Έμφυλη βία: το σύστημα καλύπτει τα παιδιά του

Της Σύνταξης του  «Ξ»

Η υπόθεση του ομαδικού βιασμού της Γεωργίας Μπίκα στη Θεσσαλονίκη έχει προκαλέσει οργή σε πλατιά στρώματα της κοινωνίας, όχι μόνο για το ίδιο το γεγονός, αλλά και για το ότι ένα ολόκληρο σύστημα (αστυνομία, δικαιοσύνη, ΜΜΕ) προσπαθούν προκλητικά να καλύψουν τους δράστες, παρουσιάζοντάς την σαν ψεύτρα με απώτερο σκοπό. Πέρα από την οργή βέβαια, η υπόθεση δεν προκαλεί έκπληξη, αφού αυτοί που κατήγγειλε η Γεωργία για τον βιασμό της είναι γόνοι πλούσιων οικογενειών, ανάμεσα στους οποίους οι ιδιοκτήτες της 3E (Coca Cola).

Η προσπάθεια συγκάλυψης της υπόθεσης φάνηκε από την πρώτη στιγμή, καθώς η κοπέλα έκανε τρεις μέρες να δει ιατροδικαστή, κοντά στις 15 μέρες για να δει εισαγγελέα και ανακριτή, ενώ η αστυνομία επέτρεψε να καθαριστεί το δωμάτιο του ξενοδοχείου στο οποίο έγινε το έγκλημα πριν ψάξει για στοιχεία. Επιπλέον, οι εξετάσεις που της έγιναν, πραγματοποιήθηκαν πολύ αργά, μετά από 16-18 ώρες με αποτέλεσμα να μην υπάρχει δυνατότητα να ανιχνευτούν μια σειρά ενδεχόμενες ναρκωτικές ουσίες, όπως η GHB που χρησιμοποιείται ως χάπι βιασμού. Ήταν επίσης ανεπαρκής καθώς έγιναν μόνο εξετάσεις ούρων και όχι αίματος. Όταν τελικά μετά από έναν ολόκληρο μήνα ήρθαν τα αποτελέσματα, τα μέσα ενημέρωσης έσπευσαν να διαδώσουν την «είδηση» ότι οι εξετάσεις είναι καθαρές, επομένως η Γεωργία λέει ψέματα.

Τελικά μπορεί ναρκωτική ουσία να μην μπόρεσε (μέχρι στιγμής) να ανιχνευτεί, ωστόσο οι εξετάσεις δείχνουν πως η ποσότητα αλκοόλ στον οργανισμό της ήταν αρκετή για να προκαλέσει απώλεια συνείδησης. Ωστόσο, από την ψεύτικη είδηση για μη ανίχνευση σημαντικής ποσότητας αλκοόλ στον οργανισμό της που διέδωσαν ανώνυμα στελέχη της ΕΛΑΣ μέσω «πρόθυμων» ΜΜΕ μέχρι την πραγματική, πέρασαν αρκετές μέρες ώστε να έχουν τα μέσα ενημέρωσης τον χρόνο που χρειάζονται για να παρουσιάσουν μια εντελώς διαστρεβλωμένη εικόνα της πραγματικότητας, που στη συνέχεια είναι δύσκολο να ανατραπεί. Όπως περιγράφει η Γεωργία, «ο δεύτερος βιασμός, αυτός της αμφισβήτησης, είναι εξίσου οδυνηρός».   

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά κατά την οποία το σύστημα προσπαθεί να προστατέψει τα «παιδιά» του όταν βιάζουν ή εκμεταλλεύονται ανθρώπους που θεωρούν ευάλωτους. Την Παρασκευή 11/2 ξεκίνησε η δίκη του Δημήτρη Λιγνάδη, που πριν από περίπου ένα χρόνο αποκαλύφθηκε ότι βίαζε νέα, συχνά ανήλικα παιδιά, ενώ παράλληλα συμμετείχε σε κύκλωμα trafficking. Μέχρι η κατάσταση με τις απανωτές καταγγελίες να φτάσει στο απροχώρητο, ο Λιγνάδης, ως διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου και αγαπημένο παιδί της κυβέρνησης, απολάμβανε την πλήρη στήριξη της και κυρίως της Υπουργού Πολιτισμού Λ. Μενδώνη. Όταν τελικά η κυβέρνηση κατάλαβε ότι δεν μπορεί πλέον να καλύπτει τον εκλεκτό της σκηνοθέτη, η Υπουργός είπε ότι «εξαπατήθηκε» από έναν «επικίνδυνο άνθρωπο», που εξάλλου είχε μεγάλες υποκριτικές ικανότητες…

Λίγα χρόνια νωρίτερα, τον Φλεβάρη του 2019, ένας άλλος «άριστος», ο βουλευτής της ΝΔ Νίκος Γεωργιάδης καταδικάστηκε για «ασέλγεια σε βάρος ανηλίκων». Ο Γεωργιάδης δεν ήταν ένα «τυχαίο» περιστατικό που «ξέφυγε» από το κόμμα που σήμερα βρίσκεται στην κυβέρνηση. Αντίθετα, στελέχη της ΝΔ στήριξαν τον βουλευτή κατά τη διάρκεια της δίκης ενώ πολλοί από αυτούς χαρακτήρισαν την υπόθεση «πολιτική δίωξη». Με παρόμοιο τρόπο ο καθηγητής της ΑΣΟΕΕ Αναστάσιος Δράκος που κατηγορείται για παιδεραστία (εκτός από τοκογλυφία και απάτη) απολάμβανε για μεγάλο διάστημα την προστασία της ΝΔ και της κυβέρνησης, η οποία τον είχε διορίσει επανειλημμένα σε σημαντικές κρατικές θέσεις.

Παρά τις προσπάθειές όμως για προστασία των «άριστων» εγκληματιών, τα θύματα τους όλο και πιο συχνά καταγγέλλουν δημόσια την κακοποίηση τους και απαιτούν δικαίωση. Αυτό φάνηκε και με την Σοφία Μπεκατώρου, που έγινε η αφορμή για το ξέσπασμα του ελληνικού metoo περίπου έναν χρόνο πριν, αλλά και με τη μαχητική στάση της Γεωργίας Μπίκα, που στέκεται απέναντι σε βασικούς εκπροσώπους της ελληνικής άρχουσας τάξης, αποδεικνύοντας ότι δεν είναι καθόλου «εύκολα θύματα», όπως  νόμιζαν οι δράστες.

Αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας συνολικής στροφής στην αντίληψη των πιο μαχητικών στρωμάτων της κοινωνίας γύρω από αυτά τα θέματα στην Ελλάδα και διεθνώς. Το γεγονός ότι όλο και πιο συχνά τα θύματα καταγγέλλουν τους δράστες, έχει να κάνει με το ότι ξέρουν πως σήμερα είναι πολύ πιθανότερο να αντιμετωπιστούν με μαχητική στήριξη και αλληλεγγύη. Και με τη σειρά τους δίνουν δύναμη και ανοίγουν περισσότερο τον δρόμο για να προχωρήσουν και άλλα θύματα έμφυλης βίας σε καταγγελίες, ενώ τροφοδοτούν την όλο και πιο ισχυρή παρουσία του φεμινιστικού κινήματος στους δρόμους, στους χώρους εργασίας, στις γειτονιές, στα σχολεία, τα πανεπιστήμια, κα. Πάνω σε αυτή τη νέα διάθεση το φεμινιστικό κίνημα πρέπει να χτίσει, διεκδικώντας μια κοινωνία απαλλαγμένη από τη σεξιστική βία και τη συγκάλυψη.

Την ίδια στιγμή το φεμινιστικό κίνημα χρειάζεται να γίνει κομμάτι του αγώνα για την ανατροπή συνολικά αυτού του σάπιου συστήματος. Ενός συστήματος που συγκαλύπτει τα πραγματικά εγκλήματα (οικονομικά, περιβαλλοντικά, κοινωνικά κοκ) των μεγαλοεπιχειρηματιών και του πολιτικού κατεστημένου που τους υπηρετεί, ενώ παρουσιάζει σαν εγκληματίες εργαζόμενες/ους, φοιτήτριες/ες, τοπικές κοινωνίες κοκ που κινητοποιούνται και αγωνίζονται ενάντια στις επιθέσεις της κυβέρνησης. 

7,127ΥποστηρικτέςΚάντε Like
595ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,111ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
392ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής