Ιταλία: μαζική συμμετοχή στη γενική απεργία – οργή ενάντια στην κυβέρνηση του Δημοκρατικού Κόμματος

Κριστίν Τόμας,
ControCorrente (CWI) Ιταλία

Το 70% των εργαζομένων στην Ιταλία συμμετείχε στην πανεθνική Γενική Απεργία της 12ης Δεκέμβρη που κάλεσαν οι εργατικές ομοσπονδίες CGIL και UIL, ενώ χιλιάδες διαδήλωσαν σε πάνω από 50 πόλεις σε ολόκληρη τη χώρα.

Πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική απεργία, αφού είναι η πρώτη που καλείται από την («αριστερή») CGIL ενάντια σε κυβέρνηση του Δημοκρατικού Κόμματος. Για την ακρίβεια, η ηγεσία της CGIL προσπαθούσε μέχρι πρόσφατα να παρουσιάσει την κυβέρνηση ως «φιλική» προς τους εργαζόμενους και τα συνδικάτα.

Κόκκινο πανί για τους εργαζόμενους αποτέλεσαν οι διαβόητες εργασιακές μεταρρυθμίσεις του πρωθυπουργού Ματέο Ρέντσι που βασικά διευκολύνουν τις απολύσεις. Στα πλαίσια μάλιστα της απόπειρας περιστολής των εργατικών δικαιωμάτων, η κυβέρνηση αρχικά είχε προσπαθήσει να απαγορεύσει την απεργία στα μέσα μεταφοράς. Η προσπάθεια αυτή έπεσε στο κενό: το 60% των αεροπορικών πτήσεων ακυρώθηκαν, όπως και το 50% των δρομολογίων των τρένων και 2 στα 3 δρομολόγια λεωφορείων.

Η οργή ξεχειλίζει

Τα νούμερα αυτά είναι εντυπωσιακά, ιδιαίτερα αν σκεφτεί κανείς ότι η απεργία καλέστηκε μετά την ψήφιση του νόμου για τα εργασιακά από την ιταλική βουλή! Ωστόσο, οι εργαζόμενοι είναι εξοργισμένοι με κάθε πτυχή της πολιτικής της κυβέρνησης!

Έχουν αγανακτήσει από τις ατελείωτες απώλειες θέσεων εργασίας, αποτέλεσμα της τρίτης σημαντικής ύφεσης της ιταλικής οικονομίας από την έναρξη της παγκόσμιας κρίσης του 2008. Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες, κατά τη δεκαετία 2000-2010, μόνο η Αϊτή και η Ζιμπάμπουε είχαν μικρότερους ρυθμούς ανάπτυξης!

Η ιταλική κοινωνία είναι επίσης εξοργισμένη από την υποκρισία του Ρέντσι, ο οποίος στα λόγια δηλώνει ενάντια στις απαιτήσεις της Ε.Ε., αλλά στην πράξη συνεχίζει κανονικά την πολιτική λιτότητας και περικοπών. Μέσα σε αυτή την κατάσταση, η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν η αποκάλυψη ενός ακόμη σκανδάλου, που αυτή τη φορά αφορούσε στελέχη της τοπικής αυτοδιοίκησης της Ρώμης και τη σχέση τους με μέλη της ιταλικής μαφίας.

Ήταν τα ίδια συναισθήματα δυσαρέσκειας που οδήγησαν στο 63% της αποχής στις τοπικές εκλογές της 23ης Νοεμβρίου στην περιφέρεια Εμίλια Ρομάνα – ένα ιστορικά υψηλό  ποσοστό. Σ’ αυτή την «κόκκινη» περιφέρεια, ιστορικό «οχυρό» του Δημοκρατικού Κόμματος και του προκατόχου του, του ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, το Δημοκρατικό Κόμμα έχασε 700.000 ψήφους σε σχέση με τις ευρωεκλογές του Μαΐου. Πρόκειται για μια εξαιρετικά απότομη πτώση αφού το κόμμα του Ματέο Ρέντσι, μόλις πριν 6 μήνες συγκέντρωσε το μεγαλύτερο ποσοστό από οποιοδήποτε κόμμα μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και ο ίδιος υποτίθεται πως «θα έσωζε την χώρα».

Στις εκλογές της 23ης Νοεμβρίου, οι απογοητευμένοι ψηφοφόροι του Δημοκρατικού Κόμματος δεν στράφηκαν προς το Κίνημα Πέντε Αστέρων του Μπέπε Γκρίλο που, αντίθετα, είδε τα ποσοστά του να μειώνονται κατά 60% σε σχέση με το 2010. Οι περισσότεροι απείχαν. Όμως ο υποψήφιος δήμαρχος της δεξιάς λαϊκίστικης Λίγκας του Βορά πήρε 30%, ενώ ο ηγέτης του κόμματος, Μ. Σαλβίνι, είναι αυτή τη στιγμή ο δεύτερος πιο δημοφιλής πολιτικός αρχηγός στην Ιταλία. Ο Σαλβίνι προσπαθεί να αλλάξει το προφίλ της «ανεξαρτησίας στο Βορά» που χαρακτήριζε την Λίγκα και να ακολουθήσει τον δρόμο της Λεπέν, μετατρέποντας την στο βασικό κόμμα της Δεξιάς στην βάση της αντίθεσης στη μετανάστευση, το ευρώ και την Ε.Ε.

Ανεπαρκείς ηγεσίες

Οι ηγεσίες των συνδικάτων, με την πλάτη στον τοίχο και δεχόμενες τεράστια πίεση από τη βάση της κοινωνίας, αναγκάστηκαν να καλέσουν αυτή τη γενική απεργία προκειμένου να εκτονωθεί η οργή των εργαζομένων, των φτωχών και των ανέργων. Σαν αποτέλεσμα  βέβαια, η συγκεκριμένη απεργία δεν αποτελεί με κανέναν τρόπο στοιχείο ενός συνολικού σχεδιασμού αντίστασης στα σχέδια της κυβέρνησης, για τον απλό λόγο ότι δεν υπάρχει κανένας τέτοιος σχεδιασμός!

Ενδεικτικά, τη «συμμαχία» ανάμεσα στην κυβέρνηση και τα συνδικάτα την έσπασε ο ίδιος ο πρωθυπουργός και όχι οι «εκπρόσωποι των εργαζομένων». Ο Ρέντσι, αναφερόμενος στην πρόσφατη εργατική νομοθεσία, είχε δηλώσει εντελώς προκλητικά ότι αυτή είναι η απόφασή του, είτε αρέσει στα συνδικάτα, είτε όχι!

Στην πραγματικότητα, ο νέος νόμος για τα εργασιακά, αποτελεί περισσότερο μια συμβολική μάχη, μια επίδειξη δύναμης από την πλευρά των εργοδοτών και της κυβέρνησης, ενάντια στους εργαζόμενους και τα συνδικάτα – αφού αυτά που προνοεί ο νόμος εφαρμοζόντουσαν στην πράξη έτσι κι αλλιώς. Στην αντιπαράθεση ανάμεσα στους εργοδότες και τους εργαζόμενους, προς το παρόν τουλάχιστον, έχουν νικήσει οι πρώτοι.

Ωστόσο, η οργή των εργαζομένων και της νεολαίας δεν είναι τόσο εύκολο να καταλαγιάσει. Την ώρα που δε φαίνεται καμία βελτίωση για την ιταλική οικονομία, αλλά και καμία χαλάρωση της σκληρής λιτότητας, στη βάση της κοινωνίας συσσωρεύεται εύφλεκτο υλικό που μπορεί να εκραγεί ανά πάσα στιγμή.

Ανάγκη για ένα πραγματικό σχέδιο αντίστασης

Ωστόσο, αυτό δεν είναι αρκετό. Η ControCorrente (CWI στην Ιταλία, αδελφή οργάνωση του «Ξ») μοίρασε κατά τη διάρκεια της απεργίας ανακοίνωση, η οποία ανάμεσα στα άλλα εξηγούσε:

«Η CGIL βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι: είτε θα εγκαταλείψει τη συμμαχία με τα «φιλικά» κόμματα και κυβερνήσεις, είτε θα συντριβεί από τον Ρέντσι, σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι είχε συντριβεί από τον Μπερλουσκόνι […] είναι απαραίτητο ένα σχέδιο δράσης […] οι αγώνες πρέπει να είναι συντονισμένοι και ενωτικοί σε πανεθνικό επίπεδο».

«[…] αυτοί οι συντονισμένοι αγώνες μπορούν να γίνουν η βάση για το χτίσιμο ενός κόμματος των εργαζομένων που να δώσει πολιτική έκφραση στα εκατομμύρια των ανθρώπων που παλεύουν καθημερινά με τις συνέπειες αυτού του σάπιου οικονομικού και πολιτικού συστήματος […]».

7,037ΥποστηρικτέςΚάντε Like
577ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,088ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
368ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής