Ελληνοτουρκικές σχέσεις

1. Οι σχέσεις της Ελλάδας με την γειτονική Τουρκία πέρασαν από δραματικές μεταμορφώσεις μέσα στην τελευταία δεκαετία. Το παραλίγο θερμό επεισόδιο στα Ίμια το 1996 παραχώρησε τη θέση του στις «επιθέσεις φιλίας» που ακολούθησαν τους σεισμούς του 1999, αφού προηγήθηκε η όξυνση των σχέσεων με την υπόθεση Οτσαλάν. Την πολιτική των ελληνικών «Βέτο» στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας ακολούθησε το Ελσίνκι και η ανεπιφύλακτη υποστήριξη της έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας με την ΕΕ. Όλες αυτές οι μεταμορφώσεις είχαν ωστόσο ένα και μόνο αποτέλεσμα: 0 εις το πηλίκον.

2. Έχουμε εξηγήσει πολλές φορές στο παρελθόν πως ο καπιταλισμός είναι εντελώς ανίκανος να δώσει οριστική (και ειρηνική) λύση σε εθνικά ζητήματα και διενέξεις. Οι πρόσφατες εξελίξεις αποδεικνύουν πως αυτή δεν είναι μια δογματική θέση, αλλά πατάει γερά πάνω στην πραγματικότητα.

3. Η ελληνική αστική τάξη προπαγάνδιζε για καιρό τη θέση πως τα προβλήματα με την Τουρκία και το Κυπριακό θα λυνόντουσαν αυτομάτως αν έμπαιναν κάτω από την «ομπρέλα» της ΕΕ. Το αποτέλεσμα τους διέψευσε οικτρά. Παρά το γεγονός ότι η Κύπρος είναι πλέον πλήρες μέλος της ΕΕ και η Τουρκία ξεκίνησε τις διαπραγματεύσεις για την ένταξή της (άσχετα αν, στην καλύτερη των περιπτώσεων, θα χρειαστούν δεκαετίες για την πλήρη είσοδό της) κανένα από τα προβλήματα που ταλανίζουν την περιοχή δεν πλησίασε ούτε στο ελάχιστο προς τη λύση του.

4. Η αντιπαλότητα της ελληνικής και της τουρκικής αστικής τάξης δεν προέρχεται από κάποια αιώνια ιστορικά και εθνικά αίτια, αλλά από το γεγονός ότι, δρώντας σαν τοπικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στην περιοχή, έχουν κατ’ εξοχήν αντικρουόμενα συμφέροντα, τόσο στην Κύπρο όσο και στο Αιγαίο. Το σύνολο σχεδόν της ελληνικής αριστεράς αρνείται ν’ αποδεχθεί αυτή την πραγματικότητα, υιοθετώντας θέσεις είτε «πατριωτικές» είτε εντελώς ανεδαφικές.

5. Η πάγια θέση του ΣΥΝ είναι πως τη λύση πρέπει να τη δώσουν οι διεθνείς οργανισμοί στα πλαίσια κάποιας γενικόλογης «νομιμότητας και δικαίου». Μα αυτή τη στιγμή, είναι ακριβώς αυτή η λύση που δοκιμάζεται και αποτυγχάνει παταγωδώς: Ο Ο.Η.Ε, μετά από δεκάδες ψηφίσματα τα προηγούμενα χρόνια, παρουσίασε το σχέδιο Ανάν, ένα κατασκεύασμα που ενώ δεν έλυνε τίποτε, κυοφορούσε στο εσωτερικό του τα σπέρματα βίαιων εκρήξεων μεταξύ των δυο κοινοτήτων της Κύπρου στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον. Η ΕΕ από την άλλη, περιορίζεται να παρακολουθεί το πρόβλημα, αδυνατώντας να δώσει την οποιαδήποτε λύση, παρ’ ότι οι διαφορές αφορούν δυο πλήρη μέλη της κι ένα κράτος που έχει ξεκινήσει ενταξιακές διαπραγματεύσεις μαζί της!

6. Το ΚΚΕ αντιμετωπίζει τα ελληνοτουρκικά σαν ένα τέχνασμα των αμερικάνων για να σπέρνουν διχόνοια στην περιοχή και θεωρεί πως «αν αφεθούν οι δυο χώρες μόνες τους, μπορούν να τα βρουν». Όπως στην οικονομία, έτσι και στο πεδίο των εθνικών ζητημάτων, για το ΚΚΕ ο μόνος εχθρός είναι ο ιμπεριαλισμός ενώ, προφανώς, οι εθνικές αστικές τάξεις δηλαδή το καπιταλιστικό σύστημα, μπορούν να εγγυηθούν ειρήνη και ανάπτυξη για τους λαούς. Από κοντά και διάφορες οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς με παρόμοιες θεωρητικές καταβολές (κομμάτι του ΝΑΡ, ΚΟΕ κλπ), που, εξαιτίας του ιδιότυπου καθεστώτος της Τουρκίας με τον αυξημένο ρόλο του στρατού, καταλήγει συγκαλυμμένα ή ανοιχτά, να υιοθετήσει τις απόψεις της ελληνικής αστικής τάξης ενάντια στην τουρκική πατώντας στο γεγονός της έλλειψης ακόμα και των στοιχειωδών δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών που επικρατεί στην Τουρκία.

7. Το Ξεκίνημα σαν πάγια και αδιαπραγμάτευτη θέση του, θεωρεί πως τη λύση μπορούν να τη δώσουν μόνο οι ίδιοι οι εργαζόμενοι Ελλάδας, Τουρκίας και Κύπρου, μέσα από την κοινή τους πάλη για τα κοινά τους προβλήματα, για την ειρήνη, τον τερματισμό των εξοπλισμών και την ευημερία. Αυτό δεν είναι ένα απλό ευχολόγιο.

8. Οι μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις των τουρκοκυπρίων στις αρχές του 2003 έδειξαν πως όταν οι λαοί αποφασίσουν να πάρουν τις τύχες τους στα χέρια τους δεν υπάρχουν όρια στο τι μπορούν να πετύχουν. Η συναδέλφωση των δυο κοινοτήτων που επιτεύχθηκε σ’ εκείνη την περίοδο ήταν πολύ ανώτερη από οποιαδήποτε προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού στα κοντά 50 χρόνια της ιστορίας του. Η κίνηση αυτή έμεινε στη μέση γιατί το ΑΚΕΛ ουσιαστικά αρνήθηκε να την αγκαλιάσει και να της δώσει συγκεκριμένη πολιτική προοπτική.

9. Το καθήκον του χτισίματος μιας νέας αριστεράς έχει λοιπόν στις χώρες που αντιμετωπίζουν άλυτα εθνικά ζητήματα διπλή σημασία, αποτελεί διπλή αναγκαιότητα. Όχι μόνο αποτελεί την μόνη απάντηση για την προάσπιση των βασικών δικαιωμάτων των εργαζομένων, αλλά είναι και ο μόνος δρόμος για την δημιουργία μιας γέφυρας συνεργασίας και αλληλοκατανόησης με την «άλλη πλευρά».

7,133ΥποστηρικτέςΚάντε Like
594ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,114ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
393ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής