Full Τime: μια καυστική ταινία για την απανθρωπιά του καπιταλισμού

Φιλοξενούμε στη στήλη «Συνεργασίες αναγνωστών, Απόψεις, Αναδημοσιεύσεις» κείμενο που έστειλε ο φίλος του Ξ, μέλος της της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού «Μαρξιστική Σκέψη» Χρήστος Κεφαλής.

Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα γαλλική δραματική ταινία προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες. Κυκλοφορημένο το 2021, το Full Time (γαλλικός τίτλος: À Plein Temps) απέσπασε βραβεία στο Φεστιβάλ Βενετίας της ίδιας χρονιάς και σε άλλα σημαντικά διεθνή φεστιβάλ.

Η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από την ιστορία της Ζιλί (Λορ Καλαμί), μιας αρχικαμαριέρας σε ξενοδοχείο πολυτελείας, που διαρκώς τρέχει για να προλάβει να τα φέρει βόλτα. Χωρισμένη με δυο παιδιά, παλεύει να τα μεγαλώσει μόνη της σε έναν καθημερινό αγώνα με το χρόνο: να πάει τα παιδιά της στην ώρα τους στο σχολείο, να μην αργήσει στη δουλειά, να επιστρέψει στην ώρα της για να παραλάβει τα παιδιά από τη γυναίκα που τα κρατά ως αργά το απόγευμα.

Αν στις πρώτες σκηνές βλέπουμε πώς καταφέρνει με τα χίλια ζόρια να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της, μια απεργία στα τρένα έρχεται να επιδεινώσει δραματικά τα πράγματα. Μένοντας σε ένα προάστειο για να παρέχει καλύτερες συνθήκες ζωής στα παιδιά της, η Ζιλί υποχρεώνεται να αλλάζει διαρκώς λεωφορεία και να κάνει οτοστόπ, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Καθυστερεί διαρκώς στη δουλειά της και δέχεται κριτική από την προϊστάμενή της. Το βράδυ αργεί να πάρει τα παιδιά της από τη νταντά, η οποία με τη σειρά της απειλεί να παραιτηθεί από τη φύλαξη, καθώς δεν αντέχει άλλο. Μια καθυστέρηση στη διατροφή που της καταβάλλει ο άνδρας της επιδεινώνει τα οικονομικά της και λαβαίνει προειδοποιήσεις από την τράπεζα για την καθυστέρηση καταβολής της δόσης για το δάνειό της.

Η Ζιλί προσπαθεί επίμονα να βρει μια καλύτερη δουλειά, που να ανταποκρίνεται στην προηγούμενη εργασιακή εμπειρία της και να της αποφέρει ένα υψηλότερο εισόδημα. Ωστόσο, όταν την κοπανά στα μουλωχτά από τη δουλειά της για να πάει σε μια συνέντευξη, έρχεται σε ρήξη με την προϊσταμένη, που μαθαίνοντάς το την απειλεί με απόλυση. Μετά από μια νέα καθυστερημένη άφιξη η απειλή γίνεται πράξη και της απαγορεύεται η είσοδος στο κτίριο. Απολυμένη, βρίσκεται σε πλήρες αδιέξοδο: η τραπεζική κάρτα της ακυρώνεται, αναγκάζεται να αφήνει πράγματα στο ταμείο στο σούπερ μάρκετ, καθώς δεν της φτάνουν τα χρήματα. Η αναζήτηση μιας νέας δουλειάς φαίνεται να αποτυχαίνει καθώς δεν έχει καμιά ειδοποίηση από τις συνεντεύξεις της, ώσπου η κατάσταση σώζεται ως εκ θαύματος την τελευταία στιγμή, όταν ενημερώνεται ότι τελικά της προσφέρεται μια καλή θέση σε μια εταιρεία.

Η υπόθεση μπορεί να φαίνεται απλή, ωστόσο ο σκηνοθέτης Ερίκ Γκραβέλ χτίζει με τέτοια μαεστρία την αγχωτική πορεία της ηρωίδας προς το αδιέξοδο, που κρατά αμείωτο και κορυφώνει το ενδιαφέρον ως το τέλος. Η έξοχη ερμηνεία της Καλαμί, βραβευμένη στο Φεστιβάλ της Βενετίας, συνεισφέρει επίσης ουσιαστικά στο καθηλωτικό αποτέλεσμα. Όχι τυχαία, τα περισσότερα γαλλικά περιοδικά και εφημερίδες βαθμολόγησαν την ταινία με 4 ή 5 αστέρια, με τη θλιβερή παραφωνία της συντηρητικής, ακροδεξιάς Λε Φιγκαρό, που της έδωσε μόνο ένα.

Το Full Time θυμίζει αρκετά την τελευταία, αξιόλογη ταινία του Κεν Λόουτς Sorry We Missed You (2019). Σε εκείνη την ταινία ο Ρίκι, ένας διανομέας που προσπαθεί να αποκτήσει δικό του βαν, καταπλακώνεται από τις οικονομικές υποχρεώσεις και τις σκληρές συνθήκες εργασίας. Η όλη όμως ατμόσφαιρα είναι κάπως διαφορετική: ενώ ο ήρωας του Λόουτς φιλοδοξεί να γίνει αφεντικό του εαυτού του, ένας ανεξάρτητος διανομέας, η Ζιλί, παρά τις δικές της βλέψεις για μια καλύτερη θέση, προσπαθεί απλά να κρατήσει το κεφάλι της έξω από το νερό. Σε αυτή την απεγνωσμένη προσπάθειά της γίνεται μια τυπική εικόνα του μέσου εργαζόμενου της εποχής μας, που αντιμετωπίζει ακριβώς τα ίδια προβλήματα.

Αυτό το περιστατικό προσδίδει τυπικότητα στο Full Time με την έννοια ότι η ηρωίδα αντικατοπτρίζει με ακρίβεια το πνεύμα και την ψυχολογία της εργατικής τάξης. Ανυψώνεται έτσι σε μια αυθεντική ταινία κοινωνικής κριτικής, η οποία μέσα από την ατομική πορεία της ηρωίδας θέτει σημαντικά γενικότερα ζητήματα.

Ένα πρώτο σημείο αφορά στη στάση της ηρωίδας καθώς και όλων των εργαζόμενων κοριτσιών στο ξενοδοχείο απέναντι στην απεργία στις συγκοινωνίες και τις διαδηλώσεις που διεξάγονται στο Παρίσι. Ενώ διαρκώς ανακοινώνονται νέα για συμπλοκές, καταστροφές, κοκ, για τις καμαριέρες στο ξενοδοχείο η απεργία δεν αποτελεί καν αντικείμενο συζήτησης. Δεν εκφέρουν την παραμικρή κρίση για όσα συμβαίνουν, πόσω μάλλον μια διάθεση συμμετοχής στο κίνημα, βλέποντας την απεργία στα μέσα μεταφοράς απλά σαν ένα εμπόδιο για την έγκαιρη προσέλευση στη δουλειά τους. Η ηρωίδα εκφράζει ξεκάθαρα αυτή τη στάση, όταν λέει σε ένα γείτονα που τη ρωτά τη γνώμη της για τις απεργίες: «Κοιτάζω κυρίως πώς θα αποφύγω τις απεργίες και όχι πως θα συμμετέχω σε αυτές».

Σε μια επιπόλαιη ματιά θα μπορούσε κανείς να το θεωρήσει αυτό σαν μια αδυναμία της ταινίας, μια αποτυχία να δειχτούν οι διεργασίες στο εσωτερικό της εργατικής τάξης. Νομίζουμε όμως ότι εδώ ο Γκραβέλ δείχνει εδώ πολύ περισσότερο έναν καλλιτεχνικό ρεαλισμό και μια πιστότητα στην πραγματική κατάσταση. Αν οι καμαριέρες δεν αισθάνονται την απεργία σαν κάτι που τις αφορά άμεσα, αυτό αντανακλά τις πραγματικές διαθέσεις της εργατικής τάξης στο παρόν στάδιο, όταν μόνο μερικές κατηγορίες εργαζομένων συμμετέχουν στο κίνημα, ενώ τα πλατιά εργατικά στρώματα κρατούν μια παθητική στάση. Η ταινία παρουσιάζει σε αρκετές σκηνές την πίεση και το άγχος που υφίστανται διαρκώς οι καμαριέρες για να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους, ώστε δεν τους μένει καθόλου καιρός για οποιαδήποτε ευρύτερη σκέψη.

Ένα δεύτερο σημείο συνδέεται με το στοιχείο της «υπερβολής» που θα μπορούσε να καταλογιστεί στην ταινία. Ενώ οι εξοντωτικοί ρυθμοί στην εργασία και την καθημερινή ζωή παρασέρνουν αυξανόμενα πλατιά στρώματα της εργατικής τάξης, η κατάσταση της ηρωίδας, ένα διαρκές τρέξιμο χωρίς καμιά ανάπαυση, φαίνεται να ξεφεύγει από τα συνηθισμένα. Αν, ωστόσο, το κάνει αυτό δεν είναι με την έννοια της διαστρέβλωσης της αληθινής κοινωνικής εικόνας, αλλά του τονισμού και της ανάδειξης εκείνων των τάσεών της που κερδίζουν διαρκώς έδαφος, ιδιαίτερα μετά την κρίση του 2007. Αυτός είναι ο λόγος που η ταινία δεν δημιουργεί σε κανένα σημείο μια αίσθηση αφύσικου· απεναντίας, ο μέσος εργαζόμενος θα διακρίνει σίγουρα κάτι από τις δικές του εμπειρίες στη μοίρα της ηρωίδας.

Πιο συζητήσιμα εμφανίζονται τα πράγματα με το φινάλε, στο οποίο η ηρωίδα σώζεται από την απελπιστική της κατάσταση κάπως με μια «ως από μηχανής θεού» λύση. Ενώ πιστεύει ότι έχει απορριφθεί από την αρμόδια στην τελευταία της συνέντευξη, αποδεικνύεται ότι εκείνη έλειπε για μερικές μέρες με άδεια και επιστρέφοντας της ανακοινώνει ότι της προσφέρεται η ποθητή θέση. Σημαίνει άραγε αυτό ότι ο Γκραβέλ καταφεύγει σε ένα εύκολο happy end, που υπονομεύει και αναιρεί το μήνυμα της ταινίας;

Για να θέσουμε πιο οξυμένα το ερώτημα, ας παραθέσουμε μια εκτίμηση από την κριτική της ταινίας στο katiousa.gr, του οποίου οι αρθρογράφοι, ακόμη και όταν κατ’ εξαίρεση λένε κάτι καλό, όπως εδώ, χάνουν αδιάλειπτα τα κρίσιμα σημεία:

«Ο Ερίκ Γκραβέλ έρχεται να προσθέσει τη δική του φωνή μέσα από την ηρωίδα του την εξαιρετική Λορ Καλαμί, να μας υπενθυμίσει για μια ακόμη φορά ότι όλο το σύστημα είναι λάθος, ότι όλο το τρέξιμο σε ένα λάθος σύστημα είναι μάταιο, ότι ο άνθρωπος δεν γίνεται να ζει αποκομμένος από τον κοινωνικό του περίγυρο χωρίς ταξική συνείδηση, χωρίς ενεργή συμμετοχή στους αγώνες, γιατί ζώντας έτσι, το μόνο που θα καταφέρνει θα είναι να “φουλάρει” με άχρηστο υλικό τον χρόνο του, αποκομμένος από το προϊόν της εργασίας του. Η ζωή του όμως θα παραμένει άδεια»1.

Αυτή είναι πράγματι η κεντρική ιδέα της ταινίας. Αν όμως η ηρωίδα καταφέρνει τελικά να βρει μια ατομική διέξοδο, τότε αυτή η ιδέα δεν υπονομεύεται; Δεν είναι σαν να περνά η άποψη ότι άμα τρέξεις πολύ, τελικά θα βρεις κάτι καλύτερο και θα φτάσεις σε μια ισορροπία; 

Κατά τη γνώμη μας, αυτό δεν συμβαίνει. Η Ζιλί είναι μια αρχικαμαριέρα, με πλούσια προηγούμενη εργασιακή εμπειρία και προσόντα. Ανήκει έτσι σε εκείνο το κομμάτι της εργατικής τάξης που μπορεί ενδεχόμενα να βρει μια ατομική λύση, καθώς οι εταιρείες επιδιώκουν να προσλαμβάνουν τέτοια στελέχη. Το ότι καταφέρνει να βγει από το αδιέξοδο είναι έτσι μια πραγματική δυνατότητα για την περίπτωσή της και δεν γενικεύεται σε μια θετική προοπτική για όλη την εργατική τάξη· μια απλή καμαριέρα που απολύεται από το ξενοδοχείο παρουσιάζεται αντίθετα καταδικασμένη στην ανεργία.

Ο σκηνοθέτης, ωστόσο, θα μπορούσε να είχε εξετάσει και άλλες πιθανές εκβάσεις, που θα απέδιδαν ίσως πιστότερα το πνεύμα της τωρινής στιγμής. Αν, για παράδειγμα, η ηρωίδα αφηνόταν στο τέλος «ξεκρέμαστη», να περιμένει μια ειδοποίηση για τη συνέντευξή της χωρίς να ξέρει αν θα έρθει ή όχι, αυτό θα κάλυπτε και τα δυο ενδεχόμενα, της διάσωσης την τελευταία στιγμή ή της καταστροφής (αυτό το είδος του απροσδιόριστου φινάλε εμφανίζει, σε ένα διαφορετικό επίπεδο στο Σημείο Βρασμού (2021), μια θεματολογικά παρόμοια ταινία για την ιστορία ενός αγχωτικού αρχισέφ σε ένα εστιατόριο πολυτελείας). Αλλά ακόμη και έτσι, ο θεατής δεν μπορεί να μην τεθεί αντιμέτωπος με το ερώτημα: αν η ηρωίδα τα κατάφερε τώρα την τελευταία στιγμή, τι θα συμβεί άραγε στην επόμενη απόλυση;

Ο ίδιος ο Γκραβέλ το συνόψισε με αυτό τον τρόπο λέγοντας: «Το βλέπω ως ένα ανοιχτό τέλος και κατά τη γνώμη μου, δεν είναι πραγματικά ευτυχές. Μπορεί να αντιπροσωπεύει μια ανακούφιση, αλλά εγείρει επίσης πολλά νέα ερωτήματα»2.

Μια σειρά άλλες κριτικές διατυπώνουν πολύτιμες κρίσεις και θα είναι χρήσιμο να ρίξουμε μια ματιά σε αυτές, ώστε να κατανοήσουμε βαθύτερα τα προτερήματα καθώς και τις μικρές αδυναμίες της αξιοσημείωτης ταινίας του Γκραβέλ.

Ο Χρ. Μήτσης, αφού σημειώνει τη συγγένεια του Γκραβέλ με τον Κεν Λόουτς, επαινεί την ικανότητα του σκηνοθέτη να δημιουργεί μια ατμόσφαιρα δυστοπικού θρίλερ, αξιοποιώντας τα λιτά, μινιμαλιστικά μέσα του με μια ρεαλιστική, ντοκιμαντερίστικη τεχνική:

«Οι μελοδραματικές συμπτώσεις κι ευκολίες είναι ελάχιστες, με την πλοκή να μένει επικεντρωμένη σε μια ηρωίδα σε διαρκή κίνηση, η οποία τρέχει ασταμάτητα προς το… κενό. Αυτήν τη σύγχρονη αστική αλήθεια αποτυπώνουν εξαιρετικά μια σκηνοθεσία με σπασμένα φρένα και ένα πυρετικό μοντάζ, τα οποία προσδίδουν στα απελπισμένα σπριντ της Ζιλί την ένταση ενός καλοκουρδισμένου θρίλερ. Κι ενώ είναι στιγμές που το σασπένς κόβει την ανάσα, το παραδομένο στο χάος Παρίσι (ποτέ σε γενικά πλάνα) μοιάζει με μετα-αποκαλυπτική μητρόπολη δυστοπικού sci-fi. Παρά την ντοκιμαντερίστικης αυθεντικότητας περιγραφή ενός υπό κατάρρευση κόσμου, όμως, ο Γκραβέλ παραμένει τελικά –ίσως υπερβολικά– αισιόδοξος και βαθιά ουμανιστής»3.

Θα προσθέταμε δύο σχόλια σε αυτήν την κατά τα άλλα έγκυρη αξιολόγηση. Πρώτον, η ταινία του Γκραβέλ δεν αφορά μόνο τα αλλοτριωτικά «αστικά περιβάλλοντα», αλλά τον καπιταλισμό, τις μεγάλες εταιρείες και τις αγορές. Είναι ξεκάθαρα η τρέλα αυτού του καπιταλιστικού περίγυρου που διαποτίζει και κατευθύνει την αγχωτική ζωή της ηρωίδας. Ο Γκραβέλ είναι ανθρωπιστής και αντικαπιταλιστής επίσης. Ωστόσο, αυτός και άλλοι σκηνοθέτες όπως ο Ράντου Ζούντε, δεν έχουν ακόμη αποκτήσει μια σταθερή σύνδεση με τα λαϊκά κινήματα, όπως οι παλιότεροι σκηνοθέτες σαν τον Λόουτς. Αυτό το περιστατικό, που προφανώς σχετίζεται με την αντικειμενική έλλειψη επί του παρόντος πλούσιων εμπειριών λαϊκών κινημάτων στα οποία μπορούσαν να αναφέρονται οι παλαιότεροι σκηνοθέτες, κατά τη γνώμη μας εξηγεί ένα αφηρημένο στοιχείο στον ανθρωπισμό και την αισιοδοξία τους.

Ο Γ. Βασιλείου, από την πλευρά του, κάνει μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση, όταν σημειώνει ότι το τέλος της ταινίας έχει ένα διπλό νόημα, το οποίο εκλαμβάνεται ως σωτηρία από την ηρωίδα αλλά όχι από τον θεατή:

«Η σύγχρονη καθημερινή οδύσσεια θα ολοκληρωθεί με ένα πανούργο φινάλε, όπου η εξέλιξη των πραγμάτων αλλιώς δείχνει στα μάτια της Ζιλί και αλλιώς φαίνεται μέσα από τον φακό του σκηνοθέτη και μέσα από τα δικά μας μάτια, που όλη αυτή την ώρα παρακολουθούσαμε (και) τη γενικότερη εικόνα»4.

Αυτό συμβαδίζει με την κρίση του Γκραβέλ που έχουμε ήδη παραθέσει.

Από την άλλη, οι μειωτικές κρίσεις από αντιδραστικούς κριτικούς ακούγονται περισσότερο σαν ένας έπαινος για την ταινία, αποκαλύπτοντας τα αίτια του θυμού τους. Να τι λέει ο Κ. Καϊμάκης, ένας κριτικός στη φανατικά δεξιά Athens Voice, για την ταινία του Γκραβέλ:

«Η βραβευμένη στη Βενετία ερμηνεία της Λορ Καλαμί (“Call me my agent”) είναι το πιο δυνατό στοιχείο ενός προσχηματικού κοινωνικού μελοδράματος που εστιάζει στην αγχωτική προσπάθεια της ηρωίδας να τα φέρει βόλτα στη ζωή της. Ο κοινωνικός περίγυρος και η πραγματικότητα στη ζωή της Ζιλί είναι καλά σχεδιασμένα αλλά το πρόβλημα που υπάρχει στην ταινία σχετίζεται με την επιδερμική σκιαγράφηση του χαρακτήρα της, καθώς πολλά σημεία στη συμπεριφορά της είναι τραβηγμένα (η χοντροκομμένη χάρη που ζητά από τη μαθητευόμενη στο ξενοδοχείο, τα ψέματα που λέει στη δουλειά αλλά και στους γνωστούς της κ.λπ.), ενώ ακόμη και το ζήτημα των κοινωνικών κινημάτων που αντιτίθεται στη διεύρυνση των εργασιακών ωραρίων προκαλώντας χάος στο Παρίσι είναι άγαρμπα, αν όχι άστοχα ενταγμένο στην πλοκή»5.

Ο Καϊμάκης, φαίνεται, δεν έχει προσέξει ποτέ κανέναν να ψεύδεται σε αυτόν τον υπέροχο κόσμο γύρω μας. Για παράδειγμα, όταν ο Πούτιν παρουσιάζει τον πόλεμο του στην Ουκρανία ως απελευθερωτικό εγχείρημα, αυτό δεν είναι ψέμα που έχει σχεδιαστεί για να εξωραΐσει τον ρωσικό ιμπεριαλισμό. Και όταν η Δύση παρουσιάζεται ως ο άξιος υπερασπιστής της δημοκρατίας, τότε και σε αυτό δεν υπάρχει καμιά εξαπάτηση. Πόσο απρεπές και «αφύσικο» για την ηρωίδα, λοιπόν, να είναι το μόνο άτομο σε αυτό τον κόσμο που λέει ψέματα, μόνο και μόνο για να επιβιώσει. Δεν είναι αυτό μελοδραματικό, μια συναισθηματική παραποίηση της πραγματικότητας; Και πόσο ακατάλληλο και επικίνδυνο πράγματι είναι να εισάγουμε και τα κοινωνικά κινήματα στην εικόνα; Πόσο καλύτερα θα ήταν τα πράγματα χωρίς αυτά, αν όλοι δόξαζαν τις αγορές!

Επιχειρηματολογώντας ως χυδαίος απολογητής του συστήματος, ο Καϊμάκης αποκαλύπτει στην πραγματικότητα εδώ γιατί αυτός και οι όμοιοί του αντιπαθούν ταινίες όπως το Full Time. Ενδόμυχα αισθάνονται ότι οι συμφορές που επιφέρει το σύστημα σε ανθρώπινες ζωές πλησιάζουν σε ένα σημείο που θα τις κάνει ανυπόφορες και σπεύδουν να καθυβρίσουν εκ των προτέρων την κοινωνική διαμαρτυρία και οτιδήποτε την υποκινεί. Η κοροϊδία τους είναι στην πραγματικότητα απόδειξη ότι το Full Time βρίσκει το στόχο.

Το πόσο άτοπες είναι κριτικές όπως εκείνη του Καϊμάκη συνοψίζεται καλύτερα σε μια δήλωση του ίδιου του Ερίκ Γκραβέλ, ο οποίος θέτει την ταινία του στο ευρύτερο πλαίσιο: «Η Τζούλι, ο κύριος χαρακτήρας, ζει τη ζωή στη λωρίδα γρήγορης κυκλοφορίας, όχι επειδή είναι κατάσκοπος ή πράκτορας της CIA αλλά απλά επειδή είναι ανύπαντρη μητέρα που παλεύει για μια καλύτερη ζωή»6. Και ο F. Lemercier συνοψίζει εύστοχα την κοινωνική πραγματικότητα που απεικονίζεται στην ταινία: «Αν δεν θέλεις πια να καθαρίζεις τα σκατά των πλουσίων, δεν υπάρχει χώρος για σένα εδώ»7.

Ο Γκραβέλ τόνισε επίσης σε συνέντευξή του ότι η ταινία του είναι για την εργατική τάξη, της οποίας οι συνθήκες ζωής διαρκώς χειροτερεύουν και συγχρόνως περιλαμβάνει όλο και μεγαλύτερους αριθμούς ανθρώπων:

«Θα μπορούσατε να πείτε ότι όλα αυτά που σχετίζονται με το εργαζόμενο κομμάτι είναι κατά κάποιο τρόπο εμμονή για μένα. Με ενδιαφέρει η δυναμική μεταξύ των ανθρώπων και της δουλειάς τους. Ο πατέρας μου, που αγωνίστηκε όλη του τη ζωή ως εργάτης, ήταν μια σημαντική πηγή έμπνευσης. Έχω την εντύπωση ότι η μεσαία τάξη μικραίνει. Ότι έχουμε την αστική τάξη και μετά τους φτωχούς, αλλά ενδιάμεσα δεν έχει μείνει πολύς κόσμος. Παρ’ όλα αυτά, η εργατική τάξη, όπου ζει η πλειοψηφία του λαού, δεν εκπροσωπείται συχνά στον κινηματογράφο»8.

Το Full Time δεν είναι έτσι μόνο μια καυστική ταινία για την απανθρωπιά του καπιταλισμού αλλά και μια ταινία που αφυπνίζει, απεικονίζοντας τις πραγματικές συνθήκες ζωής της εργατικής τάξης.


Σημειώσεις

1. Κ. Βλάχου, «“Full time” / Ερίκ Γκραβέλ – Όσο και να “φουλάρουμε”, η ζωή είναι αλλού…», http://www.katiousa.gr/politismos/kinimatografos/full-time-erik-gkravel-oso-kai-na-foularoume-i-zoi-einai-allou/.

2. T. Vena, “Eric Gravel • Director of Full Time”, https://cineuropa.org/en/interview/410166/.

3. Χρ. Μήτσης, Full Time, https://www.athinorama.gr/cinema/cinema-reviews/3004311/full-time/.

4. Γ. Βασιλείου, Full Time, https://www.lifo.gr/guide/cinema/movies/full-time.

5. «Κριτική για την ταινία “Full Time (Á Plein Temps)” του Ερίκ Γκραβέλ», https://www.athensvoice.gr/culture/cinema/756128-kritiki-tainias-full-time-plein-temps».

6. M. Granados, “Venice Film Festival 2021: ‘A Plein Temps’ Review (Orizzonti)”, https://www.film-fest-report.com/home/biennale-venice-a-plein-temps-review.

7. F. Lemercier, “Review: Full Time”, https://cineuropa.org/en/newsdetail/409891/.

8. T. Vena, “Eric Gravel • Director of Full Time”, https://cineuropa.org/en/interview/410166/.

*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του Οι Πολωνοί Κομμουνιστές Απέναντι στον Στάλιν από τις εκδόσεις Red Marks.

7,127ΥποστηρικτέςΚάντε Like
595ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,111ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
392ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής