Κόσοβο: Εφιάλτης χωρίς τέλος



Αφιέρωμα στο Κοσσυφοπέδιο (Κόσοβο) μετά το τέλος του πολέμου του 1999 και την υπογραφή της συμφωνίας του Ραμπουγιέ που αναγνώριζε την αυτονομία του Κοσσυφοπεδίου μέσα στα πλαίσια της Σερβίας. Το "Ξ" εξήγησε τότε ότι η συμφωνία ήταν αδύνατο να διατηρηθεί κι ότι νέες εθνικιστικές συγκρούσεις στη κατεύθυνση της ανεξαρτησίας/διχοτόμησης του Κόσοβο ήταν αναπόφευκτες (Αναδημοσίευση από το "Ξ", Ιούνης 1999).

"Όταν οι λίγες βόμβες αποδείχτηκαν ανεπαρκείς, ανακάλυψαν ότι "σκόνταψαν" σ’ ένα πόλεμο τον οποίο δεν ήθελαν να πολεμήσουν και δεν είχαν προετοιμαστεί να πολεμήσουν…"

"Ο πόλεμος στο Κοσσυφοπέδιο εξελίχθηκε σε μια τσαπατσουλιά…"

"Ο κυριότερος λόγος αμφισβήτησης του θριάμβου των συμμάχων ήταν η καίρια αποτυχία τους: αυτός ο πόλεμος υποτίθεται ότι έγινε για να σταματήσει η εθνοκάθαρση αλλά η μεγαλύτερη επίπτωση ήταν η εντατικοποίηση της. Η συμμαχική επιχείρηση επέσπευσε τη σφαγή. Σε ανθρωπιστικούς όρους η επιχείρηση στο Κοσσυφοπέδιο ήταν καταστροφή".

Όταν αυτός είναι ο απολογισμός του πολέμου που κάνει ο Economist, ένα από τα πιο έγκυρα έντυπα και τα πιο σοβαρά επιτελεία του διεθνούς κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού, τότε πολύ εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς ότι πίσω από τις θριαμβολογίες των επιτελαρχών του ΝΑΤΟ μετά το τέλος των βομβαρδισμών ενάντια στη Γιουγκοσλαβία δεν βρισκόταν τίποτε άλλο από την προσπάθεια τους να καλύψουν το χάος το οποίο δημιούργησαν.

Νέα Αταξία

Το ΝΑΤΟ ξεκίνησε την επίθεση του ενάντια στη Γιουγκοσλαβία με βάση την πεποίθηση ότι ο Μιλόσεβιτς «χρειαζόταν μερικά χτυπήματα» (για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του ίδιου του μεσολαβητή των ΗΠΑ, Χόλμπρουκ) για να υπογράψει τη συμφωνία που σύνταξαν οι ΗΠΑ και η Ε.Ε. στο Ραμπουγιέ της Γαλλίας τον περασμένο Μάρτη. Αντί των λίγων ημερών οι βομβαρδισμοί κράτησαν 78 μέρες και οι Νατοϊκοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με το εφιαλτικό γι’ αυτούς ενδεχόμενο της χερσαίας επέμβασης σαν το μόνο τρόπο για να καταφέρουν μια καθαρή νίκη.

Το αποτέλεσμα ήταν να κάνουν κάποιες υποχωρήσεις σε σχέση με το Ραμπουγιέ. Η τελική συμφωνία αναγνωρίζει το Κοσσυφοπέδιο σαν τμήμα της Γιουγκοσλαβίας παρέχοντας μόνο αυτονομία αντί της ανεξαρτησίας που προδιάγραφε το σχέδιο του Ραμπουγιέ. Επίσης δεν επιτρέπει την ελεύθερη διακίνηση των Νατοϊκών στρατευμάτων σ’ όλη την επικράτεια της Γιουγκοσλαβίας, όπως προνοούσε το Ραμπουγιέ, αλλά την περιορίζει στο Κοσσυφοπέδιο.

Το κεντρικό όμως πρόβλημα για τους ιμπεριαλιστές δεν είναι ότι αναγκάστηκαν να κάνουν αυτές τις παραχωρήσεις. Αλλά είναι ότι αυτός ο πόλεμος όξυνε σε πρωτοφανή, για τα δεδομένα της εποχής, επίπεδο τις σχέσεις του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία και την Κίνα, μετατρέποντας, «ξαφνικά» τη Ρωσία σε «παίχτη» στην περιοχή των Βαλκανίων. Η κατάληψη του αεροδρομίου της Πρίστινα από τα ρωσικά στρατεύματα γελοιοποίησε τους Νατοϊκούς. Αποτελεί την πιο συμβολική κίνηση αμφισβήτησης της παντοκρατορίας των ΗΠΑ στην εποχή μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου. Την ίδια στιγμή ο πόλεμος σπρώχνει τη Ρωσία και την Κίνα σε μια κοινή προσπάθεια δημιουργίας μετώπου για την αντιμετώπιση των ΗΠΑ και της Ε.Ε.

Τα αδιέξοδα της επιχείρησης του ΝΑΤΟ οδήγησαν και σε τριγμούς στο εσωτερικό της συμμαχίας. Η Ελλάδα πρώτη, στη συνέχεια η Ιταλία, αλλά μετά και η Γερμανία είχαν σοβαρές ενστάσεις απέναντι στους χειρισμούς των ΗΠΑ, αντανακλώντας βέβαια την αντίδραση της κοινής γνώμης που σε πανευρωπαϊκό επίπεδο γινόταν όλο και περισσότερο αντιπολεμική. Το ΝΑΤΟ εκτέθηκε στην Ευρωπαϊκή κοινή γνώμη.

Ακόμα περισσότερο όμως εκτέθηκε η ίδια η Ε.Ε. Σύμφωνα με τα λεγόμενα των ίδιων των ευρωπαίων ηγετών (πχ Παπαντωνίου), ο πόλεμος απέδειξε πως πολιτικά η Ε.Ε. δεν είναι παρά ένας νάνος. Πράγμα βέβαια το οποίο αντανακλάστηκε στις ευρωεκλογές που ακολούθησαν λίγες μέρες μετά τον τερματισμό του πολέμου, με τη μαζική μεταστροφή των ευρωπαίων εργαζομένων όχι μόνο ενάντια στις κυβερνήσεις αλλά κι από την ίδια την ιδέα της Ε.Ε. Καθόλου τυχαία επίσης, η συντριπτική πλειοψηφία των κυβερνώντων (Σοσιαλιστών) είδε τα ποσοστά της να πέφτουν ραγδαία, ενώ ο πιο πολεμόχαρος απ’ όλους ο Βρετανός Μπλέρ, πλήρωσε ακριβότερα απ’ όλους την αλαζονεία του.

Βόμβες ενάντια στα Βαλκάνια

Όλα αυτά βέβαια καθόλου δεν απαλύνουν το πρόβλημα με το οποίο είναι αντιμέτωπα τα Βαλκάνια μετά από την βάρβαρη επίδειξη πυγμής ενάντια στη Γιουγκοσλαβία από τους «ανεπτυγμένους» της Δύσης.

Η πραγματικότητα είναι πως ο πόλεμος του ΝΑΤΟ δεν ήταν απλά ένας πόλεμος ενάντια στη Σερβία. Ήταν ένας πόλεμος ενάντια στα Βαλκάνια σαν σύνολο, γιατί όποια κι αν ήταν η κατάληξη του θα άνοιγε ένα νέο κύκλο αστάθειας και πιθανών συγκρούσεων για την περιοχή.

Πολύ περισσότερο καθώς η τελική συμφωνία δεν ικανοποιεί κανένα. Αφήνει από τη μια τους Σέρβους τραυματισμένους κι εξαγριωμένους, κι από την άλλη δεν ικανοποιεί ούτε και τους Κοσοβάρους οι οποίοι ήθελαν ανεξαρτησία.

Το βασικό αποτέλεσμα του πολέμου για τα Βαλκάνια, είναι μια σημαντική αλλαγή των ισοζυγίων δύναμης στην περιοχή, που εγκυμονεί νέους κινδύνους για νέες πολεμικές αναμετρήσεις στο μέλλον.

Έχουμε από τη μια τη δραστική αποδυνάμωση της Σερβίας η οποία αντιμετωπίζει πια το ενδεχόμενο να χάσει όχι μόνο το Κοσσυφοπέδιο ή ένα μεγάλο τμήμα του, αλλά και τη διάσπαση του Μαυροβουνίου από τη Γιουγκοσλαβική ομοσπονδία, καθώς και την ενθάρρυνση αποσχιστικών τάσεων από την Ουγγρική μειονότητα που ζει στην περιοχή Βοϊβοδίνα της Σερβίας.

Από την άλλη έχουμε την δραματική ενίσχυση του Αλβανικού εθνικισμού, ο οποίος αναπτύσσεται στην κατεύθυνση της δημιουργίας της Μεγάλης Αλβανίας. Ο δρόμος που οδηγεί στη μεγάλη Αλβανία περνά μέσα την ανεξαρτησία όχι μόνο του Κοσσυφοπεδίου αλλά και του δυτικού μέρους της Μακεδονίας των Σκοπίων με επίκεντρο το Τέτοβο. Μια τέτοια εξέλιξη επηρεάζει όλες τις χώρες της περιοχής.

Το μεγαλύτερο θύμα από μια τέτοια εξέλιξη θα είναι η Σλαβική Μακεδονία (Σκόπια) η οποία θα οδηγείται στη διάλυση καθώς αποτελεί πολυεθνικό κράτος – εκτός από το 25% των κατοίκων της που θεωρούν τους εαυτούς τους Αλβανούς, ακόμα 30% θεωρούν τους εαυτούς τους Βουλγαρόφωνους, ενώ υπάρχει και μια σημαντική Σερβική μειονότητα. Στη χειρότερη εκδοχή του αυτό το σενάριο μπορεί να εμπλέξει όλες τις χώρες της περιοχής σε μια πολεμική αναμέτρηση για το μοίρασμα της ΠΓΔ Μακεδονίας ανάμεσα τους.

Η άνοδος του Αλβανικού εθνικισμού θα έχει συνέπειες και για το ελληνικό εργατικό κίνημα. Από τη μια μέσα από τις αναπόφευχτες συνέπειες που θα υπάρξουν για την ελληνική μειονότητα. Από την άλλη, η τάση προς μια μεγάλη Αλβανία στα σύνορα της Ελλάδας, ιδιαίτερα δεδομένων των στενών δεσμών της Αλβανίας με την Τουρκία θα ενισχύει και τον εθνικισμό και τον ρατσισμό στη χώρα μας.

Η συμφωνία

Η τελική συμφωνία μοιράζει τελικά το Κοσσυφοπέδιο σε επαρχίες οι οποίες διοικούνται στρατιωτικά και πολιτικά από τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ κατά κύριο λόγο, αλλά με μια αισθητή παρουσία Ρωσικών στρατευμάτων. Τυπικά το Κ ανήκει στη Σερβία. Στην ουσία όμως η Σερβία δεν θα έχει κανένα ουσιαστικό έλεγχο σ’ αυτό. Η τοπική διοίκηση του Κ θα είναι στα χέρια Αλβανών οι οποίοι θα έχουν τη στήριξη Νατοϊκών στρατευμάτων. Σερβικά στρατεύματα στην επαρχία θα είναι ουσιαστικά ανύπαρκτα. Σύμφωνα με την τελική συμφωνία ο ΑΣΚ θα αποστρατικοποιηθεί και θα αφοπλιστεί. Κάτι τέτοιο όμως δεν πρόκειται να γίνει. Οι δυνάμεις του ΑΣΚ στον κύριο όγκο τους θα παραμείνουν οπλισμένες για να παίξουν το ρόλο της τοπικής αστυνομίας.

Αυτή η κατάσταση οδηγεί στην ανάπτυξη μιας δυναμικής υπέρ της μελλοντικής απόσχισης του Κοσσυφοπεδίου από τη Σερβία, και στην ενσωμάτωση του στην Αλβανία.

Η Σερβία δεν έχει καμιά δυνατότητα πια να εμποδίσει μια τέτοια προοπτική. Και η συμφωνία που υπόγραψαν οι δυτικοί ότι το Κοσσυφοπέδιο ανήκει στη Σερβία αξίζει, γι’ αυτούς, όσο ένα κουρελόχαρτο.

Ο παράγοντας που θα λειτουργεί αρνητικά ως προς την ανάπτυξη αυτής της προοπτικής είναι βασικά η παρουσία των Ρωσικών στρατευμάτων.

Στο βαθμό που η παρουσία του Ρωσικού στρατεύματος είναι αριθμητικά μεγάλη και που μπορέσουν να επιβάλουν τον έλεγχο από μέρους τους σ’ ένα μεγάλο τμήμα του Κοσσυφοπεδίου, τότε, μέσα από τριβές, αντιπαραθέσεις, ακόμα και μικρές εμπλοκές με τον ΑΣΚ, η τάση που θα αναπτύσσεται θα είναι αυτή της διχοτόμησης του Κοσσυφοπεδίου.

Ο σερβικός πληθυσμός του Κόσσοβο θα τείνει να μετεγκατασταθεί στις περιοχές που ελέγχονται από τα ρωσικά στρατεύματα ενώ οι αλβανικοί πληθυσμοί θα νοιώθουν ασφαλείς μόνο κάτω από την εποπτεία των Νατοϊκών. Η έκταση που θα πάρει αυτός ο διαχωρισμός δεν είναι ακόμα εμφανής.

Ένα πράγμα όμως είναι απόλυτα σίγουρο. Σέρβοι και Αλβανοί δεν πρόκειται να ξαναζήσουν μαζί.

Τα Βαλκάνια μετά τον πόλεμο παραμένουν ένα κουβάρι, περισσότερο μπερδεμένο από πριν. Από τη μια η νέα έξαρση των εθνικισμών. Από την άλλη το ΝΑΤΟ και τα Ρωσικά στρατεύματα, ο καθένας για τα δικά του συμφέροντα.

Κοινή δράση των εργαζομένων

Στο κλείσιμο του αιώνα, όταν η τεχνολογία και οι δυνατότητες του ανθρώπου έχουν φτάσει σε ασύλληπτα επίπεδα, ο καπιταλισμός δείχνει για μια ακόμη φορά το απαίσιο πρόσωπο του. Για μια ολόκληρη δεκαετία, από το ’90 μέχρι σήμερα, τα Βαλκάνια ζουν στους ρυθμούς των εθνικιστικών πολέμων. Και η αστάθεια παραμένει ώστε να είναι αδύνατο να είναι κανείς αισιόδοξος για το μέλλον. Το μικρότερο κόστος θα είναι μια νέα παράλογη κούρσα των εξοπλισμών στην οποία να εμπλακούν όλες οι χώρες της περιοχής – μια κούρσα που έχει ήδη ξεκινήσει. Το χειρότερο βέβαια είναι ο εφιάλτης ενός νέου πολέμου, ένας εφιάλτης που θα επικρέμεται συνέχεια πάνω από τα κεφάλια μας.

Σ’ αυτή την προοπτική υπάρχει απάντηση. Κι αυτή εξαρτάται από ένα και μοναδικό παράγοντα: Έλληνες, Τούρκοι, Αλβανοί, Σλαβομακεδόνες, Σέρβοι, Βούλγαροι, κλπ εργαζόμενοι, να πουν «φτάνει πια». Να πάρουν πρωτοβουλίες για μεταξύ τους επικοινωνία κι επαφή. Να κοιτάξουν μαζί τα κοινά προβλήματα του κοινού χώρου στον οποίο ζούνε. Και πρώτα απ’ όλα να αντιπαλέψουν τον εθνικισμό, ο καθένας στη δική του χώρα, κι όλοι μαζί στο σύνολο των Βαλκανίων.

Αντικαπιταλιστική πάλη

Πίσω από τον πρόσφατο πόλεμο του ΝΑΤΟ και όλους τους πολέμους που μαστίζουν τα Βαλκάνια τη τελευταία δεκαετία, δεν βρίσκεται απλά και μόνο η παρέμβαση των ιμπεριαλιστών, όπως εύκολα ένα κομμάτι της αριστεράς με πρώτο το ΚΚΕ υποστηρίζει. Βρίσκεται και ο εθνικισμός των ντόπιων αστικών τάξεων και ο ανταγωνισμός μεταξύ τους.

Στα Βαλκάνια η κατάρρευση του Σταλινισμού άνοιξε το δρόμο στην άνοδο του εθνικισμού, καθώς οι νεόκοπες αστικές τάξεις που προκύψαν από την κατάρρευση του Σταλινισμού, επεδίωκαν η κάθε μια το δικό της αστικό κράτος, σε ανταγωνισμό με τις άλλες. Η παρέμβαση των ιμπεριαλιστών ήρθε σαν συνέπεια, καθώς η κάθε μια ιμπεριαλιστική δύναμη επεδίωκε την ανάπτυξη της δικής της σφαίρας επιρροής.

Το Δεκέμβρη του 1991 οι Γερμανοί ιμπεριαλιστές άσκησαν αφόρητες πιέσεις και επέβαλαν την αναγνώριση της Σλοβενίας και της Κροατίας.

Αυτό χρησιμοποιείται σαν το βασικό επιχείρημα υπέρ της θεωρίας ότι όλα είναι δημιούργημα των ιμπεριαλιστών.

Η πραγματικότητα όμως είναι πως οι πολεμικές συγκρούσεις ανάμεσα στη Σλοβενία, την Κροατία και τη Σερβία, είχαν ξεκινήσει πολλούς μήνες πριν. Αργά ή γρήγορα το πράγμα θα επεκτεινόταν στη Βοσνία και το Κοσσυφοπέδιο μέσα από τη σύγκρουση των εθνικισμών στην περιοχή.

Η διαίρεση της Γιουγκοσλαβίας δεν αποτελεί την εξαίρεση αλλά τον κανόνα για τις πρώην σταλινικές χώρες. Η Τσεχοσλοβακία αποτελεί το πιο ειρηνικό από τα παραδείγματα εθνικού διαχωρισμού. Η Σοβιετική Ένωση διασπάστηκε μεν ειρηνικά, οι πόλεμοι όμως ακολούθησαν στη συνέχεια. Χαρακτηριστικά παραδείγματα οι πόλεμοι που μάστισαν την Αρμενία, το Αζερμπαϊτζάν, τη Γεωργία κλπ. Τελευταίο παράδειγμα αυτό της Τσετσενίας, ένας χώρος στον οποίο οι ιμπεριαλιστές δεν είχαν κανενός είδους παρέμβαση: η απάντηση του Ρωσικού στρατού στο αίτημα της Τσετσενίας για ανεξαρτησία από τη ρωσική ομοσπονδία ήταν 50.000 νεκροί.

Η κατανόηση των βαθύτερων αιτιών των εθνικιστικών συγκρούσεων που μαστίζει τις πρώην σταλινικές χώρες αποτελεί καίριο ζήτημα για μια σωστή στάση από τις δυνάμεις της αριστεράς. Γιατί δείχνει πως ο αγώνας δεν είναι απλά ενάντια στον Αμερικάνικο κι Ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό.

Είναι ταυτόχρονα αγώνας για την υπεράσπιση των εθνικών δικαιωμάτων των μειονοτήτων και εθνοτήτων, πολλές από τις οποίες δεν πέρασαν ποτέ από το στάδιο των εθνικών ολοκληρώσεων που είναι κοινότυπες στη Δύση.

Και βέβαια είναι αναπόφευχτα αντικαπιταλιστικός.

Γιατί ακόμα κι αν αναπτυχθεί ένα μαζικό αντινατοϊκό κίνημα, τόσο δυνατό που να αναγκάσει τους ιμπεριαλιστές σε υποχώρηση, ακόμα και στο να εγκαταλείψουν πεδία συγκρούσεων όπως αυτό της Γιουγκοσλαβίας, οι διαμάχες και οι ανταγωνισμοί θα παραμένουν, οι πόλεμοι θα συνεχίζονται με εξ ίσου μεγάλες σφαγές.

Ο αγώνας ενάντια στο ΝΑΤΟ και τους ιμπεριαλιστές, μπορεί μόνο να οδηγήσει στην ειρήνη αν είναι ταυτόχρονα αντικαπιταλιστικός.

  • Έξω το ΝΑΤΟ απ’ τα Βαλκάνια
  • Κανένας Έλληνας φαντάρος στο Κοσσυφοπέδιο
  • Πρωτοβουλίες για κοινό μέτωπο και πάλη των εργαζομένων απ’ όλες τις Βαλκανικές χώρες για το διώξιμο των ιμπεριαλιστών από τα Βαλκάνια και την εδραίωση της ειρήνης
  • Απόλυτος σεβασμός των δικαιωμάτων των εθνοτήτων στα Βαλκάνια συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης. Αυτό αποτελεί απόλυτη προϋπόθεση για ένα παν-βαλκανικό μέτωπο των εργαζομένων και της νεολαίας
  • Κοινή πάλη των εργαζομένων στα Βαλκάνια, ενάντια στην οικονομική υπανάπτυξη τους, τη φτώχεια την ανεργία και την εκμετάλλευση, που γεννούν τον εθνικισμό και τα φυλετικά μίση
  • Αγώνας για μια σοσιαλιστική ομοσπονδία των Βαλκανικών χωρών, στη βάση της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής κάτω από συνθήκες πλέριας δημοκρατίας, εργατικού και κοινωνικού ελέγχου

__________

«Πρώτα οι εργαζόμενοι»

Η κυβέρνηση του Κ. Σημίτη επιχείρησε να παραστήσει τον μέγα ειρηνοποιό στη διάρκεια του πολέμου κι αποπειράθηκε να στεφθεί τις δάφνες της ειρήνης και της συμφωνίας στο τέλος. Πρόκειται για τη υποκρισία στο απόγειο της.

Γιατί την ίδια στιγμή που «έσκιζαν τα ιμάτια τους» για την ειρήνη, υπόγραφαν υπέρ του βομβαρδισμού της Γιουγκοσλαβίας και παραχωρούσαν απεριόριστες διευκολύνσεις στα Νατοϊκά στρατεύματα. Κι όχι μόνο αυτό.

Στη σύνοδο του ΝΑΤΟ στις ΗΠΑ, για το γιορτασμό των 50χρονων του ΝΑΤΟ, στις 24 Απρίλη, έβαλαν την υπογραφή τους κάτω από την περιβόητη απόφαση της συνόδου σύμφωνα με την οποία το ΝΑΤΟ δεν χρειάζεται την έγκριση ούτε του ΟΗΕ, ούτε κανενός, χτυπάει όποιον θέλει όποτε θέλει όπου θέλει.

Αυτά από μια κυβέρνηση η οποία δηλώνει πίστη στους διεθνείς οργανισμούς, από τους οποίους μάλιστα περιμένει και λύσεις στις ελληνοτουρκικές διαφορές (Κύπρος, Αιγαίο κλπ).

Όλη αυτή την πολιτική της πλήρους ταύτισης με τους ιμπεριαλιστές, ο Σημίτης την δικαιολόγησε με τη θέση «Πρώτα η Ελλάδα», την οποία μάλιστα μετέτρεψαν και σε κεντρικό σύνθημα της εκστρατείας τους για τις ευρωεκλογές – μια θέση εθνικιστική και ρατσιστική.

Η στροφή του μέχρι πρόσφατα «αντι-εθνικιστή» Σημίτη σ’ αυτό τον ιδιότυπο εθνικισμό σε συνδυασμό, από τη μια, με την εκτίναξη των εξοπλιστικών δαπανών σε ύψη ρεκόρ για την επόμενη 5ετία και, από την άλλη, τη σταδιακή μετατροπή του στρατιωτικού δόγματος από αμυντικό σε επιθετικό, αντανακλά το (μικρο-) ιμπεριαλισμό της Ελληνικής άρχουσας τάξης, που στο οικονομικό επίπεδο εκφράζεται με τη συστηματική διείσδυσή της στις αγορές των γειτονικών μας Βαλκανικών χωρών, (το επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης της Ελλάδας είναι το πιο ψηλό σε όλα τα Βαλκάνια).

Όμως το Ελληνικό εργατικό κίνημα δεν έχει τίποτε να κερδίσει από την νέα αυτοπεποίθηση με την οποία η Ελληνική αστική τάξη προσεγγίζει τα πράγματα.
Γιατί η πολιτική του «πρώτα η Ελλάδα» σημαίνει «πρώτα η Ελλάδα ενάντια στους γείτονες μας» – άλλο νόημα δεν έχει. Κι αυτό οδηγεί σε ρατσισμό, σε εντάσεις και τριβές, ακόμα και σε πολέμους. Κι επίσης γιατί, από την οικονομική διείσδυση των ελληνικών κεφαλαίων στα Βαλκάνια, οι Έλληνες εργαζόμενοι, δεν πρόκειται να αποκομίσουν τίποτε – ούτε οι μισθοί τους θα αυξηθούν ούτε η ανεργία θα μειωθεί.
Αντίθετα, οι αστοί θα χρησιμοποιούν την απειλή της μεταφοράς του συνόλου των εργασιών τους σε γειτονικές χώρες όπου τα μεροκάματα είναι πιο φθηνά για να συμπιέζουν ακόμα περισσότερο μισθούς, παροχές και δικαιώματα.

Αυτή η πολιτική μπορεί να είναι ασυνεπής ως προς το τι έλεγε μέχρι χθες ο Σημίτης (κι όχι μόνο), είναι όμως απόλυτα συνεπής ως προς τα συμφέροντα του ελληνικού κεφαλαίου.

Προτού γίνει πρωθυπουργός ο Σημίτης καλούσε δημόσια για μείωση των εξοπλιστικών δαπανών. Τώρα, θέτει σε εφαρμογή το μεγαλύτερο εξοπλιστικό πρόγραμμα που ανάπτυξε ποτέ η Ελλάδα και στέλνει 1200 φαντάρους στο Κόσοβο, υπό Αμερικανική διοίκηση.

Τι έχουν να κερδίσουν οι Έλληνες εργαζόμενοι από τέτοιες κινήσεις; Λεφτά για αυξήσεις στους μισθούς και τις συντάξεις, λεφτά για καλύτερη παιδεία και υγεία, δεν έχει υποτίθεται η κυβέρνηση. Όμως δεκάδες δισεκατομμύρια κάθε χρόνο έχει άμα είναι για να συντηρείται το ελληνικό απόσπασμα στο Κόσοβο. Χωρίς να μιλάμε για τους πραγματικούς κινδύνους για τη ζωή των Ελλήνων φαντάρων σε ένα χώρο με πολλούς κινδύνους και πολλές παγίδες, από τον οποίο κανείς δεν ξέρει πότε θα βγουν.

Η Ελλάδα του Σημίτη θα είναι πάντα δουλική απέναντι στο ΝΑΤΟ, τις ΗΠΑ, τον Μπλέρ και τους ομοίους του, γιατί έτσι συμφέρει στην άρχουσα τάξη των Βαρδινογιάννηδων, του Λάτση και του Κόκκαλη, αφού τα συμφέροντα αυτών είναι άρρηκτα δεμένα με τα μεγάλα αφεντικά τους στη Δύση.

Η άλλη Ελλάδα, η Ελλάδα των εργαζομένων, των άνεργων, των φτωχών και της νεολαίας, δεν έχει τίποτα το κοινό με τα συμφέροντα όλων αυτών. Έχει μόνο ένα συμφέρον. Να ανατρέψει την εξουσία τους να κτίσει μια άλλη κοινωνία, σοσιαλιστική, πραγματικά δημοκρατική, στην υπηρεσία των εργαζομένων. Να απευθυνθεί στους εργαζόμενους των γειτονικών μας χωρών όχι με το σύνθημα «πρώτα η Ελλάδα» αλλά με τη θέση: πρώτα οι εργαζόμενοι, ενάντια στους ιμπεριαλιστές ενάντια στους εθνικιστές, ενάντια στο κεφάλαιο, για τη σοσιαλιστική ομοσπονδία των χωρών της Βαλκανικής, με τον πλήρη και απόλυτο σεβασμό των εθνικών δικαιωμάτων κάθε εθνότητας και κάθε μειονότητας.

__________

Η αριστερά και ο πόλεμος

Η θεωρία της συνομωσίας – ΚΚΕ και ΣΥΝ

Η Ελλάδα έδωσε το πιο μεγάλο αντιπολεμικό κίνημα απ’ οποιαδήποτε άλλη χώρα. Όμως παρά την κινητοποίηση και δυνάμεων αντιδραστικών, όπως της εκκλησίας και των εθνικιστών, που κινούνται από τις ιδέες της ελληνοσερβικής φιλίας, πρωταγωνιστής στις κινητοποιήσεις του ελληνικού κινήματος ήταν αναπόφευχτα η αριστερά. Πρώτα και κύρια το ΚΚΕ. Μικρότερο ρόλο έπαιξε και ο ΣΥΝ καθώς και ένα κομμάτι της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς συμμετέχοντας σε αντιπολεμικές επιτροπές και τοπικές κινητοποιήσεις.

Στο επίπεδο των θέσεων όμως η αριστερά εμφανίζει μια τεράστια ανεπάρκεια. Συχνά είναι επηρεασμένη από εθνικοπατριωτικές τοποθετήσεις.

Συνομωσιολογία

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του ΚΚΕ του οποίου η όλη λογική το οδήγησε σε μέτωπο με τους «μοντέρνους» εκπροσώπους της ελληνοορθοδοξίας, την Κανέλλη και τον Ζουράρη.

Από τις αρχές του περασμένου χρόνου όταν είχαμε την εξέγερση των Κοσοβάρων το ΚΚΕ κρατά μια προκλητικά φιλοσερβική στάση και μάλιστα φιλο-Μιλοσεβιτική. Υποστηρίζει πως δεν υπάρχει πρόβλημα στο Κοσσυφοπέδιο, κι ότι το όλο πρόβλημα το έχουν δημιουργήσει οι Νατοϊκοί, ότι οι Αλβανοί λειτουργούν σαν όργανα των ιμπεριαλιστών, για να αποσταθεροποιήσουν τη Γιουγκοσλαβία.

Η θεωρία της συνομωσίας αγγίζει με λίγο διαφορετικό τρόπο και δυνάμεις που κινούνται γύρω από το ΣΥΝ. Αυτοί υποστηρίζουν ότι οι Αμερικανοί επέβαλαν τον πόλεμο για να δώσουν ένα μάθημα στους Ευρωπαίους ώστε να καταλάβουν ότι χωρίς το ΝΑΤΟ η Ευρώπη είναι ανίκανη για να λύσει τέτοια προβλήματα.

Ακόμα κι αν πράγματι στα κίνητρα των ΗΠΑ ήταν και το να κόψουν, κάπως, τη φόρα των Ευρωπαίων, ακόμα κι αν μετά από κάποιο στάδιο η στάση τους απέναντι στον Μιλόσεβιτς ήταν απόλυτα προκλητική, πράγματα τα οποία δεν έχουμε λόγο να αμφισβητήσουμε, αυτές οι προσεγγίσεις χάνουν όλη την ουσία του προβλήματος.

Η ουσία

Η ουσία βρίσκεται σε ένα αδιαμφισβήτητο ιστορικό γεγονός, ότι το αλβανικό έθνος ποτέ δεν έφτασε στο βαθμό ολοκλήρωσης τον οποίο έφτασαν τα υπόλοιπα κράτη της περιοχής των Βαλκανίων. Το αλβανικό έθνος παρέμενε διαιρεμένο σε τρία κράτη.

Στην Αλβανία, ο κύριος κορμός 4 εκατομμύρια, στο Κοσσυφοπέδιο, άλλα 2 εκατομμύρια, και 1/2 περίπου εκατομμύριο στην ΠΓΔ Μακεδονίας (με άλλα 2 τουλάχιστο εκατομμύρια μετανάστες στο εξωτερικό).

Με βάση αυτή την ανάλυση το Ξεκίνημα εξηγούσε στη διάρκεια όλων των περασμένων χρόνων πως η έκρηξη στο Κοσσυφοπέδιο ήταν αναπόφευκτη, και πως άμα συνέβαινε θα απειλούσε την ειρήνη για όλα τα Βαλκάνια – ότι δυνητικά ήταν πιο επικίνδυνη από τον πόλεμο στη Βοσνία.

Ειδικά για το Κοσσυφοπέδιο, είχαμε μια ιστορία καταπίεσης από τη Σερβία κι εξεγέρσεων, που ξεκινά από τις αρχές του αιώνα. Η εικόνα αντιστράφηκε στη διάρκεια του 2ου Παγκόσμιου Πόλεμου, συνεχίστηκε όμως επί Τίτο. Στη διάρκεια των δεκαετιών του ’60, του ’70 και του ’80 είχαμε εξεγέρσεις. Το ’81 το Γιουγκοσλαβικό καθεστώς χρησιμοποίησε το στρατό για να συντρίψει την εξέγερση των Κοσοβάρων.

Οι ρίζες του ΑΣΚ βρίσκονται στα μέσα της δεκαετίας του ’80 σαν αντίδραση στη σφαγή και τις μαζικές συλλήψεις του ’81. Ξεκίνησε μάλιστα σαν μια αριστερή μαοϊκή οργάνωση και δεν ήταν παρά μόνο πολύ πρόσφατα που αφαίρεσε τα σταλινικά και μαοϊκά σύμβολα από τα έντυπά του.

Το 1989 ο Μιλόσεβιτς κατάργησε την αυτονομία την οποία απολάμβανε το Κοσσυφοπέδιο στα πλαίσια της Γιουγκοσλαβικής ομοσπονδίας. Έκλεισε όλα τα Αλβανικά σχολεία και το αλβανικό πανεπιστήμιο, και απόλυσε όλους τους Αλβανούς δημόσιους και δημοτικούς υπάλληλους στο Κοσσυφοπέδιο. Η ανεργία εκτινάχθηκε στο 85%!!

Η θεωρία της συνομωσίας των Αμερικανών είτε ενάντια στη Γιουγκοσλαβία, είτε ενάντια στην Ευρώπη, παραβλέπει αυτή την πραγματικότητα, της ασύστολης καταπίεσης των Κοσοβάρων.

Αυτή η πραγματικότητα είναι και η ουσία του ζητήματος – δεν χρειαζόταν κανενός είδους συνομωσία για να εξεγερθούν οι Αλβανοί του Κοσσυφοπεδίου. Η εξέγερσή τους ήταν απλά θέμα χρόνου. Κι από τη στιγμή που θα συνέβαινε αυτό οι Νατοϊκοί ήταν φυσικό να επέμβουν υπέρ των Αλβανών καθώς η Αλβανία ανήκει ήδη στη σφαίρα επιρροής του ΝΑΤΟ κι ειδικά των Αμερικανών, κι ενάντια στο καθεστώς του Μιλόσεβιτς με τον οποίο έχουν ήδη συγκρουστεί στο παρελθόν σχετικά με τη μοιρασιά στη Βοσνία.

Με βάση τέτοιες θέσεις η ελληνική αριστερά αρνείται και το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση των Κοσοβάρων. Αυτό όμως ρίχνει λάδι στη φωτιά της «ελληνοσερβικής φιλίας» κι αποξενώνει τους έλληνες εργαζόμενους από τους Αλβανούς όχι μόνο του Κοσσόβου αλλά και της Αλβανίας.

Το θέμα της αυτοδιάθεσης – ΝΑΡ κ ΣΕΚ

Στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, δύο από τις πιο γνωστές οργανώσεις, το ΝΑΡ και το ΣΕΚ, αναγνωρίζουν το πρόβλημα της ιστορικής καταπίεσης των Κοσοβάρων. Όμως αρνούνται το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης γι’ αυτούς.

Το ΣΕΚ σε διεθνή διακήρυξη που έκδωσε, μαζί με (μόνο 3 !;) αντίστοιχες οργανώσεις (ΗΠΑ, Γερμανία και Βρετανία – αρχές Μάη) δηλώνει πως ενώ γενικά είναι υπέρ του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου, από τη στιγμή που ξεκίνησε ο πόλεμος σταματά να το προβάλλει!

Ενώ από το χώρο του ΝΑΡ (ο οποίος βέβαια κατά κανόνα δεν έχει ενιαία άποψη) σε άρθρο του Π. Παπακωνστατίνου (από τους βασικότατους συντάκτες) στο Πριν, 9.5.99, δηλώνει πως είναι υπέρ του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των Κοσοβάρων, υπό τον όρο να φύγουν οι στρατοί του ΝΑΤΟ από την περιοχή, να γίνουν σεβαστά τα ανθρώπινα και δημοκρατικά δικαιώματα, και να αναγνωριστεί αυτό το δικαίωμα όχι μόνο για τους Κοσοβάρους αλλά για όλες τις μειονότητες της περιοχής, όχι μόνο στη πρώην Γιουγκοσλαβία αλλά, πχ και για τους Κούρδους στην Τουρκία!

Πρόκειται για εκπληκτική σύγχυση – και ομολογουμένως δυσεξήγητη.

Ασφαλώς, από τη στιγμή που ξεκίνησε η επίθεση του ΝΑΤΟ, το κυρίαρχο στα αιτήματα της αριστεράς πρέπει να είναι το σταμάτημα του πολέμου και το διώξιμο του ΝΑΤΟ από τη Σερβία και τα Βαλκάνια.

Και μ’ αυτή την έννοια στα αιτήματα των μαρξιστών το θέμα της αυτοδιάθεσης περνά σε δεύτερη ή τρίτη σειρά. Από αυτό όμως μέχρι την αναίρεση ή την κατάργηση (τι άλλο νόημα μπορεί να έχει η θέση του ΣΕΚ για «μη προβολή») υπάρχει μια τεράστια απόσταση.

Η υπεράσπιση του σερβικού λαού από τη βαρβαρότητα του ΝΑΤΟ είναι αδιανόητο να μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι Αλβανόφωνοι δεν πρέπει να προστατεύονται από τη βαρβαρότητα των Σέρβων αστυνομικών και παραστρατιωτικών. Οι μαρξιστές είναι αδιανόητο να κλείνουν τα μάτια μπροστά στην εθνοκάθαρση των Κοσοβάρων, βλέποντας μόνο τις Νατοϊκές βόμβες. Κι αν δεν τα κλείνουν, τότε τι προτείνουν σαν απάντηση στο πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί;

Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων της εθνότητας, βέβαια, είναι ένα εντελώς διαφορετικό πράμα από τη στάση που τηρούμε απέναντι στον ΑΣΚ, ο οποίος έχει πια, μετατραπεί σ’ ένα αντιδραστικό εργαλείο στα χέρια του ΝΑΤΟ. Αν η αριστερά, σε Βαλκανικό και διεθνές επίπεδο, δεν προτείνει τίποτα που να διασφαλίζει τους Αλβανούς, είναι σαν να τους εγκαταλείπει στην επιρροή των εθνικιστών και του ΑΣΚ, αφού μόνο αυτοί θα υποστηρίζουν τα εθνικά τους δικαιώματα.

Για τους μαρξιστές δεν υπάρχει καμιά αντίφαση ανάμεσα στην αντινατοϊκή τους στάση και στην υπεράσπιση των Κοσοβάρων. Γιατί η απάντηση τους στον πόλεμο πρέπει να είναι η ολοκληρωμένη πρόταση που να δίνει σταθερότητα, ειρήνη, οικονομική ανάπτυξη και δημοκρατία – πράγματα που το καπιταλιστικό σύστημα δεν μπορεί να διασφαλίσει αλλά μόνο η πάλη για το σοσιαλισμό μπορεί. Είναι δυνατό να λείπει από ένα τέτοιο πρόγραμμα το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης;

Η θέση δε του Πριν μεταφράζεται στο εκπληκτικό ότι οι Έλληνες μαρξιστές θα πρέπει να υπερασπίσουν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου μόνο αν η Τουρκία αναγνωρίσει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των Κούρδων, και παρόμοια και οι υπόλοιπες χώρες της περιοχής.

Μα η Τουρκία δεν πρόκειται ποτέ να αναγνωρίσει τέτοιο δικαίωμα στους Κούρδους.
Μήπως επειδή η Τ αστική τάξη είναι τόσο αντιδραστική καταπιεστική και στρατοκρατική πρέπει εμείς να αρνηθούμε την υπεράσπιση των εθνικών δικαιωμάτων της κάθε καταπιεσμένης μειονότητας;

Η προέκταση αυτής της λογικής σε διεθνές επίπεδο οδηγεί στην εγκατάλειψη της θέσης της αυτοδιάθεσης από τους μαρξιστές επειδή την αρνούνται… οι αστοί και οι ιμπεριαλιστές.

Αν το ΣΕΚ και το ΝΑΡ είχαν σημαντική παρουσία στα Βαλκάνια και πάλευαν για να κτίσουν το μέτωπο των εργαζομένων και της νεολαίας στα Βαλκάνια για το σταμάτημα του πολέμου, όπως δηλώνουν, έχουν την εντύπωση πως θα έκαναν έστω κι ένα βήμα μπροστά, στο μαζικό ειδικά επίπεδο, αν δεν υιοθετούσαν το σύνθημα της αυτοδιάθεσης για τις μειονότητες της περιοχής;

Η ταξική ενότητα των Σέρβων εργαζομένων, με τους Αλβανούς, με τους Σλαβομακεδόνες, με τους Μαυροβούνιους κλπ είναι αδύνατο να προχωρήσει αν δεν υπάρχει πλατιά αναγνώριση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης.
Γιατί αυτός είναι ο μόνος δρόμος να ξεπεραστούν οι εθνικές καχυποψίες και να αναπτυχθεί ο κοινός αγώνας ενάντια στους καπιταλιστές της περιοχής και τους ιμπεριαλιστές.

Η υιοθέτηση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης από τα εργατικά κινήματα, δεν ενισχύει τους εθνικούς κατακερματισμούς, τους περιορίζει και τους αποτρέπει.

7,037ΥποστηρικτέςΚάντε Like
577ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,089ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
368ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής