Πόσο «ιστορική» είναι η απόφαση του Ντράγκι;

  

Του Χάρη Σαββίδη

Τι συμβαίνει τελικά με αυτή την απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) που όλοι ονομάζουν ιστορική; Μέσα από μερικά απλά ερωτήματα θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε το περιεχόμενο και τη λογική της απόφασης, καθώς και να ανιχνεύσουμε τις πιθανές συνέπειες.

Τι ακριβώς αποφασίστηκε;

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποφάσισε ότι από το Μάιο θα αρχίσει να αγοράζει ομόλογα που εκδίδουν δημόσιοι φορείς στην Ευρωζώνη – πρωτίστως τα κράτη-μέλη. Θα τα αγοράζει όχι απευθείας από αυτούς που τα εκδίδουν αλλά μέσω επενδυτών, κυρίως τραπεζών, που τα έχουν αγοράσει.

Κάθε μήνα θα αγοράζονται 60 δισ. ευρώ, τουλάχιστον μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2016, δηλαδή θα διατεθούν τουλάχιστον 1.080 δισ. ευρώ.

Γιατί πήρε την απόφαση;

Σύμφωνα με το καταστατικό της η ΕΚΤ έχει ως αποστολή τη σταθερότητα του μέσου επιπέδου των τιμών στην Ευρωζώνη, κάτι που ορίζεται ως πληθωρισμός λίγο κάτω από 2%. Στο τέλος του 2014 ο πληθωρισμός για το σύνολο της Ευρωζώνης υποχώρησε σε αρνητικό επίπεδο, δηλαδή οι τιμές κατά μέσο όρο άρχισαν να μειώνονται. Εφόσον η κατάσταση αυτή συνεχιστεί, η Ευρωζώνη κινδυνεύει να μπλεχτεί στην παγίδα του αποπληθωρισμού, όπου, ανάμεσα σ’ άλλα, η προσδοκία για περαιτέρω υποχώρηση των τιμών οδηγεί σε αναβολή δαπανών και άρα σε περαιτέρω συρρίκνωση της ζήτησης και νέα μείωση των τιμών.

Για να αποφύγει κάτι τέτοιο η Ευρωζώνη, η ΕΚΤ ανακοίνωσε ήδη από τα τέλη του καλοκαιριού ότι θέλει να τροφοδοτήσει την αγορά με πρόσθετη ρευστότητα περίπου 1 τρισ. ευρώ. Ξεκίνησε να το προσπαθεί αγοράζοντας ιδιωτικούς τίτλους (καλυμμένα ομόλογα, ABS) αλλά σύντομα φάνηκε ότι έτσι θ’ αργήσει πολύ να επιτύχει τον στόχο της: Κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2014 αγόρασε περί τα 32 δισ. ευρώ ιδιωτικών τίτλων, οπότε με το ρυθμό αυτό θα χρειαζόταν περίπου μία… 8ετία.

Πώς θα λειτουργήσει η απόφαση;

Θεωρητικά η ΕΚΤ θα αγοράσει τα ομόλογα των κρατών που σήμερα κατέχουν τράπεζες, προσφέροντάς τους ρευστό.

Στην πραγματικότητα, όμως, οι τράπεζες μπορούσαν ήδη να αποκτήσουν ρευστό έναντι των ομολόγων που κατείχαν, χρησιμοποιώντας τα ως ενέχυρο για να δανειστούν από την κεντρική τράπεζα με σχεδόν μηδενικό επιτόκιο.

Ο λόγος που δεν το έκαναν είναι ότι δεν επιθυμούσαν πρόσθετη ρευστότητα, κρίνοντας ότι στην πραγματική οικονομία δεν υπάρχει αντίστοιχη ζήτηση για δάνεια.

Άρα σε τι βοηθά η πρόσθετη ρευστότητα;

Η πρόσθετη ρευστότητα ισοδυναμεί με ισόποση αύξηση της ζήτησης για τους τίτλους που θα αγοράσει η ΕΚΤ – άρα λογικό είναι να αυξηθεί η τιμή τους. Καθώς η λήψη της απόφασης έδειχνε όλο και πιο πιθανή ήδη από το φθινόπωρο, οι επενδυτές έσπευσαν να την προεξοφλήσουν, οδηγώντας υψηλότερα τις τιμές των τίτλων.

Οι τίτλοι αυτοί στο μεγαλύτερο μέρος τους είναι ομόλογα κρατών της Ευρωζώνης. Το τελευταίο τρίμηνο οι τιμές τους έχουν καταγράψει εντυπωσιακό ράλι. Όσο αυξάνεται η τιμή ενός ομολόγου, τόσο μειώνεται το κόστος δανεισμού για το κράτος που το εκδίδει. Η εκτόξευση των τιμών συνεπάγεται, δηλαδή, υποχώρηση του κόστους δανεισμού. Η Γερμανία δανείζεται για 10 χρόνια με 0,4%, η Γαλλία με 0,6%, η Ισπανία λίγο κάτω από 1,5% και η Ιταλία λίγο πάνω. Όταν ξεκινήσουν οι αγορές ομολόγων ίσως το κόστος δανεισμού υποχωρήσει ακόμα χαμηλότερα, αν και φαίνεται ότι οι επενδυτές σε μεγάλο βαθμό έχουν προεξοφλήσει την απόφαση.

Η πτώση των επιτοκίων βοηθά στο χρέος…

Τα χαμηλότερα επιτόκια έχουν τρεις βασικές επιπτώσεις.

Μειώνοντας το κόστος δανεισμού για τα κράτη, τα βοηθούν να εξυπηρετήσουν φθηνότερα το χρέος τους. Καθώς τα περισσότερα κράτη παλεύουν να μηδενίσουν το έλλειμμα στον προϋπολογισμό τους, οι χαμηλότερες πληρωμές τόκων διευκολύνουν. Αν τα επιτόκια ήταν υψηλότερα θα ζητούνταν νέα μέτρα λιτότητας, που τώρα αποφεύγονται.

προκαλεί «ράλι» στις αγορές …

Η υποχώρηση των επιτοκίων σημαίνει ότι οι ασφαλέστερες μορφές τοποθετήσεων (κρατικά ομόλογα) προσφέρουν εξαιρετικά χαμηλή απόδοση στους επενδυτές. Αναζητώντας υψηλότερες αποδόσεις αυτοί θα στραφούν σε άλλες επενδύσεις (μετοχές, εμπορεύματα κλπ.) οπότε και αυτές οι τιμές θα αυξηθούν.

Το «ράλι» στις αγορές θα κάνει τους «επενδυτές» να αισθανθούν πλουσιότεροι και «άρα να καταναλώσουν περισσότερο». Πόσο όμως περισσότερο μπορούν να καταναλώσουν οι πλούσιοι; Οι ερευνητές της ίδιας της ΕΚΤ, πάντως, σε πρόσφατη μελέτη υποστηρίζουν ότι οι πλουσιότεροι, που θα ωφεληθούν από την άνοδο στα χρηματιστήρια, δεν είναι πιθανό να αυξήσουν τις δαπάνες τους, επειδή θα γίνουν πλουσιότεροι.

και βοηθά τις εξαγωγές

Μια τρίτη συνέπεια της υποχώρησης των επιτοκίων είναι η αποδυνάμωση του ευρώ.

Και σε αυτή την περίπτωση η αγορά έχει προεξοφλήσει την εξέλιξη, οδηγώντας το ευρώ 15% χαμηλότερα έναντι του δολαρίου σε λιγότερο από 6 μήνες.

Η εξασθένιση του ευρώ καθιστά τα προϊόντα της Ευρωζώνης φθηνότερα και τα εισαγόμενα ακριβότερα, οπότε βοηθά την πραγματική οικονομία. Όπως όμως δείχνει η ήδη σημαντική μείωση της τιμής του € στις διεθνείς αγορές, το πρόβλημα της κρίσης δεν έχει λυθεί.

Οπότε ποιο είναι το συνολικό αποτέλεσμα;

Με την απόφασή της η ΕΚΤ θα τροφοδοτήσει το ράλι στις αγορές, θα διευκολύνει την εξυπηρέτηση του χρέους των κρατών-μελών και άρα θα περιορίσει την πίεση για πρόσθετη λιτότητα και θα προσφέρει μια πρόσκαιρη τόνωση στις οικονομίες, μέσω του φτηνού ευρώ.

Κάποιος θα μπορούσε να αναρωτηθεί γιατί τα κράτη δεν εκδίδουν νέα ομόλογα στη θέση αυτών που θα αγοράσει η ΕΚΤ – δηλαδή γιατί δεν δανείζονται παραπάνω, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν περισσότερες δημόσιες δαπάνες για να στηρίξουν άμεσα τις οικονομίες. Κάτι τέτοιο θα ερχόταν όμως σε σύγκρουση με την στρατηγική της δημοσιονομικής εξυγίανσης.

Η στρατηγική αυτή δεν αλλάζει;

Οι στρατηγικές αποφάσεις των κοινοτικών οργάνων και των κυβερνήσεων αποτελούν τελικά προϊόν των πολιτικών συσχετισμών. Εφόσον αυτοί αλλάξουν, προφανώς και μπορεί να αλλάξουν και οι αποφάσεις. Όταν ξέσπασε η παγκόσμια κρίση, το 2008, κανείς δεν πίστευε ότι η Γερμανία θα δεχθεί να «φλερτάρει» η ΕΚΤ τόσο… ξεδιάντροπα με την εκτύπωση χρήματος. Κι όμως αυτό τελικά συνέβη…

Για να περισωθούν τα προσχήματα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ερμήνευσε και πάλι διασταλτικά τους δημοσιονομικούς κανόνες, ανοίγοντας τον δρόμο για Γαλλία και Ιταλία να ενεργοποιήσουν τη «ρήτρα επενδύσεων» που περιλαμβάνει το Σύμφωνο Σταθερότητας. Σύμφωνα με αυτή, επιτρέπεται δημόσιες δαπάνες για επενδύσεις να εξαιρούνται από τον υπολογισμό των δημοσιονομικών μεγεθών (έλλειμμα, χρέος). Θα μπορούν, δηλαδή, να δανειστούν για να χρηματοδοτήσουν δημόσιες επενδύσεις, χωρίς αυτό να γράφεται στο έλλειμμα ή στο χρέος. Θεωρητικά η δημοσιονομική εξυγίανση δεν θα εγκαταλειφθεί αλλά πρακτικά τα κράτη θα στηρίξουν τις οικονομίες.

Μήπως έτσι θα αντιμετωπιστεί η κρίση;

Η αύξηση των δημοσίων επενδύσεων θα συμβεί υπό τον έλεγχο των κοινοτικών οργάνων και με προϋπόθεση την προώθηση διαρθρωτικών αλλαγών, δηλαδή νεοφιλελεύθερων μέτρων απορρύθμισης των αγορών («άνοιγμα» επαγγελμάτων, απελευθέρωση απολύσεων, κατάργηση εποπτικών κανόνων της αγοράς κοκ). Οι δε δημόσιες δαπάνες θα πρέπει να περιλαμβάνονται στο «πακέτο Γιούνκερ», ένα πανευρωπαϊκό επενδυτικό πρόγραμμα που σχεδίασε ο νέος Πρόεδρος της Επιτροπής.

Φιλοδοξία των Βρυξελλών είναι το «πακέτο» να προσελκύσει, τελικά, κεφάλαια άνω των 300 δισ. ευρώ. Ακόμα κι αν αυτό συμβεί (πράγμα αμφίβολο) δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα αποδειχθεί επαρκές. Πρόκειται για τονωτική «ένεση» που αντιστοιχεί μόλις στο 2,3% του ΑΕΠ της Ευρωζώνης, ενώ η κρίση αποδεικνύεται βαθιά και επίμονη. Οι υποστηρικτές του σχεδίου, όμως, υποστηρίζουν ότι θα δοθεί μια πρώτη ώθηση στις οικονομίες, μέχρι να έχουν αποτέλεσμα οι διαρθρωτικές αλλαγές.

Οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, όμως, αντί να αντιμετωπίζουν στην πραγματικότητα τροφοδοτούν την κρίση. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι στην Ευρωζώνη τα νοικοκυριά έχουν όλο και λιγότερα χρήματα να καταναλώσουν. Οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις σχεδόν πάντα μειώνουν ακόμα περισσότερο το εισόδημα των νοικοκυριών: Συμπιέζουν τους μισθούς στο όνομα της ανταγωνιστικότητας και θυσιάζουν χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις στο βωμό των πολυεθνικών, που πάντα ωφελούνται όταν λειτουργεί «ελεύθερα» η αγορά.

Οι αποφάσεις που έλαβε η ΕΚΤ θα μετριάσουν τις συνέπειες της κρίσης στο άμεσο μέλλον αλλά θα διατηρήσουν την Ευρωζώνη σε μια πορεία που μακροχρόνια την οδηγεί όλο και βαθύτερα στην κρίση. Είναι η πορεία των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων και της λιτότητας – δύο καθαρά πολιτικών επιλογών. Εφόσον οι πολιτικοί συσχετισμοί μεταβληθούν, οι αποφάσεις της ΕΚΤ θα μπορούσαν να υποστηρίξουν ένα σχέδιο ανόρθωσης των οικονομιών της Ευρωζώνης, απολύτως διαφορετικό του σημερινού.

7,128ΥποστηρικτέςΚάντε Like
593ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,113ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
394ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής