Κριτική στο «πρόγραμμα συμβολής του ΣΥΝ στον ΣΥΡΙΖΑ» – μέρος α’

Του Τάκη Γιαννόπουλου

Στο πρόσφατο Διαρκές Συνέδριό του ο ΣΥΝ κατέληξε σε ένα κείμενο 384 σελίδων που αποτελεί τη «συμβολή του ΣΥΝ στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ» καθώς αυτή την περίοδο ο ΣΥΡΙΖΑ συζητάει το δικό του πρόγραμμα ενόψει της πανελλαδικής του συνάντησης τον Απρίλη.

Όλος αυτός ο προγραμματικός οργασμός στο φόντο της πιο μεγάλης οικονομικής κρίσης που γνώρισε ο πλανήτης μετά το 29, των επιπτώσεών της στην Ελλάδα και των πρόσφατων Δεκεμβριανών είναι λογικό να προκαλεί συζητήσεις, αντιπαραθέσεις και διεργασίες.

Στο βασικό ερώτημα του τι είδους πρόγραμμα χρειαζόμαστε στο προοίμιο του κειμένου του ΣΥΝ (κεφ. 1 -σελ. 19) αναφέρεται ότι:

«στρατηγικός στόχος του ΣΥΡΙΖΑ είναι ο σοσιαλισμός, ο σοσιαλισμός με δημοκρατία και ελευθερία, ο σοσιαλισμός στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και στον κόσμο, ο σοσιαλισμός του 21ου αιώνα» και στη σελ 20 ότι: «στις σημερινές συνθήκες μάλιστα, η επικαιρότητα του στόχου αυτού, η επικαιρότητα του σοσιαλισμού με δημοκρατία και ελευθερία, αναδεικνύεται πλατιά, κινητοποιώντας δυνάμεις σε διαρκώς ευρύτερη κλίμακα λίγο πολύ παντού στον πλανήτη».

Στο κείμενό του στο συνέδριο το Κοκκινοπράσινο Δίκτυο (14.2.09) αναφέρει: «η ισχυρή αναφορά στην οικονομία των αναγκών που επιδιώκουμε, στον κομμουνισμό με άλλα λόγια» και προτρέπει: «να κάνουμε πολιτική ως κομμουνιστές και όχι ως «δημοκράτες της προόδου» (ο.π).

Με βάση τα παραπάνω προκύπτει το ερώτημα αν το πρόγραμμα που προτείνει ο ΣΥΝ στον ΣΥΡΙΖΑ εξυπηρετεί το στρατηγικό στόχο του σοσιαλισμού.

Μια πρώτη απάντηση δίνει ο ίδιος ο Γ. Δραγασάκης που ήταν ο επικεφαλής της επιτροπής προγράμματος του ΣΥΝ στην τελική του ομιλία στο συνέδριο του ΣΥΝ:

«Πρώτο θέμα. Αληθεύει ότι το κείμενο υποστηρίζει την άποψη ότι ο καπιταλισμός δε μεταρρυθμίζεται;

Δεν αληθεύει σύντροφοι. Πρόγραμμα ώριμων αλλαγών και μεταρρυθμίσεων προτείνουμε. Θα το προτείναμε αν πιστεύαμε ότι ο καπιταλισμός δε μεταρρυθμίζεται; Πρώτον ο καπιταλισμός εξελίσσεται με βάση και τις δικές του δυναμικές. Δεύτερον μεταρρυθμίζεται ως αποτέλεσμα των κοινωνικών και των πολιτικών αγώνων. Και στο πλαίσιο ακριβώς αυτό εμείς αναπτύσσουμε μια ολόκληρη προσπάθεια παρέμβασης στις εξελίξεις.» (ΑΥΓΗ 17.2.09)

Και συμπληρώνει:

«Ποιο θέμα αφήνει συνειδητά ανοικτό το κείμενο; Και αν εκεί δεν υπάρχει συμφωνία να το δούμε. Το κείμενο αφήνει ανοικτό το εξής ερώτημα: Μπορεί να υπάρξει και η κατάργηση του καπιταλισμού, μόνο με μεταρρυθμίσεις; Υπό ποιους όρους; Υπό ποιες προϋποθέσεις; Το κείμενο αυτό, το θεωρεί ανοικτό θέμα. Το ορίζουμε ως περιοχή περαιτέρω διαλόγου, έρευνας και αναζήτησης και μάλιστα δηλώνεται ρητά μέσα στο κείμενο.» (ο.π.)

Αυτές οι τοποθετήσεις ξεκαθαρίζουν 2 πράγματα.

Πρώτον ότι ο ΣΥΝ προτείνει ένα πρόγραμμα «αλλαγών και μεταρρυθμίσεων» στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος και όχι ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα.

Και δεύτερο ότι για τον ΣΥΝ, ύστερα από μια μακρά παρουσία και πορεία στην αριστερά και στον τόπο, αποτελεί ακόμα ένα ανοικτό ζήτημα το αν ο καπιταλισμός καταργείται μόνο με μεταρρυθμίσεις, δηλαδή μπορεί να είναι και έτσι.

Μεικτή οικονομία – η βασική πρόταση του ΣΥΝ

Λογική συνέχεια και συνέπεια αυτών των αντιλήψεων είναι και οι βασικές κατευθύνσεις και προτάσεις του προγραμματικού κειμένου του ΣΥΝ.

Σταχυολογούμε τις κατά τη γνώμη μας πιο σημαντικές:

«Με αυτόν τον τρόπο, συνδέουμε την πορεία ανάπτυξης της χώρας με τη συγκρότηση ενός δημόσιου τομέα που δεν θα είναι ούτε ιδιωτικός ούτε κρατικός και ο οποίος δεν θα αποσκοπεί στο κέρδος. Ο τομέας αυτός θα οργανώνεται υπό μορφές οικονομικής δραστηριότητας υβριδικές ή μεταβατικές -συνεταιρισμοί, ενώσεις, ταμεία αλληλοβοήθειας, αυτοδιαχειριζόμενες οικονομικές μονάδες, κοινοπραξίες, εταιρείες λαϊκής βάσης, επιχειρήσεις ειδικού κοινωνικού σκοπού κλπ -που μπορεί μεν να λειτουργούν υπό τους καταναγκασμούς του καπιταλιστικού πλαισίου, αλλά με όρους, τρόπους και σκοπούς που θα το υπερβαίνουν… Το πλέγμα των παραγωγικών, οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών σχέσεων που θα διαμορφώνεται μέσα σε τέτοιες διαδικασίες ενδογενούς ανάπτυξης θα λειτουργεί ταυτόχρονα ως ισχυρό πλαίσιο που θα ευνοεί τόσο την ανάπτυξη της μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας, συχνά τοπικής κλίμακας, όσο και την υποδοχή μεγάλων επιχειρήσεων του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα, υπό όρους που δεν θα απειλούν το περιβάλλον ούτε θα αποδιαρθρώνουν τον παραγωγικό και κοινωνικό ιστό αλλά αντίθετα, θα είναι σε θέση να ενδυναμώνουν σημαντικά τον τελευταίο» (σελ 54)

« Έχουμε πλήρη συνείδηση ότι η νέα οικονομία των αναγκών που προτείνουμε θέτει ένα πλήθος ερωτημάτων στα οποία δεν είμαστε έτοιμοι να απαντήσουμε ολοκληρωμένα… Ο δημοκρατικός δρόμος για το σοσιαλισμό που προτείνουμε αποσκοπεί στο να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε να αναδυθούν και να αναπτυχθούν οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις που θα αντιμάχονται συγκεκριμένα και ήδη από σήμερα τις καπιταλιστικές, με επίδικα αντικείμενα τους σκοπούς και τις σχέσεις παραγωγής, τις κοινωνικές αξίες, τους στόχους και τα κριτήρια ανάπτυξης, την ίδια τη ζωή και την ποιότητά της. Ο δημοκρατικός δρόμος για το σοσιαλισμό που προτείνουμε δημιουργεί τους όρους για μια νέα οικονομική και κοινωνική δυναμική, δυναμική που ανοίγει πεδία και παρέχει δυνατότητες για να αναδειχθούν, πλάι και ενάντια στις αμιγώς καπιταλιστικές επιχειρήσεις, νέου τύπου οικονομικές μονάδες και τα νέα κοινωνικά υποκείμενα που τους αντιστοιχούν… » (σελ 60)

«Η πολιτική της ριζικής ανασυγκρότησης της παραγωγικής βάσης οφείλει να εκσυγχρονίσει, υπό το σαφή έλεγχο περιβαλλοντικών κριτηρίων, τις παραγωγικές διαδικασίες στη βιομηχανία, στη βιοτεχνία, στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και στις κατασκευές..» (σελ 107)

«Για να στηριχθεί επομένως η κοινωνία, να κινηθεί η οικονομία και κυρίως για να διαμορφωθεί μια νέα οικονομία κοινωνικών αναγκών και συλλογικών αγαθών, είναι αναγκαία η ενεργοποίηση όλων των μορφών οικονομικής δράσης, δημόσιων, συλλογικών και ιδιωτικών. Είναι επομένως, αναγκαίο να σπάσει το μονοπώλιο της μίας και μοναδικής μορφής επιχειρηματικότητας, να δημιουργηθούν συνθήκες που θα ευνοούν τον πλουραλισμό οικονομικών υποκειμένων και μορφών οικονομικής οργάνωσης, αφού μόνο έτσι μπορεί να απαντηθεί ο πλουραλισμός των αναγκών που υπάρχουν στην κοινωνία και την οικονομία και να αναπτυχθούν σχέσεις ανταγωνισμού αλλά και συνεργασίας μεταξύ τους. Αιχμή του δόρατος μιας τέτοιας στρατηγικής για το ΣΥΡΙΖΑ είναι η διαμόρφωση ενός νέου μοντέλου δημόσιας επιχείρησης υπό κοινωνικό έλεγχο, η αναγέννηση του συνεταιριστικού κινήματος όχι μόνο στον αγροτικό χώρο αλλά σε όλη την οικονομία και η θεμελίωσή του σε νέες βάσεις, η ενθάρρυνση μορφών συλλογικής οικονομικής δράσης και η διαμόρφωση ενός νέου θεσμικού πλαισίου για την ανάπτυξη της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας, με σεβασμό στο περιβάλλον και την αξιοπρέπεια των εργαζομένων.» (σελ 190)

«θέσπιση νέων πολιτικών πλαισίων στη λειτουργία των αγορών και στη σχέση επιχειρήσεων και κοινωνίας» (σελ 271)

Όλα τα παραπάνω στην ουσία περιγράφουν ένα σχήμα μεικτής οικονομίας όπου θα συνυπάρχει ο δημόσιος με τον ιδιωτικό τομέα και θα πραγματοποιηθεί υποτίθεται μια ριζική αναδιανομή του πλούτου. Στην πραγματικότητα βέβαια η μεικτή οικονομία δεν είναι καθόλου μεικτή όσον αφορά στο ποιος κάνει κουμάντο στην οικονομία και αυτός δεν είναι άλλος από το κεφάλαιο.

Οι κλασικοί στα γραπτά τους αφιέρωσαν τόνους μελάνι για να εξηγήσουν ότι το καθοριστικό στην οικονομία και κατ επέκταση στην πολιτική εξουσία είναι το ποια τάξη ελέγχει τα μέσα παραγωγής και το κράτος.

Η ίδια η ιστορική εμπειρία του καπιταλισμού εμφανίζει περιόδους – όπως π.χ στην μεταπολεμική Δ. Ευρώπη στα χρόνια της ανάκαμψης -όπου οι πολιτικές Σοσιαλδημοκρατικών κυρίως αλλά και Συντηρητικών / Χριστιανοδημοκρατικών κομμάτων, υιοθέτησαν μοντέλα μεικτής οικονομίας όπου το κύριο χαρακτηριστικό τους ήταν η ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας, ο ισχυρός δημόσιος τομέας κοκ.

Στην Ελλάδα, το ΠΑΣΟΚ στα τέλη 70 αρχές 80, υιοθετώντας τη λογική του υποτιθέμενου «τρίτου δρόμου για το σοσιαλισμό» ακολούθησε λογικές μεικτής οικονομίας με αποτέλεσμα να αναιρέσει όλες τις αρχικές του σοσιαλιστικές διακηρύξεις και να καταλήξει στη μετατροπή του σε κόμμα του κεφαλαίου.

Απ’ όλη αυτή την εμπειρία της διεθνούς Σοσιαλδημοκρατίας, η ηγεσία του ΣΥΝ δεν έβγαλε συμπεράσματα;

Οφείλουμε να ξεκινήσουμε από μια βασική διαπίστωση: το κεφάλαιο δεν πρόκειται ποτέ να συμφιλιωθεί με μορφές οικονομικής δραστηριότητας που θα το ανταγωνίζονται και θα το υποσκάπτουν. Μπορεί κάτω από κάποιες συνθήκες να αναγκαστεί σε κάποιες παραχωρήσεις. Αυτές όμως θα είναι προσωρινές μέχρι να νοιώσει ξανά αρκετά δυνατό να πάρει πίσω ότι «του ανήκει». Οι πολιτικές του κεφαλαίου μπορεί να ηττηθούν σε σταθερή βάση, μόνο αν ανατραπεί η εξουσία του, που είναι ο έλεγχος της οικονομίας. Αυτή η αντίληψη λείπει ολοκληρωτικά από το πρόγραμμα του ΣΥΝ.

Όταν το πρόγραμμα του ΣΥΝ επιχειρεί να δώσει συγκεκριμένα παραδείγματα του μοντέλου που επεξεργάζεται, αναφέρει τις ναυτικές εταιρείες λαϊκής βάσης της Κρήτης στα πρώτα χρόνια της δημιουργίας τους. Όμως το ίδιο το παράδειγμα είναι αποκαλυπτικό. Η κατάληξη αυτών των εταιρειών -που άλλωστε ποτέ δεν ήταν πραγματικά λαϊκής βάσης- ήταν τα σημερινά μεγαθήρια των Μινωικών και της ΑΝΕΚ, με τα τεράστια κέρδη, τα σκάνδαλα τύπου Σάμινα, την μονοπώληση των γραμμών της Κρήτης, τα πανάκριβα εισιτήρια κτλ.

Ακόμα όμως και ο δημόσιος τομέας που οραματίζεται ο ΣΥΝ και που υποστηρίζει ότι δεν θα έχει σχέση με τον δημόσιο τομέα που γνωρίσαμε μέχρι σήμερα, στην πράξη θα διοικείται από διορισμένες από το κράτος διοικήσεις και από μάνατζερ. Λέει συγκεκριμένα το πρόγραμμα:

«Η επιλογή των διοικήσεων πρέπει να γίνεται στη βάση συγκεκριμένων επιχειρηματικών σχεδίων και στόχων… Ο διορισμός των διοικήσεων επικυρώνεται από την αρμόδια επιτροπή της Βουλής με πλειοψηφία των 2/3.» (σελ 193).

«Αναγκαία είναι η ανάδειξη ενός σύγχρονου και αποτελεσματικού μάνατζμεντ, το οποίο πρέπει να χαρακτηρίζεται από πίστη στην αναγκαιότητα και τις δυνατότητες της δημόσιας επιχειρηματικότητας και επιστημονική επάρκεια, επαγγελματική ακεραιότητα, ανεξαρτησία γνώμης και δυνατότητα επικοινωνίας με τους εργαζόμενους και τους πολίτες.» (ο.π.)

Ουσιαστικά αυτά τα σημεία προτείνουν μια καλύτερη λειτουργία του δημόσιου τομέα σε καπιταλιστικά πλαίσια και καθόλου δεν συνιστούν σοσιαλιστική πολιτική. Το πρόγραμμα συνολικά είναι γεμάτο από τεχνοκρατικές προτάσεις που πολλές από αυτές έχουν ήδη διατυπωθεί από τη Σοσιαλδημοκρατία. Για παράδειγμα η πράσινη οικονομία και ο οικολογικός μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας για τον οποίο αφιερώνει ένα κεφάλαιο το κείμενο του ΣΥΝ ελάχιστα απέχουν από τις πρόσφατες δηλώσεις του Γ. Παπανδρέου για την πράσινη οικονομία (ημερήσιος τύπος 6.3.09). Η ιδέα πχ των περιβαλλοντικών ελέγχων στη βιομηχανία και οι φορολογικές ελαφρύνσεις των επιχειρήσεων που σέβονται το περιβάλλον καταλήγουν ευχολόγια όταν δεν εξηγείται το βασικό: ποιος θα επιβάλλει στον καπιταλιστή να σεβαστεί το περιβάλλον; Γιατί αν ήταν να το κάνει από μόνος του θα το είχε ήδη κάνει ακόμα και με βάση τους σημερινούς νόμους. Ποιος θα επιβάλλει στη ΔΕΗ να μη δίνει φτηνό ρεύμα στη βιομηχανία και ακριβό στους πολίτες; Ποιος θα επιβάλλει στην ΠΕΣΙΝΕ και τη ΛΑΡΚΟ να μην είναι ρυπογόνες και να μη καταστρέφουν περιοχές ολόκληρες (Αντίκυρα, Λάρυμνα);

Αυτή η λογική διαπερνάει συνολικά το κείμενο όπου απουσιάζουν εντελώς οι έννοιες της συλλογικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, της εθνικοποίησης (ή κοινωνικοποίησης) κάτω από εργατικό έλεγχο και διαχείριση, της ανατροπής της εξουσίας του κεφαλαίου.

Ακόμα όμως και όταν μπαίνει η λογική της εθνικοποίησης αυτό γίνεται με τη λογική της αποζημίωσης και μάλιστα με βάση τις τιμές της αγοράς.

Αναφέρει ο Γ. Δραγασάκης (ΑΥΓΗ 17.2.09)

«Όταν προτείναμε την εθνικοποίηση της Εθνικής Τράπεζας -που την προτείνουμε και τώρα – έχουμε δει ότι με 3 δις ή και λιγότερα μπορεί να εξασφαλισθεί ο δημόσιος έλεγχός της».

Αν γίνει και κάτι ανάλογο π.χ με τον ΟΤΕ που προτείνεται η ανάκτησή του χωρίς καμία αναφορά στη θέση «χωρίς αποζημίωση των μεγαλομετόχων» που βάζουν τα 15 σημεία του ΣΥΡΙΖΑ, τότε όλο το εγχείρημα της εθνικοποίησης τινάζεται στον αέρα εν τη γενέσει του καθώς θα χρειαστούν αρκετοί προϋπολογισμοί μόνο για να γίνουν 1-2 εθνικοποιήσεις. Επιπλέον η θέση παραβλέπει τον σκανδαλώδη τρόπο με τον οποίο έγιναν και γίνονται οι ιδιωτικοποιήσεις. Το πιο σημαντικό: αγνοείται παντελώς η σημασία της σύγκρουσης με το κεφάλαιο. Δεν υπάρχει καμία περίπτωση η DEUTCHE TELECOM ή η MIG του Βγενόπουλου να δεχτούν να δώσουν πίσω τον ΟΤΕ ή την Ολυμπιακή με το χαμόγελο στα χείλη.

7,079ΥποστηρικτέςΚάντε Like
579ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,104ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
384ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής