Κρίση του νεοφιλελευθερισμού αλλά και τέλος των αυταπατών στον Κεϊνσιανισμό και τη «σύγχρονη νομισματική θεωρία»

Ο νεοφιλελευθερισμός αποτελεί την κυρίαρχη οικονομική πολιτική στον πλανήτη εδώ και πάνω από 3 δεκαετίες. Απελευθέρωση των αγορών, περιορισμός της κρατικής παρέμβασης, μαζικές ιδιωτικοποιήσεις, διάλυση του κοινωνικού κράτους, διάλυση των εργασιακών σχέσεων, αύξηση της φτώχειας και της ανισότητας στο εσωτερικό κάθε χώρας αλλά και ανάμεσα στις πλούσιες και φτωχές χώρες, αποτελούν βασικά του χαρακτηριστικά. 

Η διεθνής οικονομική κρίση του 2008-9 όμως έδειξε πως το νεοφιλελεύθερο μοντέλο δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να βοηθήσει το καπιταλιστικό σύστημα να αποφύγει την κρίση – το αντίθετο, συνέβαλε στην οξύτητά της. 

Για να περιορίσουν τον αντίκτυπο και το βάθος της κρίσης οι καπιταλιστικές κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να πάρουν κάποια περιορισμένα Κεϊνσιανά μέτρα, ρίχνοντας χρήμα στις οικονομίες μέσα από τους κρατικούς προϋπολογισμούς, και παράλληλα να μειώσουν τα επιτόκια (ώστε να κάνουν το χρήμα πιο φτηνό) για να ενθαρρύνουν την κατανάλωση και τις επενδύσεις. Αυτό άνοιξε μια συζήτηση από τη μεριά των κεντρο-αριστερών οικονομολόγων, ειδικά στις ΗΠΑ, για την ανάγκη επιστροφής στον Κεϊνσιανισμό – δηλαδή την επιστροφή σε μια εποχή αυξημένης κρατικής παρέμβασης και δημόσιων δαπανών (μέσα όμως στα πλαίσια της κυριαρχίας του ιδιωτικού τομέα και των «δυνάμεων της αγοράς») για να περιοριστεί ως ένα βαθμό η ασυδοσία του συστήματος και η κοινωνική ανισότητα. 

Η απότομη και βαθιά κρίση του 2020, που προκλήθηκε από τα lock down της πανδημίας έκανε τη συζήτηση για την ανάγκη επιστροφής στον Κεϊνσιανισμό ακόμα πιο έντονη. Για να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες της κρίσης, οι κυβερνήσεις αναγκάστηκαν στη διάρκεια του 2020 και 2021 να ξοδέψουν, ξανά, τεράστια ποσά (δημιουργώντας νέα ελλείμματα στους κρατικούς προϋπολογισμούς και νέα δημόσια χρέη). Διαφορετικά, κινδύνευαν με κατάρρευση ολόκληρων κλάδων και οικονομιών, με τις ανάλογες κοινωνικές συνέπειες. 

Το 2022 όμως, θέτει τέλος στις σχετικές συζητήσεις. Οι πολιτικές της προηγούμενης περιόδου οδήγησαν στην επανεμφάνιση του πληθωρισμού παγκόσμια και, ειδικά στις ανεπτυγμένες βιομηχανικές χώρες, του στασιμοπληθωρισμού (στάσιμη οικονομία με ταυτόχρονη αύξηση τιμών). Ο δε πόλεμος της Ουκρανία όξυνε παραπέρα αυτά τα προβλήματα. 

Σε συνθήκες πληθωρισμού δεν μπορεί να γίνει καμία σοβαρή συζήτηση για επιστροφή στο Κεϊνσιανό μοντέλο προηγούμενων ιστορικών εποχών. Το αντίθετο: αν υπήρχε Κεϊνσιανισμός, θα είχε ξεκινήσει η διαδικασία εγκατάλειψής του. 

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά και αναλυτικά.  

Ιστορικό της κρίσης

Τη μεγάλη κρίση στα στεγαστικά δάνεια του 2007 στις ΗΠΑ που μετατράπηκε στη συνέχεια σε κρίση του τραπεζικού τομέα, ακολούθησε η διεθνής οικονομική κρίση του 2008-9. Ήταν η πιο βαθιά κρίση από το 1929. Η δεκαετία του 2010 που ακολούθησε χαρακτηριζόταν από πολύ χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης για το μεγαλύτερο της μέρος, ειδικά για την Ευρώπη. 

Για να αντιμετωπίσει την ύφεση του 2008-9 και τη χαμηλή ανάπτυξη του συνόλου της δεκαετίας, ο καπιταλιστικός κόσμος, ιδιαίτερα οι (πλούσιες) «ανεπτυγμένες» βιομηχανικές χώρες, αύξησαν τα δημόσια ελλείμματα και τα χρέη σε πρωτοφανή για περίοδο ειρήνης επίπεδα. Έτσι δημιούργησαν ένα «μαξιλάρι» ώστε να μην είναι πολύ βαθιά η κρίση. 

Τα ψηλά ελλείμματα και χρέη που δημιουργήθηκαν όμως, στην πραγματικότητα έθεταν τις βάσεις για την επόμενη διεθνή ύφεση/κρίση, καθώς από τη μια αποσταθεροποιούσαν τις βάσεις του καπιταλιστικού συστήματος και από την άλλη εξαντλούσαν τα οικονομικά εργαλεία (δημοσιονομικές και νομισματικές πολιτικές) που έχουν στη διάθεσή τους οι καπιταλιστές για να αντιμετωπίσουν τις οικονομικές κρίσεις.

Η νέα ύφεση ξέσπασε το 2020, με πυροκροτητή την πανδημία του κορονοϊού. 

Το γεγονός ότι την ύφεση προκάλεσε ο κορονοϊός, απέκρυψε τις ενδογενείς αιτίες που οδήγησαν στην ύφεση και που είχαν να κάνουν με τα ίδια τα αδιέξοδα της λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος. Την ίδια στιγμή, η πανδημία θόλωνε τη συνείδηση και μπέρδευε τα συμπεράσματα των εργατικών και νεολαιίστικων στρωμάτων τα οποία δεν έβλεπαν σαν γενεσιουργό αιτία της κρίσης το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα, αλλά τον κορονοϊό. 

Η πανδημία έφερε τα lock down. Για να αποφύγουν μια μαζική οικονομική καταστροφή (που δεν θα είχε ιστορικό προηγούμενο) οι κυβερνήσεις ειδικά των πλούσιων χωρών έριξαν και πάλι τεράστιες ποσότητες ρευστότητας στις οικονομίες: έτσι οδήγησαν από τη μια τα επιτόκια ακόμα πιο χαμηλά, σε μηδενικά επίπεδα και από την άλλη τα δημόσια ελλείμματα και τα δημόσια χρέη σε νέα ακόμα πιο ψηλά επίπεδα. 

Ενδεικτικά το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ ξεπέρασε το 130% ενώ στην ΕΕ ο μέσος όρος ήταν στα τέλη του 2021 στο 88% (παρότι η ιδρυτική της ΕΕ συνθήκη του Μάαστριχτ προνοεί μάξιμουμ 60%) με πολλές χώρες να είναι πολύ πάνω από το 100% του ΑΕΠ όπως δείχνει ο πίνακας που ακολουθεί.  

Οι χώρες τις Ευρωπαϊκής Ένωσης με το πιο ψηλό δημόσιο χρέος 

Το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ είναι ο πιο χαρακτηριστικός και σημαντικός (λόγω του βάρους της αμερικανικής οικονομίας) δείκτης αυτής της πορείας. Από περίπου 60% του ΑΕΠ πριν την κρίση του 2007 ξεπέρασε το 130% μετά από την ύφεση του 2020.   

Το δημόσιο χρέος στις ΗΠΑ 

Σε διεθνές επίπεδο, σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο,

«Το συνολικό παγκόσμιο χρέος [σημ: δημόσιο και ιδιωτικό] αυξήθηκε κατά 28 εκατοστιαίες μονάδες, φτάνοντας στο 256% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2020 [σημ: στη διάρκεια ενός μόνο χρόνου]… Το παγκόσμιο δημόσιο χρέος ανήλθε στο ρεκόρ του 99% του παγκόσμιου ΑΕΠ.   

Κρίση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου… 

Η κρίση του 2007-9 αλλά και συνολικά η δεκαετία του 2010 έδειξε πως το νεοφιλελεύθερο μοντέλο ήταν σε κρίση – δεν είχε τρόπο να προσφέρει ούτε την ανάπτυξη (μεγέθυνση) ούτε τη σταθερότητα που ήθελε το σύστημα. 

Οι άρχουσες τάξεις αναγκάστηκαν, όπως προαναφέρθηκε, να καταφύγουν σε αύξηση των δημόσιων δαπανών, των ελλειμμάτων και του χρέους – πολιτικές με Κεϊνσιανά χαρακτηριστικά. Όμως οι βασικοί πυλώνες του νεοφιλελεύθερου μοντέλου παρέμεναν. Οι ανοιχτές αγορές, η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, το χτύπημα του βιοτικού επιπέδου και των δικαιωμάτων, οι μαζικές ιδιωτικοποιήσεις, ο εξαγωγικός προσανατολισμός των οικονομιών, ο στόχος της επιστροφής σε μηδενικά ελλείμματα και της μείωσης του χρέους, κλπ, ήταν τα κυρίαρχα στοιχεία. Οι «εκτροχιασμοί» από τα καθιερωμένα του νεοφιλελεύθερου μοντέλου αποτελούσαν προσωρινά, έκτακτα μέτρα, δεν είχαμε μπει σε μια νέα εποχή κυριαρχίας των Κεϊνσιανών πολιτικών. 

Την ίδια στιγμή υπήρξε μια μείωση των ρυθμών αύξησης του διεθνούς εμπορίου και των διεθνών επενδύσεων, πράγμα που άνοιξε μια συζήτηση περί του τέλους του νεοφιλελευθερισμού και της αντιστροφής της παγκοσμιοποίησης. Τέτοιου είδους απόψεις όμως αποτελούσαν –και αποτελούν–βιαστικές και επιφανειακές εκτιμήσεις· ούτε οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές ούτε και η παγκοσμιοποίηση πρόκειται να εγκαταλειφθούν σαν κύριες τάσεις και σαν βασικά χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού συστήματος στην εποχή που βρισκόμαστε. 

… και στροφή σε Κεϊνσιανές αντιλήψεις

Όπως αναφέρθηκε στην αρχή, στις συνθήκες της κρίσης ένα μεγάλο τμήμα της κεντρο-Αριστεράς στράφηκε προς τις ιδέες του Κεϊνσιανισμού θεωρώντας που μπορούσε να αποτελέσει την απάντηση στην κρίση. 

Η ουσία του Κεϊνσιανισμού είναι η κρατική παρέμβαση στην οικονομία μέσα από την αύξηση των κρατικών δαπανών με στόχο την ενίσχυση των δημόσιων επενδύσεων, της δημόσιας κατανάλωσης και της συνολικής ζήτησης (η οποία αναφέρεται στην αγοραστική δύναμη του γενικού πληθυσμού) στην οικονομία. 

Ο Κεϊνσιανισμός δοκιμάστηκε αρχικά στις ΗΠΑ στη δεκαετία του ’30 και μετά –σε διεθνές επίπεδο, σαν το κυρίαρχο μοντέλο– στις πρώτες δεκαετίες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. 

Ενώ στην πρώτη φάση της εφαρμογής του, μεταπολεμικά, ο Κεϊνσιανισμός έδωσε ώθηση στις οικονομίες, τελικά τις οδήγησε σε «εξάρτηση» από διαρκείς ενέσεις δημόσιου χρήματος, με αποτέλεσμα την εκτός ελέγχου αύξηση των δημόσιων ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους. Το αποτέλεσμα ήταν η εμφάνιση του πληθωρισμού. 

Η άνοδος του πληθωρισμού συνδυάστηκε με την μεγάλη ύφεση του 1973-4 που αποτέλεσε καμπή στον μεταπολεμικό καπιταλισμό. Ήταν η εποχή του ψηλού πληθωρισμού και της ταυτόχρονης στασιμότητας/ύφεσης στην οικονομία. Αυτό ήταν το φαινόμενο του Στασιμοπληθωρισμού, ένα από τα βασικά οικονομικά χαρακτηριστικά της δεκαετίας του ’70. 

Τα αδιέξοδα του καπιταλισμού της δεκαετίας του ’70 σήμαναν το τέλος του Κεϊνσιανισμού και έδωσαν τη θέση τους στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού: των πολιτικών δηλαδή των μηδενικών δημόσιων ελλειμμάτων, του αυστηρού ελέγχου του δημόσιου χρέους (πάνω σ’ αυτή τη βάση η συνθήκη του Μάαστριχτ πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η ΕΕ, προνοούσε μάξιμουμ 60% του ΑΕΠ) των διαρκών επιθέσεων στο εργατικό εισόδημα και τα δικαιώματα με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας στη διεθνή αγορά, τις επιθέσεις στον δημόσιο τομέα με στόχο τη συρρίκνωσή του, την ιδιωτικοποίηση των πάντων ακόμα και των πιο στοιχειωδών κοινωνικών αγαθών, όπως το νερό, η Παιδεία και η Υγεία. 

Μετά την κρίση του 2008-9 οι κεντροαριστεροί οικονομολόγοι διεθνώς, με κύρια βάση τις ΗΠΑ και την αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος, κατάγγελλαν, σωστά, τον νεοφιλελευθερισμό σαν ένα αντιδραστικό οικονομικό μοντέλο που οδηγούσε σε τεράστιες ανισότητες, αντιλαϊκές πολιτικές και οικονομική κρίση. Σωστά εξηγούσαν ότι η διαρκής μείωση του εισοδήματος και του πλούτου που αναλογούσε στα εργατικά και λαϊκά στρώματα, θα υπόσκαπτε τελικά την σταθερότητα του καπιταλιστικού συστήματος. Σ’ όλα αυτά είχαν δίκαιο. Μη όντας ικανοί όμως να καταλήξουν σε επαναστατικά-αντικαπιταλιστικά συμπεράσματα και περιορίζοντας την κριτική τους στον νεοφιλελευθερισμό, επέστρεφαν στον Κεϊνσιανισμό (ή τον «νέο-Κεϊνσιανισμό», καθώς στις κλασσικές ιδέες του Τζον Μέιναρντ Κέινς της δεκαετίας του 1930 έκαναν κάποιες προσαρμογές).

Η Σύγχρονη Νομισματική Θεωρία (Modern Monetary Theory) 

Ένα πρόβλημα που είχαν να αντιμετωπίσουν οι Κεϊνσιανοί οικονομολόγοι όμως, ήταν ότι οι κρίσεις του 2007-9 και του 2020 είχαν ήδη εκτινάξει τα ελλείμματα και τα χρέη σε εξαιρετικά ψηλά επίπεδα. Πώς θα μπορούσε το κράτος να χρηματοδοτεί νέες δαπάνες όταν ήταν ήδη καταχρεωμένο, με τα χρέη και τα ελλείμματα ήδη εκτός ελέγχου; 

Έτσι πρόκυψε η «Σύγχρονη Νομισματική Θεωρία» – ΣΝΘ (στα αγγλικά, «Modern Monetary Theory»).

Σύμφωνα μ’ αυτήν, το δημόσιο χρέος και τα ελλείμματα του προϋπολογισμού δεν αποτελούσαν μεγάλο πρόβλημα, γιατί μπορούσαν να καλύπτονται μέσα από νέο δανεισμό που να εξοφλεί τον προηγούμενο κι έτσι να διαιωνίζεται μια κατάσταση ψηλού χρέους που να ανακυκλώνεται. Προϋπόθεση γι’ αυτό, σύμφωνα με τη ΣΝΘ, ήταν τα επιτόκια να παραμένουν χαμηλά, κοντά στο 0% όπως ήταν μέχρι το 2021 (μετά από 11 χρόνια διαρκών μειώσεων). Με βάση τα μηδενικά (ή ακόμα και αρνητικά) επιτόκια, μια χώρα όπως οι ΗΠΑ θα μπορούσε να εκδίδει διαρκώς νέο χρήμα το οποίο να διοχετεύεται στην οικονομία σαν δημόσιο χρέος. Το συνολικό δημόσιο χρέος θα μπορούσε έτσι να ανεβαίνει διαρκώς, αλλά να μην υπάρχει πρόβλημα γιατί με τα επιτόκια στο μηδέν το χρέος θα μπορούσε απλά να ανακυκλώνεται/ανατροφοδοτείται.

Η επανεμφάνιση του (στασιμο)πληθωρισμού 

Η επανεμφάνιση του πληθωρισμού, μετά από πάνω από 4 δεκαετίες, στη διάρκεια του 2021 και η περεταίρω ενίσχυσή του στη διάρκεια του 2022, ανέτρεψε όλη την αισιοδοξία των νέο-Κεϊνσιανών και των υποστηριχτών της ΣΝΘ. Έδειξε ότι αφήγημα των νέο-Κεϊνσιανών οικονομολόγων δεν είχε ρεαλιστική βάση στην πραγματική οικονομία. 

Ο ψηλός πληθωρισμός αποτελεί έναν αποσταθεροποιητικό παράγοντα για τα κέρδη του μεγάλου κεφαλαίου καθώς και για τη συνοχή, κοινωνικά και πολιτικά, του καπιταλισμού. Αποτελεί σύμπτωμα της αστάθειας του συστήματος αλλά στη συνέχεια, από τη στιγμή που εμφανιστεί, επιδρά με τρόπο που μεγεθύνει αυτή την αστάθεια. 

Είναι χαρακτηριστικά κάποια στοιχεία που αφορούν την εμπειρία από τη δεκαετία του 1970. Σε άρθρο της η αμερικανική οικονομική εφημερίδα Wall Street Journal, στις 17.06.2022, περιγράφει το τι σήμαινε για τους καπιταλιστές η εποχή του στασιμοπληθωρισμού της δεκαετίας του ’70:  

«… η βασανιστική περίοδος του στασιμοπληθωρισμού κράτησε από το 1966 μέχρι το 1982…

»Στις 9 Φλεβάρη του 1966 ο S&P 500  [σημ: ο πιο σημαντικός δείκτης του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης] έκλεισε στο ρεκόρ εκείνης της εποχής των 94,06 μονάδων. Πάνω από 16 χρόνια μετά, στις 12 Αυγούστου του 1982 ήταν στις 102,42 μονάδες… 

»Ναι, οι μετοχές πρόσφεραν ψηλά μερίσματα, που έφταναν σχεδόν το 6% μέσο όρο σε ετήσια βάση, όμως τα εξανέμιζε ολοκληρωτικά ο πληθωρισμός».  

Με άλλα λόγια η εποχή του στασιμοπληθωρισμού της δεκαετίας του ’70 ήταν εποχή καθίζησης των κερδών του κεφαλαίου. Ήταν, ταυτόχρονα, εποχή μεγάλης κοινωνικής αστάθειας και έξαρσης της ταξικής πάλης, καθώς με τον πληθωρισμό να κυμαίνεται σε 10-20% στις περισσότερες βιομηχανικές χώρες (στον 3ο κόσμο οι ρυθμοί ήταν πολύ πιο ψηλοί), οι εργαζόμενοι ήταν υποχρεωμένοι να παλεύουν διαρκώς για αυξήσεις στους μισθούς ώστε ο πληθωρισμός να μην τους κατατρώει το εισόδημα. 

Οι κυβερνήσεις των καπιταλιστών επεδίωκαν διαρκώς να διατηρούν τις αυξήσεις των μισθών και επιδομάτων κάτω του πληθωρισμού, έτσι ώστε να περιορίσουν τη «συνολική ζήτηση» για να μειώσουν σταδιακά τον πληθωρισμό. Τελικά πέρασαν σε πλήρη επίθεση, με πρωταγωνιστές τη Θάτσερ στη Βρετανία και τον Ρέιγκαν στις ΗΠΑ:  έριξαν τις οικονομίες σε ύφεση, φόρτωσαν την κρίση στους ώμους των εργαζομένων, μείωσαν το εργατικό εισόδημα, ώθησαν την ανεργία στα ύψη και διαλύσανε το κοινωνικό κράτος. Αυτός ήταν ο νεοφιλελευθερισμός που σταδιακά κυριάρχησε στη δεκαετία του ’80 και έγινε ο απόλυτος κυρίαρχος μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, στη δεκαετία του ’90. 

Το τέλος των νέο-Κεϊνσιανών αυταπατών 

Ο πληθωρισμός αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο ψηλότερο επίπεδο εδώ και πάνω από 40 χρόνια για τις ΗΠΑ και την ΕΕ και κυμαίνεται στο 10%. Οι καπιταλιστές και οι κυβερνήσεις τους δεν μπορούν να αφήσουν το «τέρας» να ξεφύγει από κάθε έλεγχο, είναι υποχρεωμένοι να πάρουν μέτρα. Αυτό σημαίνει: 

  • Να σταματήσουν την πολιτική του φθηνού χρήματος. Τα επιτόκια από 0% υπολογίζεται πως θα φτάσουν το 3-3,5% μέχρι το τέλος του χρόνου στις ΗΠΑ. Στην ΕΕ θα κινηθούν προς την ίδια κατεύθυνση με κάποια χρονοκαθυστέρηση. 
  • Να μειώσουν ακόμη περισσότερο τις κρατικές/δημόσιες δαπάνες και να προχωρήσουν σε ακόμα περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις, έτσι ώστε να περιορίσουν τα ελλείμματα και το χρέος που τροφοδοτούν τον πληθωρισμό. 
  • Να χτυπήσουν το εργατικό εισόδημα έτσι ώστε να μην οδηγεί σε ανακύκλωση των πληθωριστικών πιέσεων.
  • Ένας επιπλέον λόγος για τον οποίο θα εφαρμόσουν τις πολιτικές αυτές είναι για να κάνουν τις οικονομίες τους πιο ανταγωνιστικές στις διεθνείς αγορές. Η ύφεση, η κρίση, ο στασιμοπληθωρισμός, εντείνουν τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό σε διεθνές επίπεδο καθώς οι οικονομίες παραμένουν σε πολύ έντονο βαθμό «εξαγωγικά προσανατολισμένες», αφού το καπιταλιστικό σύστημα έχει σε μεγάλο βαθμό εξαντλήσει τα όρια του στις εθνικές αγορές. 

Συνοψίζοντας, μετά από την εφαρμογή κάποιων μέτρων Κεϊνσιανού χαρακτήρα στην κρίση του 2008-9 και μετά στη φάση της πανδημίας (όπως κρατικές παροχές σε ανέργους και σε επιχειρήσεις για να μην κλείσουν μέσα στα lock down) που ώθησαν τα ελλείμματα και τα χρέη σε νέα ύψη, έρχεται, αναγκαστικά για το καπιταλιστικό σύστημα, η επιστροφή σε νέα κύματα λιτότητας και νεοφιλελευθερισμού για να τιθασευτεί ο πληθωρισμός. 

Η νέα αυτή στροφή σε νεοφιλελεύθερα μέτρα, θα ωθήσει πολλές οικονομίες σε ύφεση, αυτό όμως για τον καπιταλισμό είναι το μικρότερο κακό σ’ αυτή τη συγκυρία. Γιατί αν αφήσει τον πληθωρισμό να τρέχει ανεξέλεγκτα, για να αποφύγει τον κίνδυνο μιας άμεσης ύφεσης, η «προσγείωση» θα έρθει αργότερα και θα είναι πολύ πιο απότομη και επώδυνη. 

Στη δεκαετία του ’80 η στροφή στον νεοφιλελευθερισμό είχε τον χαρακτήρα του δόγματος του σοκ – ήταν πολύ απότομη και πολύ οδυνηρή για τις οικονομίες και τις κοινωνίες. Στη σημερινή εποχή, στη διάρκεια των προηγούμενων χρόνων, ο νεοφιλελευθερισμός δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ. Απλά, στα γενικά πλαίσια του νεοφιλελεύθερου μοντέλου πάρθηκαν κάποια μέτρα Κεϊνσιανού χαρακτήρα για να απαλύνουν τις συνέπειες της κρίσης. Σήμερα αυτά τα Κεϊνσιανά μέτρα, ή καλύτερα, ημίμετρα, γιατί δεν είχαμε μπει ποτέ σε μια εποχή Κεϊνσιανισμού, σταδιακά εγκαταλείπονται. 

Βαθιά οργανική κρίση του συστήματος

Από τη σκοπιά των οικονομικών πολιτικών που μπορεί να εφαρμόσει το καπιταλιστικό σύστημα βρίσκεται μπροστά σε ένα σοβαρό αδιέξοδο. Ούτε ο νεοφιλελευθερισμός μπορεί να δώσει ώθηση στην παγκόσμια οικονομία, όπως είχε κάνει μετά τη δεκαετία του 1980, ούτε και ο Κεϊνσιανισμός, όπως είχε κάνει στις μεταπολεμικές δεκαετίες. 

Αυτό αντανακλάται ακόμα και στις προβλέψεις του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας (ΠΤ) που εκτιμούν πως η δεκαετία του 2020 θα είναι η δεκαετία με τους χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από την εποχή του 2ου Παγκόσμιου Πολέμου. Αυτή η εκτίμηση από το ΔΝΤ και την ΠΤ δεν έχει σχέση με τον πόλεμο στην Ουκρανία, ίσχυε από πριν από τον πόλεμο. 

Την ίδια στιγμή το κέντρο βάρους του παγκόσμιου καπιταλισμού μετακινείται από τη Δύση προς την Ανατολή, από τις ΗΠΑ και την ΕΕ στην Κίνα και την υπόλοιπη Ασία. Ο ανταγωνισμός ΗΠΑ και Κίνας για παγκόσμια κυριαρχία είναι μια διαδικασία που θα τραβήξει δεκαετίες και θα σημαίνει τεράστιες εντάσεις και αστάθεια και σε οικονομικό και σε γεωπολιτικό επίπεδο. 

Με άλλα λόγια η κρίση του συστήματος είναι γενικευμένη και πολύ βαθιά. Αυτό δεν σημαίνει όμως πως το σύστημα θα καταρρεύσει από μόνο του και στη θέση του θα γεννηθεί ένα εναλλακτικό οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο. Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί. Οι καπιταλιστές είναι ικανοί να καταστρέψουν τον πλανήτη, όπως δείχνουν έτοιμοι να κάνουν με το να θυσιάζουν το περιβάλλον για τα δικά τους οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα, αλλά δεν πρόκειται να επιτρέψουν οικειοθελώς να χάσουν την εξουσία, τα συμφέροντα και τα κέρδη τους. 

Η δημιουργία νέων μαζικών αριστερών σχηματισμών/φορέων που να είναι αποφασισμένοι να παλέψουν για την ανατροπή του καπιταλισμού και το χτίσιμο μιας εναλλακτικής κοινωνίας, στηριγμένης στην ισότητα, την κατάργηση της εκμετάλλευσης, της δημοκρατίας και ελευθερίας, είναι ο μόνος τρόπος για να γίνουν αυτά πραγματικότητα· και είναι το πιο σημαντικό, μεγάλο και ομολογουμένως δύσκολο καθήκον με το οποίο είμαστε αντιμέτωποι. 

7,127ΥποστηρικτέςΚάντε Like
593ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,113ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
394ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής