίνησης και όχι απλώς σχολιαστές και παρατηρητές της εξέλιξης της οι οποίοι επεξεργάζονται ωραίες αφηγήσεις αλλά η απόσταση τους με τις τοπικές κοινωνίες είναι εξαιρετικά μεγάλη, πρόβλημα το οποίο αναδείχθηκε έντονα και στον ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος παρήγαγε με πολύ μεγάλη ταχύτητα πολιτικά στελέχη εσωτερικής δουλειάς και όχι μέλη εργάτες της κοινωνικής ζωής.
Η ισχύς του κόμματος χτίζεται τόσο εντός όσο και εκτός κοινοβουλίου. Εντός, γιατί οι κρατικοί θεσμοί και η κυβερνητική εξουσία είναι αυτοί που καθορίζουν τις πολιτικές εξελίξεις και προκείμενες και εκτός γιατί οι αγώνες είναι εκείνοι που ασκούν την πίεση στην ταξική πάλη να συνεχίζει να υπάρχει και να δημιουργεί νέα κοινωνικά αποτυπώματα. Ωστόσο αυτά τα δύο είναι αμφίδρομα, για να υπάρχει μαζικό κίνημα πρέπει να υπάρχει και οργανωμένη μορφή έκφρασης εντός των θεσμών και για να υπάρχει κοινοβουλευτικό κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς πρέπει να υπάρχει κίνημα, διότι αυτό είναι η ισχύς της.
Όπως έγραφε και σε παλαιότερο άρθρο του στην Αυγή ο σ. Α. Καρίτζης [3], στον καπιταλισμό υπάρχουν δύο πηγές ισχύος, το χρήμα και οι αναδυόμενες δεξιότητες των απλών ανθρώπων. Η αριστερά πρέπει να επιλέγει ανάμεσα στα δύο και να μην μπαίνει στη διαδικασία του συμβιβασμού δύο πραγμάτων εκ διαμέτρου αντίθετων, πράγμα που έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ σε μεγάλο βαθμό, να τα έχει καλά και με τον κόσμο της εργασίας και με το κεφάλαιο και εν τέλη είδαμε ότι απορροφήθηκε από το δεύτερο, διότι τουλάχιστον τα δύο τελευταία χρόνια δεν έδωσε βάση ώστε να ενισχυθεί η ο δικός μας συσχετισμός, η ισχύς των πραγματικών ανθρώπων. Κατ’ επέκταση για να διαμορφώσουμε μια νέα αριστερά της νίκης με αξιόπιστους όρους, πρέπει να κάνουμε δύο βασικά πράγματα, πρώτον να πιστέψουμε στις πραγματικές δυνατότητες των ανθρώπων και να τις ενισχύουμε υλικά στο σήμερα, δίνοντας τους τη δυνατότητα για παράδειγμα να μπορούν να αγοράζουν μέσα παραγωγής, να διεκδικήσουμε ένα καλύτερο πλαίσιο για τους συνεταιρισμούς και τις μορφές αυτοδιαχείρισης, να μιλήσουμε για νέες θεσμίσεις και αλλαγές στον πυρήνα των παραγωγικών σχέσεων στον αντίποδα του ατομικού κέρδους, για αξιοποίηση των δικών μας εργαλείων, για πυροδότηση των κινητοποιήσεων του κόσμου ώστε να στηρίξει μια προσπάθεια σύγκρουσης με τις δυνάμεις του κεφαλαίου.
Δεύτερον, να μην απευθυνόμαστε στον κόσμο σαν να είναι ανέτοιμος και ανώριμος, αλλά να του δίνουμε τη δυνατότητα να πιστέψει στις δυνατότητες του, ώστε να γίνει εκείνος ο κύριος εκφραστής των εξελίξεων και το υποκείμενο εκείνο το οποίο θα ανατρέπει το κάθε τέλος της ιστορίας.

Καταστρέφωντας το ΤΙΝΑ και ανασυνθέτοντας ένα καλύτερο μέλλον από σήμερα

Αλλά το πιο σημαντικό είναι να μην συμβιβαστούμε στην κανονικότητα που διαμορφώνει το μνημόνιο στην ζωή μας. Ο μονόδρομος της ΤΙΝΑ είναι κάτι μη συμβατό με τις αξίες της αριστεράς, διότι η αριστερά στέκεται στην αμφισβήτηση της κανονικότητας που δημιουργούν οι κυρίαρχοι πολιτικοί και οικονομικοί κύκλοι και υπό αυτήν την έννοια είναι λάθος να μην αναγνωρίζουμε ότι το ΤΙΝΑ περνάει από τις εκλογές -άρα και την αναβάθμιση της εκλογικής μας δουλειάς. Όπως είναι επίσης λάθος να ξεχνάμε ότι ότι γι’ αυτό είμαστε αριστεροί/ες, για να δίνουμε τις διεξόδους. Είναι εύλογο να κατανοήσουμε ότι η απερχόμενη βουλή με όποιον τρόπο συγκροτηθεί και όποια κυβέρνηση και αν σχηματιστεί θα έχει στον πυρήνα της προσπάθειας της, την υλοποίηση των δεσμεύσεων της απέναντι στους δανειστές και την διαχείριση του μνημονίου, σε αυτή τη βάση είναι επίσης παράλογο να θεωρεί ακόμη και αριστερός κόσμος ότι υπάρχει φιλολαική διαχείριση του μνημονίου, ιδιαίτερα και μετά την αυστηροποίηση της επιτήρησης από τους τροϊκανούς, της κατάλυση κάθε έννοιας εθνικής κυριαρχίας, την περιστολή των δημοκρατικών λειτουργιών του ελληνικού κοινοβουλίου.
Με βάση τα παραπάνω πρέπει να κατανοήσουμε ότι θα έχουμε συγκρότηση ενός διευρυμένου μνημονιακού τόξου που θα ασκεί πολιτική τελείως απολυταρχικά, θα περνάει νομοσχέδια αντιλαϊκά με 230 βουλευτές. Αυτή η εικόνα από μόνη της δημιουργεί μια μεγάλη συναίνεση για την κοινωνική πλειοψηφία που πίστεψαν στον εναλλακτικό δρόμο που προσέφερε ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά βλέπουν σήμερα να καταρρίπτεται, αλλά σημαίνει και μια αυταρχικότητα απέναντι σε αυτούς που θα συνεχίσουν να διεκδικούν, ακριβώς γιατί η μεγάλη συναίνεση θα στοχοποιεί τα μετεκλογικά κινήματα ως “αριστερίστικα” και μειοψηφικά.
Επιπλέον, έχει σημασία να υπάρχει μια αντιμνημονιακή αντιπολιτευτική αριστερή δύναμη στην επόμενη βουλή, ώστε να αναδεικνύει διαρκώς ότι υπάρχει εναλλακτική, όχι παρουσιάζοντας το απόλυτο σχέδιο και μιλώντας για εύκολες λύσεις, αλλά ενθαρρύνοντας την ίδια την ταξική πάλη να το ψάχνει. Πρέπει να υπάρχει στη βουλή για να μπορεί να μεταφέρει την φωνή των κινημάτων που είναι η πιο δυνατή φωνή αντίστασης, να υπάρχει κάποιος στη δημοσιά σφαίρα που να ξεσηκώνει τον κόσμο, κάποιος που να καταγγείλει τη κρατική καταστολή που θα υποστούμε με ακόμα πιο έντονο πρόσημο αφού το μνημονιακό πρόγραμμα λάβει μεγαλύτερη κοινωνική συναίνεση.
Όσον αφορά τις διεργασίες που θα ξεκινήσουν για την ανασύνθεση και ανασυγκρότηση της αριστεράς, είναι λογικό να πάρουν χρόνο, κι’ αυτό για δύο λόγους, πρώτον γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ εκλέχτηκε κυβέρνηση στο όνομα αυτής της ιδεολογίας και απέτυχε με αποτέλεσμα να έχει ραγίσει η λαική εμπιστοσύνη απέναντι της και δεύτερον, γιατί δεν μπορούμε να απαντήσουμε στην νέα συνθετότητα των ζητημάτων που ανοίγουν για το πως πρέπει να αναμετρηθεί η αριστερά με τις κυρίαρχες δυνάμεις χωρίς να επαναλάβει, είτε τις εύκολες λύσεις και μεγαλοστομίες που έδινε ο ΣΥΡΙΖΑ, είτε τις οργανωτικοπολιτικές αδυναμίες που τον οδήγησαν στην ήττα. Αλλά ακριβώς επειδή είμαστε αριστεροί/ες θα πρέπει να κυνηγήσουμε τις δύσκολες απαντήσεις, αποφεύγοντας να δημιουργήσουμε έναν νέο πολιτικό χώρο απομίμησης του ΣΥΡΙΖΑ, που είναι σίγουρο ότι αυτή τη δουλειά ξέρουμε να την κάνουμε πολύ καλά, γιατί έχουμε εθιστεί στο να ασκούμε με συγκεκριμένο τρόπο πολιτική. Αυτός ο συγκεκριμένος τρόπος σήμερα θα είναι μια αυταταστροφική επιλογή, άρα αποτελεί σημαντική προϋπόθεση να αφήσουμε πίσω ακόμη και τον κακό μας εαυτό για να προχωρήσουμε.
Τα παραπάνω συμπυκνώνουν την ανάγκη να ανοίξουμε μια μεγάλη συζήτηση και να αναπροβληματιστούμε για σύνθετα ζητήματα, όμως παράλληλα πρέπει να αποφύγουμε να παρασυρθούμε από αυτή την ανάγκη καταλήγοντας σε μορφές αναχωρητισμού, να χάσουμε τον κοινωνικό παλμό και να μην δίνουμε πειστικές απαντήσεις στο σήμερα, να μην τρέχουμε να εμποδίσουμε την εφαρμογή του νέου μνημονίου. Σαφώς, η αριστερά συνδέεται πάρα πολύ στα στρατηγικά ερωτήματα, αυτά όμως που ορίζουν το σήμερα είναι οι τακτικές μάχες [4], υπό αυτή την έννοια, για να υπάρχει στρατηγική πρέπει να υπάρχει τακτική, πρέπει να προσπαθούμε να μετασχηματίζουμε τους υλικούς όρους των ζωών μας σήμερα. Και οι υλικοί όροι είναι η εφαρμογή του μνημονίου στην πράξη, που μας επιτάσσει να είμαστε στους αγώνες ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ και των αεροδρομίων, στους αγώνες ενάντια στην φορολογική απορύθμιση στον αγροτικό κόσμο, στους αγώνες ώστε να μην πάρουν κανένα σπίτι στα χέρια τους οι τραπεζίτες. Το να προσπαθούμε να δίνουμε τακτικές νίκες, είναι πολύ σημαντικό για να συσπειρώνουμε τον κόσμο στρατηγικά, είναι πολύ σημαντικό για να μην χαθεί το νέο κοινωνικό μπλοκ που δημιουργήθηκε από το δημοψήφισμα, είναι πολύ σημαντικό για να “σπάσει” το ΤΙΝΑ, είναι πολύ σημαντικό για να μην εξαερωθεί ο κόσμός που βλέπει τους μεσοπρόθεσμους στόχους να χάνονται και ιδιωτεύει, είναι σημαντικό για να μην χαθεί η αριστερά στα μάτια του κόσμου της εργασίας.
Επιπλέον, στα πλαίσια της διαδικασίας για την ανασύνθεση της αριστεράς θα πρέπει να κάνουμε κάποιες επιπλέον χρήσιμες παραδοχές, τα κομμάτια που είτε μένουν είτε αποχωρούν από τον ΣΥΡΙΖΑ (του γράφοντος συμπεριλαμβανομένου) έχουν την κύρια ευθύνη αποτυχίας του πολιτικού μας σχεδίου. Άρα το να ανοίξουμε μια ανασυνθετική διαδικασία με μόνους συνομιλητές αυτούς που έκαναν μεγάλη λάθη, ίσως να μην βοηθάει και ιδιαίτερα σε αυτήν τη διαδικασία. Οπότε η ανασύνθεση θα πρέπει μην περιορίζεται μόνο με τα κομμάτια του ΣΥΡΙΖΑ και της νεολαίας του που αποχωρούν, αλλά να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο πλατιά και να προσπαθούν να σπάσουν τις αγκυλώσεις του παρελθόντος μεταξύ της αριστεράς ώστε να ανοίξουν δίαυλοι συνδιαμόρφωσης και σύμπραξης. Σε αυτήν την κατεύθυνση, το να συμμετέχουμε κριτικά στην ΛΑ.Ε βοηθάει ώστε να βρούμε δυνάμεις που “απεγκλωβίστηκαν” από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και νιώθουν ότι μαζί μας μπορούν να επιταχύνουν/ουμε τις διαδικασίες ανασύνθεσης της αριστεράς. Είναι σημαντικό να μην περιμένουμε τους ρυθμούς ανασυγκρότησης της αριστεράς της δεκαετίας του 90′ και αυτό, αφενός γιατί επιβραδύνουμε την ταχύτητα ανασύνθεσης της αριστεράς, αφετέρου, γιατί η εφαρμογή του νέου μνημονίου θα καταστρέψει τους ίδιους του ανθρώπους που είναι ικανοί να επαναθεμελιώσουν την υπόθεση της αριστεράς, γιατί θα μεταναστεύσει η νέα γενιά που θα είναι εκείνη ικανή να δημιουργήσει το νέο πολιτικό υποκείμενο, βάζοντας φαντασία και νέες μορφές πολιτικής λειτουργίας και παραγωγής.
Σε αυτό το περιβάλλον της τρομερής πολιτικής ρευστότητας, είναι σημαντικό να μην κρατήσουμε μια πολιτική ίσως αποστάσεων στην κριτική που ασκούμε στον ΣΥΡΙΖΑ και τη ΛΑ.Ε. Η ψήφιση των μνημονίων, η κατάλυση της εσωτερικής δημοκρατίας, της κομματικής λειτουργίας και της εναλλακτικής προοπτικής δεν μπορεί να συγκριθεί σε επίπεδο ατοπήματος με το να έχει η ΛΑ.Ε στα ψηφοδέλτια της την Ραχήλ Μακρή.
Επιπλέον, οφείλουμε να διατρανώσουμε κάποιες αλήθειες σε σχέση με το εγχείρημα της ΛΑΕ, χωρίς προσωπικά να θέλω να δικαιολογήσω ή να απολογηθώ για την στήριξη μου σε αυτήν.
Πρώτον, η εσωτερική δημοκρατία που είναι ένα σημαντικό μειονέκτημα που έχουμε αναγνωρίσει από ορισμένες δυνάμεις που συμμετείχαν στο ΣΥΡΙΖΑ και διαβλέπουμε σήμερα εντός αυτού του μετώπου δεν είναι ποτέ δεδομένη, άρα είναι ένα διαρκές διακύβευμα το να υπάρχει και πρέπει να παλέψεις γι’ αυτήν, εξάλλου διαχρονικά ποτέ στην ιστορία της αριστεράς δεν δημιουργήθηκε πολιτικό υποκείμενο με οριζόντιες διαδικασίες, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για συγκρότηση εκλογικού μετώπου σε διάστημα 15 ημερών.
Δεύτερον, δεν έχουν σημειωθεί -όσο θα ανέμενα- έντονες μορφές αρχηγισμού που αναπαράγονταν στον ΣΥΡΙΖΑ, κι’ αυτό αποτυπώθηκε ενδεικτικά στην προεκλογική συγκέντρωση της ΛΑ.Ε όταν δεν ήταν κεντρικός ομιλητής ο επικεφαλής της.

Τρίτον, υπάρχει όντως μια μεγάλη ανάγκη να ενισχυθεί το κομμάτι των δικαιωμάτων εντός αυτού του εγχειρήματος και σε αυτή τη βάση θεωρούμε ότι το ρεύμα της ΑΡΚ μπορεί να συμβάλει καθοριστικά, όμως ακόμη και σε αυτή την αδυναμία ενασχόλησης γύρω από αυτά τα ζητήματα ορισμένων δυνάμεων που συγκροτούν την ΛΑ.Ε, υπάρχουν δύο υποψηφιότητες της lgbt κοινότητας, που μας κάνουν περήφανους.
Τέλος, να κρατήσουμε το επίπεδο της πολιτικής μας κουλτούρας στο σημείο εκείνο που η πολιτική αντιπαράθεση που γίνεται με βάση τις εκλογές να μας κρατήσει ενωμένους την επόμενη μέρα των εκλογών. Aλίμονο an οι τακτικές επιλογές που καθορίζονται από την επιλογή της ψήφου να μας διαχωρίζουν στρατηγικά και να χωρίσουν οι δρόμοι μας. Να μην το επιτρέψουμε, στο όνομα της αριστεράς.

__________
Σημειώσεις
[1] https://killtina.wordpress.com
[2] http://www.vernardakis.gr/article.php?id=558
[3] http://www.avgi.gr/article/5721428/nea-fasi-nea-politiki-stratigiki
[4] http://rednotebook.gr/2015/09/ekloges2015_round2-giaou-ke-simou-simota/  
7,137ΥποστηρικτέςΚάντε Like
593ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,109ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
404ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής