Η εξέγερση του κάρβουνου, που πραγματοποιήθηκε στις 14 Μάη του 1956 στο Περιστέρι και πιο συγκεκριμένα στην Ανθούπολη, είναι μια από τις πιο μαζικές και αυθεντικές λαϊκές εξεγέρσεις του ελληνικού κινήματος. Παρότι το γεγονός μονοπώλησε για βδομάδες τον Τύπο, δύσκολα μπορεί να βρει κανείς σήμερα τα ίχνη των γεγονότων. Ίσως γιατί ήταν μια απόλυτα νικηφόρα εξέγερση, που παρά το γεγονός πως έλαβε χώρα στο «κόκκινο» μετεμφυλιακό Περιστέρι, ανάγκασε τους κυβερνώντες να απαλλάξουν τους κατοίκους από κάθε κατηγορία.
Η εξόρυξη στην Κατοχή, οι στοές της Αντίστασης και ο δωσίλογος Πατσαλής
Η εξόρυξη λιγνίτη από το υπέδαφος του Περιστερίου ξεκίνησε το 1933, από οικογένεια προσφύγων. Άλλωστε η Ανθούπολη όπως και μεγάλο τμήμα του Περιστερίου, κατοικήθηκε από πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν εκεί ήδη από το 1924. Η επιχείρηση πήρε την επωνυμία ‘Λιγνιτωρυχεία Αττικής Α.Ε.’.
Στα χρόνια της Κατοχής το λιγνιτωρυχείο πωλήθηκε σε Ιταλούς και μετονομάστηκε σε ‘Agenta Carboni Italiani’. Μάλιστα, οι στοές του αποτέλεσαν καταφύγιο των ανταρτών του ΕΛΑΣ και βασική τους δίοδο προς την Πάρνηθα και την ορεινή Ελλάδα. Ανάμεσα στους τότε εργαζόμενους στο λιγνιτωρυχείο, ξεχωρίζουν τα ονόματα των Θανάση Γκουνενιώτη και Θοδώρας Δαβέττα, που πήραν μέρος στην Αντίσταση και εκτελέστηκαν μετά τη Βάρκιζα.
Όταν τελείωσε ο πόλεμος, τα ορυχεία θεωρήθηκαν εχθρική περιουσία και μέσω του καθεστώτος της μεσεγγύησης (της ανάληψης δηλαδή των χρεών από το ελληνικό κράτος που ακολουθούσε συνήθως η μεταβίβαση χωρίς αντίτιμο σε συνεργάτες των Γερμανών), χαρίστηκαν στον δωσίλογο (σύμφωνα με τον Ριζοσπάστη), Πατσαλή.
Αυτός πούλησε το κάρβουνο που είχε μείνει στις στοές και αφού εισέπραξε το ιλιγγιώδες ποσό για την εποχή του ενός εκατομμυρίου δραχμών, άφησε απλήρωτους τους εργαζόμενους και εξαφανίστηκε.
Ένα ακόμα σκάνδαλο της Δεξιάς – οι κάτοικοι αγανακτούν
Στη συνέχεια τα ορυχεία πέρασαν ξανά στα χέρια του Ελληνικού Δημοσίου και το 1951 μισθώθηκαν με μια σκανδαλώδη σύμβαση στην εταιρία του Φραγκίσκου Πρεζάνη. Όμως το έδαφος πάνω από τα ορυχεία είχε μετατραπεί σε μια νέα συνοικία που εξαπλωνόταν γοργά, την Ανθούπολη. Πλέον στα ορυχεία δούλευαν περίπου 200 εργαζόμενοι.
Η λειτουργία του λιγνιτωρυχείου αποτελούσε το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα της καθημερινότητας των κατοίκων. Ο τρομακτικός θόρυβος και οι συνεχείς δονήσεις κάτω από τα πατώματα των – στη συντριπτική πλειοψηφία – προσφυγικών παραγκών, έγιναν καθημερινό φαινόμενο.
Εγκαύματα από κατσαρόλες που ενώ κόχλαζαν, έπεφταν από τις εστίες τους καθώς και σοβαροί τραυματισμοί από τοίχους και ταβάνια που κατέρρεαν, έφεραν τους κατοίκους της Ανθούπολης στο απροχώρητο. Η παραγκούπολη του Περιστερίου πλέον αριθμούσε 12.000 κατοίκους.
Το 1952 άνοιξε νέο φρέαρ σε απόσταση μόλις 20-30 μέτρων από τα σπίτια, παρά τους ισχυρισμούς του Πρεζάνη ότι δήθεν προοριζόταν για την εγκατάσταση μηχανημάτων εξαερισμού.
Κατά παράβαση του Μεταλλευτικού Κώδικα αλλά με τη κάλυψη του υπουργού Βιομηχανίας Παπαληγούρα, οι εργασίες εξαγωγής λιγνίτη εντείνονταν. Όπως μάλιστα αποδεικνύεται από την επερώτηση του βουλευτή της ΕΡΕ Βρανόπουλου στη Βουλή μετά την εξέγερση, η διεύθυνση των ορυχείων κατέστρεψε φυσικές κολώνες υποστύλωσης, ενώ καταστραφήκαν ακόμα και υπόγειες φλέβες νερού, με συνέπεια τα πηγάδια (η μοναδική πηγή ύδρευσης της Ανθούπολης τη δεκαετία του ‘50) να στερέψουν.
Από το Σεπτέμβρη του 1953, οι ρωγμές στα σπίτια γίνονται πολύ συχνότερες, λόγω της διάνοιξης νέων στοών σε πολύ μικρό βάθος. Όταν ο απεσταλμένος του υπουργείου Βιομηχανίας, Αριστείδης Τσάκωνας, επισκέφτηκε την περιοχή μετά από συνεχόμενες καταγγελίες στις 26 Σεπτέμβρη του 1953, αντιμετώπισε την οργή των κατοίκων.
Μάλιστα, στις 30 Ιούλη του 1954 δικάστηκαν οι Μαρία Καρατζαφέρη, Γεωργία Άταρ, Φωτεινή Κοτσόβου και Σοφία Θεοδωράκη για εξύβριση του Τσάκωνα, καθώς και οι δύο αστυφύλακες που τον συνόδευαν, γιατί δεν εμπόδισαν το συμβάν. Οι τέσσερις γυναίκες καταδικάστηκαν σε 15 μέρες φυλάκιση, ενώ οι αστυφύλακες σε 5μηνη κάθειρξη.
Οι σπασμοί της λαϊκής έκρηξης
Στις 30 Οκτώβρη του 1953 κατέρρευσε η στοά Ν. 5 με αποτέλεσμα τον τραγικό θάνατο του εργαζόμενου Γιάννη Τάντουλα και τον σοβαρό τραυματισμό των Στ. Ασονίδη, Κ. Φουστέρη και Α. Προκάκη. Κι όμως, το υπουργείο Βιομηχανίας και η κυβέρνηση Παπάγου συνέχισαν να αδιαφορούν προκλητικά προκειμένου να προστατεύσουν τον Πρεζάνη και τις χρυσοφόρες επιχειρήσεις του.
Και ενώ η οργή έβραζε στην Ανθούπολη και το Περιστέρι, στις 3 Ιούνη του 1955 το Εφετείο της Αθήνας εξέδωσε μια προκλητική απόφαση, με την οποία στην ουσία απάλλαξε τον Πρεζάνη από οποιαδήποτε ευθύνη αποζημίωσης, επειδή τα σπίτια ήταν χτισμένα εκτός σχεδίου πόλεως και χωρίς άδεια.
Στις 21 Νοέμβρη του 1955 έγινε η πρώτη λαϊκή έκρηξη: η μαζική διαδήλωση που ακολούθησε την εμφάνιση γεωτρύπανων της εταιρίας στο κέντρο της πλατείας της Ανθούπολης, διαλύθηκε από την χωροφυλακή. Ήταν όμως το προειδοποιητικό καμπανάκι για το τι θα ακολουθούσε.
Οι καταρρεύσεις σπιτιών ανάγκασαν τους ενοίκους τους να μείνουν στο δρόμο, ενώ ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα απειλούνταν με καθίζηση. Τον Απρίλη του 1956 το έδαφος κάτω από τα σπίτια των Λ. Θεοδωράκη και Κυρ. Σίβιλα κυριολεκτικά εξαφανίστηκε και τα σπίτια τους εγκαταλείφθηκαν.
Κι όμως, νέες στοές άρχισαν να ανοίγονται σε βάθος μόλις 12 μέτρων αντί των 50, που όριζε ο νόμος. Η πεποίθηση των κατοίκων πως ο μόνος τρόπος να αλλάξει η κατάσταση ήταν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους, άρχισε πλέον να εδραιώνεται. Παρότι η αριστερά και το ΚΚΕ σχεδόν μονοπωλούσαν τις ψήφους των Περιστεριωτών, η διάθεση για εξέγερση αγκαλιάστηκε από το σύνολο των κατοίκων.
Η εξέγερση
Στις 14 Μαΐου 1956, το ποτήρι της λαϊκής αγανάκτησης ξεχείλισε, αφού άλλα δύο σπίτια κατέρρευσαν. Οι κάτοικοι της Ανθούπολης, που είχαν προφανώς προσυνεννοηθεί, άρχισαν να συγκεντρώνονται σε μικρές ομάδες. Το σύνθημα της εξέγερσης δόθηκε στις 10 το βράδυ από τις καμπάνες της Αγίας Μαρίνας, της κεντρικής τοπικής εκκλησίας.
Συγκεντρώθηκαν άμεσα περίπου 5.000 άνθρωποι όλων των ηλικιών και κατευθύνθηκαν προς τα ορυχεία. Ήταν η ώρα που σχόλαγε η απογευματινή βάρδια και δεν υπήρχαν άλλοι εργάτες στις στοές. Εξουδετέρωσαν εύκολα την αντίσταση της μόνιμης φρουράς της χωροφυλακής και εκσφενδονίζοντας πανιά ποτισμένα με πετρέλαιο, πυρπόλησαν τις ξύλινες εγκαταστάσεις. Η φωτιά έγινε ορατή από πολλά χιλιόμετρα μακριά.
Άρχισαν να φτάνουν ενισχύσεις της χωροφυλακής από τους Άγιους Αναργύρους, τη Νέα Ιωνία, τα Νέα Λιόσια (Ίλιον) και τη Νέα Φιλαδέλφεια, όμως αποκρούστηκαν με πέτρες. Η παρουσία του ίδιου του διευθυντή της Αστυνομίας Αθηνών, Γεωργίου, και του διοικητή της Γενικής Ασφάλειας, Ρακιντζή, δεν άλλαξε τη ροή της μάχης.
Ακόμα και 300 χωροφύλακες που έφτασαν από το Σύνταγμα Μακρυγιάννη με πολεμική εξάρτηση, κράνη και βραχύκαννα όπλα, όπως επίσης και άλλοι 680 αστυφύλακες, δεν κατάφεραν να κάμψουν την οργή των κατοίκων, που σταματούσαν τις κλούβες των δυνάμεων ασφαλείας, αναγκάζοντάς τους να προχωρήσουν προς τα ορυχεία πεζοί ή με ΙΧ, ακόμα και με αστικά λεωφορεία.
Μια ίλη τεθωρακισμένων της αστυνομίας ανέλαβε τη φύλαξη των γραφείων της εταιρίας στα οποία φυλάσσονται μεγάλες ποσότητες εκρηκτικών υλών, καθώς υπήρχαν πληροφορίες ότι οι εξεγερμένοι κατευθύνονταν προς τα εκεί.
Ενώ οι συμπλοκές συνεχίζονταν οι χωροφύλακες αρχίζουν να πυροβολούν στον αέρα για να απομακρύνουν τον κόσμο. Έπεσαν πάνω από 500 σφαίρες αλλά οι εξεγερμένοι δεν έφυγαν, παρά μόνο στις 5 το πρωί, αφού η φωτιά είχε ήδη καταστρέψει ολοσχερώς τις εγκαταστάσεις των λιγνιτωρυχείων. Από τις φλόγες δε γλίτωσε ούτε το πυροσβεστικό όχημα.
Από τις συμπλοκές με την αστυνομία τραυματίστηκαν και μεταφέρθηκαν στο Σταθμό Α’ Βοηθειών οι Κ. Τσίτος (30 χρονών), Ευσταθία Μαναρακοπούλου (20 χρονών) και Ν. Καραβανάς (16 χρονών).
Συνελήφθησαν πάνω από 40 άτομα ως πρωταίτιοι της εξέγερσης, ενώ τελικά κρατήθηκαν προσωρινά οι Δημήτρης Καραγιάννης, Παναγιώτης Κασουρίδης, Νίκος Βασιλείου, Πέτρος Πουρναράς, Αχιλλέας Δημητρακόπουλος, Ηλίας Κατσιβέλης, Νίκος Ελευθερίου, Αιμίλιος Σταματιάδης, Παναγιώτης Καρέλας, Γαρυφαλιά Κορωναίου, Σωτηρία Κορωναίου, Ιωάννης Κορωναίος, Νίκος. Κλάδης, Χαρίλαος Τσικνιαδόπουλος, Λάμπρος Παπαδάκης, Βασίλης Θεοδωρόπουλος και Ζωή Θώδου.
Κατηγορήθηκαν για εμπρησμό εκ προθέσεως και «διέγερση του λαού εις στάσιν», μια πολύ βαριά κατηγορία στη μετεμφυλιακή Ελλάδα που θα μπορούσε να οδηγήσει κάποιον ακόμα και στο στρατοδικείο.
Η οριστική νίκη
Η δίκη των κατοίκων επρόκειτο να ξεκινήσει στις 21 Νοέμβρη του 1956 αλλά αναβλήθηκε λόγω επεισοδίων έξω από τα δικαστήρια. Μετά από αλλεπάλληλες ματαιώσεις της διαδικασίας, αθωώθηκαν όλοι από την κατηγορία της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, δηλαδή την καταστροφή των λιγνιτωρυχείων και του πυροσβεστικού οχήματος (η κατηγορία για «διέγερσι του λαού εις στάσιν» είχε εξαφανιστεί) και καταδικάστηκαν μόνο έξι από αυτούς σε πέντε μήνες φυλακή για αντίσταση κατά της αρχής.
Οι καταδικασθέντες άσκησαν έφεση και αφέθηκαν ελεύθεροι. Τα λιγνιτωρυχεία της Ανθούπολης δεν έμελλε να λειτουργήσουν ξανά. Ήταν μια τεράστια νίκη των κατοίκων και του κινήματος.
Στο σημείο της εξέγερσης όπου βρισκόταν η πύλη των ορυχείων, λίγες δεκάδες μέτρα μακριά από εκεί που βρίσκεται σήμερα η στάση του μετρό της Ανθούπολης, υπάρχει η πλατεία Εξεγερμένων, για να θυμίζει στο λαό τις νίκες που μπορεί να πετύχει.












