ΕλλάδαΗ κατάσταση της οικονομίας

1. «Η ένταξη της χώρας μας στη ζώνη του ευρώ θα επηρεάσει καθοριστικά τη λειτουργία και τις επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας… θα προκαλέσει σημαντική μεταβολή του οικονομικού περιβάλλοντος, θα αποφέρει οφέλη και θα δημιουργήσει ευκαιρίες…

«Ενα βασικό πλεονέκτημα για την Ελλάδα από την υιοθέτηση του ευρώ είναι η θετική προοπτική σταθερότητας των τιμών»

(από την ομιλία του τότε διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και νυν αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Λ. Παπαδήμου 26.4.2000)

2. Η ομιλία εκείνη αντανακλούσε την αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση της αστικής τάξης στην Ελλάδα για τις προοπτικές αύξησης των κερδών της καθώς η ελληνική οικονομία διάνυε το 7ο συνεχόμενο έτος – από το 1994 – θετικού ρυθμού ανάπτυξης του ΑΕΠ και είχε μπροστά της άλλα 4 χρόνια υψηλής ανάπτυξης πάνω από 4% ετησίως που την έφερναν πρώτη στην σχετική κατάταξη στην ΕΕ.

3. Αυτή η περίοδος συνοδεύτηκε με την καλλιέργεια αυταπατών για τις δυνατότητες ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού στα πλαίσια της ΟΝΕ που συνοπτικά απόδιδε ο μύθος της «ισχυρής Ελλάδας» που χρησιμοποίησε κατά κόρον ο τότε πρωθυπουργός Κ. Σημίτης.

4. Το 2000 το 62% της ελληνικής «κοινής γνώμης» εμφανιζόταν υπέρ της ΟΝΕ και του ευρώ.

Οι προβλέψεις της Οργάνωσης

5. Η οργάνωσή μας σε όλες της τις αναλύσεις και τα συνεδριακά κείμενα εξηγούσε ότι: «η ιστορική καθυστέρηση στην ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού τον καθιστά από τους πιο αδύνατους στα πλαίσια της ΕΕ κι από τους πιο ευάλωτους στην κρίση του συστήματος γενικά και πιο ειδικά στις προοπτικές μιας ευρωπαϊκής ύφεσης…

Πραγματική σύγκλιση ανάμεσα στον καθυστερημένο ελληνικό καπιταλισμό και τα οικονομικά μεγαθήρια της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Βρετανίας δεν μπορεί να υπάρξει. Η κατάσταση αυτή που αντανακλάται στα ελλείμματα του εξωτερικού ισοζυγίου της χώρας σημαίνει αναπόφευκτα την μετατροπή της σημερινής φάσης οικονομικής ανάπτυξης (ή επέκτασης) στο αντίθετο της, σε νέα ύφεση, νέα αποβιομηχάνιση, νέα άνοδο της ανεργίας..» ( θέσεις 42 & 45 στο συνεδριακό κείμενο του 1999)

6. Στο συνεδριακό κείμενο του 2003 εξηγούσαμε ότι

« η οικονομική ανάπτυξη στηρίχθηκε σχεδόν αποκλειστικά στα 30 δις. ευρώ του Γ΄ΚΠΣ και στην υποχρεωτική αύξηση των δημοσίων επενδύσεων για τα μεγάλα έργα λόγω της Ολυμπιάδας του 2004. Αν δεν υπήρχαν αυτοί οι πόροι η Ελλάδα θα ήταν ήδη σε τροχιά ύφεσης, καθώς συντελούν στο 2.7% της ετήσιας αύξησης της ανάπτυξης… Ο ελληνικός καπιταλισμός δεν μπορεί να γίνει ισχυρός, με την έννοια της βιομηχανικής ανάπτυξης, της ανταγωνιστικότητας, της πραγματικής ή και της νέας οικονομίας… Οι κοινοτικές ροές, ειδικά μέχρι το 2006, τα δημόσια έργα και η Ολυμπιάδα του 2004 θα αποτελέσουν ως ένα βαθμό «μαξιλάρια» σε συνδυασμό με την «δημιουργική λογιστική» των επιτελείων. Η πανευρωπαϊκή τάση για ελλειμματικούς προϋπολογισμούς και παραβίαση του Συμφώνου Σταθερότητας, στη χώρα μας θα βρει τους πιο λαμπρούς εκφραστές…»

( θέσεις 2,8 & 9 από το συνεδριακό κείμενο του 2003).

7. Η τωρινή κατάσταση επιβεβαιώνει πλήρως τις παραπάνω εκτιμήσεις. Όλες οι προβλέψεις των αστικών επιτελείων για το 2005 κάνουν λόγο για επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας (γύρω στο 3%) την διατήρηση της ανεργίας, τη μείωση της ζήτησης και των επενδύσεων σε συνδυασμό με την παρατεταμένη αβεβαιότητα που προκαλεί η άνοδος της τιμής του πετρελαίου.

Αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων

8. Δύο δεκαετίες σκληρής λιτότητας, από τα μέσα της δεκαετίας του 80 μέχρι σήμερα, ωφέλησαν μόνο το κεφάλαιο καθώς όλα αυτά τα χρόνια οι μόνοι δείκτες που είχαν πραγματική άνοδο ήταν αυτοί των επιχειρηματικών κερδών.

«Η αύξηση της κερδοφορίας στην ελληνική οικονομία άρχισε ήδη από το 1986 σε ορισμένους τομείς όπως στην βιομηχανία, και γενικεύθηκε το 1990…. Σύμφωνα με τις προβλέψεις η απόδοση του κεφαλαίου θα ανέλθει στο τέλος του 2004, σε επίπεδα υψηλότερα κατά 10% του μέσου όρου της περιόδου 1961-1973»

(από την ετήσια έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για το 2004).

9. Για να αντιληφθούμε καλύτερα το παραπάνω μέγεθος πρακτικά σημαίνει ότι σήμερα οι Έλληνες καπιταλιστές κερδίζουν αναλογικά περισσότερα από ότι την περίοδο της δικτατορίας όπου δεν υπήρχαν συλλογικές συμβάσεις, συνδικαλιστικό κίνημα και στοιχειώδεις πολιτικές ελευθερίες.

10. Αυτές οι πολιτικές έχουν οδηγήσει σε πρωτοφανή διεύρυνση της κοινωνικής ανισότητας με την Ελλάδα να βρίσκεται στην 2η θέση της ΕΕ-25 μετά την Πορτογαλία στο σχετικό δείκτη.

« Το πλουσιότερο 20% των συμπολιτών μας διαχειρίζεται το 42.28% του διαθέσιμου εισοδήματος. Από αυτούς, το πλέον πλούσιο 10% των ελλήνων κατέχει το 26.87% του εισοδήματος, δηλαδή κατέχει περισσότερα χρήματα από το φτωχότερο 50% του πληθυσμού. Αυτό το 20% έχει 7.28 φορές περισσότερα χρήματα από το φτωχότερο 20% και το πλέον πλούσιο 10% έχει 16 φορές μεγαλύτερο εισόδημα από το πλέον φτωχό 10%» (Καθημερινή, 19.12.04)

Χαμηλή ανταγωνιστικότητα και αποβιομηχάνιση

11. Παρά τους ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας παραμένει από τις χαμηλότερες στον ΟΟΣΑ και την ΕΕ. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι τα βιομηχανικά και αγροτικά προϊόντα δεν μπορούν να συναγωνιστούν στο επίπεδο της τιμής και της ποιότητας αυτά των υπόλοιπων καπιταλιστικών κρατών στην Ευρώπη και διεθνώς. Το αποτέλεσμα είναι η μόνιμη τάση για αύξηση των εισαγωγών και μείωση των εξαγωγών, που οδηγούν στην αποβιομηχάνιση και την ανεργία και που αυξάνουν το εμπορικό έλλειμμα.

12. Ο πληθωρισμός κυμάνθηκε γύρω στο 2% στην ΕΕ το 2004 ενώ στην Ελλάδα στο 3% το 2004 και 4% το 2005 σύμφωνα με τις προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδας, κάνοντας ακόμα πιο ακριβά και άρα λιγότερο ανταγωνιστικά τα ελληνικά προϊόντα στο εξωτερικό.

13. Οι εξαγωγές προς την ΕΕ κατέρρευσαν από το 8% του ΑΕΠ το 1985 σε 3% το 2004. Ενώ το 1984 οι ελληνικές εξαγωγές κάλυπταν το 50% των ελληνικών εισαγωγών, σήμερα καλύπτουν μόλις το 25%.

14. Την περίοδο 2000-2004 η Ελλάδα αναπτυσσόταν με 4,3% κατά μέσο όρο το χρόνο. Όμως αυτή η αύξηση δεν αντανακλούσε παρά τις εισροές από την ΕΕ που διοχετευόντουσαν σε υποδομές και ολυμπιακά έργα. Καμία σοβαρή επένδυση στον παραγωγικό ιστό της χώρας δεν έγινε.

15. Το 2004 οι επιχειρηματικές επενδύσεις είχαν μειωθεί κατά 9.3% ενώ στο πρώτο εξάμηνο του 2005 κατά 5.5% επιπλέον. Οι δε ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα ήσαν το 2003 κατώτερες εκείνων του 1980!! Έτσι, εξαιτίας της απουσίας επενδύσεων, η παραγωγικότητα και η ανταγωνιστικότητα παραμένουν χαμηλές παρότι ο έλληνας μισθωτός είναι από τους πιο φτωχούς και σκληρά εργαζόμενους. «Ο μέσος ελληνικός μισθός ανέρχεται σε 40% του αντίστοιχου βρετανικού και 41% του γερμανικού και μάλιστα με αριθμό ωρών εργασίας κατά 15% ανώτερο στην Ελλάδα απ΄ ότι στην ΕΕ», γράφει χαρακτηριστικά ο Κ. Βεργόπουλος, στο βιβλίο του «Η Αρπαγή του Πλούτου».

Ανεργία

16. Η αποβιομηχάνιση αναπτύσσεται έτσι ραγδαία και πλέον αγκαλιάζει όλους τους νομούς της χώρας. Η ανεργία αυξάνεται διαρκώς και επίσημα βρίσκεται στο 10.5% (η πραγματική είναι μέχρι και 50% μεγαλύτερη). Η ανεργία στους νέους, και με τα επίσημα στοιχεία, ξεπερνάει το 26.9% στις ηλικίες 15-24 ετών, το 16.2% στις γυναίκες και το 55% είναι μακροχρόνια άνεργοι..

17. Η υψηλή ανεργία – ειδικά στις παραγωγικές ηλικίες – αποτελεί πλέον μόνιμο χαρακτηριστικό του ελληνικού καπιταλισμού με αποτέλεσμα την επανεμφάνιση του φαινομένου της μετανάστευσης στο εξωτερικό, την παραπέρα ερήμωση ολόκληρων περιοχών και την αύξηση της μετακίνησης στα μεγάλα αστικά κέντρα, την αύξηση της περιθωριοποίησης και της εγκληματικότητας ειδικά στη νεολαία. Το κλείσιμο των επιχειρήσεων και η ανεργία, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, δείχνουν σε πλατιά στρώματα με τον πιο αποκαλυπτικό τρόπο τα όρια του συστήματος και την αδυναμία του να κάνει το στοιχειώδες: να δώσει δουλειά.

Παροχές στο κεφάλαιο

18. Αυτό που συνέβη είναι ότι στη διάρκεια των προηγούμενων 15 χρόνων η περίφημη «ιδιωτική πρωτοβουλία» έπεσε με τα μούτρα στην πίτα των κοινοτικών επιδοτήσεων. Αφού πήρε δάνεια και κοινοτικές επιδοτήσεις, κέρδισε ότι μπορούσε από την Ολυμπιάδα και την πίτα των δημόσιων έργων και των ιδιωτικοποιήσεων, αφού ξεζούμισε τους έλληνες εργαζόμενους, κάνει πλέον επενδύσεις στο εξωτερικό.

19. Από το 2003 ως το 2004 δεκαπλασιάστηκαν οι επενδύσεις ελλήνων επιχειρηματιών, βασικά στις ΗΠΑ και σε χώρες της ζώνης του ευρώ. Ενώ από το 2000-2003 μετανάστευσαν σε Βαλκανικές χώρες πάνω από 3500 μεταποιητικές επιχειρήσεις της Βορείου Ελλάδας για να εκμεταλλευτούν τα φτηνά μεροκάματα και τη χαμηλή φορολογία.

20. Τα επενδυτικά ανοίγματα στα Βαλκάνια, 17% των εξαγωγών το 2004, μπορεί να αποφέρουν κέρδη στους επιχειρηματίες και τους τραπεζίτες αλλά δεν προσφέρουν τίποτα στην ελληνική οικονομία. Αντίθετα αυξάνουν την ανεργία, πιέζουν τα μεροκάματα και αυξάνουν τις απαιτήσεις για δανεικά και αγύριστα στη βάση της απειλής «δώστε ότι ζητάω αλλιώς φεύγω».

21. Παρά τις μαζικές παροχές, δήθεν στο όνομα της ανάπτυξης και της καταπολέμησης της ανεργίας, οι καπιταλιστές παραμένουν αχόρταγοι. Χαρακτηριστικό είναι το τι γίνεται την τελευταία περίοδο, επί κυβέρνησης ΝΔ.

22. Ο φορολογικός νόμος 3296/2004 και ο αναπτυξιακός 3299/2004 προβλέπουν: Για τις ΑΕ και ΕΠΕ σταδιακή μείωση του φορολογικού συντελεστή των κερδών από 35% το 2004 σε 25% το 2007 και για τις ΟΕ και ΕΕ από 25% σε 20% το ίδιο διάστημα. Η ελάχιστη απαιτούμενη συμμετοχή του επενδυτή μειώνεται από 40% σε 25% της αξίας της επένδυσης. Η παροχή της επιχορήγησης αποσυνδέεται από την υποχρέωση δημιουργίας νέων θέσεων απασχόλησης. Και άλλα πολλά.

23. Οι βιομήχανοι της Βορείου Ελλάδος (ΣΒΒΕ) όμως απαίτησαν το Σεπτέμβρη του 2005 τη «δημιουργία στον ελλαδικό χώρο ζωνών μειωμένου εργατικού κόστους» με μισθούς των 75 δολαρίων ώστε να ανακοπεί η φυγή επιχειρήσεων προς τις βαλκανικές χώρες!! Τον Οκτώβρη του ίδιου χρόνου ο ΣΕΒ πρότεινε τη δημιουργία αντίστοιχων ζωνών στη Μακεδονία και τη Θράκη με δραστικό περιορισμό των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών κάτω του 1/3 με μεταφορά του κόστους τους στον κρατικό προϋπολογισμό!

Υπερχρέωση – προοπτικές

24. Με συνολικό ΑΕΠ 164.4 δις € το 2004, έχουμε 202 δις € δημόσιο χρέος (110,5% του ΑΕΠ) και 127,2 δις € χρέη επιχειρήσεων και νοικοκυριών (69.6 δις οι επιχειρήσεις, 57.6 δις τα νοικοκυριά) σε τράπεζες για δάνεια που αναλογεί στο 70% του ΑΕΠ (στοιχεία Ιουλίου 2005).

25. Το δημόσιο χρέος από 31.8% του ΑΕΠ το 1981 έφτασε το 110.5% το 2004. Η διαρκής αύξηση του δημόσιου χρέους αλλά και των δανείων αποδεικνύει τα σαθρά θεμέλια της ελληνικής οικονομίας και προετοιμάζει το έδαφος για ακόμα δραστικότερες περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες (παιδεία, υγεία, πρόνοια), πτωχεύσεις επιχειρήσεων, αύξηση της ανεργίας και παραπέρα μείωση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων.

26. Η μείωση των επιδοτήσεων στα πλαίσια του Δ΄ ΚΠΣ (2007-2013) και η περικοπή κατά 17.5% του ΠΔΕ το 2005 αφαιρούν 2 από τους βασικότερους παράγοντες της ανάπτυξης του ΑΕΠ τα προηγούμενα χρόνια. Οι επιχειρηματικές προσδοκίες είναι μειωμένες και σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του ΙΟΒΕ, στις κατασκευές, τις υπηρεσίες και το λιανικό εμπόριο η απασχόληση αναμένεται να μειωθεί.

27. Απαισιόδοξες είναι και οι προβλέψεις των νοικοκυριών για τα επόμενα χρόνια αφού 2 στους 3 αναμένουν στασιμότητα ή χειροτέρευση των οικονομικών τους την επόμενη 5ετία ενώ 1 στους 2 τάσσεται πια ενάντια στο ευρώ (Ευρωβαρόμετρο 9/5-14/6/2005).

28. Αν η ελληνική οικονομία μετά από 11 χρόνια συνεχούς ανάπτυξης «κατάφερε» να είναι πρώτη σε δημόσιο έλλειμμα και χρέος, πληθωρισμό, φτώχεια, 2η στην ακρίβεια, ανεργία, και να έχει κατά κεφαλή ΑΕΠ ίσο με το 73% της ΕΕ, τότε μπορεί εύκολα να φανταστεί κάποιος τι θα συμβεί όταν οι ρυθμοί ανάπτυξης μειωθούν και η διεθνής οικονομία γίνει ακόμα πιο ασταθής.

Η ρίζα των προβλημάτων

29. Τα χρόνια προβλήματα του ελληνικού καπιταλισμού (ελλείμματα, μειωμένη ανταγωνιστικότητα, ανεργία) έχουν τη ρίζα τους στην ίδια τη λογική και λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος, στοιχείο του οποίου είναι και η καθυστερημένη εμφάνιση του καπιταλισμού και της αστικής τάξης στην Ελλάδα στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Ουσιαστικά η ελληνική αστική τάξη γεννήθηκε αδύναμη, εξαρτημένη από τις πιο ισχυρές καπιταλιστικές χώρες και ανίκανη όχι μόνο να αναπτύξει την οικονομία αλλά και να πραγματοποιήσει στοιχειώδεις μεταρρυθμίσεις, που σε άλλες χώρες είχαν γίνει δεκαετίες πριν (π.χ. το μοίρασμα της γης στους αγρότες, την ανάπτυξη της βιομηχανίας, τον χωρισμό εκκλησίας κράτους κτλ.).

30. Η ιστορική καθυστέρηση του ελληνικού καπιταλισμού μεγεθύνει τα προβλήματά του σε σχέση με τις πιο ανεπτυγμένες χώρες, τον καθιστά ευάλωτο, εξαρτημένο από τις πιο ισχυρές οικονομίες της Ευρώπης και τον πιο αδύναμο κρίκο στην αλυσίδα της Ευρωζώνης. Ούτε η σταδιακή αποβιομηχάνιση 25 χρόνια τώρα, ούτε η διόγκωση του τομέα των υπηρεσιών, ούτε ο κερδοσκοπικός χαρακτήρας της κίνησης των κεφαλαίων στο χρηματιστήριο μπορούν να δώσουν λύση στα προβλήματά του. Αντίθετα ο διαρκής και ανεξέλεγκτος δανεισμός αφενός τον καθιστά υποχείριο των διεθνών οικονομικών οργανισμών και αφετέρου ενισχύει τον αντιδραστικό του χαρακτήρα πιέζοντας για ακόμα περισσότερη λιτότητα, φτώχεια και ανεργία.

31. Όπως η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας κατά 5.7% την περίοδο 1950-60 και 7.5% την περίοδο 1961-73 δεν έλυσε κανένα από τα μόνιμα προβλήματα έτσι και η ανάπτυξη από το 1994-2005 δεν πρόκειται να βάλει τέρμα στη λιτότητα ή να μειώσει – χωρίς λογιστικές αλχημείες – τα ελλείμματα και την ανεργία. Αντίθετα αποκαλύπτει την αδυναμία του συστήματος, ακόμη και στις θεωρητικά καλές του εποχές, να δώσει διέξοδο στα προβλήματα εκατομμυρίων ανθρώπων.

32. Την επόμενη περίοδο ο ελληνικός καπιταλισμός θα συνεχίσει να είναι πλήρως εξαρτημένος από τις προοπτικές της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η συνέχιση της οικονομικής στασιμότητας στην Ευρωζώνη – η ανάπτυξη της οποίας δεν προβλέπεται να ξεπεράσει το 1,2% το 2005 – ή έστω η ασθενική ανάκαμψη των κυριοτέρων ευρωπαϊκών οικονομιών απλά θα ενισχύσει τον φαύλο κύκλο του περιορισμού της κατανάλωσης, της ανόδου του πληθωρισμού και της ανεργίας, την ένταση των ανισοτήτων και της φτώχειας. Αυτή η κατάσταση θα καθορίζει και τις οικονομικές πολιτικές της εκάστοτε κυβέρνησης ( ΝΔ ή ΠΑΣΟΚ). Παρότι θα θέλουν «ήπια προσαρμογή» για να αποφύγουν τις εκλογικές ήττες, στην πράξη, μέσα από διαφορετικές τακτικές και «μάρκετινγκ» θα καταλήγουν στην ίδια πολιτική της λιτότητας χωρίς τέλος.

33. Μια απότομη κρίση του ευρώ ή πολύ περισσότερο η είσοδος της παγκόσμιας οικονομίας σε νέα ύφεση θα ταρακουνήσει συθέμελα την ελληνική οικονομία όντας η πιο αδύναμη της ευρωζώνης και με πολύ λιγότερα «μαξιλάρια» στο οπλοστάσιο της.

Παράρτημα 1 – συμπληρωματικά στοιχεία

– Το μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ παρουσιάζει μακροχρόνια πτωτική τάση από 75% το 1984 σε 64% το 2004 ενώ στην ΕΕ-15 ανέρχεται στο 68%.

– Για κάθε € που δαπανάται σήμερα από τον κρατικό προϋπολογισμό, τα 83 λεπτά χρηματοδοτούνται από τους μισθωτούς και συνταξιούχους (ΙΝΕ ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ ετήσια έκθεση 2005)

– Η συμμετοχή της μεταποίησης στο ΑΕΠ έχει μειωθεί στο 11.4% από 15.7% το 1988.

– Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του World Economic Forum (28.9.05) για την ανταγωνιστικότητα το 2005 η Ελλάδα υποχώρησε στην 46η θέση, μεταξύ 117 χωρών, ενώ το 2002 ήταν στην 31η θέση ανάμεσα σε 80 χώρες.

– Στις κρατικές δαπάνες για έρευνα και τεχνολογία με ποσοστό 0.64% του ΑΕΠ η Ελλάδα είναι τελευταία στην ΕΕ-15.

– Το 2005 μόνο για τοκοχρεολύσια του δημοσίου χρέους θα πληρώσουμε 27.8 δις.ευρώ όταν ο προϋπολογισμός του 2006 προβλέπει για την παιδεία 7.44 δις. ευρώ, για την υγεία 5.2 δις. ευρώ και για τους τομείς της απασχόλησης και της κοινωνικής πρόνοιας 7.4 δις. ευρώ. (Καθημερινή 5.10.05)

– Την περίοδο 1995-2003 η συμμετοχή του Ακαθάριστου Εθνικού Αγροτικού Προϊόντος στο συνολικό ΑΕΠ της χώρας μειώθηκε από 9.1% το 1995 στο 6% το 2003 ( στοιχεία Υπ. Γεωργίας- ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 16.1.05).

Παράρτημα 2 – Επεξηγήσεις πάνω στο κείμενο για την οικονομία

Α. Βασικοί όροι

ΑΕΠ: Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν. Αποτελεί τη συνολική αξία των παραγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών μιας χώρας. Είναι ίσως ο βασικότερος οικονομικός δείκτης, αφού η εξέλιξή του περιγράφει γενικά την πορεία μιας οικονομίας. (Ύφεση, Ανάπτυξη κλπ που επεξηγούνται παρακάτω)

Δημόσιο Έλλειμμα: Το ποσό που προκύπτει όταν τα έξοδα του κράτους είναι μεγαλύτερα από τα έσοδα. Πρέπει να καλυφθεί με δανεισμό.

Δημόσιο Χρέος: Οι συσσωρευμένες υποχρεώσεις ενός κράτους, από τον δανεισμό προηγούμενων ετών.

ΕΚΤ: Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αντικατέστησε τις εθνικές κεντρικές τράπεζες των κρατών που συμμετέχουν στην ΟΝΕ. Αποφασίζει για όλα τα νομισματικά ζητήματα, όπως το ύψος των επιτοκίων, την πορεία του πληθωρισμού κλπ

ΚΑΠ: Κοινή Αγροτική Πολιτική. Περιγράφει το σύστημα των επιδοτήσεων για τα αγροτικά προϊόντα στην ΕΕ.

ΚΠΣ: Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης. Πακέτο οικονομικής βοήθειας για αναπτυξιακά έργα, υποδομές κλπ. Κατευθύνεται από τις πλουσιότερες χώρες της ΕΕ προς τις φτωχότερες. Δεν είναι βέβαια «δωρεάν» όπως νομίζουν κάποιοι. Σε αντάλλαγμα, οι χώρες που δέχονται τη βοήθεια υποχρεώθηκαν να ανοίξουν τις οικονομίες τους, να κάνουν ιδιωτικοποιήσεις κλπ. Σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη το Γ΄ ΚΠΣ και αναμένεται το Δ΄, από το 2007. (Πιθανότατα θα είναι το τελευταίο).

ΟΝΕ: Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Προέρχεται από τη συνθήκη του Μάαστριχτ. Σημαίνει την απόφαση των περισσοτέρων από τους 15 της Ευρωπαϊκής Ένωσης να καταργήσουν τα εθνικά τους νομίσματα, υιοθετώντας το €. Παράλληλα βέβαια, καταργήθηκαν γενικά οι εθνικές νομισματικές πολιτικές, που καθορίζονται πια από την ΕΚΤ.

ΟΟΣΑ: Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης. Περιλαμβάνει τις ισχυρότερες οικονομικά «Δυτικές» χώρες, κάτι αντίστοιχο του ΝΑΤΟ στον οικονομικό τομέα. Δεν έχει αποφασιστικό χαρακτήρα, αλλά οι αναλύσεις του είναι σημαντικές για κάθε χώρα, αφού επηρεάζουν την ευκολία δανεισμού κλπ.

Προϋπολογισμός: Η επίσημη καταγραφή των εσόδων και των εξόδων του κράτους για το επόμενο έτος.

Σύμφωνο Σταθερότητας: Το ΣΣ είναι το βασικό στοιχείο της ΟΝΕ. Εγκρίθηκε το 1997 και άρχισε να εφαρμόζεται το 1999. Περιλαμβάνει τα βασικά μεγέθη τα οποία είναι υποχρεωμένα να πιάσουν τα μέλη της ΟΝΕ για να μπορούν να συμμετέχουν σ’ αυτή: α. Δημόσιο Έλλειμμα μικρότερο του 3%, β. Δημόσιο Χρέος μικρότερο του 60% του ΑΕΠ ή με σαφή πτωτική τάση αν είναι μεγαλύτερο και γ. πληθωρισμό μέχρι 1,5% μεγαλύτερο από τον Μέσο Όρο των τριών καλύτερων επιδόσεων. Σήμερα, ελάχιστες είναι οι χώρες που ανταποκρίνονται σ’ αυτούς τους όρους.

Β. Διάφορες Έννοιες

Ανάπτυξη, στασιμότητα, ύφεση: Με τους όρους αυτούς περιγράφεται η βασική πορεία της οικονομίας μιας χώρας. Όταν η εξέλιξη του ΑΕΠ είναι αρνητική (δηλαδή με αρνητικό πρόσημο), μιλάμε για ύφεση της οικονομίας. Όταν το ΑΕΠ αναπτύσσεται, με χαμηλούς όμως ρυθμούς – συνήθως μέχρι 1 – 1,5%, μιλάμε για στασιμότητα. Ρυθμοί μεγαλύτεροι του 2% περίπου, αντιστοιχούν σε πραγματική ανάπτυξη. Πρέπει να έχουμε ωστόσο στο μυαλό μας ότι για τον υπολογισμό αυτών των μεγεθών δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν το πραγματικό βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων. Στις τελευταίες δεκαετίες, ακόμα και μεγάλη ανάπτυξη (πάνω από 3-4%), τις περισσότερες φορές δεν οδηγεί σε καλυτέρευση των συνθηκών ζωής ούτε σε μείωση της ανεργίας, όπως συνέβαινε παλαιότερα..

Ανταγωνιστικότητα: Η ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας γενικά υπολογίζει το κόστος παραγωγής του ίδιου προϊόντος σε διαφορετικές χώρες. Όσο πιο ανεπτυγμένη είναι μια οικονομία, με τελειοποιημένη βιομηχανία, υψηλή τεχνολογία κλπ, τόσο πιο εύκολα και «φτηνά» μπορεί να παράγει και να πουλάει ένα προϊόν. Χώρες όπως η Ινδία και η Κίνα πετυχαίνουν βέβαια χαμηλές τιμές για τα προϊόντα τους, αλλά σε βάρος της ποιότητας, αφού δεν στηρίζονται τόσο πολύ στην τεχνολογία, όσο στα φτηνά εργατικά χέρια.

«Δημιουργική Λογιστική»: Μάλλον ευγενικός όρος για να περιγράψει τις (όχι και τόσο έντιμες) μεθόδους που χρησιμοποιούν οι διάφορες χώρες για να παρουσιάσουν μεγέθη που δεν ξεφεύγουν από τα όρια του Συμφώνου Σταθερότητας. Τις χρησιμοποιούν λίγο ή πολύ όλες οι χώρες και η ΕΚΤ ανάλογα με την περίπτωση είτε επιβάλλει κάποιες κυρώσεις είτε (για τις ισχυρές χώρες) κάνει ότι δεν καταλαβαίνει…

Εξωτερικό Ισοζύγιο: Η διαφορά ανάμεσα στην αξία των εισαγωγών και των εξαγωγών μιας χώρας. Όταν το ισοζύγιο είναι αρνητικό, σημαίνει πως η χώρα εισάγει περισσότερα από αυτά που εξάγει. Άρα η θέση της χώρας στον διεθνή ανταγωνισμό είναι δυσχερής, μ’ αποτέλεσμα να αυξάνονται το Δημόσιο Έλλειμμα και Χρέος (δες παραπάνω).

Επιτόκια: Την τελευταία περίοδο έχει εξελιχθεί στο σημαντικότερο οικονομικό μέγεθος. Ουσιαστικά, αν θεωρήσουμε το χρήμα σαν αγαθό, το επιτόκιο είναι η τιμή του. Το βασικό επιτόκιο καθορίζεται από την ΕΚΤ. Όταν υπάρχει πληθωριστικός κίνδυνος, τα επιτόκια αυξάνονται, ώστε το χρήμα να γίνει ακριβότερο. Έτσι, ο καταναλωτής δεν έχει αρκετά να ξοδέψει και οι τιμές πέφτουν (αυτό τουλάχιστον λέει η θεωρία). Σήμερα που ο δανεισμός των καταναλωτών σ’ ολόκληρη τη Δύση (και στην Ελλάδα βέβαια) βρίσκεται σε πολύ υψηλά επίπεδα, μια αύξηση των επιτοκίων έχει πολύ δυσάρεστες επιπτώσεις στο εισόδημα, αφού η μηνιαία δόση δανείων, πιστωτικών καρτών κλπ αυξάνεται ανάλογα με την αύξηση του επιτοκίου.

Κεϋνσιανό Μοντέλο: Από τον Κέϋνς, οικονομολόγο που θεώρησε ότι σε περιόδους ύφεσης το κράτος πρέπει να αναλαμβάνει το ρόλο της «ατμομηχανής» της οικονομίας, με μεγάλα έργα, επενδύσεις κλπ, ακόμα κι αν αυτό οδηγούσε σε μεγάλα ελλείμματα. Υιοθετήθηκε για πρώτη φορά στη δεκαετία του ’30, για να αντιμετωπιστεί η μεγάλη οικονομική κρίση της εποχής, αλλά με διάφορες μορφές και στη μεταπολεμική περίοδο. Το αντίθετό του είναι ο «μονεταρισμός» (δες παρακάτω).

Κοινοτικές Ροές: Τα ποσά που εισρέουν απ’ την ΕΕ στην Ελλάδα, μέσω των ΚΠΣ και της ΚΑΠ.

Μεταποίηση: Η παραγωγική διαδικασία περιλαμβάνει γενικά 3 τομείς: Τον πρωτογενή (αγροτική παραγωγή, πρώτες ύλες κλπ), τον δευτερογενή (Βιομηχανικός Τομέας ή μεταποίηση – δηλαδή επεξεργασία των πρώτων υλών για την παραγωγή πιο σύνθετων προϊόντων) και τον τριτογενή, όπου εντάσσονται υπηρεσίες, εμπόριο, μεταφορές και επικοινωνίες.

Μοναδιαίο Κόστος Εργασίας: Το μερίδιο του μισθού του εργαζομένου, στο συνολικό κόστος ενός προϊόντος. Όταν αυτό το μερίδιο είναι μικρό (όπως συμβαίνει στην Ελλάδα), σημαίνει ότι ο εργαζόμενος αμείβεται πολύ λίγο για την εργασία του και άρα αυξάνει το κέρδος του εργοδότη.

Μονεταρισμός: Η βάση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που ακολουθούνται τις τελευταίες δεκαετίες σ’ ολόκληρη την «ανεπτυγμένη» Δύση. Οι μονεταριστές ενδιαφέρονται μόνο για τα μεγέθη του πληθωρισμού και των ελλειμμάτων, που πρέπει να είναι μηδενικά ή πάρα πολύ μικρά. Αν αυτό οδηγεί σε αύξηση ανεργίας, μείωση του βιοτικού επιπέδου κλπ, τους αφήνει παγερά αδιάφορους. Υποστηρίζουν ότι η «αγορά» αργά ή γρήγορα θα βρει ισορροπία σε καλύτερα επίπεδα, τουλάχιστον για τους πιο «ικανούς». Για κάποιους υποστηρικτές αυτής της θεωρίας, έχει ειπωθεί ότι προσπαθούν να αποδείξουν πως «οι πλούσιοι έχουν λίγα χρήματα και οι φτωχοί πολλά».

Οικονομική Σύγκλιση: Η υποτιθέμενη μείωση της απόστασης της Ελλάδας από τις ισχυρές χώρες της ΕΕ (Γερμανία, Γαλλία κλπ). Οι μαρξιστές εξηγούν ότι αυτό είναι ένας μύθος: Στις σημερινές συνθήκες, εκτός από ελάχιστα και χρονικά σύντομα διαστήματα, η απόσταση των ισχυρών χωρών από τις υπόλοιπες μπορεί μόνο να αυξάνει και όχι να μειώνεται.

Πληθωρισμός: Στην πράξη σημαίνει την μείωση της αξίας της αγοραστικής δύναμης λόγω της αύξησης στις τιμές των εμπορευμάτων. Πληθωρισμός 5% για παράδειγμα, σημαίνει ότι 100 € φέτος ισούνται (σε αγοραστική δύναμη) με 95 € την επόμενη χρονιά.

7,137ΥποστηρικτέςΚάντε Like
593ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,105ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
407ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής