Κρίση των οπιοειδών: άλλη μια ξεκάθαρη απόδειξη της αποτυχίας του αμερικανικού καπιταλισμού

Ο αμερικανικός καπιταλισμός βρίσκεται αντιμέτωπος με μια σειρά κρίσεων: την κατάσταση στην οικονομία, την απειλή της παγκόσμιας κυριαρχίας του, πολιτική αναταραχή και στα δύο καθεστωτικά κόμματα κ.λπ. Υπάρχει όμως και μια άλλη μεγάλη κρίση, για την οποία γίνεται πολύ λιγότερη συζήτηση. Η κρίση των οπιοειδών, η οποία έχει χαρακτηριστεί «επιδημία», καθώς 3 εκατομμύρια Αμερικάνοι, περίπου το 1% του συνολικού πληθυσμού, είναι εθισμένοι σε οπιοειδή φάρμακα ή άλλες εξαρτησιογόνες ουσίες. 

Το ποσοστό αυτό είναι τεράστιο. Για να γίνει ευκολότερα αντιληπτό το μέγεθος του προβλήματος, το ποσοστό αυτό είναι 3 φορές υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ε.Ε. Παράλληλα, σχεδόν μισό εκατομμύριο Αμερικάνοι βρίσκονται στη φυλακή για αδικήματα που σχετίζονται με παράνομες ουσίες.

Τα στοιχεία για τα περιστατικά θανάτων από υπερβολική δόση εξαρτησιογόνων ουσιών στις ΗΠΑ είναι ακόμη πιο συγκλονιστικά. Το 2000, ο αριθμός των ανθρώπων που πέθαναν από υπερβολική δόση ήταν μικρότερος από 10.000. Μέχρι το 2017 ο αριθμός αυτός αυξήθηκε σε 47.000. Πέρυσι, δηλαδή το 2021, έσπασε το όριο των 100.000!

Το 2020 στις ΗΠΑ, 45.222 άνθρωποι πέθαναν από τραύματα που σχετίζονται με χρήση πυροβόλων όπλων και 42.915 άνθρωποι πέθαναν σε τροχαία ατυχήματα. Αν προσθέσουμε τα δύο αυτά νούμερα, οι θάνατοι αυτοί εξακολουθούν να είναι λιγότεροι από τους 108.000 θανάτους από υπερβολική δόση το 2021…

Το 2018, το ποσοστό των θανάτων από υπερβολική δόση ναρκωτικών* ανά εκατομμύριο στις ΗΠΑ ήταν πάνω από εννέα φορές μεγαλύτερο από το αντίστοιχο ποσοστό στην ΕΕ. Σήμερα, είναι σχεδόν 20 φορές υψηλότερο!

Τα οπιοειδή καταστρέφουν τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων, σκοτώνοντας δεκάδες χιλιάδες, σε ποσοστά πολύ μεγαλύτερα από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα του πλανήτη. Πώς έφτασαν οι ΗΠΑ σε αυτό το σημείο;

Ο «πόλεμος κατά των ναρκωτικών»

Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί, πώς φτάσαμε σε αυτήν την κατάσταση, 50 χρόνια σχεδόν μετά την κήρυξη του «πολέμου κατά των ναρκωτικών» στις ΗΠΑ. Στην πραγματικότητα, η πολιτική του αμερικάνικου κατεστημένου κατά των ναρκωτικών ήταν μια από τις πιο ηχηρές και καταστροφικές αποτυχίες στην ιστορία τους.

Ας δούμε πώς ξεκίνησαν όλα αυτά.

Η μαζική χρήση οπιοειδών ξεκίνησε στις ΗΠΑ με τη μορφίνη, μετά τον αμερικάνικο εμφύλιο πόλεμο. Η μορφίνη χρησιμοποιήθηκε για τη θεραπεία των στρατιωτών, κάτι που οδήγησε σε μαζικό εθισμό σε αυτήν. Οι άνθρωποι συνήθιζαν να την αποκαλούν «το φάρμακο του Θεού».

Το 1895, η Bayer πατεντάρισε την ηρωίνη ως μια «λιγότερο εθιστική» εναλλακτική λύση για τη μορφίνη. Πωλούνταν στα φαρμακεία χωρίς ιατρική συνταγή για τη θεραπεία του βήχα, της διάρροιας, της «υστερίας» των γυναικών (…),  και πρακτικά για τα πάντα. Η ηρωίνη ξεπέρασε γρήγορα τη μορφίνη σε αριθμό εθισμένων σε αυτήν ανθρώπων. 

Το 1924, αφού οδήγησε σε μαζικό εθισμό, απαγορεύτηκε. Η απαγόρευση αυτή συνέβη την εποχή της ποτοαπαγόρευσης, κατά την οποία οι νόμοι των πολιτειών των ΗΠΑ έγιναν πιο επιθετικοί απέναντι στα ποτά και τα ναρκωτικά.

Μετά από τόσα χρόνια εφαρμογής αυτών των νόμων, η απαγόρευση της παραγωγής και χρήσης ναρκωτικών δεν κατάφερε να εξαλείψει το πρόβλημα. Τον Ιούνιο του 1971, ο πρόεδρος Νίξον σε μια συνέντευξη τύπου δήλωσε:

«Ο υπ’ αριθμόν ένα δημόσιος κίνδυνος της Αμερικής στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών είναι η χρήση ναρκωτικών. Προκειμένου να καταπολεμηθεί και να ηττηθεί αυτός ο εχθρός, είναι απαραίτητο να διεξαχθεί μια νέα, ολομέτωπη επίθεση. Ζήτησα από το Κογκρέσο να παράσχει τη νομοθετική εξουσία και τα κονδύλια για να στηρίξει αυτού του είδους την επίθεση».

Έτσι, κηρύχθηκε ο «πόλεμος κατά των ναρκωτικών». Ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής για να επιτρέψει στον αμερικανικό στρατό να επεμβαίνει σε άλλες χώρες, ιδίως στη Λατινική Αμερική και την Ασία, με το πρόσχημα ότι προσπαθεί να ελέγξει την παραγωγή ναρκωτικών. Χρησιμοποιήθηκε όμως και για να δικαιολογήσει την κρατική καταστολή απέναντι στον «εσωτερικό εχθρό» του αμερικάνικου καπιταλισμού, τα κινήματα, την Αριστερά και τις φυλετικές/εθνικές μειονότητες. 

Όπως δήλωσε απροκάλυπτα ο Τζον Έρλιχμαν, κορυφαίος σύμβουλος του Νίξον,

«Η προεκλογική εκστρατεία του Νίξον το 1968 και ο Λευκός Οίκος υπό τον Νίξον στη συνέχεια, είχαν δύο εχθρούς: την αντιπολεμική αριστερά και τους μαύρους. Καταλαβαίνετε τι λέω; Γνωρίζαμε ότι δεν μπορούσαμε να ποινικοποιήσουμε είτε το να είσαι κατά του πολέμου είτε το να είσαι μαύρος, αλλά κάνοντας την κοινωνία να συνδέσει τους χίπηδες με τη μαριχουάνα και τους μαύρους με την ηρωίνη και στη συνέχεια ποινικοποιώντας αυτά τα δύο, θα μπορούσαμε να κινηθούμε ενάντια σε αυτές τις ομάδες. Θα μπορούσαμε να συλλαμβάνουμε τους ηγέτες τους, να κάνουμε έφοδο στα σπίτια τους, να διαλύουμε τις συναντήσεις τους και να τους διασύρουμε κάθε βράδυ στις ειδήσεις. Ξέραμε ότι λέγαμε ψέματα για τα ναρκωτικά; Φυσικά και το ξέραμε.»

Ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών υπολογίζεται ότι κόστισε συνολικά 1 τρισεκατομμύριο δολάρια! Ας φανταστεί κανείς το τι θα σήμαινε αν αυτά τα χρήματα κατευθύνονταν σε κοινωνικές πολιτικές για τους φτωχούς και τους κατατρεγμένους. Θα μπορούσαν να βελτιώσουν τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων!

Ενώ η πολιτική των ΗΠΑ για τα ναρκωτικά βοήθησε στην προώθηση των συμφερόντων του συστήματος στο εσωτερικό και εκτός των συνόρων τους, απέτυχε πλήρως να αντιμετωπίσει οποιονδήποτε από τους διακηρυγμένους στόχους της. Η παγκόσμια παραγωγή, διακίνηση και κατανάλωση ναρκωτικών συνολικά δεν έχει μειωθεί. Αντίθετα, νέα οπιοειδή δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για μια νέα κρίση.

Το αμερικανικό κατεστημένο άρχισε να εγκαταλείπει το δόγμα του πολέμου κατά των ναρκωτικών πριν από περίπου μια δεκαετία, όταν η κυβέρνηση Ομπάμα άρχισε να αλλάζει την πολιτική απέναντί τους. Παρακάτω θα δούμε με τι το αντικατέστησε.

Νέα ναρκωτικά στο προσκήνιο

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές της δεκαετίας του ’90, κομμάτια του κεφαλαίου έψαχναν να βρουν τρόπους να βγάλουν «νόμιμα» κέρδη από τα οπιοειδή. Αυτό ήταν δύσκολο, δεδομένης της επικρατούσας πολιτικής του πολέμου κατά των ναρκωτικών που είχε βάλει στο στόχαστρο το όπιο, και της εμπειρίας του μαζικού εθισμού κατά τις περιόδους που η μορφίνη και η ηρωίνη ήταν νόμιμες. 

Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, ένα νέο φάρμακο για τον πόνο, το Οξικοντίν (OxyContin), θα άλλαζε το τοπίο. Το οξικοντίν είναι ένα οπιοειδές παυσίπονο που συνταγογραφείται για την αντιμετώπιση μετρίων έως σοβαρών πόνων. Η Perdue Pharma, παραγωγός του Oξικοντίν, απευθύνθηκε στους γιατρούς και με πολυτελή συνέδρια και «παροχές», έπεισε πολλούς από αυτούς να συνταγογραφούν μανιωδώς το νέο αυτό φάρμακο. Στη συνέχεια, το φάρμακο αυτό δημιούργησε μια στρατιά εθισμένων ασθενών. Οι Σάκλερς (Shacklers), η οικογένεια που βρίσκεται πίσω από το Oξικοντίν και την Perdue Pharma, αποκόμισε τεράστια κέρδη από την νέα κρίση στην υγεία που η ίδια δημιούργησε. Η μαζική συνταγογράφηση του Οξικοντίν είχε σαν αποτέλεσμα να καταστραφούν εκατομμύρια άνθρωποι.

Η αλματώδης άνοδος των εθισμένων στο Οξικοντίν, παράλληλα τροφοδότησε και την παράνομη αγορά ναρκωτικών. Οι άνθρωποι που χάνουν την πρόσβαση στο σύστημα υγείας ή δεν ανήκουν στην κατηγορία όσων δικαιούνται να πάρουν Οξικοντίν, στρέφονται στη μαύρη αγορά είτε παράνομων χαπιών Οξικοντίν είτε άλλων οπιοειδών όπως η ηρωίνη, η οποία είναι και φθηνότερη. Στις χειρότερες περιπτώσεις, οι εξαρτημένοι στρέφονται σε ένα νέο συνθετικό φάρμακο που ονομάζεται φαιντανύλη (Fentanyl). Η φαιντανύλη είναι ένα φτηνό συνθετικό οπιοειδές που είναι έως και 50 φορές ισχυρότερο από την ηρωίνη και 100 φορές ισχυρότερο από τη μορφίνη. Η φαιντανύλη και άλλα συνθετικά οπιοειδή ανιχνεύθηκαν στο 73% των θανάτων από υπερβολική δόση το 2021.

Αυτή η νέα στροφή στα οπιοειδή δημιούργησε τελικά αντιδράσεις για την Perdue Pharma, η οποία σε κάποια στιγμή βρέθηκε με 1.600 δικαστικές υποθέσεις εναντίον της. Ορισμένες από αυτές αποκάλυψαν εσωτερικά έγγραφα, τα οποία η εταιρεία προσπάθησε να αποκρύψει από την κοινωνία. Σε ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του 2001, ένας ανώτερος υπάλληλος έγραψε:

«Οι εθισμένοι [στο Oξικοντίν] δεν είναι τα θύματα, είναι οι θύτες».

Τελικά, η Purdue Pharma κήρυξε πτώχευση με τη δέσμευση να πληρώσει 6 δισεκατομμύρια δολάρια και να μην παράγει ποτέ ξανά οπιοειδή φάρμακα, με αντάλλαγμα την ασυλία για την οικογένεια Σάκλερς. Όμως οι Σάκλερς είναι μία από τις πλουσιότερες οικογένειες της Αμερικής και έχουν βγάλει περισσότερα από 10 δισεκατομμύρια δολάρια από την Purdue Pharma. Όχι μόνο θα έπρεπε να δημευθεί ο τεράστιος πλούτος τους, αλλά και οι ίδιοι να καταδικαστούν βαριά και να κλειστούν στη φυλακή!

Όπως και να έχει, η ζημιά που έγινε είναι ακόμα εδώ, με εκατομμύρια ανθρώπους εθισμένους και δεκάδες χιλιάδες να πεθαίνουν…

Από έναν αποτυχημένο πόλεμο σε μια αποτυχημένη «ειρήνη»

Συνοψίζοντας, ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών απέτυχε ως προς τους στόχους που το ίδιο το σύστημα είχε θέσει και αποτέλεσε καταστροφή για τα λαϊκά στρώματα. Το κατεστημένο, γνωρίζοντας πως πλέον δεν μπορεί να κρύψει αυτήν την αποτυχία του, έκανε μια νέα στροφή στην πολιτική του. Ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών εγκαταλείφθηκε και στη θέση του κυριάρχησε η πολιτική της «μείωσης της βλάβης», που έχουν υιοθετήσει όλες οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες παγκόσμια.

Η πολιτική της μείωσης της βλάβης σημαίνει ότι ο κεντρικός στόχος της πολιτικής για τα ναρκωτικά δεν είναι πλέον η επίλυση του προβλήματος των ναρκωτικών (με τη μείωση ή την εξάλειψη της παραγωγής και της χρήσης τους), αλλά η μείωση των πιο δυσμενών συνεπειών του.

Αυτή η πολιτική συμβαδίζει με την «ιατρικοποίηση» του προβλήματος των ναρκωτικών. Αντί να μελετηθούν οι κοινωνικές ρίζες του προβλήματος της εξάρτησης, υπάρχει μια αυξανόμενη τάση να θεωρείται η εξάρτηση από τα ναρκωτικά «ασθένεια». Οι υποστηρικτές αυτής της πολιτικής χαρακτηρίζουν τον εθισμό ως «χρόνια υποτροπιάζουσα νόσο». 

Αν και δεν υπάρχει χώρος σε αυτό το άρθρο για να αναλυθεί αυτό το ζήτημα σε βάθος, αξίζει να αναφερθεί ότι αν και οι εξαρτησιογόνες ουσίες υπάρχουν εδώ και αιώνες, το φαινόμενο του μαζικού εθισμού είναι χαρακτηριστικό των καπιταλιστικών κοινωνιών. Και ενώ σίγουρα υπάρχουν ευάλωτα σημεία στις προσωπικότητες των εξαρτημένων ατόμων που τους οδηγούν στην εξάρτηση, και αυτά θα πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά τη διαδικασία της θεραπείας, το να εστιάζουμε αποκλειστικά σε αυτήν την πτυχή και να αφήνουμε απ’ έξω τους κοινωνικούς παράγοντες που πυροδοτούν αυτά τα ευάλωτα σημεία, είναι σαν να κοιτάμε το δέντρο και να χάνουμε το δάσος.

Έτσι, η πολιτική για τα ναρκωτικά έχει στραφεί στο άτομο, με στόχο την άμβλυνση των πιο δραματικών συνεπειών των εξαρτήσεων. Η «στροφή στο άτομο» στο θέμα των ναρκωτικών είναι εξάλλου μέρος της γενικής πολιτικής της «ατομικής ευθύνης» που προτάσσουν οι καπιταλιστικές κυβερνήσεις ως λύση σε κάθε πρόβλημα. Ακριβώς όπως και στην κλιματική κρίση, το κατεστημένο θέλει να μας κάνει να πιστέψουμε ότι το πρόβλημα θα λυθεί αν εμείς ως άτομα αλλάξουμε τις συνήθειές μας (αντί να ασχολούμαστε με τις εγκληματικές ευθύνες των μεγάλων εταιρειών και των κρατών), έτσι και σε αυτή την περίπτωση το βάρος πέφτει στους εξαρτημένους, οι οποίοι ατομικά πρέπει να βρουν έναν τρόπο να αντιμετωπίσουν το «δικό τους» πρόβλημα (βγάζοντας έτσι το σύστημα από το στόχαστρο).

Το πρακτικό αποτέλεσμα αυτής της προσέγγισης είναι ότι η πολιτική για τα ναρκωτικά αποδέχεται τον εθισμό στις ουσίες ως μια αμετάβλητη πραγματικότητα και υιοθετεί μέτρα όπως για παράδειγμα την παροχή φαρμάκων που αναστρέφουν την υπερβολική δόση, την παροχή καθαρών συριγγών για την αποφυγή μολύνσεων, την παροχή υποκαταστάτων (όπως η μεθαδόνη και η βουπρενορφίνη) προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο εθισμός στα οπιοειδή φάρμακα, κ.λπ.

Για να πούμε το προφανές, κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα διαφωνούσε με τις προσπάθειες μείωσης της βλάβης που προκαλεί ο εθισμός στα ναρκωτικά. Το πρόβλημα προκύπτει όταν αυτό είναι το μόνο στο οποίο στοχεύει η πολιτική για τα ναρκωτικά, χωρίς να αντιμετωπίζει τις βαθύτερες αιτίες του προβλήματος. Με αυτόν τον τρόπο, ο εθισμός στα ναρκωτικά θα αναπαράγεται διαρκώς, αν και σε ένα πιο «ελεγχόμενο» περιβάλλον. Οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να γίνονται φαντάσματα του εαυτού τους και θα συνεχίσουν να πεθαίνουν, αλλά το κράτος θα τους παρουσιάζεται με ένα πιο φιλικό πρόσωπο. Αυτή η πολιτική δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή! Το ακόμα πιο εξοργιστικό στοιχείο αυτής της πολιτικής, είναι ότι οι υποστηρικτές της είναι αυτοί που ευθύνονται για το πρόβλημα εξ’ αρχής!

Ο μαζικός εθισμός στις ουσίες ως κοινωνικό πρόβλημα σχετίζεται σαφώς με την ανάγκη των ανθρώπων να ξεφύγουν από την πραγματικότητα. Όλες οι επιδημίες οπιοειδών συνδέονται με τη φρίκη της εκμετάλλευσης, του πολέμου, της αποξένωσης. Το να ακούμε τους εκπροσώπους του καπιταλιστικού συστήματος, που ευθύνονται για αυτές τις φρικαλεότητες, να λένε ότι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να μειώσουμε τη ζημιά, μόνο θυμό μπορεί να μας προκαλέσει! Παρομοίως, κανείς δεν θα πει όχι στην παροχή βοήθειας στα πεινασμένα παιδιά στην Αφρική. Αλλά όταν αυτή η «παρηγοριά» υποστηρίζεται από εκείνους που επιβάλλουν την πείνα μέσω της ιμπεριαλιστικής τους εκμετάλλευσης, είναι μια ξεκάθαρη υποκρισία!

Επιπλέον, αν η εξάρτηση από τα ναρκωτικά δεν είναι κοινωνικό αλλά ιατρικό πρόβλημα, μια χρόνια υποτροπιάζουσα νόσος, πώς μπορεί κάποιος να εξηγήσει τις τεράστιες διαφορές μεταξύ χωρών, φυλών και τάξεων; Υπάρχουν αρκετές μελέτες [1], [2], [3], [4], [5] οι οποίες τεκμηριώνουν ότι η κατάχρηση οπιοειδών συνδέεται με κοινωνικούς παράγοντες, όπως η φτώχεια, η ανεργία, η αποβιομηχάνιση κ.λπ.

Η πολιτική μείωσης της βλάβης/ιατρικοποίησης θα είναι εξίσου αποτυχημένη με εκείνη του πολέμου κατά των ναρκωτικών, καθώς αποσκοπεί μόνο στο να σώσει το προφίλ του καπιταλιστικού συστήματος και όχι στην επίλυση του προβλήματος.

Να παλέψουμε ενάντια στο σύστημα που τροφοδοτεί τις εξαρτήσεις

Μια ένδειξη αυτής της πολιτικής στροφής είναι το πρόσφατο (1 Μαρτίου 2022) δελτίο τύπου για την κρίση των οπιοειδών από τον Λευκό Οίκο. Σε αυτό, ενώ είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει καμία υποχώρηση στα σχέδια για «σταυροφορίες» σε χώρες της Λατινικής Αμερικής με το πρόσχημα της «καταπολέμησης της διακίνησης ναρκωτικών», η έμφαση στη μείωση της βλάβης είναι σαφής. Αξίζει να σημειωθεί ότι η μόνη μέθοδος θεραπείας που αναφέρεται στο δελτίο τύπου αφορά στη χρήση υποκαταστάτων (μεθαδόνη και βουπρενορφίνη), ενώ όλες οι άλλες μέθοδοι θεραπείας απουσιάζουν (υπάρχει πληθώρα μεθόδων θεραπείας και μερικές από τις οποίες βασίζονται στην αποχή από κάθε είδους υποκατάστατο – τα λεγόμενα «στεγνά» θεραπευτικά προγράμματα). Σε ολόκληρο το δελτίο τύπου, δεν υπάρχει ούτε μία αναφορά στην προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος των εξαρτήσεων!

Σε ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 4 Ιανουαρίου του 2022, η Νόρα Βόλκοφ (Nora Volkow), η οποία είναι η διευθύντρια του Εθνικού Ινστιτούτου για τη Χρήση Ναρκωτικών (ένα ίδρυμα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης) φτάνει στο σημείο να παρομοιάζει την εξάρτηση από τα ναρκωτικά με «αυτοάνοσο νόσημα»! 

Το άρθρο γράφτηκε για να υποστηρίξει ότι ο στόχος της πολιτικής για τα ναρκωτικά είναι «να προσφέρουμε (στους χρήστες) υποστήριξη για να βοηθήσουμε στην πρόληψη των πιο δυσμενών συνεπειών του εθισμού». Αυτές οι διατυπώσεις αποσκοπούν προφανώς στο να δημιουργήσουν στην κοινωνία την αντίληψη ότι το πρόβλημα της εξάρτησης δεν μπορεί να λυθεί, αλλά μπορεί να αντιμετωπιστεί «καλύτερα».

Δεν μπορεί παρά να προκαλέσει οργή το γεγονός ότι οι ίδιοι άνθρωποι που οι πολιτικές τους δημιουργούν τις κοινωνικές συνθήκες που οδηγούν στις εξαρτήσεις, αδιαφορούν πλήρως για την επίλυση ενός προβλήματος που οι ίδιοι δημιούργησαν. Όμως, στο πλαίσιο του καπιταλισμού, κάτι τέτοιο είναι αναπόφευκτο. Έτσι λειτουργούν τα πράγματα σε αυτό το σύστημα.

Τα κοινωνικά κινήματα, τα συνδικάτα, η Αριστερά και οι ίδιοι οι χρήστες, πρέπει να σταθούν ενάντια σε αυτές τις πολιτικές. Ενώ αγωνιζόμαστε για κάθε είδους βελτίωση στη ζωή των εξαρτημένων, των οικογενειών και των περιοχών που μένουν, θα πρέπει επίσης να αγωνιστούμε για να ανατραπεί αυτό το σύστημα εκμετάλλευσης και αποξένωσης, το οποίο δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μαζική εξάρτηση και (νόμιμα ή παράνομα) δίκτυα που εκμεταλλεύονται τον ανθρώπινο πόνο για να βγάλουν κέρδος.


[1] Ορισμένοι κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες, όπως η φτώχεια, συσχετίζονται με τη χρήση οπιοειδών. Σχεδόν το 6% των ατόμων που ζουν σε συνθήκες φτώχειας (5,9%, 2,388 εκατομμύρια άνθρωποι) έκαναν χρήση οπιοειδών το 2017. Το ποσοστό των ατόμων που βρίσκονται μεταξύ του ορίου φτώχειας και του διπλάσιου αυτού του ορίου και έκαναν χρήση ήταν 4,8%, ενώ μόλις το 3,9% μεταξύ των πιο εύπορων ήταν χρήστες. Πηγή: ncbi.nlm.nih.gov: Epidemiology of the U.S. opioid crisis: the importance of the vector
[2] Σύμφωνα με ανάλυση στοιχείων από συνολικά 96.099 άστεγους και 2.869.230 άτομα με χαμηλό εισόδημα, τα άστεγα άτομα είχαν σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο υπερβολικής δόσης από οπιοειδή. Πηγή: pubmed.ncbi.nlm.nih.gov: Association between homelessness and opioid overdose and opioid-related hospital admissions/emergency department visits
[3] Μια νέα μελέτη αποκαλύπτει μια σχέση μεταξύ της φτώχειας και της νοσηλείας, των επισκέψεων στα τμήματα επειγόντων περιστατικών και των θανάτων που σχετίζονται με τα οπιοειδή στον Καναδά. Από το 2000 έως το 2017, οι φτωχότεροι κάτοικοι του Καναδά είχαν 3,8 φορές περισσότερες πιθανότητες να πεθάνουν από αιτίες που σχετίζονται με τα οπιοειδή από ό,τι οι πλουσιότεροι κάτοικοι του Καναδά. Πηγή: uwaterloo.ca: Low-income Canadians are nearly four times more likely to die from opioids than the rich
[4] Οι Λατίνοι που έκαναν χρήση ηρωίνης είχαν μόνο 75% πιθανότητες να ολοκληρώσουν ένα θεραπευτικό πρόγραμμα σε σχέση με τους λευκούς Αμερικάνους (Mennis & Stahler, 2016). Αντίστοιχα, οι μαύροι Αμερικάνοι είχαν 69% πιθανότητες να ολοκληρώσουν θεραπεία για χρήση ουσιών σε σχέση με τους λευκούς Αμερικανούς (Mennis & Stahler, 2016). Πηγή: ncbi.nlm.nih.gov: Blacks And Hispanics Are Less Likely Than Whites To Complete Addiction Treatment, Largely Due To Socioeconomic Factors
[5] Στην κοιλάδα Monongahela της Πενσυλβάνια, που κάποτε ήταν παγκόσμιο κέντρο παραγωγής χάλυβα, υπήρξε μαζική απώλεια θέσεων εργασίας, κατοίκων και επιχειρήσεων από τότε που ξέσπασε κρίση στη μεταποίηση στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ενώ πιο πρόσφατα, σημειώθηκε δραματική αύξηση των θανάτων από ναρκωτικά. Ενώ η προσοχή των τοπικών και εθνικών μέσων ενημέρωσης στους πρόσφατους θανάτους από υπερβολική δόση επικεντρώθηκε σε περιοχές των προαστίων και θύματα της μεσαίας τάξης, η συγκεκριμένη μελέτη επικεντρώνεται αντίθετα στην υποβαθμισμένη πόλη Μακ Κίσπορτ (McKeesport), στην Πενσυλβάνια. […] Οι ερωτηθέντες που κλήθηκαν να εξηγήσουν τη γεωγραφική συγκέντρωση θανάτων από υπερβολική δόση στο Μακ Κίσπορτ και γύρω από αυτό, αναφέρθηκαν στην απελπισία που υπάρχει στους ανθρώπους της περιοχής και στην έλλειψη ευκαιριών ως παράγοντες που οδηγούν στη χρήση ηρωίνης, ενώ πολλοί πρότειναν ρητά την ανάγκη για περισσότερες θέσεις εργασίας και νέων επενδύσεων στην κοινότητα για τη μείωση των θανάτων. Πηγή: ncbi.nlm.nih.gov: “There’s nothing here”: Deindustrialization as risk environment for overdose
*Ο όρος ναρκωτικά δεν χρησιμοποιείται πια από την επιστημονική κοινότητα καθώς έχει κριθεί ανακριβής (οι εξαρτησιογόνες ουσίες δεν ναρκώνουν απαραίτητα τον χρήστη τους). Ο όρος που χρησιμοποιείται περισσότερο είναι «εξαρτησιογόνες ουσίες». Παρόλα αυτά, για τις ανάγκες αυτού του άρθρου χρησιμοποιούμε κάποιες φορές και τον όρο ναρκωτικά για λόγους ευκολίας.
7,137ΥποστηρικτέςΚάντε Like
593ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,109ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
404ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής