Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940 και η Αριστερά – Μέρος 1ο: Ο χαρακτήρας του πολέμου

12195828_114282538933088_1101856252637509378_n-jpg
Του Θόδωρου Μαράκη
Το κείμενο αυτό θα δημοσιευτεί σε τρεις συνέχειες. Το β’ μέρος θα δημοσιευτεί την Κυριακή 4 Δεκέμβρη

 

 

«Πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα»
– Καρλ φον Κλαούζεβιτς

 

Ο Μεταξάς «δεν μπόρεσε να καταλάβει ότι η 28η Οκτωβρίου δεν επικύρωσε αλλά καταργούσε την 4η Αυγούστου»
– Γιώργος Σεφέρης

    

Έχει μεγάλη σημασία για την Αριστερά η αποκάλυψη της αλήθειας για τις μεγάλες «εθνικές εορτές» τις οποίες η άρχουσα τάξη χρησιμοποιεί –αφού έχει πλαστογραφήσει και παραποιήσει τα ιστορικά γεγονότα με μύθους και ψέματα– για να ενισχύσει τον εθνικισμό και τον μιλιταρισμό, για να ευνουχίσει την ταξική πάλη στο όνομα της «εθνικής ενότητας» για να δημιουργήσει τον άνθρωπο-δολοφόνο για έναν επόμενο πόλεμο, με στόχο την υπεράσπιση των συμφερόντων του κεφαλαίου.

21s4fot20-thumb-large

Επειδή σύμφωνα με το Λένιν:

«Ο καπιταλισμός γεννά τον πόλεμο όπως το σύννεφο την μπόρα»,

είναι καθήκον της Αριστεράς να αποδομήσει την εθνικιστική μυθολογία με την οποία η άρχουσα τάξη διαποτίζει τις μάζες από τα γεννοφάσκια τους. Στην προκειμένη περίπτωση, με την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας να αποκαλύψει τον πραγματικό ρόλο της στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο.

Στον τομέα αυτό την Αριστερά την περιμένει πολλή ιδεολογική δουλειά απέναντι στις λαϊκές μάζες, μα πριν απ’ όλα σε σχέση με τον εαυτό της, όπου μέσα από την ιστορική αναδρομή των πολέμων θα χρειαστεί να επισημάνει τα τραγικά «λάθη» και ελλείμματά της.

Δυο παγκόσμιοι πόλεμοι

Κατ’ αρχήν γιατί ήταν η λαθεμένη πολιτική των κομμάτων που μιλούσαν στο όνομα των εργατικών και λαϊκών μαζών και της Αριστεράς που επέτρεψε στον καπιταλισμό να προχωρήσει στους δύο παγκόσμιους πολέμους, με δεκάδες εκατομμύρια νεκρούς και τραυματίες – εργάτες, αγρότες και νεολαίους.

Στον 1ο παγκόσμιο ήτανε η Σοσιαλδημοκρατία (που τότε αποτελούσε τη μαζική Αριστερά της εποχής και στην οποία ανήκανε όλοι οι μεγάλοι επαναστάτες όπως ο Λένιν, ο Τρότσκι, η Λούξεμπουργκ κλπ) που στο όνομα της «εθνικής ενότητας» πούλησε το διεθνισμό ψηφίζοντας τις πολεμικές δαπάνες (ψήφισε δηλαδή υπέρ του πολέμου) στα κοινοβούλια των διάφορων εμπόλεμων χωρών.

Στον 2ο ήτανε και πάλι η Σοσιαλδημοκρατία αλλά όχι μόνο – καθοριστικό επίσης ρόλο έπαιξε για τον αποπροσανατολισμό των μαζών η σταλινική πια «Κομμουνιστική Διεθνής» (σ.σ.: από τώρα και στη συνέχεια, «Κομιντερν») με

«τις αλλεπάλληλες, εξελισσόμενες και αλληλοσυγκρουόμενες σχετικές αποφάσεις- οδηγίες…» της,

όπως αναγνωρίζει το ίδιο το ΚΚΕ[1].

Γιορτάζουμε την αρχή αλλά όχι το τέλος του πολέμου! Γιατί;

Το πρώτο που έχουμε να παρατηρήσουμε είναι το παράδοξο γεγονός ότι είμαστε η μοναδική χώρα στην Ευρώπη που γιορτάζουμε την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων στις 28η Οκτώβρη –και μάλιστα ένα πόλεμο που τον χάσαμε στο τέλος– και όχι την απελευθέρωση από τους Ναζί!

Όλη η Ευρώπη γιορτάζει με αργία την οριστική ήττα των ναζί στις 9 του Μάη! Θα μπορούσαμε να γιορτάζαμε την απελευθέρωση της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης, της Ελλάδας! Όμως δεν συμβαίνει αυτό! Γιατί;

Μα γιατί η αντίσταση και η απελευθέρωση της Ελλάδας ήταν έργο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και των λαϊκών μαζών – είχε ένα εργατικό-ταξικό πρόσημο! Γιατί η άρχουσα τάξη, το κεφάλαιο, δεν είχε καμιά σχέση με την αντίσταση και κατά συνέπεια με την απελευθέρωση. Ήταν είτε απούσα, είτε συνεργάτης των φασιστικών κατοχικών δυνάμεων. Χτύπησε την αντίσταση, σιώπησε και περίμενε!

Η αλήθεια είναι ότι το γιορτασμό της 28ης τον ξεκίνησε το ΕΑΜ το 1941. Γράφτηκαν συνθήματα στους τοίχους και πραγματοποιήθηκε στο Σύνταγμα συγκέντρωση φοιτητών και νεολαίας – σύντομη, για να αποφύγουν πιθανή σύγκρουση με τις κατοχικές δυνάμεις. Τότε ήταν πράξη αντίστασης του λαού. Τώρα όμως εξυπηρετεί τους στόχους της άρχουσας τάξης.

Η 28η Οκτώβρη βολεύει την άρχουσα τάξη γιατί τους έδινε και ως ένα βαθμό συνεχίζει να τους δίνει την δυνατότητα να παρουσιάζουν τον Μεταξά σαν μεγάλο πατριώτη που είπε το «ΟΧΙ», γιατί η επίθεση των Ιταλών δημιούργησε εθνικές αυταπάτες και προσωρινή συσπείρωση στην δικτατορική κυβέρνηση.

Κι επίσης γιατί ο Ζαχαριάδης (τότε γραμματέας του ΚΚΕ) με το περιβόητο πρώτο γράμμα του στο οποίο θα αναφερθούμε διεξοδικά παρακάτω, ζήτησε από τα μέλη του κόμματος και τους αγωνιστές του κινήματος:

«Στον πόλεμο αυτό που διευθύνει η κυβέρνηση του Μεταξά όλοι μας πρέπει να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις δίχως επιφύλαξη».

Τους ζήτησε, με άλλα λόγια, να πολεμήσουν κάτω μια ταξική σημαία ξένη και εχθρική – τη σημαία της άρχουσας τάξης και της δικτατορίας.

Έτσι, έγινε πραγματικότητα η «εθνική ενότητα» και μάλιστα μονομερώς – μια και η κυβέρνηση του Μεταξά, πιστή στο ταξικό συμφέρον του κεφαλαίου δεν έδωσε αμνηστία στους πολιτικούς κρατούμενους και δεν δίστασε μετά την ήττα να τους παραδώσει στους φασίστες Γερμανούς και Ιταλούς.

Η κυβέρνηση Μεταξά, με άλλα λόγια, είχε εμπεδώσει πολύ καλύτερα από την ηγεσία του ΚΚΕ το σύνθημα του Καρλ Λήμπνεχτ, αναφορικά με τον 1ο παγκόσμιο, ότι:

«Ο εχθρός είναι στη χώρα μας»!

Η Αριστερά και ο χαρακτήρας του 2ου παγκόσμιου πολέμου

Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος ήταν μέρος του 2ου παγκόσμιου πολέμου. Η βασική αιτία του 2ου παγκόσμιου πόλεμου –ο οποίος ξεκίνησε την 1η Σεπτέμβρη του 1939 με την επίθεση της Γερμανίας στην Πολωνία– όπως και αυτή του 1ου, ήταν για το ξαναμοίρασμα των αγορών από τους ιμπεριαλιστές. Ήταν η εξέγερση των «πεινασμένων» ιμπεριαλιστών (Γερμαναούς, Ιταλούς κλπ) ενάντια στους «χορτάτους» (Βρετανούς, Γάλλους κλπ).

Πάνω σ’ αυτό το ζήτημα η Αριστερά είχε θεμελιακές διαφορές. Οι «χορτάτοι» είχαν την δυνατότητα εξ αιτίας της υπερεκμετάλευσης των αποικιών να προσφέρουν και λίγα ψίχουλα στις λαϊκές μάζες των χωρών τους και αυτό τους έδινε την δυνατότητα να διατηρούν μια σχετική ταξική ηρεμία καθώς και την κοινοβουλευτική δημοκρατία.

Αντίθετα οι «πεινασμένοι» Γερμανοί και Ιταλοί ιμπεριαλιστές, έχοντας κινδυνεύσει από το επαναστατικό κίνημα της εργατικής τάξης και των λαϊκών μαζών, είχανε συντρίψει το κίνημα (με την «βοήθεια» που της πρόσφεραν οι χρεοκοπημένες ηγεσίες της Αριστεράς), επιβάλλοντας στυγνά δικτατορικά-φασιστικά καθεστώτα.

Η 4η Διεθνής που είχε συγκροτηθεί στα τέλη της δεκαετίας του ’30 πιστή στη Λενινιστική γραμμή θεωρούσε ότι:

«Η άμεση αιτία του σημερινού πολέμου είναι ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις παλιές πλούσιες αποικιακές αυτοκρατορίες, τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία και τους αργοπορημένους ιμπεριαλιστές πλιατσικολόγους, τη Γερμανία και την Ιταλία.»[2]

Επίσης διακήρυξε ότι:

«Είναι τερατώδες ψέμα ότι ο πόλεμος θα γίνει ανάμεσα στα “φιλειρηνικά”και τα “φιλοπόλεμα” έθνη, γιατί ο πόλεμος είναι σύμφυτος με τον ίδιο τον καπιταλισμό και κάθε καπιταλιστικό έθνος έχει μπει στον παράλογο δρόμο των εξοπλισμών.

»Είναι τερατώδες ψέμα να λέει κανείς ότι ο πόλεμος θα γίνει ανάμεσα στις “δημοκρατικές”και τις “δικτατορικές”χώρες, γιατί οι “δημοκρατίες” έχουν ήδη συμμαχήσει με πολλούς δικτάτορες και όταν ξεσπάσει ο πόλεμος, το πρώτο θύμα θα είναι τα δημοκρατικά και συνταγματικά δικαιώματα που είναι ήδη σε μεγάλο βαθμό υπονομευμένα στις “φιλειρηνικές χώρες.»[3]

Ακολουθώντας τη Λενινιστική αντίληψη προπαγάνδιζε τη «μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο» με στόχο την επαναστατική ανατροπή της άρχουσας τάξης κι εξηγούσε πως δεν έπρεπε να υπάρξει καμία παραχώρηση στην «εθνική ενότητα» ακόμα και αν το αποτέλεσμα ήταν η ήττα της ντόπιας αστικής τάξης (αυτή η θέση είναι γνωστή στη λενινιστική φιλολογία με τον όρο (ντεφαιτισμός»). Καλούσε ακόμα υπέρ της υπεράσπισης της ΕΣΣΔ ενάντια στους δυτικούς ιμπεριαλιστές.

Οι δυνάμεις της νεοδημιούργητης 4ης Διεθνούς (δημιουργήθηκε το 1938) όμως ήταν μικρές και άπειρες και η δυνατότητα τους να επηρεάσουν καταλυτικά τη συνείδηση των λαϊκών μαζών πολύ περιορισμένη. Στις γραμμές της υπήρχε αρκετά μεγάλη σύγχυση που εντάθηκε εξαιρετικά μετά τη δολοφονία του Τρότσκι από το καθεστώς του Στάλιν το 1940. Το αποτέλεσμα ήταν να γίνουν πολύ σοβαρά λάθη από διάφορες ομάδες που μιλούσαν στο όνομα του Τροτσκισμού και βέβαια οι επαναστατικές θέσεις του Λένιν για τον πόλεμο δεν έγιναν ποτέ κτήμα των μαζών.

Η Σοσιαλδημοκρατία είχε ήδη από τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο ταχθεί στην υπηρεσία της εθνικής αστικής τάξης στο όνομα της «εθνικής ενότητα» και γι’ αυτό καλλιεργούσε τον εθνικισμό και καλούσε τις λαϊκές μάζες στην υπεράσπιση της πατρίδας. Στον 2ο παγκόσμιο τάχθηκε αναφανδόν στο πλευρό των «δημοκρατικών» ιμπεριαλιστικών αρχουσών τάξεων.

Σ’ ότι αφορά στην Κομιντέρν, το χαρακτηριστικό στοιχείο της πολιτικής της πάνω στο θέμα του πολέμου μετά το 1927 και την κυριαρχία της γραφειοκρατικής κάστας και του Στάλιν στο ΚΚΣΕ και την ΚΔ, ήταν η μετατόπιση με μεγάλη ευκολία από την μια θέση στην άλλη, την εντελώς αντίθετη, ανάλογα με την εξωτερική πολιτική και τις συμμαχίες της ΕΣΣΔ. Με τα Κομουνιστικά Κόμματα να ακολουθούν σαν πρόβατα χωρίς ουσιαστικές αντιδράσεις.

Τα απανωτά ζικ-ζακ είχαν σαν αποτέλεσμα την σύγχυση των μελών και των στελεχών των ΚΚ, καθώς και των λαϊκών μαζών. Στα ΚΚ επικρατούσε τρομοκρατία – ειδικά μετά τις δίκες της Μόσχας που ξεκίνησαν το 1936. Οι εσωκομματικοί αντίπαλοι εξοντώνονταν αδίστακτα. Το αποτέλεσμα ήταν τα τραγικά «λάθη», που έφταναν στα όρια της προδοσίας (βλέπε Βάρκιζα).

Το 6ο Συνέδριο της Κομιντέρν (17 Ιούλη-1Σεπτέμβρη 1928) καλούσε τους Κομμουνιστές

«…στην περίπτωση που θα ξεσπάσει ιμπεριαλιστικός πόλεμος να καθοδηγούνται από το πρόγραμμα των Μπολσεβίκων στα χρόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Βασικό σημείο αυτού του προγράμματος ήταν η μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο του προλεταριάτου κατά της αστικής τάξης».[4]

Η θέση αυτή κρατήθηκε μέχρι και την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία το 1933 – μαζί όμως με την τραγική, για την ενότητα του εργατικού κινήματος, θέση ότι ο φασισμός και η σοσιαλδημοκρατία είναι «δίδυμα αδέλφια». Βρισκόμασταν, τότε, στην «3η περίοδο της Κομμουνιστικής Διεθνούς», μία περίοδο ακραίου σεκταρισμού, με βάση τον οποίο όποιος δεν υποστηρίζει την Κομιντέρν (τα ΚΚ και το σταλινικό καθεστώς στην ΕΣΣΔ) είναι εχθρός και όργανο της άρχουσας τάξης (ή ακόμα και των φασιστών)!

Μετά τη νίκη του Χίτλερ και αφού πέρασαν 7 ολόκληρα χρόνια από το προηγούμενο συνέδριο (στα πρώτα χρόνια της ΚΔ τα συνέδρια γινόντουσαν κάθε χρόνο!) ήρθε το 7ο Συνέδριο της ΚΔ (25 Ιούλη-21 Αυγούστου 1935).

Αυτό αποφάσισε το άνοιγμα της περιόδου των «αντιφασιστικών», «λαϊκών μετώπων» δηλαδή τη συνεργασία των Κομμουνιστών με τα «δημοκρατικά» και «προοδευτικά» κόμματα του κεφαλαίου με παράλληλη την επιδίωξη συμμαχιών με τους «δημοκράτες» Βρετανούς και Γάλλους ιμπεριαλιστές.

Στα ντοκουμέντα του 7ου Συνεδρίου της Κομιντέρν διαβάζουμε χαρακτηριστικά:

«Αυτόν τον καιρό, οι εργαζόμενες μάζες σε μια σειρά καπιταλιστικές χώρες έχουν να διαλέξουν, συγκεκριμένα, όχι ανάμεσα στην προλεταριακή δικτατορία και την αστική δημοκρατία, αλλά ανάμεσα στην αστική δημοκρατία και το φασισμό».[5]

Σχολιάζοντας αυτές τις αποφάσεις, το Τμήμα Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ, το οποίο έχει συγγράψει το βιβλίο «Το ΚΚΕ στον Ιταλοελληνικό πόλεμο 1940-1941», γράφει:

«Έτσι το 7ο Συνέδριο της ΚΔ διαμόρφωσε στρατηγική που προσανατόλιζε τα ΚΚ στη σύμπραξη με τη μία ιμπεριαλιστική πλευρά, τη λεγόμενη δημοκρατική, εναντίον της άλλης, της φασιστικής.

»Εκ των πραγμάτων η νέα στρατηγική της ΚΔ ωθούσε να διεξάγεται η πάλη του κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος υπό ξένη σημαία».

Ακόμα, το 7ο Συνέδριο εξέτασε τη δυνατότητα να δημιουργηθούν ενιαία μαζικά πολιτικά κόμματα της εργατικής τάξης σε κάθε χώρα, δηλαδή να συνενωθούν τα ΚΚ με τα Σοσιαλδημοκρατικά, στη βάση της αναγνώρισης από τα τελευταία της αναγκαιότητας της ανατροπής της αστικής τάξης και της εγκαθίδρυσης της δικτατορίας του προλεταριάτου. Αυτή η εκτίμηση-δυνατότητα απέρρεε από το ότι, σύμφωνα με το 7ο Συνέδριο, είχε αρχίσει η προσέγγιση

«…της αριστερής πτέρυγας της Σοσιαλδημοκρατίας με τις ιδεολογικές θέσεις των κομμουνιστών».[6]

Ο ηγέτης του Ιταλικού ΚΚ Τολιάτι στην εισήγησή του στο συνέδριο σχετικά με τον επερχόμενο ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τους στόχους της Κομιντέρν επισημαίνει:

«Η νίκη του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού είναι η πιο επιθετική μορφή φασισμού, δεν είναι απλώς η νίκη ενός κόμματος με βάση τον ωμό σοβινισμό και με άμεσο στόχο την έναρξη του πολέμου. Είναι η νίκη ενός κόμματος το οποίο ξεκάθαρα δηλώνει ότι ο άμεσος στόχος του είναι να φέρει σε πέρας έναν αντεπαναστατικό πόλεμο ενάντια στη Σοβιετική Ένωση…».[7]

Όμως, σύντομα μετά την προσέγγιση και συνεργασία με τη Σοσιαλδημοκρατία η οποία μέχρι λίγο πριν ήταν το «δίδυμο αδέλφι» των φασιστών, μετά τη συνεργασία με τα περιβόητα «προοδευτικά» κόμματα του κεφαλαίου αλλά και με τους Βρετανούς και Γάλλους «προοδευτικούς» Ιμπεριαλιστές, έχουμε νέα στροφή 180 μοιρών!

Οι προσπάθειες της ΕΣΣΔ να συνάψει συμφωνία με τους Αγγλογάλους δεν ευοδώθηκαν. Οι τελευταίοι αρνούνταν με διάφορα προσχήματα μια συμφωνία ενάντια στον Χίτλερ, γιατί την ίδια στιγμή έκαναν ανοικτές («Συμφωνία του Μονάχου») και μυστικές συμφωνίες μαζί του προσβλέποντας σε μια επίθεση των Ναζί ενάντια στην ΕΣΣΔ. Κάτι τέτοιο θα τους εξυπηρετούσε θαυμάσια γιατί από τη μια θα εξόντωνε το πρώτο εργατικό κράτος (παρότι σταλινικά παραμορφωμένο – αυτό άφηνε αδιάφορο τους ιμπεριαλιστές) και από την άλλη θα εξασθένιζε τον επικίνδυνο ανταγωνιστή τους τον οποίο στην συνέχεια θα μπορούσαν πιο εύκολα να νικήσουν.

molotov-ribbentrop-stalin

Σ’ αυτές τις συνθήκες η ΕΣΣΔ δέχτηκε πρόταση του Χίτλερ και προχώρησε σε αμοιβαία συμφωνία μη επίθεσης με τους Ναζί, το περίφημο «Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ», στις 23 Αυγούστου 1939.

Μετά από αυτή τη συμφωνία η γραμμή της Κομιντέρν για τον πόλεμο, φυσικά, άλλαξε ξανά – χωρίς, εννοείται, οποιαδήποτε δημοκρατική διαδικασία. Τα ΚΚ σε όλο τον πλανήτη έμαθαν, εμβρόντητα και σοκαρισμένα, για τη συμφωνία Στάλιν – Χίτλερ από τον διεθνή τύπο.

Έτσι, στις 8 του Σεπτέμβρη 1939 δηλαδή 15 μέρες μετά την υπογραφή του συμφώνου από τους υπουργούς εξωτερικών των δύο χωρών, και αφού είχε ξεκινήσει ο πόλεμος την 1η Σεπτέμβρη με την επίθεση και την κατάληψη της μισής Πολωνίας, στάλθηκε η νέα «κομματική γραμμή» υπογραμμένη από τον Γκεόρκι Ντιμιτρόφ:

«Ο παρών πόλεμος είναι ιμπεριαλιστικός και άδικος, για τον οποίο είναι εξ ίσου υπεύθυνη η αστική τάξη όλων των εμπόλεμων χωρών.

»Αυτόν τον πόλεμο δεν μπορούν να τον στηρίζουν σε καμιά χώρα ούτε η εργατική τάξη, ούτε πολύ περισσότερο τα κομμουνιστικά κόμματα.

»Ο πόλεμος άλλαξε κατά τρόπο ριζικό την κατάσταση: η διάκριση των καπιταλιστικών κρατών σε φασιστικά και δημοκρατικά έχει πλέον απωλέσει την προηγούμενη της σημασία».[8]

Ακόμη πιο καθαρά η Κομιντέρν στις 19 και 20 Οκτώβρη του 1939 καλεί τα ΚΚ:

«Να διεξάγουν ιδεολογικό αγώνα εναντίον… της υποστήριξης του μύθου για τον αντιφασιστικό χαρακτήρα του πολέμου…»[9]

Ζητά από τα ΚΚ να άρουν την υποστήριξή τους στους «δημοκράτες» ιμπεριαλιστές και στις κυβερνήσεις των χωρών, που βρίσκονταν σε συμμαχία με τους Αγγλογάλλους.

Αν αυτή η θέση είχε υιοθετηθεί από την αρχή από την Κομιντέρν, θα ήταν μια σωστή θέση. Όμως εδώ είναι το αποτέλεσμα απανωτών στροφών και μάλιστα αλλοπρόσαλλων – είναι καιροσκοπική και χωρίς αρχές. Κι αυτό αποκαλύπτεται με ακόμη πιο τραγικό τρόπο από το γεγονός ότι με επανειλημμένες δηλώσεις της η γραφειοκρατική κλίκα και ο ίδιος ο Στάλιν έφτασαν στο σημείο να καλλιεργούν αυταπάτες για το φασισμό και τους Ναζί στις μάζες!

Η Σοβιετική Ένωση όχι μόνο άλλαξε τη γραμμή του 7ου Συνεδρίου (χωρίς ποτέ να ρωτηθεί κανείς, απλά με απόφαση του Στάλιν και της στενής κλίκας γύρω απ’ αυτόν) αλλά στρέφεται σε μια πολιτική φιλικής προσέγγισης προς τη ναζιστική Γερμανία.

Στο ημερολόγιό του ο Δημητρόφ, από τους πιο στενούς συνεργάτες του Στάλιν, στις 24 Δεκεμβρίου 1939 γράφει:

«Στην Πράβντα δημοσιεύτηκαν οι απαντήσεις του Στάλιν στα συγχαρητήρια μηνύματα των ξένων κρατών:

»Απάντηση στο Χίτλερ

»Σας παρακαλώ να δεχτείτε την ευγνωμοσύνη μου για τα συγχαρητήρια και τις ευχαριστίες μου για τις καλές ευχές σας προς τους Λαούς της Σοβιετικής Ένωσης.

»Απάντηση στο Ρίμπεντροπ

»Σας ευχαριστώ κύριε υπουργέ, για τα συγχαρητήρια. Η φιλία μεταξύ των λαών της Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης, που έχει δεσμούς αίματος έχει κάθε λόγο να είναι μακρά και δυνατή».[10]

Ανακαλύπτουμε ξαφνικά, λοιπόν, πως η φιλία των λαών της Γερμανίας και της ΕΣΣΔ είχε… «δεσμούς αίματος»! Μήπως ο Στάλιν εννοεί εδώ την αιματοχυσία του 1ου παγκοσμίου πολέμου;

Κατά τα άλλα, σύμφωνα με τον κυρίαρχο λόγο των απολογητών του Σταλινισμού, ο «μεγάλος τιμονιέρης» έκανε τη συμφωνία με τον Χίτλερ για να προετοιμαστεί η Σοβιετική Ένωση και ο Λαός της, να αντιμετωπίσουν τος Ναζί!!

Η παράνοια του Στάλιν αποκαλύπτεται όχι μόνο στα πιο πάνω μηνύματα στον Χίτλερ και στον Ρίμπεντροπ αλλά και στο γεγονός ότι λίγο καιρό πριν είχε εξοντώσει την αφρόκρεμα του Σοβιετικού στρατού, τον επικεφαλής του στρατού, Τουχατσέφσκι μαζί με εκατοντάδες λαμπρούς αξιωματικούς, που είχαν «χτίσει» την στρατιωτική τους πορεία από την εποχή της επανάστασης του Οκτώβρη και του εμφύλιου που ακολούθησε.

Το έκανε, υπογραμμίζουμε, προτού υπογράψει το σύμφωνο με τον Χίτλερ, δηλαδή όταν κυριαρχούσε η εκτίμηση (σύμφωνα ακόμα και με τις αποφάσεις της Κομιντέρν που αναφέρουμε πιο πάνω) ότι ο Χίτλερ θα επιτίθονταν κύρια στην ΕΣΣΔ!!

Η ολοκληρωτική χρεοκοπία, ανικανότητα και παράνοια της κλίκας του Στάλιν, σαν να μην έφταναν τα πιο πάνω, έχει και συνέχεια:

«… ο Μολότοφ πρόεδρος του Συμβουλίου των Επιτρόπων του Λαού και Επίτροπος των Εξωτερικών Υποθέσεων, σ’ ένα λόγο του στο Ανώτατο Σοβιέτ παρουσίασε τη Γερμανία ότι βρισκόταν “στη θέση του κράτους που πασχίζει για το συντομότερο τερματισμό του πολέμου και για την ειρήνη, ενώ η Βρετανία και η Γαλλία, που μέχρι χτες ακόμα διαμαρτύρονταν ενάντια στην επιδρομή (σ.σ.: στην Πολωνία) είναι υπέρ της συνέχισης του πολέμου και αντιτίθενται στη σύναψη ειρήνης. Οι ρόλοι όπως βλέπετε αλλάζουν.

»Στον ίδιο λόγο ο Μολότοφ εγκωμίασε τις νέες σχέσεις ανάμεσα στη Γερμανία και την ΕΣΣΔ: Οι σχέσεις μας με την Γερμανία έχουν βελτιωθεί ριζικά. Εδώ, η εξέλιξη έχει προχωρήσει προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης των φιλικών σχέσεων, διευρύνοντας την πρακτική συνεργασία (σ.σ: η συνεργασία ήτανε μόνο στο μυαλό των σταλινικών και όχι του Χίτλερ όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια) και δίνοντας στην Γερμανία πολιτική υποστήριξη, στις προσπάθειές της για την ειρήνη. Πάντοτε υποστηρίζαμε ότι μια ισχυρή Γερμανία είναι απαραίτητη προϋπόθεση για διαρκή ειρήνη στην Ευρώπη.

»Οι σχέσεις φιλίας και καλής γειτονίας, που θεμελιώθηκαν ανάμεσα στη Σοβιετική Ένωση και στη Γερμανία, δεν στηρίζονται σε τυχαίες εκτιμήσεις προσωρινής φύσης, αλλά στα θεμελιακά συμφέροντα, τόσο της ΕΣΣΔ, όσο και της Γερμανίας».[11]
(Οι υπογραμμίσεις δικές μας).

Ούτε λέξη για την ταξική φύση των δύο καθεστώτων της ΕΣΣΔ και της Γερμανίας των Ναζί. Είχανε πια κοινά «θεμελιακά συμφέροντα»! Και αυτό, οι απολογητές του Σταλινισμού, τολμούν να το ονομάζουν προετοιμασία για να αντιμετωπιστεί ο Χίτλερ!!

Και για τελευταίο, ας δούμε το σχόλιο του Στάλιν μετά την υπογραφή του Συμφώνου στη Μόσχα:

«Επί χρόνια, ρίχναμε ο ένας στον άλλο κάδους σκουπίδια[…] Πρέπει να προετοιμάσουμε προοδευτικά την κοινή γνώμη για τις αλλαγές, που θα επιφέρει στις σχέσεις μας η συνθήκη»[12]

Η 4η Διεθνής στο «Μανιφέστο Ενάντια στον Ιμπεριαλιστικό Πόλεμο» γραμμένο από τον Τρότσκι, ασκεί σκληρή κριτική στο «Σύμφωνο» συγκεκριμένα γράφει:

«Η συμμαχία του Στάλιν με τον Χίτλερ που άνοιξε την αυλαία για τον παγκόσμιο πόλεμο και οδήγησε στην σκλαβιά του πολωνικού λαού, ήταν αποτέλεσμα της αδυναμίας της ΕΣΣΔ και του πανικού του Κρεμλίνου μπροστά στην Γερμανία. Η ευθύνη γι’ αυτήν την αδυναμία βρίσκεται στο ίδιο το Κρεμλίνο – στην εσωτερική πολιτική που άνοιξε άβυσσο ανάμεσα στην κυρίαρχη κάστα και το λαό, στην εξωτερική πολιτική που θυσίασε τα συμφέροντα της παγκόσμιας επανάστασης στα συμφέροντα της σταλινικής κλίκας.[13]

»Μετά από πέντε χρόνια χοντροκομμένου εξωραϊσμού των δημοκρατιών, όπου ολόκληρος ο “κομμουνισμός” είχε περιοριστεί σε μονότονες καταγγελίες των φασιστών επιδρομέων, η Κομιντέρν ανακάλυψε ξαφνικά το Φθινόπωρο του 1939, τον εγκληματικό ιμπεριαλισμό των Δυτικών δημοκρατικών. Από τότε δεν ξεστόμισαν ούτε μία λέξη καταδίκης για την καταστροφή της Τσεχοσλοβακίας και της Πολωνίας, για την κατάληψη της Δανίας και της Νορβηγίας και τις αισχρές κτηνωδίες που επιβλήθηκαν από τις συμμορίες του Χίτλερ στον πολωνέζικο και τον εβραϊκό λαό. Ο Χίτλερ παρουσιάστηκε σαν χορτοφάγος φιλειρηνιστής που συνεχώς προκαλείται από τους δυτικούς ιμπεριαλιστές».[14]

Για να προβλέψει ότι:

«Η φιλία του Στάλιν με τον Χίτλερ δεν θα κρατήσει για πάντα, ούτε καν για μεγάλο χρονικό διάστημα».[15]

Όπερ και εγένετο, στις 22 Ιούνη 1941 οι σιδερόφραχτες μεραρχίες των Ναζί εισβάλλουν στην ΕΣΣΔ και από την πολλή «προετοιμασία» του Κόκκινου Στρατού τους πρώτους μήνες κάνουν «παρέλαση», χωρίς ουσιαστική αντίσταση, μέχρι πολύ κοντά στη Μόσχα!

Ξανά, καλούμε τους απολογητές του Στάλιν να σταματήσουν να παρουσιάζουν το «Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ» σαν έξυπνη στρατηγική κίνηση του «Πατερούλη» γιατί στην πραγματικότητα τον κορόιδεψε ο Χίτλερ για να πετύχει τους στόχους του που ήταν να καταφέρει να ξεκινήσει τον πόλεμο έχοντας αποτρέψει ένα κοινό μέτωπο της ΕΣΣΔ με τους Αγγλογάλλους.

Φυσικά με το που ξεκίνησε η επίθεση του Χίτλερ, ο Στάλιν και η Κομιντέρν, αλλάζουν θέση και ο πόλεμος από «ιμπεριαλιστικός» και «άδικος», «με ευθύνη της αστικής τάξης όλων των εμπολέμων» γίνεται… αντιφασιστικός! Παρέμεινε βέβαια αντιφασιστικός μέχρι το τέλος, μέχρι τη συντριβή των Ναζί!!

Ο Στάλιν «έχτισε» πάνω στη συμμαχία με τους Άγγλους, Γάλλους και Αμερικανούς. Η κομμουνιστική διεθνής δεν του χρειαζόταν πια, δεν είχε κάποιο ρόλο να παίξει, αντίθετα «ενοχλούσε» τους νέους συμμάχους. Έτσι ο Στάλιν προχώρησε, απλά, στη διάλυσή της το 1943!

Ας δούμε, πιο συγκεκριμένα, τι γράφει ένας συγγραφέας φίλα προσκείμενος στον Στάλιν και το 7ο συνέδριο, ο Β. Λιόσης:

«Η αλλαγή του πνεύματος και η επιστροφή στις αποφάσεις του 7ου συνεδρίου φαίνεται και από τις διάφορες τοποθετήσεις του Στάλιν. Στις 4 Νοεμβρίου 1941 σε επιστολή που απέστειλε στο Ρούζβελτ γράφει: “Την απόφασή Σας κ. Πρόεδρε να χορηγήσετε στη Σοβιετική Ένωση άτοκο δάνειο ύψους ενός δισεκατομμυρίου…. η σοβιετική κυβέρνηση την αποδέχεται με ειλικρινή ευγνωμοσύνη ως εξαιρετικά σοβαρή υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης στην τεράστια και δύσκολη πάλη ενάντια στον κοινό μας εχθρό, τον αιμοβόρο χιτλερισμό.

»Στις 6 Νοεμβρίου του 1941 σε εισήγηση για την 24η επέτειο της οκτωβριανής επανάστασης ο Στάλιν δηλώνει (….) Το κόμμα των χιτλερικών είναι το κόμμα των ιμπεριαλιστών, και μάλιστα, των πιο αρπακτικών και ληστρικών ιμπεριαλιστών μεταξύ όλων των ιμπεριαλιστών όλου του κόσμου….

»…είναι το κόμμα των εχθρών των δημοκρατικών ελευθεριών, το κόμμα της μεσαιωνικής αντίδρασης….

»Όμως στην Αγγλία και στις ΗΠΑ υπάρχουν οι στοιχειώδεις δημοκρατικές ελευθερίες, υπάρχουν συνδικάτα εργατών και υπαλλήλων, υπάρχουν εργατικά κόμματα, υπάρχει Κοινοβούλιο, ενώ στη Γερμανία επί χιτλερικού καθεστώτος έχουν καταργηθεί όλοι αυτοί οι θεσμοί…»[16]
(Οι υπογραμμίσεις είναι του συγγραφέα).

Τώρα όσο αφορά τα καθήκοντα που απορρέουν από την νέα γραμμή:

«…β) Στις χώρες που ήταν υπό την κατοχή των Γερμανών το κύριο καθήκον ήταν η ανάπτυξη του απελευθερωτικού αγώνα. Ο προσανατολισμός ήταν η συγκρότηση ενός πλατιού εθνικού μετώπου τέτοιου που να συνενώνει όλες τις αντιφασιστικές δυνάμεις ανεξάρτητα από πολιτικό προσανατολισμό. Το γενικό σύνθημα έπρεπε να είναι η υπεράσπιση της δημοκρατίας και της εθνικής ανεξαρτησίας».[17]
(Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας)

 

 

 

Σημειώσεις:
[1] «Το ΚΚΕ στον Ιταλοελληνικό πόλεμο», σελ 138, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή (ΣΕ)
[2] Λ. Τρότσκι, «Ο πόλεμος και η τέταρτη Διεθνής», σελ. 58, εκδόσεις Αλλαγή
[3] Ο.π. σελ48
[4] Το ΚΚΕ στον Ιταλοελληνικό πόλεμο 1940-41, σελ. 21, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή
[5] Ο.π. σελ 26
[6] Ο.π. σελ 26-27
[7] «Τα κοινωνικοπολιτικά μέτωπα στην Τρίτη Κομμουνιστική Διεθνή», σελ 201, εκδόσεις “ΚΨΜ”
[8] «Το ΚΚΕ στον Ιταλοεληνικό πόλεμο», σελ 32-33
[9] «Τα κοινωνικοπολιτικά μέτωπα στην Τρίτη Διεθνή», σελ 226, Β. Λιόσης, εκδ ΚΨΜ
[10] Ο.π. σελ227
[11] «Η κρίση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος», Φερνάντο Κλαουντίν, τόμος 1ος, σελ 277-278, εκδ. Γράμματα
[12] «ΣΤΑΛΙΝ», του Ζαν -Ζακ Μαρί, σελ 553, εκδ. ΟΔΥΣΣΕΑΣ
[13] «Ο πόλεμος και η τέταρτη Διεθνή», σελ 71, εκδ. Αλλαγή
[14] ΟΠ π σελ 84
[15] Οπ π σελ 86
[16] «Τα κοινωνικοπολιτικά μέτωπα στην Τρίτη Διεθνή», Β. Λιόσης, εκδ. ΚΨΜ, σελ 235-236
[17] Ο.π. σελ 237
7,137ΥποστηρικτέςΚάντε Like
593ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,106ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
406ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής