Με αφορμή τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο: Η χρεοκοπία της Β΄ (Σοσιαλιστικής) Διεθνούς

Του Χρήστου Κεφαλή,
μέλους της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης

Η 4η Αυγούστου του 1914, από την οποία συμπληρώθηκαν φέτος 100 χρόνια, δεν ήταν μόνο η ημερομηνία έκρηξης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Σηματοδότησε επίσης μια κορυφαία αρνητική στιγμή στην ιστορία του παγκόσμιου σοσιαλιστικού κινήματος: την πτώση και τη χρεοκοπία της Δεύτερης, Σοσιαλιστικής Διεθνούς. Οι επίσημοι σοσιαλιστές της περιόδου, που ως τότε αποκήρυσσαν τον πόλεμο, συντάχτηκαν με τις αστικές τάξεις των χωρών τους πίσω από την προσχηματική επίκληση της υπεράσπισης της πατρίδας, σε έναν πόλεμο που εξυπηρετούσε στην πραγματικότητα τα συμφέροντα των μεγάλων, ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Ελάχιστοι ήταν εκείνοι –Λένιν, Τρότσκι, Λούξεμπουργκ, Λίμπκνεχτ, Τσέτκιν, ο Ντεμπς στις ΗΠΑ κ.ά. – που πήραν μια επαναστατική, διεθνιστική αντιπολεμική θέση. Χάρη σε αυτούς διαμορφώθηκε σύντομα η νέα πρωτοπορία, που εκφράστηκε με τη νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης και την άνοδο της Τρίτης, Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Η Β΄ Διεθνής ιδρύθηκε στο Παρίσι στις 14 Ιουλίου του 1889, μετά από διεργασίες που είχαν λάβει χώρα σε όλη την προηγούμενη δεκαετία, με πρωταγωνιστές τους Γερμανούς, Γάλλους, Βέλγους κ.ά. σοσιαλιστές. Σε όλη την περίοδο της ύπαρξής της καθοδήγησε σημαντικούς αγώνες των εργαζομένων στις χώρες της Ευρώπης, ιδιαίτερα τις προηγμένες, που απέσπασαν σημαντικές κατακτήσεις. Ήταν οι δεκαετίες της σχετικά ειρηνικής ανάπτυξης του καπιταλισμού στα εθνικά κράτη της Ευρώπης, που όμως προετοίμαζε βαθμιαία, από τα τέλη του 19ου αιώνα, το πέρασμα στο σύγχρονο ιμπεριαλισμό. Δυο σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Β΄ Διεθνούς, που συμβόλισαν το πνεύμα της εποχής, ήταν η ανακήρυξη της 1ης Μάη ως διεθνούς ημέρας των εργατών στο ιδρυτικό της συνέδριο το 1889 και η ανακήρυξη το 1910 της 8ης Μάρτη ως παγκόσμιας ημέρας των γυναικών.

Στις δεκαετίες αυτές η Διεθνής άπλωσε βαθιές ρίζες στις ευρωπαϊκές χώρες αλλά και σε άλλες ηπείρους, από τις ΗΠΑ ως την Αυστραλία και την Ιαπωνία. Αρκετά από τα κόμματά της ήταν μαζικά κόμματα που συμμετείχαν ενεργά στους εργατικούς αγώνες, προωθώντας αποφασιστικά τον αγώνα για το οχτάωρο, οικοδομώντας συνδικάτα και σημειώνοντας επιτυχίες στις εκλογές. Ιδιαίτερα το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα έγινε βαθμιαία το πιο ισχυρό κόμμα στη Γερμανία, με δεκάδες καθημερινές εφημερίδες και εκατομμύρια μέλη και ψηφοφόρους, αποτελώντας το κόμμα πρότυπο της Διεθνούς. Η άνοδος της εργατικής τάξης στο ιστορικό προσκήνιο εκφράστηκε και με την επικράτηση γενικά στο εσωτερικό της Β΄ Διεθνούς του μαρξισμού και το παραμέρισμα των πιο καθυστερημένων αναρχικών και συνδικαλιστικών αντιλήψεων που αποσυνέθεταν το εργατικό κίνημα στην εποχή της Α΄ Διεθνούς.

Παράλληλα με τη συμβολή της στην οργάνωση των καθημερινών αγώνων, η Διεθνής αντιτάχθηκε στο κλίμα του μιλιταρισμού που διαμορφωνόταν όλο και πιο ισχυρά στην Ευρώπη καθώς οι μεγάλες δυνάμεις προετοιμάζονταν ανοικτά για τον πόλεμο. Στο συνέδριό της στη Στουτγάρδη το 1907 πάρθηκε μια απόφαση που καλούσε τους σοσιαλιστές όλου του κόσμου να κάνουν κάθε τι για να αποτρέψουν τον πόλεμο και αν αυτός ξεσπάσει να εκμεταλλευθούν τις συνθήκες που θα δημιουργούσε για να επιταχύνουν την κοινωνική επανάσταση. Το ίδιο έγινε και στο συνέδριο της Βασιλείας το 1912. Ωστόσο, όταν ο πόλεμος ήλθε, η Γερμανική Σοσιαλδημοκρατία και τα περισσότερα άλλα κόμματα της Β΄ Διεθνούς ψήφισαν τις πολεμικές πιστώσεις και συντάχθηκαν με τις αστικές τάξεις των χωρών τους.

Τι είχε συμβεί; Πώς μια οργάνωση που καθοδηγούσε τους αγώνες των εργαζόμενων από το 1889, συνεχίζοντας το έργο των Μαρξ και Ένγκελς, γνώρισε μια τέτοια ιστορική εκτροπή;

Οι μαρξιστές της εποχής, ιδιαίτερα ο Λένιν, ο Τρότσκι και η Λούξεμπουργκ, εξήγησαν την αποτυχία με την αποχαυνωτική επίδραση της προηγούμενης περιόδου κοινοβουλευτικής νομιμότητας. Ταυτόχρονα, στις θεωρητικές τους εργασίες επισήμαναν ως ένα σημαντικό φαινόμενο την άνοδο της εργατικής αριστοκρατίας, που εκφράστηκε από τις αρχές του 20ού αιώνα με την εμφάνιση του ρεφορμισμού, εκπροσωπούμενου από προσωπικότητες όπως ο Μπερνστάιν, ο Ζορές κ.ά. Καθώς η ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση των αποικιών πρόσφερε στους καπιταλιστές τεράστια κέρδη, ήταν ικανοί, ξοδεύοντας ένα μέρος τους, να διαφθείρουν τα ανώτερα τμήματα του προλεταριάτου και τις κομματικές ηγεσίες του, που σε όλο αυτό το  διάστημα είχαν συνδεθεί με το αστικό κράτος μέσω της αναγκαίας συμμετοχής στους κοινοβουλευτικούς και άλλους θεσμούς.

Τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα με ηγετικούς θεωρητικούς της Διεθνούς όπως οι Κάουτσκι, Πλεχάνοφ, Χίλφερντινγκ και Μπάουερ, που για ένα μεγάλο διάστημα είχαν συνεισφέρει ουσιαστικά στην ανάπτυξη του μαρξισμού και είχαν ασκήσει μια θετική πολεμική στο ρεφορμισμό. Μια αιτία της λαθεμένης στάσης τους είχε να κάνει με σοβαρά ελλείμματα στο επίπεδο της μεθοδολογίας και της σύνδεσης της θεωρητικής ανάλυσης με τις πραγματικές διεργασίες στο επίπεδο της κοινωνίας.

Οι σοσιαλιστές αυτοί ήταν πεπεισμένοι ότι η παγκόσμια επανάσταση πλησίαζε άμεσα, όντας ζήτημα λίγων δεκαετιών ή ακόμη και ετών, και ότι θα παραμέριζε θριαμβευτικά όλα τα εμπόδια. Αυτό που δεν κατανοούσαν όμως ήταν ότι ο καπιταλισμός δεν θα υποχωρούσε ποτέ βαθμιαία και ειρηνικά στην πίεση του εργατικού κινήματος, ούτε οι κυρίαρχες τάξεις θα παρέδιδαν την εξουσία τους υποτασσόμενες στους κανόνες της δημοκρατίας. Γι’ αυτό ήταν απαραίτητη η ύπαρξη ενός μαζικού επαναστατικού κόμματος που να λειτουργεί σαν μοχλός για την ανατροπή του καπιταλισμού και το πέρασμα στην εργατική εξουσία. Αυτή ήταν η βασική τους διαφορά με τους επαναστάτες μαρξιστές, που οδήγησε και στην ολοκληρωτική απόκλιση των δρόμων τους.

Η χρεοκοπία της Β΄ Διεθνούς, πέρα από τις διασπάσεις που οδήγησαν στη δημιουργία των Κομμουνιστικών Κομμάτων μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, εκφράστηκε με τη διάσπαση του ρεφορμισμού σε δυο ρεύματα που και τα δυο απέφευγαν τα επαναστατικά καθήκοντα που έβαζε ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος, αν και με διαφορετικό τρόπο. Από τη μια μεριά, οι ανοικτοί οπορτουνιστές και σοβινιστές, όπως οι Σάιντεμαν και Έμπερτ στη Γερμανία, ο Αλμπέρ Τομά στη Γαλλία, ο Βαντερβέλντε στο Βέλγιο κ.ά., συντάχθηκαν ανοικτά με την αστική τάξη των χωρών τους, υποστηρίζοντας ενεργά τον πόλεμο. Από την άλλη, οι κεντριστές, με κύριους ηγέτες τον Κάουτσκι και τον Μπάουερ, απέφευγαν τη ρήξη με τους σοβινιστές, οραματιζόμενοι μια ειρηνική μεταπολεμική επάνοδο στις δημοκρατικές και κοινοβουλευτικές μεθόδους διακυβέρνησης.

Και τα δυο ρεύματα, ωστόσο, παρά τις επιμέρους διαφορές, αρνούνταν τα καθήκοντα του αγώνα για το σοσιαλισμό, καταλήγοντας, όπως έδειξε ο Λένιν, σε μια προδοσία των συμφερόντων των εργαζομένων.

Κριτικάροντας τα λάθη τους, οι Ρώσοι κομμουνιστές δεν έπεσαν, ωστόσο, στο ατόπημα να αρνηθούν την προηγούμενη συνεισφορά της Β΄ Διεθνούς και των επιφανών ηγετών της. Στον Αριστερισμό του, ο Λένιν σημείωνε την αξία των προγενέστερων θεωρητικών εργασιών των Κάουτσκι, Μπάουερ κ.ά., ενώ αργότερα θα προέτρεπε τους νεαρούς κομμουνιστές να μελετούν τα έργα του Πλεχάνοφ, ως το καλύτερο που είχε δώσει ως τότε ο μαρξισμός στα πεδία της φιλοσοφίας και της κουλτούρας.

Ο Τρότσκι επίσης, στο βιβλίο του Ο Πόλεμος και η Διεθνής, ένα από τα πρώτα όπου αναλύθηκε η χρεοκοπία της Β΄ Διεθνούς, δεν παρέλειψε να τονίσει τη μεγάλη ιστορική συνεισφορά της:

«Η Δεύτερη Διεθνής δεν έζησε μάταια. Εκπλήρωσε ένα τεράστιο πολιτιστικό έργο. Δεν υπήρξε ποτέ κάτι παρόμοιο στην ιστορία. Εκπαίδευσε και συγκέντρωσε τις καταπιεζόμενες τάξεις. Το προλεταριάτο δεν χρειάζεται τώρα να ξεκινήσει από την αρχή. Δεν μπαίνει στο νέο δρόμο με άδεια χέρια. Η προηγούμενη εποχή του έχει κληροδοτήσει ένα πλούσιο οπλοστάσιο ιδεών. Του κληροδότησε τα όπλα της κριτικής. Η νέα εποχή θα διδάξει το προλεταριάτο να συνδυάζει τα παλιά όπλα της κριτικής με τη νέα κριτική των όπλων».

Αυτές οι κρίσεις του Τρότσκι ήταν απόλυτα δικαιολογημένες. Η Σοσιαλδημοκρατία της περιόδου της Β΄ Διεθνούς, παρά τις αντιφάσεις της, ήταν η τότε πρωτοπορία του εργατικού κινήματος, μη έχοντας καμιά σχέση με τη σημερινή Σοσιαλδημοκρατία. Η τελευταία, στην ιστορική της διαδρομή, απαρνήθηκε ακόμη και τις αναμνήσεις των επαναστατικών παραδόσεων που διατηρούσαν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στο μεσοπόλεμο, κρατώντας από τη Β΄ Διεθνή μόνο τα αρνητικά γνωρίσματα και τις αδυναμίες που την οδήγησαν στη χρεοκοπία. Το αποτέλεσμα ήταν να αρνηθεί πλήρως στην πράξη τη σοσιαλιστική προοπτική και να γίνει στις μέρες μας ένα οργανικό μέρος στο εποικοδόμημα του καπιταλιστικού συστήματος, υπερασπίζοντας ενεργά τα συμφέροντα του κεφαλαίου.

Από αυτή την άποψη, η μεγάλη ιδεολογική, πολιτιστική και οργανωτική εργασία που εκπλήρωσε η Β΄ Διεθνής στην εποχή που προηγήθηκε του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου αποτελεί τμήμα των παραδόσεων του επαναστατικού εργατικού κινήματος. Αντιπροσωπεύει μια θετική ιστορική παρακαταθήκη για το σήμερα.

Ακολουθήστε το «Ξ» στο Google News για να ενημερώνεστε για τα τελευταία άρθρα μας.

Μπορείτε επίσης να βρείτε αναρτήσεις, φωτογραφίες, γραφικά, βίντεο και ηχητικά μας σε facebook, twitter, instagram, youtube, spotify.

Ενισχύστε οικονομικά το xekinima.org

διαβάστε επίσης:

7,137ΥποστηρικτέςΚάντε Like
593ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,106ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
411ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής