Kρίση στην Τσετσενία: Σοκ και δέος…


Της Χριστίνας Ζιάκκα

Μπεσλάν 4/9/2004: Περισσότεροι από 340 νεκροί, εκατοντάδες τραυματίες, αμέτρητη οργή, εικόνες φρίκης…

Μετά από: 

– 10 χρόνια πολεμικών επιχειρήσεων στην Τσετσενία

– 7 χρόνια ρώσικης στρατιωτικής κατοχής

– 150.000 νεκρούς Τσετσένους και 40.000 δολοφονίες παιδιών Τσετσένων από τους εισβολείς

– την καταστροφή όλων των βασικών τσετσενικών πόλεων 

– την απόπειρα να καθυποταχθεί ο τσετσένικος πληθυσμός μέσα από την στημένη εκλογή φιλορώσικων μετριοπαθών κυβερνήσεων (όπως του Καντίροφ που εκλέγηκε τον Οκτώβρη του 2003 για να δολοφονηθεί τον Μάη του 2004)

Οι Ρώσοι εργαζόμενοι αισθάνονται περισσότερο ανασφαλείς και οργισμένοι από ποτέ. Οι τσετσένικες μάζες αρνούνται τη ρώσικη εθνική καταπίεση και ποθούν την αυτοδιάθεση τους περισσότερο από ποτέ. Και στην ηγεσία των τσετσένικων αυτονομιστικών/αποσχιστικών δυνάμεων βρίσκονται ανεπιστρεπτί οι πιο αντιδραστικές φανατικές ισλαμιστικές φωνές.

Όσο για τους «πολιτισμένους» καπιταλιστές της Δύσης, πάντα αλλά και τώρα, το τσετσένικο αποτελούσε ένα εσωτερικό πρόβλημα της Ρωσίας, με άσχημες λεπτομέρειες. Ενώ ο Πούτιν άξιζε της υποστήριξης τους. Το Μπεσλάν τους έσπρωξε σε μερικά κροκοδείλια δάκρυα, και σε κάποιες μικρές απόπειρες αποστασιοποίησης από την πολιτική Πούτιν.

"Διεθνής τρομοκρατία και η Διεθνής των υποκριτών"

Ο Μπλερ και ο Μπους βιάστηκαν να βάλουν τίτλο στα γεγονότα του Μπεσλάν «η Ρώσικη 11η Σεπτέμβρη», για να δικαιολογήσουν τον διαρκή πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία, να κρύψουν τα δικά τους αδιέξοδα και να εξαργυρώσουν λίγη δημοφιλία μπροστά στις προεκλογικές προκλήσεις τους. Μετά την 11η του Σεπτέμβρη ο Πούτιν, απολάμβανε την πλήρη ασυλία της Δύσης.

Μια ολόκληρη γενιά Τσετσένων, εκπαιδεύτηκε, εγκαταλελειμμένη από τη διεθνή κοινή γνώμη, ότι διεξάγει έναν «ιερό πόλεμο» για την ανεξαρτησία της περιοχής τους. Τα πιο σκληροπυρηνικά ισλαμικά γκρουπ κέρδιζαν έδαφος απέναντι στην απίστευτη βαρβαρότητα του ρωσικού στρατού κατοχής. Αυτό ήταν αναπόφευκτο μέσα στις γενικές συνθήκες ανάπτυξης του ισλαμικού φονταμενταλισμού διεθνώς, τα τελευταία 15-20 χρόνια.

Η τσετσένικη σύγκρουση αποτελεί μέρος της άνθισης του εθνικισμού και της αστάθειας στις περιοχές του Καυκάσου. Από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το ’91, η ρωσική αστική τάξη και οι κυβερνήσεις της, προσπαθούν να διατηρήσουν την ενότητα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, καταπιέζοντας εθνικά και καταστέλλοντας ωμά, κυνικά και βάρβαρα κάθε αίτημα για αυτοδιάθεση που προέρχεται από τις μικρές εθνότητες που ανήκουν στην Ομοσπονδία. Οι συγκρούσεις και η αστάθεια έχουν γίνει ενδημικό φαινόμενο στο βόρειο και νότιο Καύκασο.

Έτσι συνεχίζει να αντιστέκεται βάρβαρα στην ανεξαρτησία της Τσετσενίας. Την ίδια ώρα προσπαθεί να αποσταθεροποιήσει γειτονικές χώρες, που παλιά ανήκανε στην ΕΣΣΔ και σήμερα είναι ανεξάρτητες, υποστηρίζοντας αποσχιστικά κινήματα όπως στην Αμπχαζία και τη νότια Οσετία, που αποτελούν περιφέρειες της Γεωργίας. Μάλιστα το 1992 ο Σαμίλ Μπασάγιεφ, ηγέτης αυτών που κατέλαβαν το σχολείο στο Μπεσλάν, ήταν ένας από τους Τσετσένους εθελοντές που είχε στρατολογήσει η Ρώσικη κυβέρνηση για να στηρίξει το αποσχιστικό κίνημα στην Αμπχαζία.

Και ο Πούτιν;

Η οργή των Ρώσων εργαζομένων για το Μπεσλάν, δημιουργεί τον πραγματικό κίνδυνο ενίσχυσης του Ρώσικου εθνικισμού απέναντι στους Τσετσένους που ζουν σε Ρωσικές πόλεις. Και την ίδια ώρα ενισχύει τις φωνές που απαιτούν άμεσα και σκληρά μέτρα. Αλλά παράλληλα ενισχύεται η απελπισία, η ανασφάλεια και η αίσθηση ότι ο Πούτιν τους κοροϊδεύει.

Ο θυμός των Ρώσων εργαζομένων που υπομένουν περικοπές στα κοινωνικά επιδόματα (π.χ. ενοικίου), στις συντάξεις, και στις δημόσιες συγκοινωνίες, μεγαλώνει. Κανένας από τα εκατομμύρια των νεό-φτωχων Ρώσων εργαζομένων δεν αισθάνεται ότι τον αφορούν οι κενές περιεχομένου δηλώσεις του Πούτιν ότι θα διπλασιαστεί το ΑΕΠ της χώρας μέσα στα επόμενα χρόνια.

Αργά ή γρήγορα τα οικονομικά και τα κοινωνικά αδιέξοδα για εκατομμύρια Ρώσους εργαζόμενους θα συνδυαστούν με τα εθνικά αδιέξοδα, βάζοντας στο στόχαστρο τους τον ίδιο τον Πούτιν και την κυρίαρχη τάξη.

Η ειρήνη, η δικαιοσύνη, η ευημερία, δεν μπορούν να εξασφαλιστούν από τον Πούτιν και τον Ρώσικο καπιταλισμό ούτε στην Τσετσενία, ούτε πουθενά αλλού στη Ρωσία. Γιατί πολύ απλά δεν είναι διατεθειμένοι να προσφέρουν πραγματική ανεξαρτησία στους Τσετσένους.

Οι πρόσφατες «εκλογές» στη Τσετσενία και η εκλογή του φιλορώσου Αλού Αλκάνοφ, δεν ξεγελά την πλειοψηφία των Τσετσένων, ότι τουλάχιστον έχουν την αυτονομία τους.

Υπάρχει λύση;

Για τον τσετσένικο λαό, για τους λαούς του Καυκάσου, για τον ρώσικο πληθυσμό, μετά από 10 χρόνια δοκιμασίας των πολιτικών των καπιταλιστών, των εθνικιστών, και των φανατικών ισλαμιστών ηγετών, το αδιέξοδο έχει πάρει την μορφή μιας απίστευτης και μόνιμης βαρβαρότητας.

Η ευημερία και η ειρήνη στην περιοχή μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο αν δοθούν λύσεις στα βασικά εθνικά και κοινωνικά προβλήματα. Τα πιο καταπιεσμένα έθνη της περιοχής, καταπιεσμένα επί 10ετίες από τον σταλινισμό και τον μεγαλορώσικο σωβινισμό (το 1944 ο Στάλιν εξόρισε και θυματοποίησε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους στον Καύκασο ως συνεργάτες των Ναζί!), πρέπει να υποστηριχθούν από το Ρώσικο κίνημα στον αγώνα τους για αυτοδιάθεση και απόσυρση των Ρωσικών στρατευμάτων κατοχής.

Το ρώσικο εργατικό κίνημα δεν έχει τίποτα να κερδίσει από την εθνική καταπίεση των Τσετσένων. Έχει μόνο να κερδίσει, καθώς η αυτοδιάθεση της Τσετσενίας θα απάλλασσε κάθε Ρώσικη οικογένεια από τον βαρύ φόρο αίματος που πληρώνει με τους κατοχικούς φαντάρους που θυσιάζονται για τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Και θα απελευθέρωνε οικονομικούς πόρους για να αντιμετωπιστεί η μαζική φτώχεια και η ανεργία.

7,128ΥποστηρικτέςΚάντε Like
593ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,113ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
394ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής