ΕλλάδαΕξελίξεις και διεργασίες στο εργατικό Κίνημα

1. Η πολιτική της «ήπιας προσαρμογής» που επικαλούνταν η Νέα Δημοκρατία μετά την εκλογική της νίκη τον Απρίλη του 2004, κράτησε τόσο όσο να ολοκληρωθούν οι ευρωεκλογές, οι Ολυμπιακοί αγώνες και η ασυννέφιαστη εκλογή του Κ. Παπούλια στη θέση του προέδρου της Δημοκρατίας. Αμέσως μετά μια νέα επίθεση είτε σε κομμάτια, είτε στο σύνολο των εργαζομένων και λαϊκών στρωμάτων, άρχισε να εφαρμόζεται στην πράξη.

2. Η Νέα Δημοκρατία κατάφερε να ενσωματώσει σε ελάχιστο χρόνο έναν αρκετά μεγάλο αριθμό επιθέσεων και αντιμεταρρυθμίσεων. Μέσα σε λίγους μήνες οι απώλειες των εργαζομένων είναι μεγάλες. Είτε γιατί δεν δόθηκε καν μάχη, όπως στην περίπτωση του ΟΤΕ που η ηγεσία του σωματείου (ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ), συνυπέγραψε την πρόταση της κυβέρνησης όλοι οι νεοπροσληφθέντες εργαζόμενοι στον ΟΤΕ να μην είναι μόνιμοι και να παίρνουν κατώτερους μισθούς από τους υπόλοιπους παλιούς εργαζόμενους. Είτε γιατί όταν δόθηκε μια μάχη, δόθηκε στο μικρότερο δυνατό πεδίο μάχης, όπως στην περίπτωση του χτυπήματος των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των τραπεζοϋπαλλήλων, που αφέθηκαν μόνοι τους επί 3 βδομάδες χωρίς την ουσιαστική κάλυψη των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, που αποφάσισαν να καλέσουν σε κινητοποίηση αλληλεγγύης όταν οι απεργοί τραπεζοϋπάλληλοι ήταν πια κουρασμένοι. Είτε γιατί όταν οι συνδικαλιστικές ηγεσίες κινήθηκαν, η μάχη είχε κριθεί, όπως με την γενική απεργία ενάντια στην κατάργηση του 8-ώρου που καλέστηκε στα τέλη Ιούλη!

3. Κατά την μεγαλύτερη διάρκεια του 2004 και μέχρι τις αρχές του 2005, εξαιτίας των εκλογικών αναμετρήσεων και της Ολυμπιάδας, η ταξική πάλη παρουσίασε μια κάμψη. Εξαίρεση ήταν οι αγώνες των απολυμένων συμβασιούχων των ΔΕΚΟ, του ευρύτερου δημόσιου τομέα και των δήμων, οι περιφερειακές κινητοποιήσεις στα νησιά του Αιγαίου εξαιτίας των προβλημάτων των ακτοπλοϊκών συνδέσεων και οι αγροτικές κινητοποιήσεις. Και στις τρεις περιπτώσεις οι κινητοποιήσεις χαρακτηρίστηκαν από διάρκεια. Στην περίπτωση των συμβασιούχων μάλιστα είχαμε και κινητοποιήσεις έξω από τον παραδοσιακό έλεγχο των ηγεσιών (ιδιαίτερα στην περίπτωση των συμβασιούχων του υπ. Πολιτισμού). Ωστόσο, η έλλειψη του συντονισμού, και το μεμονωμένο των κινητοποιήσεων, έδινε πλεονέκτημα στην κυβέρνηση.

4. Το συμπέρασμα ότι κινητοποιήσεις ενός κλάδου ή ενός χώρου, ή μιας περιοχής, αδυνατούν να τα βγάλουν πέρα με την κυβέρνηση, είναι ακόμα πιο καθαρό στην περίπτωση των περιφερειακών κινητοποιήσεων ενάντια στα «λουκέτα» διαφόρων επιχειρήσεων και τις μαζικές απολύσεις. Η κυβέρνηση όσο αισθάνεται ότι αντιμετωπίζει έναν απομονωμένο και περιορισμένο αντίπαλο, κι όχι ένα ευρύτερο κοινωνικό μέτωπο, θα τείνει να επιμένει στην ανυποχώρητη στάση της.

5. Στις περισσότερες από τις κινητοποιήσεις της τελευταίας περιόδου καταγράφηκαν δύο πράγματα. Από την μια η διάθεση των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων να αντισταθούν. Κι από την άλλη οι καθοριστικές ευθύνες των συνδικαλιστικών ηγεσιών για την έκβαση της κάθε μάχης ξεχωριστά αλλά και όλων μαζί. Η άρνηση τους να εκφράσουν την διάθεση των εργαζομένων, να καθοδηγήσουν, ή έστω να στηρίξουν ουσιαστικά τις κινητοποιήσεις, να συντονίσουν και να κλιμακώσουν όλα τα διαφορετικά ανοικτά μέτωπα, τις καθιστά υπεύθυνες. Σαν αποτέλεσμα η κρίση του συνδικαλιστικού κινήματος συνεχίζεται και θα συνεχιστεί.

6. Αυτή η διαπίστωση δεν σημαίνει ασφαλώς ότι η Νέα Δημοκρατία «θα κάνει περίπατο» κάθε φορά που θα επιτίθεται. Μόνο η εφαρμογή του Ν.3385/05 για το ελαστικό 8-ωρο υπολογίζει το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ (Ινστιτούτο Ερευνών της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος) ότι θα πλήξει άμεσα 600.000 εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα με απώλεια 1.000 ευρώ το χρόνο κατά μέσο όρο!

Οι έλληνες εργαζόμενοι, οι αγρότες και τα λαϊκά στρώματα είναι ήδη επιβαρημένοι από πολλά προηγούμενα χτυπήματα. Και κάθε καινούργιο χτύπημα που προστίθεται, γεμίζει τις «δεξαμενές» της οργής και της εκδίκησης και ωθεί διαφορετικά στρώματα να βγάλουν συμπεράσματα για την επόμενη αναμέτρηση. Δίπλα στην απογοήτευση, την ηττοπάθεια ή την σύγχυση, θα αναπτύσσεται η κριτική στην συνδικαλιστική ηγεσία, η σκληράδα και η επιμονή. Και η ταξική πάλη θα καθρεφτίζει κάθε φορά με τις διακυμάνσεις της αυτή την κατάσταση.

Δυόμισι δεκαετίες επίθεσης διεθνώς και στην Ελλάδα

7. Η Ο. μας διεθνώς σε παλιότερες αναλύσεις της εξήγησε πως ο καπιταλισμός στην φάση της παγκοσμιοποίησης και της απόλυτης κυριαρχίας των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, πέρασε σε μια αδιάκοπη επίθεση ενάντια στους εργαζόμενους και τις κατακτήσεις τους. Σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, το κυνήγι της ανταγωνιστικότητας και του κέρδους είναι ο νέος «θεός» που στα πόδια του θυσιάζονται η πλήρης απασχόληση, οι κοινωνικές δαπάνες, το κράτος πρόνοιας, το περιβάλλον. Πιο χυδαία και ακραία εμπορευματοποίηση της δεν έχει υπάρξει στην σύγχρονη (μεταπολεμική) ιστορία.

Μετά από δυόμισι δεκαετίες οι όροι ύπαρξης των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων διεθνώς, έχουν αλλάξει δραματικά. Κατά συνέπεια και η συνείδηση τους.

8. Στον όρο «λαϊκά στρώματα» περιλαμβάνουμε ευρύτερα τους μισθωτούς σε βιομηχανία και υπηρεσίες στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα αλλά και τους αγρότες (όχι βέβαια τους γαιοκτήμονες, όσους κατέχουν μεγάλες εκτάσεις και εκμεταλλεύονται την εργασία ελλήνων και μεταναστών) . Ως προς τους μικρούς και μεσαίους αγρότες έχουμε κατακόρυφη πτώση του αριθμού τους σαν αποτέλεσμα της αντικατάστασης της παραδοσιακής αγροτικής παραγωγής. Οι αριθμοί των μισθωτών στην βιομηχανία επίσης συρρικνώνονται σαν αποτέλεσμα τόσο των «λουκέτων», όσο και της μείωσης των επενδύσεων των καπιταλιστών στην βιομηχανία. Ενώ οι μισθωτοί στις υπηρεσίες βρίσκονται σε ανοδική πορεία. Αυτό αποτυπώνεται καλύτερα αν παρομοιάσουμε την ελληνική οικονομία με μια πίτα όπου η γεωργία, η βιομηχανία και οι υπηρεσίες είναι διαφορετικού μεγέθους κομμάτια. Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία της Διεθνούς Τράπεζας αυτά τα «κομμάτια» σε μια πάροδο χρόνων έχουν ως εξής:

% του ΑΕΠ______ 1984______ 1994______ 2003

Γεωργία_______ 13,5%_______ 10,7%_______ 6,9%

Βιομηχανία______ 30,5%______ 24,4%______ 23,8%

Υπηρεσίες_______ 56%_______ 65%_______ 69,3%

9. Μια ακόμα αλλαγή είναι η εγκατάσταση της ανεργίας στην Ελλάδα μόνιμα πάνω από το 10%.

1974______ 1984______ 1994______ 2004

1,7%_______ 8,1%_______ 9,6%_______ 10,2%

(έρευνα εργατικού δυναμικού ΕΣΥΕ)

Περιοχές ολόκληρες βρίσκονται δύο και τρεις φορές πάνω από τον μέσο όρο. Τη 10ετία του ’90 το Μαντούδι, το Λαύριο, η Πάτρα, ο Βόλος, η Σύρος ήταν πόλεις συνώνυμες με την ανεργία. Σήμερα στις περισσότερες απ’ αυτές που δεν συνήλθαν ποτέ, προστέθηκαν η Νάουσα, η Δράμα, η Κομοτηνή, η Πρέβεζα, η Ξάνθη, η Αλεξανδρούπολη κ.λ.π.

10. Ο ελληνικός καπιταλισμός μπορεί να στάθηκε τυχερός με τα ευρωπαϊκά κονδύλια και τα μεγάλα δημόσια έργα ενόψει της Ολυμπιάδας τα προηγούμενα χρόνια, όμως τόσο στην πραγματική κούρσα του διεθνούς ανταγωνισμού, όσο και στο μεγαλύτερο μέρος της επικράτειας της χώρας, είναι σαν μην υπήρξε ποτέ κάποια διαφορά. Και αυτή η ψαλίδα είναι αδύνατον να κλείσει. Για τους εργαζόμενους στην Βόρεια Ελλάδα, που χάθηκαν 80.000 θέσεις εργασίας, έκλεισαν 3.000 επιχειρήσεις και άλλες 2.000 μετακόμισαν στα Βαλκάνια, μέσα στην τελευταία 5ετία, τα προβλήματα γιγαντώνονται.

11. Συνολικότερα η συνείδηση των εργαζομένων, των λαϊκών στρωμάτων και της κοινωνίας, διαμορφώνεται με αρκετά σκληρούς όρους στην ελληνική επικράτεια πέραν των μεγάλων αστικών κέντρων. Γιατί η αποβιομηχάνιση και τα «λουκέτα», ο αγώνας επιβίωσης των αγροτών, συναντιούνται με τις ανύπαρκτες υποδομές και τις αστείες δαπάνες για υγεία-παιδεία.

Οι απολύσεις και τα λουκέτα συμπτώματα μιας μακροχρόνιας αρρώστιας

12. Το στοιχειώδες δικαίωμα σε μια σίγουρη και σταθερή δουλειά έχει προ πολλού ξεχαστεί για τους εργαζόμενους σε πολλούς κλάδους της οικονομίας. Η αβεβαιότητα όλο και περισσότερων αν θα έχουν δουλειά και την επόμενη μέρα αυτοί και τα παιδιά τους, είναι ένα πολύ συνηθισμένο εύρημα όταν εξετάζουμε τις διεργασίες στην συνείδηση των εργαζομένων και της κοινωνίας.

Στην κλωστοϋφαντουργία χάθηκαν σε μια 10ετία 44.000 θέσεις εργασίας, ενώ το 2005 το 75% των ρούχων που έχουν ελληνική φίρμα παράγονται στη νοτιανατολική Ευρώπη –κυρίως Βουλγαρία, Τουρκία, Μακεδονία και Αλβανία (όπου οι μισθοί είναι μέχρι και 10 φορές μικρότεροι των ελληνικών!).

Στον τουρισμό, αποκαλούμενο και ως «βαριά βιομηχανία της Ελλάδας», η πτώση, παρά την αύξηση του τελευταίου χρόνου, είναι μεγάλη σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες. Το ίδιο και στις κατασκευαστικές εταιρείες μεγάλων δημοσίων έργων μετά το τέλος της Ολυμπιάδας. Αντίστοιχα και πιο νέοι κλάδοι ακολούθησαν την ίδια πορεία. Στις χρηματιστηριακές εταιρείες έγιναν 10.000 απολύσεις σε 5 χρόνια (2000-2004). Στα ΜΜΕ (εφημερίδες, ρ/σ PLANET, FLASH) έγιναν πρόσφατα μαζικές απολύσεις. Ενώ στην βιομηχανία σύμφωνα με στοιχεία του ΙΟΒΕ (Ινστιτούτο Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών), 1 στις 4 επιχειρήσεις σχεδιάζει απολύσεις το επόμενο διάστημα.

13. Οι μαζικές απολύσεις και τα «λουκέτα» προκάλεσαν σε αρκετές περιπτώσεις σημαντικά τοπικά κινήματα –όπως στη Νάουσα (Λαναράς), στην Κόρινθο (Σωληνουργία), στην Εύβοια (ΔΑΡΙΓΚ), στην Αθήνα (SEX FORM). Σε κάποιες περιπτώσεις (Νάουσα) συνοδεύτηκαν από πετυχημένες τοπικές γενικές απεργίες, κλεισίματα καταστημάτων και σχολείων και γενικευμένα κινήματα. Ωστόσο απείχαν πολύ από τις καταλήψεις που έκαναν οι εργαζόμενοι στα «προβληματικά» εργοστάσια τη 10ετία του ’80. Γιατί τότε δεν κρατούσαν απλά τα εργοστάσια σε λειτουργία με μιας μορφής αυτοδιαχείριση, αλλά συντονίζονταν όλοι οι εργαζόμενοι στις «προβληματικές» επιχειρήσεις με πανελλαδικές επιτροπές αγώνα. Είχαν όραμα τους την κοινωνικοποίηση και τον εργατικό έλεγχο και πίστευαν στη δύναμη τους. Και τελικά είχαν υποχρεώσει την τότε κυβέρνηση να παρέμβει για να κρατήσει ανοικτές αυτές τις επιχειρήσεις.

14. Οι εργαζόμενοι που συμμετέχουν σε αυτά τα κινήματα σήμερα, αισθάνονται πολλές φορές ότι είναι αδύναμοι να ανατρέψουν την κατάσταση. Γιατί από την μια τους λείπει το όραμα και η πολιτική προοπτική. Κι από την άλλη η συγκεκριμένη συνδικαλιστική καθοδήγηση. Ένα τέτοιο πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η κλωστοϋφαντουργία, που την ομοσπονδία της ελέγχει το ΚΚΕ. Επιπρόσθετα το ΚΚΕ έχει την πλειοψηφία και στο Εργατικό Κέντρα Νάουσας, όπου τα τελευταία χρόνια κλείνει η μια κλωστοϋφαντουργία μετά την άλλη. Μετά από 1.000άδες απολύσεις και 100άδες «λουκέτα», χρόνια τώρα, η ομοσπονδία κάλεσε για πρώτη φορά γενική απεργία του κλάδου αυτό τον Οκτώβρη… Ούτε όμως και το Εργατικό Κέντρο Νάουσας που ελέγχει το ΚΚΕ, πέραν των 24ωρων τοπικών γενικών απεργιών, πρότεινε ποτέ, πανελλαδική δράση ή πολύ περισσότερο έβαλε στα συνθήματα του την δήμευση της περιουσίας των εργοδοτών, την κοινωνικοποίηση, τον εργατικό έλεγχο, την αυτοδιαχείριση από τους ίδιους τους εργαζόμενους.

15. Ούτε η αγωνιστική φρασεολογία, ούτε μια 24ωρη τοπική απεργία από μόνη της, θα μπορούσε να σταθεί αρκετή για να ανατραπούν τα «λουκέτα» και οι απολύσεις. Οι απαιτήσεις αυτής της μάχης όπως και κάθε ταξικής μάχης, σε συνθήματα, εναλλακτική πρόταση, πρόγραμμα δράσης, δεν καλύφθηκαν ποτέ από την ηγεσία αυτών των κινημάτων.

16. Για όσο διάστημα τα κινήματα ενάντια στις απολύσεις και τα «λουκέτα», θα οδηγούνται σε ήττες, η συνέπεια στη συνείδηση θα είναι η καθήλωση για κάποιο διάστημα. Γιατί η μακροχρόνια ανεργία, ειδικά στις μεγαλύτερες ηλικίες, προκαλεί απογοήτευση και απόσυρση. Και σε δεύτερο βαθμό προκαλεί και άλλες κοινωνικές ή ψυχολογικές επιπτώσεις (όπως για παράδειγμα έδειξε έρευνα ανάμεσα σε ανέργους στην Εύβοια, με αύξηση ψυχολογικών προβλημάτων, τάσεων αυτοκτονίας κ.λ.π.).

17. Παράλληλα σε άλλα κομμάτια εργαζομένων αρχίζει εντείνεται η σύγχυση, με το να θεωρούν ότι για τα «λουκέτα» στις ελληνικές επιχειρήσεις φταίει η μαζική εισαγωγή φτηνών προϊόντων από την Κίνα (και αλλού) κι ότι επομένως η λύση είναι οι απαγορεύσεις εισαγωγών και οι ψηλοί δασμοί (προστατευτισμός), ή το κλείσιμο των μαγαζιών που πουλάνε Κινέζικα και άλλα φτηνά προϊόντα. (Θυμίζουμε εδώ το φαινόμενο διαδηλώσεων έξω από «Κινέζικα» στην Θεσσαλονίκη). Από την πλευρά της η Ο. χρειάζεται με προσοχή και ευαισθησία να προσεγγίζει αυτά τα ζητήματα. Από την μια για να μην αφήνει χώρο στην ανάπτυξη στοιχείων ενός αμυντικού εθνικισμού. Και από την άλλη για να ανατρέπει την αυταπάτη, ότι μπορούν τέτοια μέτρα σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης να μπαλώσουν τις «τρύπες» του ελληνικού καπιταλισμού.

Εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα

18. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΣΥΕ (Εθνική Στατιστική Υπηρεσία) το σύνολο των εργαζομένων που δεν έχουν κοινωνική ασφάλιση (ένσημα) έχει ξεπεράσει το 1.000.000 άτομα. 1 στα 3 εργατικά νοικοκυριά δυσκολεύεται να πληρώσει τους λογαριασμούς του (ΔΕΗ, ΟΤΕ κ.λ.π.). 1 στα 5 δηλώνει δεν έχει αρκετά λεφτά να πληρώσει για θέρμανση. 1 στα 2 δεν μπορεί να πληρώσει ούτε για μια βδομάδα διακοπές.

19. Στοιχεία του ΕΚΚΕ (Ελληνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών) δίνουν ως πάμφτωχους 2.100.000 έλληνες (21% του πληθυσμού). Δηλ. ανθρώπους που ζουν με λιγότερα από 415 ευρώ το μήνα (ή 5.000 ευρώ το χρόνο) που θεωρείται ότι είναι το όριο της φτώχειας. Ανάμεσα τους, 635.000 χαμηλο-συνταξιούχοι (73% του συνόλου). Και βέβαια οι μετανάστες που σύμφωνα με την ίδια έρευνα του ΕΚΚΕ «απολαμβάνουν» ποσοστό φτώχειας στο 38% του συνόλου τους. Για να φτάσουν όλοι αυτοί απλώς το όριο της φτώχειας θα απαιτούνταν το 4,3% του ΑΕΠ. Πράγμα αδιανόητο βέβαια για τον ελληνικό καπιταλισμό και τις κυβερνήσεις του.

20. Ο ελεύθερος χρόνος είναι ένα άγνωστο πράγμα για παρά πολλούς σημερινούς εργαζόμενους. Τουλάχιστον 750.000 άτομα (σύμφωνα με το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ) αναγκάζονται να δουλεύουν και σε δεύτερη δουλειά απλώς για να τα βγάζουν πέρα. Και ο αριθμός αυτός θα μεγαλώνει όσο μεγαλώνει η ακρίβεια και η φτώχεια.

21. Η προσπάθεια των κυβερνήσεων να παρουσιάσουν αυτές τις συνθήκες ζωής σαν τις απαραίτητες θυσίες για να φτάσουμε τις πιο αναπτυγμένες χώρες της Ε.Ε. και για να διατηρήσουμε το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, έχει τελικά σαν παράπλευρη συνέπεια το ξεθώριασμα της αίγλης και των δύο. Σε γκάλοπ της VPRC (Σεπτέμβρης 2005) μόνο το 54%, δηλώνει θετική γνώμη για την ΕΕ, που αποτελεί το μικρότερο ποσοστό όλων των τελευταίων χρόνων. Ενώ για το ευρώ το 69% δηλώνει αρνητική γνώμη, θεωρώντας την εισαγωγή του ως αιτία της ακρίβειας!

«Ευέλικτη» εργασία στον ιδιωτικό τομέα

22. Τα τελευταία χρόνια όσο αυξάνονταν οι άνεργοι, οι απολυμένοι και οι μετανάστες, οι έλληνες καπιταλιστές και οι κυβερνήσεις τους, βρήκαν την ευκαιρία να επιβάλλουν ένα γαλαξία νέων τύπων εργασίας. Και να δημιουργήσουν διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα σε διαφορετικά κομμάτια των εργαζομένων. Όχι μόνο κάθετα στην κοινωνία, αλλά και οριζόντια, δηλ. ακόμα και μέσα στον ίδιο εργασιακό χώρο. Η τακτική αυτή δεν αποτελεί μια πρωτότυπη σύλληψη για τους καπιταλιστές. Η διαφορά είναι ότι τις δύο τελευταίες 10ετίες, ο κατακερματισμός των εργαζομένων σε πολλές ταχύτητες, υπηρετήθηκε πρώτα και κύρια από την ίδια την ηγεσία των συνδικάτων (ΠΑΣΚΕ/ΠΑΣΟΚ). Που αποδεχότανε χωρίς σοβαρές αντιστάσεις τη διάλυση των εργασιακών σχέσεων, στο όνομα της διασφάλισης, δήθεν, των θέσεων εργασίας και της αύξησης της απασχόλησης.

23. Εδώ και 15 χρόνια με διάφορους νόμους (Ν.1892/90, Ν.2639/98, Ν. 2874/00 και Ν.2956/01) διαμορφώθηκε το πλαίσιο για την μερική απασχόληση, την προσωρινή απασχόληση (συμβάσεις ορισμένου χρόνου), την ελευθερία των απολύσεων, τη διάσπαση της Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης σε διαπραγματεύσεις κατά εργασιακό χώρο, το «δανεισμό» και την «ενοικίαση» των εργαζομένων.

24. Σαν αποτέλεσμα σήμερα περισσότερες από τις μισές νέες προσλήψεις αφορούν ευέλικτη απασχόληση (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ). Με μερική απασχόληση εργάζεται –επίσημα- περισσότερο από το 7% του συνόλου των εργαζομένων. Μιλάμε δηλ. για εργαζόμενους του 4ωρου ή του 6ωρου (δες σουπερ-μάρκετ ή μεγάλες αλυσίδες) που παλεύουν να ζήσουν με 300 και 350 ευρώ. Ενώ με προσωρινή απασχόληση εργάζονται περισσότεροι από το 13% του συνόλου των εργαζομένων (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ). Στη βιομηχανία οι συμβασιούχοι ορισμένου χρόνου είναι περίπου 14% (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ). Δηλ. εργαζόμενοι που δουλεύουν για μερικούς μήνες, και μόλις φτάσει η στιγμή να αποκτήσουν κάποια δικαιώματα τότε πετιούνται έξω.

25. Ο «δανεισμός» και η «ενοικίαση» εργαζομένων σε κλάδους όπως συντήρηση, καθαριότητα, βοηθητικές εργασίες, και κατά τη διάρκεια των έργων για την Ολυμπιάδα σε όλα σχεδόν τα εργοτάξια, επεκτάθηκε γοργά. Σε πολλές απ’ αυτές τις περιπτώσεις οι εργαζόμενοι που «δανείζονται» ή «νοικιάζονται» είναι κυρίως μετανάστες (π.χ. συνεργεία καθαρισμού σε πανεπιστήμια ή νοσοκομεία). Αλλά όχι μόνο. Εταιρείες –νόμιμες κατά τα άλλα- μεταχειρίζονται τους εργαζόμενους ως «σκλάβους» για όλα τα γούστα.

26. Η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων σε τέτοιες θέσεις εργασίας δεν έχουν κοινωνική ασφάλιση ή εργασιακά δικαιώματα. Είναι έρμαια των διαθέσεων της εργοδοσίας, που ανά πάσα στιγμή μπορεί να τους αντικαταστάσει με άλλους απελπισμένους ανέργους, μετανάστες ή απολυμένους. Και αυτή η αβεβαιότητα δημιουργεί φόβο σε ένα πρώτο επίπεδο για ατομική διεκδίκηση. Πολύ περισσότερο για συλλογική διεκδίκηση μέσα από μια απεργία ή τη δημιουργία ενός σωματείου. Άλλωστε για πολλούς απ’ αυτούς τους εργαζόμενους είτε δεν είναι εφικτή είτε ακόμα και απαγορεύεται η σχέση με τους συναδέλφους τους.

27. Η εφευρετικότητα των καπιταλιστών για να ταΐσουν την απληστία τους δεν τελειώνει ποτέ. Μέσα στο 2005 η Ε.Ε. επιχείρησε να περάσει την οδηγία Μπολκενστάιν (από το όνομα του εισηγητή της). Που προβλέπει την ελεύθερη κυκλοφορία και εγκατάσταση υπηρεσιών/επιχειρήσεων στο εσωτερικό της Ε.Ε. Όσον αφορά όμως τις εργασιακές σχέσεις επιβάλλει την τήρηση της «αρχής της χώρας προέλευσης». Κάποιοι καπιταλιστές εφάρμοσαν αυτή την οδηγία πριν γίνει ακόμα νόμος. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν αυτό που συνέβηκε με την Τούρκικη κατασκευαστική εταιρεία στην Ιρλανδία που έφερε Τούρκους εργαζόμενους, στους οποίους όμως δεν εφάρμοζε την Ιρλανδική νομοθεσία (περισσότερο εφάρμοζε τουρκικά πρότυπα). Δηλ. μισθοί πείνας, καμιά ασφάλιση, ομαδική διαβίωση σε παραπήγματα κ.λ.π. Αυτή την αθλιότητα έφερε στην επιφάνεια το Ιρλανδικό τμήμα μέσα από μια θαυμάσια εκστρατεία. Αυτό κι αν είναι το «σκλαβοπάζαρο» του μέλλοντος.

Οι έλληνες καπιταλιστές έθεσαν επίσημα στην κυβέρνηση το αίτημα να φτιάξουν κι αυτοί το δικό τους «σκλαβοπάζαρο» εδώ. Ο πρόεδρος του συνδέσμου βιομηχάνων Βορείου Ελλάδας, πρότεινε τη δημιουργία, στα βόρεια σύνορα μας, μιας «ελεύθερης ζώνης» παραγωγής, όπου θα προσλαμβάνονται εργαζόμενοι από τις γειτονικές βαλκανικές χώρες με μισθούς που δεν θα καθορίζονται από την ελληνική εργατική νομοθεσία, αλλά που επικρατούν στις χώρες προέλευσης, δηλαδή όσο και 75 ευρώ το μήνα!

28. Η ευέλικτη εργασία (ή αλλιώς όπως κατοχύρωσε ο Κ. Σημίτης τον όρο «απασχολήσιμοι») προπαγανδίζονταν κάποτε ως η απάντηση στην ανεργία. Σήμερα έχει αποκαλυφθεί πως όχι μόνο η ανεργία δεν μειώθηκε, αλλά, αντίθετα οι ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις ενίσχυσαν το θράσος και την ασυδοσία του κεφαλαίου και έφεραν δραματική χειροτέρευση στη ζωή όλων των εργαζομένων.

29. Καθόλου τυχαία σ’ αυτούς τους τύπους εργασίας θα βρούμε κύρια νεολαιίστικα, γυναικεία και μεταναστευτικά στρώματα, τα οποία είναι διπλά καταπιεσμένα και οικονομικά εξαντλημένα. Ακόμα όμως και γι’ αυτούς, η απάντηση στην ερώτηση έρευνας του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ αν κατέφυγαν εκεί από επιλογή ή από ανάγκη, έδειχνε ότι 2 στους 3 κατέφυγαν γιατί δεν μπορούσαν να βρουν κάτι άλλο.

Θύματα διπλής εκμετάλλευσης και διπλής εγκατάλειψης

Α. μετανάστες

30. Ο μαζικός ερχομός των μεταναστών από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 άνοιξε φτερά στην «μαύρη εργασία». Με βάση την απογραφή του 2001, στην Ελλάδα βρίσκονταν 762.000 μετανάστες. (Αυτός ο αριθμός υπολογίζεται πως σήμερα έχει ξεπεράσει το 1.000.000). Ο αριθμός τους αντιστοιχεί (τουλάχιστον) στο 7% του συνολικού πληθυσμού. Στις περιοχές όμως του νοτίου Αιγαίου, της Πελοποννήσου και των Ιονίων Νήσων, ξεπερνούν κατά πολύ τον μέσο όρο. Ειδικά στην Αθήνα αποτελούν το 17% του πληθυσμού της πόλης. Περισσότεροι από τους μισούς ανήκουν στις παραγωγικές ηλικίες 20-44 ετών. Το 57,5% του συνόλου (ή 438.036 άτομα) προέρχεται από μια χώρα την Αλβανία. Έπονται οι Βούλγαροι, οι Ρουμάνοι, οι κάτοικοι της πρώην Σοβιετικής Ένωσης (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ).

31. Απ’ αυτούς το 54,2% ήρθε στην Ελλάδα για δουλειά και το 13% για οικογενειακή συνένωση. Και ήδη σχεδόν το 80% κατοικεί στην Ελλάδα από 5 ως περισσότερα χρόνια (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ).

32. Όσον αφορά την αναλογία τους με τους έλληνες εργαζόμενους έχουν ξεπεράσει το 13% του συνόλου. Ενώ σε κάποιους κλάδους αυτό το ποσοστό είναι ακόμα μεγαλύτερο. Για παράδειγμα στις κατασκευές-οικοδομές αποτελούν σχεδόν το 30%. Στον αγροτικό τομέα είναι το 12%. Στην βιομηχανία είναι το 10% (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ).

33. Σύμφωνα με έρευνα του ΕΚΚΕ το 48,7% των νοικοκυριών των μεταναστών δυσκολεύεται να πληρώσει το νοίκι του, ενώ το 90,6% δυσκολεύεται να καλύψει το σύνολο των καθημερινών του αναγκών.

34. Υπ’ αυτές τις συνθήκες δεν είναι τυχαίο που ο ΟΟΣΑ στην ετήσια έκθεση του για την ελληνική οικονομία (2005) αναγνωρίζει ότι οι μετανάστες ήταν ένα θείο δώρο για να χτυπηθούν οι εργασιακές σχέσεις, χωρίς αντιστάσεις από τα ελληνικά συνδικάτα. Τα οποία μόλις πολύ πρόσφατα –15 χρόνια μετά!!- άρχισαν καταρχήν να εκδίδουν ειδικές έρευνες για τους μετανάστες. Γιατί ως προς το να ανοίξουν τους γραμμές τους στους μετανάστες, αυτό είναι ακόμη μακριά.

35. Η ξενοφοβία, ο ρατσισμός και η εκμετάλλευση των μεταναστών από μέρους των ελλήνων καπιταλιστών παραμένει μια μεγάλη απειλή για τους έλληνες εργαζόμενους. Γιατί καταπατάει την αίσθηση της κοινότητας των συμφερόντων, απαξιώνει την αλληλεγγύη, και απειλεί τις εργασιακές σχέσεις συνολικά για όλους.

36. Ανάμεσα στους μετανάστες αναπτύσσεται μια αντιφατική συνείδηση. Ως ένα βαθμό αυτό έχει να κάνει με την συνείδηση που κουβάλησαν από τις μητέρες πατρίδες τους. Από την ηττημένη συνείδηση των Βαλκάνιων και Ανατολικοευρωπαίων, μέχρι τον πολιτικό αναλφαβητισμό πολλών χωρών του Τρίτου Κόσμου. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρουμε –μέσα από την εμπειρία που έχει συγκεντρώσει μέχρι στιγμής η Ο.- ότι η πλειοψηφία των Αφρικανών μεταναστών προέρχεται από πάμφτωχες διεφθαρμένες χώρες, με μεγάλο παρελθόν στρατιωτικών ή δικτατορικών καθεστώτων, χωρίς πολλές φορές παράδοση εργατικών ή αριστερών κομμάτων, όπου μέχρι και σήμερα στοιχειώδη δημοκρατικά δικαιώματα (στον συνδικαλισμό, στην απεργία κ.λ.π.) τελούν υπό διωγμό.

Μέρος των μεταναστών από το Μπαγκλαντές, το Πακιστάν κ.λ.π., κουβαλούν μια παράδοση «εμπορικής» αντίληψης της πολιτικής (είναι εξαιρετικά διαδεδομένο φτωχοί άνθρωποι σε αυτές τις χώρες να «πουλούν» τις ψήφους τους στα κόμματα για να ζήσουν).

Ενώ οι Βαλκάνιοι και Ανατολικοευρωπαίοι είναι ακόμα πολύ καχύποπτοι στο άκουσμα της λέξης «σοσιαλισμός», εξαιτίας της εμπειρίας του σταλινισμού. Πιο ειδικά κομμάτι των Αλβανών μεταναστών, που έχουν υπομείνει και την μεγαλύτερη ρατσιστική υστερία, εμφανίζουν ως μέρος της άμυνας τους, στοιχεία εντονότερης καχυποψίας και περιχαράκωσης.

Ωστόσο δίπλα στην ανασφάλεια, τους φόβους, την καχυποψία, ή την καθυστέρηση, αρχίζουν να αναπτύσσονται κι άλλα εξαιρετικά ενδιαφέροντα στοιχεία. Στην πρώτη γενιά μεταναστών οι πρώτες συσπειρώσεις και αντιδράσεις γύρω από το πρόβλημα των χαρτιών τους, εκδηλώθηκαν σε ένα μικρό ακόμα, αλλά σημαντικό βαθμό στην συμμετοχή στις 7 αντιρατσιστικές πορείες των 3 τελευταίων χρόνων (σε όλες αυτές τις κινητοποιήσεις η Ο. έπαιξε ένα πρωταγωνιστικό ρόλο). Είχαμε τις πρώτες –μικρής εμβέλειας αλλά εξαιρετικής σημασίας- απεργιακές κινητοποιήσεις μεταναστών. Με πιο σημαντική τη νικηφόρα κινητοποίηση στο Θεσσαλικό κάμπο Αλβανών αγροτών την άνοιξη του 2005, που κατάφεραν να αποσπάσουν αυξήσεις στους μισθούς τους.

Αναπτύσσεται μια τάση –μικρή ακόμα- συμμετοχής στα ελληνικά συνδικάτα (Αλβανοί οικοδόμοι). Η αλήθεια είναι πως η εξέλιξη της συνείδησης μαζικά των μεταναστών αφορά το πόσο γρήγορα και πως θα κινηθούν κυρίως οι Αλβανοί μετανάστες, ως η πλειοψηφία και ως το πιο ταξικό κομμάτι των μεταναστών.

Οι πιο ενθαρρυντικές ενδείξεις από αυτή την πλευρά αφορούν μέχρι στιγμής κυρίως την δεύτερη γενιά, τα παιδιά των Αλβανών μεταναστών, στα οποία πρέπει η Ο. να ρίξει βάρος, αξιοποιώντας τόσο την YRE, όσο και το Μαθητικό Ξεκίνημα.

Β. Νεολαία

37. Η Ελλάδα είναι πρώτη στην ευρωζώνη στην ανεργία των νέων ως 25 χρονών με ποσοστό 25% (EUROSTAT). Μάλιστα σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου Αθηνών το 68% των νέων μέχρι 29 ετών ζουν με τους γονείς τους είτε γιατί συνεχίζουν να βρίσκονται στην κούρσα της αναζήτησης εκπαιδευτικών πόντων (με μεταπτυχιακά, επιπλέον σπουδές κ.λ.π. μπας και τους ανοίξουν δρόμο στην αγορά εργασίας), είτε γιατί απασχολούνται με ευέλικτες –άρα αναξιοπρεπείς μισθολογικά- μορφές εργασίας.

38. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα νεανικής –αλλά όχι μόνο- ευέλικτης απασχόλησης είναι τα ντηλίβερι ή κούριερ. Ας δούμε λοιπόν τι συμβαίνει σ’ αυτό το χώρο. Σύμφωνα με έρευνα του ΣΕΠΕ (επιθεωρητές εργασίας), 1 στους 4 εργαζόμενους στο χώρο έχει πάθει ατύχημα σε ώρα εργασίας, 1 στους 4 έχει προβλήματα υγείας, σε κανέναν δεν παραχωρείται πλήρης εξοπλισμός ασφάλειας. Ενώ συνολικά ο κλάδος παρουσιάζει τις συχνότερες παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας.

39. Σ’ αυτό τον κλάδο αρχίζουμε να έχουμε την εμφάνιση λίγων νέων –και μικρών ακόμα- σωματείων τα τελευταία χρόνια. Αλλά και τις κινητοποιήσεις με την μορφή των μοτοπορειών, που απηχούν ως ένα βαθμό και την ανάγκη των πιο νέων εργαζομένων για μεγαλύτερη πρωτοτυπία στον τρόπο της δράσης τους. Δίπλα στις παραδοσιακές παρατάξεις υπάρχουν οι αναρχοσυνδικαλιστές και αναρχικοί με την μορφή των Cabaleros και η εξωκοινοβουλευτική αριστερά.

40. Αυτές οι διεργασίες είναι μέρος της πιο κακής εικόνας που υπάρχει για τα συνδικάτα και τα παραδοσιακά κόμματα, ανάμεσα σ’ αυτό το στρώμα, και συνολικά στους νεολαίους εργαζόμενους. Ενώ η αίσθηση ότι τα επίσημα συνδικάτα δεν εκπροσωπούν τα δικά τους συμφέροντα είναι εξαιρετικά πιο έντονη. Και αυτό είναι αλήθεια. Από μια άλλη οπτική όμως είναι και μέρος μιας αντίληψης που μιλά γενικά για την ανάγκη κινήματος, αλλά αμφισβητεί την ίδια την ανάγκη της οργάνωσης.

41. Έτσι κι αλλιώς για τους νεολαίους εργαζόμενους δεν υπάρχει η αυτονόητη κατανόηση του τι είναι συνδικάτο, πως φτιάχνεται, τι είναι απεργία, τι χρειάζεται. Αλλά προκύπτει μέσα από την προσωπική τους εμπειρία. Κι αυτό συνεπάγεται πολλές φορές απανωτά μπρος-πίσω. Όπως στο παράδειγμα του πρώτου σωματείου των εργαζομένων της Pizza Hut-KFC, «Σεβάχ», που δημιουργήθηκε το Γενάρη του 2003, κύρια με πρωτοβουλία φιλοαναρχικών ομάδων και εξωκοινοβουλευτικών αριστερών οργανώσεων. Οι οποίες με τη δράση τους αποκάλυψαν και τα άρια τους σε τελευταία ανάλυση. Δημιουργήθηκε σαν αποτέλεσμα των 4 θανάτων και 300 τραυματισμών εργαζομένων που είχε προηγηθεί την 5ετία 1998-2003. Κι από τον πρώτο μήνα της ύπαρξης του βρέθηκε να αντιμετωπίζει 5 απολύσεις συνδικαλιστών του. Η απάντηση του νέου σωματείου ήταν η για πρώτη φορά απόφαση για απεργία διαρκείας στα υποκαταστήματα που έκαναν τις απολύσεις. Τα δικαστήρια τάχιστα έβγαλαν την απεργία παράνομη και επέβαλλαν ασύλληπτα πρόστιμα στους πρωτεργάτες. Οι οποίοι στην πραγματικότητα καθοδήγησαν τους συναδέλφους τους σε μια άκαιρη και απροετοίμαστη μάχη. Το σωματείο εξαιρετικά νέο, άπειρο και αδύναμο ακόμα, μπήκε από τότε σε φάση αποδυνάμωσης, χωρίς ποτέ να συνέλθει. Οι απολύσεις συνδικαλιστών ή δραστήριων εργαζόμενων εξάλλου είναι μια συνήθης πρακτική στον ιδιωτικό τομέα. Ένα πρώτο συμπέρασμα που έμεινε για τις επόμενες γενιές είναι ότι τα σωματεία που αναπτύσσονται σε κλάδους υπηρεσιών, έχουν επίσης ανάγκη τη δημιουργία ενός μετώπου με τους ίδιους τους καταναλωτές για να ενισχύσουν τη δύναμη τους και να χτυπήσουν το «θηρίο» εκεί που πονάει, στα κέρδη.

Δημόσιος τομέας, μονιμότητα, ιδιωτικοποιήσεις

42. Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και ο δημόσιος χαρακτήρας των ΔΕΚΟ αποτελεί ένα εμπόδιο για την ελληνική αστική τάξη, που θέλει να ξεφορτωθεί, χρόνια τώρα. Οι ιδιώτες μέτοχοι μετά από απανωτές μετοχοποιήσεις, θα ήθελαν να ξεμπερδεύουν με αυτό το «γκέτο». Τα προβλήματα όμως ήταν δύο: η κοινή γνώμη και η δύναμη των συνδικάτων στο δημόσιο τομέα. Εξ ου και η συνειδητή πολιτική απαξίωσης όλων ανεξαιρέτως των δημοσίων υπηρεσιών, εξ ου και η εκστρατεία ενάντια στα «ρετιρέ», τους «τεμπέληδες» κ.λ.π., ώστε να προετοιμαστεί η κοινωνία να αποδεχθεί τις αλλαγές. Οι οποίες έχουν διανύσει μεγάλη απόσταση. Οι συμβασιούχοι ορισμένου χρόνου μέχρι και το 2004, αποτελούσαν το 25% του συνόλου των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα.

43. Συνολικά η κοινωνία έχει δεχθεί μεγάλη πλύση εγκεφάλου για το ρόλο του δημόσιου τομέα και την μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Παρ’ όλα αυτά η συνείδηση παραμένει αντιφατική. Σε γκάλοπ της GPO (Σεπτέμβρης 2005) οι 7 στους 10 απαντούν πως το «μέσο» παίζει το πιο σημαντικό ρόλο στις προσλήψεις στο δημόσιο τομέα, και πως δεν είναι ικανοποιημένοι από την παροχή υπηρεσιών του δημόσιου τομέα. Στην ερώτηση όμως ποιος ευθύνεται για την κακοδαιμονία, το 77,8% απαντά «η οργάνωση των δημόσιων υπηρεσιών» και το 67,4% «το νομοθετικό πλαίσιο».

44. Το ίδιο αντιφατικά, κυμαινόμενα και διχασμένα είναι τα πράγματα όσον αφορά την γνώμη για την μονιμότητα. Το Γενάρη του 2005 το 49% ήθελε την κατάργηση της μονιμότητας. Μετά την εκστρατεία της κυβέρνησης Καραμανλή για τα «ρετιρέ», τον Ιούνη, το ποσοστό ανέβηκε στο 55%. Και τον Σεπτέμβρη ξανάπεσε στο 46,4%. (από γκάλοπ της VPRC).

45. Αντίστοιχη είναι η εικόνα και όσον αφορά στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των δημοσίων υπηρεσιών. Τον Ιούνη του 2005 σε γκάλοπ της VPRC το 63% ήταν υπέρ της ιδιωτικοποίησης της Ολυμπιακής. Τον Σεπτέμβρη όμως, αμέσως μετά την πτώση του αεροπλάνου της ιδιωτικής εταιρείας ΗΛΙΟΣ, η εικόνα αντιστράφηκε πλήρως. Το 73% δήλωσε υπέρ του εθνικού αερομεταφορέα, υποχρεώνοντας την κυβέρνηση σε μερική αναδίπλωση. Έτσι από το γρήγορο «ξεμπέρδεμα» που ήθελε η κυβέρνηση Καραμανλή, μετά άρχισε να μασά τα λόγια της. Αυτό που επαληθεύτηκε για άλλη μια φορά είναι ότι η συνείδηση διαμορφώνεται τελικά με βάση το τι θεωρεί απειλή για τον ίδιο του τον εαυτό ο απλός εργαζόμενος.

46. Όλες οι κυβερνήσεις μέχρι σήμερα, κατανοώντας ότι η μεγαλύτερη δύναμη των συνδικάτων στο δημόσιο τομέα, τους βάζει απέναντι σε έναν αξιόμαχο αντίπαλο, διάλεξαν την τακτική της αλώσεως από τα μέσα. Στο όνομα της διατήρησης, δήθεν, της μονιμότητας, οι συνδικαλιστικές ηγεσίες πρόθυμα συμφωνούσαν με τις πολιτικές των μετοχοποιήσεων, της επέκτασης του θεσμού των συμβασιούχων, τις ιδιωτικές εργολαβίες, τα πολυδάπανα προγράμματα εθελουσίας εξόδου (ΟΤΕ), τα «προγράμματα εξυγίανσης» (Ολυμπιακή) κ.λ.π. Μάλιστα η συνδικαλιστική «αριστοκρατία» στο δημόσιο τομέα έχει εμφανίσει και πολύ περισσότερα κρούσματα διαφθοράς. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του τέως συνδικαλιστή του ΟΤΕ, Μ. Μανιάτη (ΠΑΣΚΕ), που κάποια στιγμή ανταμείφθηκε για τις …υπηρεσίες του με διοικητική θέση στην COSMOTE.

47. Η πρόθεση της κυβέρνησης σ’ αυτή την φάση είναι να επεκτείνει το μοντέλο του ΟΤΕ –με την εφαρμογή εργασιακών σχέσεων ιδιωτικού τομέα στους νεοπροσληφθέντες- και σε άλλα κομμάτια των ΔΕΚΟ (Δημόσιες Επιχειρήσεις Κοινής Ωφέλειας –ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, συγκοινωνίες κ.λ.π.). Κατά αυτό τον τρόπο ακόμα και αν αφήσει απείραχτη την μονιμότητα των παλιότερων δημοσίων υπαλλήλων, θα έχει καταφέρει να χτίσει αφενός έναν εξαιρετικό αξιόμαχο απεργοσπαστικό μηχανισμό, και αφετέρου μέσα στα επόμενα χρόνια να αλλάξει τον συσχετισμό μονίμων και μη εργαζομένων στο δημόσιο τομέα. Οποιαδήποτε απόπειρα της κυβέρνησης να καταργήσει απευθείας με ένα χτύπημα την μονιμότητα για το σύνολο των ΔΕΚΟ και του δημόσιου τομέα, θα ήταν μια σπασμωδική κίνηση με πολλαπλές συνέπειες, και σ’ αυτή την φάση κάτι τέτοιο δεν τίθεται.

48. Αλλά και ως προς τις παραπέρα μετοχοποιήσεις ή ιδιωτικοποιήσεις επιχειρήσεων του δημόσιου τομέα, οι εξελίξεις δεν θα είναι μια ευθεία γραμμή. Το παράδειγμα της Ολυμπιακής αποδεικνύει ότι αναδιπλώσεις της κυβέρνησης είναι πιθανές στο βαθμό που η πλειοψηφία της κοινής γνώμης θα εμφανίζει αντιστάσεις. Ένα ακόμα στοιχείο που θα κρίνει τις εξελίξεις είναι σε ποιο βαθμό η κυβέρνηση θα απειλήσει απευθείας δικαιώματα των εργαζομένων σ’ αυτούς τους χώρους.

49. Ωστόσο το κύριο πρόβλημα παραμένει ότι απέναντι στην απαξίωση του δημόσιου τομέα και του κράτους στον καπιταλισμό, σήμερα δεν υπάρχει αντίπαλο δέος. Ούτε τα συνδικάτα, ούτε η αριστερά εμφανίζει μια πειστική εναλλακτική, γιατί αυτό θα σήμαινε ότι έπρεπε να επανατοποθετήσουν τον στόχο της ανατροπής του καπιταλισμού, πρώτο στην ατζέντα. Υπό αυτή την έννοια δεν μπορεί παρά να συνεχιστεί αυτή η αντιφατική εικόνα.

50. Για την Ο. έχει εξαιρετική σημασία να συνδυάζει τις θέσεις ενάντια στην κατάργηση της μονιμότητας και τις ιδιωτικοποιήσεις, με τη δική της πρόταση για σταθερή και μόνιμη εργασία για όλους και για έναν άλλο δημόσιο τομέα, κάτω από τον δημοκρατικό έλεγχο της κοινωνίας και των εργαζομένων, σαν κομμάτι μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας. Και την ίδια ώρα να αντιμετωπίζει με ευαισθησία, όχι όμως με υποχωρητικότητα, τη δυσαρέσκεια που προκαλεί η σύγκριση των εργασιακών συνθηκών σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Γιατί εγκυμονεί κινδύνους για το μέλλον. Κι αν αφεθεί χωρίς παρέμβαση, χτίζει νέες διαχωριστικές γραμμές και διασπά το κίνημα σε «ιδιωτικούς» και «δημόσιους».

Το ασφαλιστικό

51. Το κίνημα του 2001 ενάντια στην αντιασφαλιστική επίθεση της τότε κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, νωπό ακόμα, έχει μπολιάσει συνολικά τους εργαζόμενους με τη διάθεση να αντισταθούν δυναμικά στην επαναφορά του ζητήματος. Επιπρόσθετα αποτελεί την πιο σημαντική νίκη των τελευταίων χρόνων, και αυτή είναι μια πολύ ισχυρή μνήμη. Με την οποία η κυβέρνηση Καραμανλή δυσκολεύεται ακόμα να αναμετρηθεί συνολικά.

Όταν αυτή η αναμέτρηση θα δοθεί είτε από αυτή, είτε από την επόμενη κυβέρνηση, θα είναι μια σημαντική καμπή για την ταξική πάλη. Το 80% των εργαζομένων σε γκάλοπ της VPRC (Σεπτέμβρης 2005) λέει όχι σε κάθε αύξηση του ορίου ηλικίας και το 67% λέει όχι στην αύξηση των εισφορών των εργαζομένων.

Μ’ αυτά τα δεδομένα η κυβέρνηση Καραμανλή, είναι υποχρεωμένη να μην πιάσει για την ώρα στα χέρια της αυτή την καυτή πατάτα. Να μιλά στο όνομα του «κοινωνικού διαλόγου» που θα προετοιμάσει τις αλλαγές για την επόμενη κυβέρνηση. Παράλληλα αυτό δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση αδρανεί, αλλά ότι για την ώρα προτιμά να ασχολείται με επιμέρους πτυχές του συνταξιοδοτικού (π.χ. Τράπεζες).

Τα συνδικάτα

52. Για μια ολόκληρη ιστορική περίοδο (1955-1980) ο αριθμός των συνδικαλισμένων εργαζομένων συνολικά στην Ευρώπη αυξανόταν συνεχώς. Η μεταπολεμική ανάκαμψη του καπιταλισμού, οι πολιτικές παροχών (αλλιώς «κεϋνσιανές»), η ύπαρξη των σταλινικών κρατών της Αν. Ευρώπης ως αντίπαλο δέος, δημιουργούσε στο πολιτικό επίπεδο το έδαφος για την ανάπτυξη της σοσιαλδημοκρατίας και στο συνδικαλιστικό επίπεδο έδινε τη δυνατότητα στην αντίστοιχη εργατική «αριστοκρατία» να εξασφαλίζει μεταρρυθμίσεις με την ελάχιστη δυνατή προσπάθεια. Αυτές οι επιτυχίες ωθούσαν τους εργαζομένους, να πιστεύουν ότι τόσο η σοσιαλδημοκρατία όσο και τα συνδικάτα υπεράσπιζαν πραγματικά τα συμφέροντα τους. Και αυτή η αίγλη αντανακλούνταν και στον αριθμό των οργανωμένων στα συνδικάτα εργαζομένων.

53. Η παρατεταμένη οργανική κρίση του συστήματος που εγκαινιάζεται το 1973, η κατάρρευση του σταλινισμού το 1989, η φθορά των κυβερνητικών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων τη 10ετία του ’80 και η μετέπειτα αστικοποίηση τους, η παγκοσμιοποίηση και η επικράτηση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, σηματοδότησαν την αλλαγή της περιόδου. Και αυτό αντανακλάστηκε και στην αίγλη και τη δύναμη των συνδικάτων. Η άρνηση των καπιταλιστών και των κυβερνήσεων να κάνουν άλλες παραχωρήσεις, έδωσε τη θέση της σε ένα καταιγισμό επίθεσης και απαλλοτρίωσης κατακτήσεων και δικαιωμάτων. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες δεν μπόρεσαν να λειτουργήσουν ως ανάχωμα, όντας δέσμιες της αντίληψης ότι ο καπιταλισμός μπορεί να μεταρρυθμιστεί. Σε ένα δεύτερο στάδιο μάλιστα αυτές οι ίδιες οι ηγεσίες εγκατέλειψαν και αυτή την λογική του αναχώματος και μπήκαν στο παιχνίδι της συνδιαλλαγής για να περιορίσουν απλώς τις απώλειες. Έτσι οι ήττες –κυρίως- διαδέχονταν η μια την άλλη. Και η αίσθηση ότι τα συνδικάτα υπερασπίζουν τα συμφέροντα των εργαζομένων άρχισε να γίνεται πιο μακρινή. Η 10ετία του ’80 ανοίγει μια περίοδο πτώσης του συνολικού αριθμού των συνδικαλισμένων εργατών. Εξαίρεση αποτελεί ο συνδικαλισμός του δημόσιου τομέα όπου ο ρυθμός της πτώσης είναι πιο αργός.

54. Η συσσώρευση των ηττών απέναντι στην καπιταλιστική αντεπίθεση είχε και μια άλλη συνέπεια. Την πλήρη μετάλλαξη του τοπίου για τους εργαζόμενους. Οι κλάδοι που παραδοσιακά παρουσίαζαν ψηλό συνδικαλισμό (βιομηχανία), γίνονταν υποδεέστεροι μπροστά στην γοργή ανάπτυξη των υπηρεσιών, των πολυεθνικών, των ευέλικτων μορφών εργασίας, της παραοικονομίας, της μεταναστευτικής εργασίας, της γυναικείας εργασίας και βέβαια της ανεργίας. Αυτοί οι νέου τύπου εργαζόμενοι βρέθηκαν από την πρώτη στιγμή της ύπαρξης τους χωρίς συνδικάτα στους χώρους τους, χωρίς ούτε την ελάχιστη υπεράσπιση. Και ενώ τα παραδοσιακά συνδικάτα διέγραφαν δεξιά στροφή. Και η συνδικαλιστική «αριστοκρατία» δεν αναζητούσε πια τα αγωνιστικά εύσημα από τους εργαζόμενους της βάσης, αλλά έλπιζε σε μια πολιτική καριέρα και στο βουλευτιλίκι, σε ανταπόδοση του βρώμικου και προδοτικού της ρόλου.

συνδικάτα

Α. ΓΣΕΕ

55. Η ΓΣΕΕ εκπροσωπεί τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα, των ΔΕΚΟ και των τραπεζών (μέσα από 82 Εργατικά Κέντρα και 69 Ομοσπονδίες). Πόσο όμως τους εκπροσωπεί πράγματι; Βοηθητικά είναι τα στοιχεία που δίνει η ίδια η ΓΣΕΕ για το πόσοι εργαζόμενοι ψήφισαν για το τελευταίο της συνέδριο. 440.000 εργαζόμενοι ήταν οι ψηφίσαντες (δίπλα σ’ αυτούς βέβαια υπάρχει και ένας αριθμός οργανωμένων μεν στα συνδικάτα που δεν ψήφισαν όμως). Σε ένα σύνολο όμως σχεδόν 4 εκ. εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, τις ΔΕΚΟ και τις τράπεζες. Επί της ουσίας η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα δεν ανήκει σε συνδικάτο. Τα πράγματα είναι συγκριτικά καλύτερα σε ΔΕΚΟ (ΟΤΕ, ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ κ.λ.π.), τράπεζες, όπου ακόμα τα ποσοστά συνδικαλισμού παραμένουν ψηλά.

56. Ένα πρώτο συμπέρασμα όσον αφορά τους συσχετισμούς στην ηγεσία της ΓΣΕΕ (πλειοψηφία η ΠΑΣΚΕ-συνδικαλιστική παράταξη του ΠΑΣΟΚ) είναι ότι, απηχεί πολύ περισσότερο την απουσία, παρά την παρουσία των εργαζομένων στα συνδικάτα. Και πράγματι αν υπολογίσουμε τα εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά συνδικαλισμού στους νέους, τις γυναίκες και τους «απασχολήσιμους», την απουσία των μεταναστών αλλά και την αποχώρηση παλιότερων απογοητευμένων εργαζομένων, έχουμε την εικόνα μιας πολύ βαθιάς κρίσης αναξιοπιστίας. Στις μέρες μας η έννοια «συνδικαλιστής» συνδέεται με κακή παρά με καλή φήμη. Πως θα μπορούσε να είναι διαφορετικά όταν όλοι οι προηγούμενοι πρόεδροι της ΓΣΕΕ (ΠΑΣΚΕ) έκαναν καριέρα στις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ κι ανέλαβαν μάλιστα τα υπουργεία εργασίας για να επιτεθούν πιο αποτελεσματικά στους εργαζομένους.

57. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ένα γκάλοπ (VPRC Ιούνης 2005) που έγινε ανάμεσα σε συνδικαλισμένους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα για την ΓΣΕΕ. Το 33% είχε θετική γνώμη, το 35% αρνητική και το 28% καμιά γνώμη (μήπως αυτό το «καμιά γνώμη» σημαίνει ότι δεν τους ενημέρωσε ποτέ κανείς για τίποτα;). Μοναδική εξαίρεση σ΄ αυτές τις γενικές τάσεις ήταν η περίοδος αμέσως μετά τη νίκη στο ασφαλιστικό του 2001, όταν σε τότε γκάλοπ της VPRC καταγράφονταν ένα 65% του συνόλου της κοινωνίας να πιστεύει ότι τα συνδικάτα προωθούν τα συμφέροντα του και ένα 45% να έχει θετική γνώμη για την ΓΣΕΕ.

58. Τα προηγούμενα συμπεράσματα δεν σημαίνουν ότι ο αριθμός των συνδικαλισμένων εργαζομένων είναι τελικά και ο καθοριστικός για την έκβαση της ταξικής πάλης. Οι γενικές απεργίες και η ήττα της κυβέρνησης Σημίτη το 2001 για το ασφαλιστικό έγιναν εφικτές παρότι η συνδικαλιστική πυκνότητα ήταν ήδη πολύ χαμηλή.

59. Η σημερινή ΓΣΕΕ κάτω από την ηγεσία της ΠΑΣΚΕ διαδραματίζει έναν πραγματικά άθλιο ρόλο. Η πιο πρόσφατη έκδοση τους για την ελληνική οικονομία είναι ένα μνημείο συμβουλών προς τους καπιταλιστές για το πώς θα βελτιώσουν τον …καπιταλισμό. Οι περισσότερες συγκεντρώσεις που καλούν χαρακτηρίζονται από πολύ μικρούς αριθμούς, όμως πρέπει να σημειώσουμε ότι με αφετηρία την πορεία της ΔΕΘ στη Θεσσαλονίκη, το Σεπτέμβρη του 2005, αναπτύσσεται μια τάση περισσότερο μαζικών συγκεντρώσεων. Αυτό αποδείχνει για άλλη μια φορά την τάση των εργαζομένων, όταν δέχονται επίθεση, να αναζητούν τις μαζικές τους οργανώσεις, όπως είναι η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ, για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν στην επίθεση.

Αυτό αποδεικνύει και την ισορροπία με την οποία πρέπει να αντικρίζουμε τις εξελίξεις στην ΓΣΕΕ. Σε αντίθεση με το ΚΚΕ, τις οργανώσεις του ΜΕ.Ρ.Α. (ΝΑΡ, ΕΕΚ κ.λ.π.), που ταυτίζουν τα συνδικάτα με τις ξεπουλημένες ηγεσίες τους και κηρύσσουν την «εξαφάνιση» τους.

Β. ΑΔΕΔΥ

60. Η ΑΔΕΔΥ καλύπτει τους εργαζόμενους στα διάφορα υπουργεία καθώς και τις μεγάλες Ομοσπονδίες στον χώρο της Υγείας (ΠΟΕΔΗΝ κ.λ.π.) και Παιδείας (ΟΛΜΕ, ΔΟΕ κ.λ.π.).

61. Ο βαθμός συνδικαλισμού ανάμεσα στους εργαζόμενους σ’ αυτούς τους χώρους παρουσίασε μια εκτίναξη στις 10ετίες ’80-’90. Από τα 96.000 μέλη που ψήφισαν για το συνέδριο της ΑΔΕΔΥ το 1983, αυτός ο αριθμός έφτασε τα 240.463 στο συνέδριο του 2002. Μάλιστα υπάρχουν χώροι που ο συνδικαλισμός αγγίζει μέχρι και το 90% των εργαζομένων.

62. Η εργασιακή σταθερότητα/ασφάλεια, αλλά και ο μεγαλύτερος βαθμός πρόσδεσης με τα παραδοσιακά κόμματα, είναι η εξήγηση των μεγάλων ποσοστών συνδικαλισμού σ’ αυτούς τους χώρους.

63. Ωστόσο ιδιαίτερα στους χώρους της Υγείας και της Παιδείας έχουν υπάρξει σημαντικά χτυπήματα τα τελευταία χρόνια. Η χρόνια υποχρηματοδότηση, ο θεσμός της αξιολόγησης των καθηγητών, οι ελλείψεις σε όλα τα νοσοκομεία και η εντατικοποίηση στους ρυθμούς δουλειάς, είναι μόνο μερικά απ’ αυτά.

64. Έτσι παρόλο που η ΑΔΕΔΥ εμφανίζει κατά καιρούς μια πιο αγωνιστική ρητορεία –ανάλογα με τα χτυπήματα που δέχονται οι εργαζόμενοι- δεν έχει καταφέρει να αντιστρέψει την γενική εικόνα κρίσης του συνδικαλιστικού κινήματος. Καθόλου τυχαίες λοιπόν οι τάσεις που καταγράφει γκάλοπ της VPRC τον Ιούνη του 2005 ανάμεσα στους συνδικαλισμένους εργαζόμενους στην ΑΔΕΔΥ. Με το 35% να έχει θετική γνώμη για την ΑΔΕΔΥ σε αντίθεση με το 42% που έχει αρνητική γνώμη. Αυτή είναι η φυσική συνέπεια των εξίσου με την ΓΣΕΕ απροετοίμαστων απεργιακών κινητοποιήσεων, των άμαζων συγκεντρώσεων, της έλλειψης συντονισμού και κλιμάκωσης.

Συνδικαλιστικές παρατάξεις

Α. ΠΑΣΚΕ

65. Η αστικοποίηση του ΠΑΣΟΚ και το επίπεδο της αντιπολίτευσης που παρουσιάζει απέναντι στη Νέα Δημοκρατία, επηρεάζει και την στάση της ΠΑΣΚΕ στα συνδικάτα. Η «υπευθυνότητα» του Γ. Παπανδρέου, και οι διαφωνίες όχι επί της ουσίας της πολιτικής της Νέας Δημοκρατίας, αλλά στις δευτερεύοντες συνέπειες, αντανακλάται και σε μια ΠΑΣΚΕ, που δεν μπορεί να είναι καθόλου πειστική, όταν υποτίθεται ότι αντιπολιτεύεται την εργασιακή πολιτική της Νέας Δημοκρατίας. Πόσο μάλλον όταν για παράδειγμα σε χώρους όπως ο ΟΤΕ, οι συνδικαλιστές της ΠΑΣΚΕ με την «υπεύθυνη» στάση τους αποσπούν τα συγχαρητήρια της κυβέρνησης.

66. Ακόμα και οι λίγες διαφορετικές φωνές που αρθρώνονταν από συνδικαλιστές της ΠΑΣΚΕ, ιδιαίτερα στο δημόσιο τομέα (π.χ. Σ.Παπασπύρου, πρόεδρος ΑΔΕΔΥ), σήμερα είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Αλλά ακόμα και αν ανακάμψουν σε κάποια στροφή της ταξικής πάλης, αυτό δεν θα ισοδυναμεί με ουσιαστικές μελλοντικές δυνατότητες.

67. Γενικά μιλώντας είναι δυνατόν να προβλεφθεί ότι η ΠΑΣΚΕ, θα προσπαθήσει σε κάποια φάση να υιοθετήσει ένα πιο αγωνιστικό προφίλ στην επικοινωνιακή της τακτική. Ιδιαίτερα σε χώρους που θα δέχονται την επίθεση. Ωστόσο υπάρχουν δύο προβλήματα. Το ένα είναι το πρόβλημα της πειστικότητας. Και το δεύτερο είναι της εναλλακτικής πρότασης που θα εμπνεύσει δυνάμεις για να ανατρέψουν την κυβερνητική πολιτική. Δύσκολα μπορούν να ξεπλυθούν οι αμαρτίες του παρελθόντος. Μόνο σε μια δυναμικότερη στροφή της ταξικής πάλης, είτε στο δημόσιο τομέα, είτε με αφορμή το άνοιγμα του ασφαλιστικού, θα μπορούσε να προβλεφθεί μια –προσωρινή όμως- διακοπή της πορείας της πτώσης και της απαξίωσης τους από μαζικά κομμάτια εργαζομένων.

Β. ΠΑΜΕ

68. Το ΠΑΜΕ ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του ΚΚΕ τον Απρίλη του 1999 και εμφανίζει ως μέλη του 10 Ομοσπονδίες (Οικοδόμων, Λογιστών, Κλωστοϋφαντουργίας, Τροφίμων/Ποτών, Συνταξιούχων ΙΚΑ κ.λ.π.), 9 Εργατικά Κέντρα (Λευκάδα, Ζάκυνθο, Λάρισα, Νάουσα, Θεσπρωτία κ.λ.π.) και 226 σωματεία βάσης.

69. Η ηγεσία του ΚΚΕ επιχείρησε μέσα από τη δημιουργία του ΠΑΜΕ να μετρήσει τη δυνατότητα να δημιουργήσει τη δική της αντι-ΓΣΕΕ. Από τότε μέχρι σήμερα όμως, το ΠΑΜΕ έχει καταλήξει στην πραγματικότητα να είναι μια ομοσπονδία των σωματείων που ελέγχει το ΚΚΕ και εντελώς καπελωμένη μάλιστα. Οι έτσι κι αλλιώς μικρές δυνάμεις ανέντακτων αριστερών, ή συνδικαλιστών της Κομμουνιστικής Ανανέωσης (διάσπαση της ΑΚΟΑ) και του ΔΗΚΚΙ, που είχαν ενταχθεί στο ΠΑΜΕ βρίσκονται σε διαδικασία απόσυρσης, όπως απέδειξε και η παραίτηση του Τ. Φωτόπουλου, συνδικαλιστή της Κομμουνιστικής Ανανέωσης, από την γραμματεία του ΠΑΜΕ, πρόσφατα. Και με αυτή την έννοια η πολυδιαφημισμένη κάποτε από την ηγεσία του ΚΚΕ, στόχευση να ανατρέψουν την παντοδυναμία της ΠΑΣΚΕ προς χάρη της ταξικής πρωτοπορίας μέσα στις γραμμές του συνδικαλιστικού κινήματος, έχει απλώς καταρρεύσει.

70. Η δημόσια τακτική του ΠΑΜΕ είναι αντιφατική. Όπου δεν έχει αρκετές δυνάμεις συμμετέχει στις κινητοποιήσεις των Εργατικών Κέντρων (που ελέγχονται από ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ), ενώ αλλού κατεβάζει δικές του κινητοποιήσεις. Την ίδια ώρα που καταγγέλλει την ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ παραμένει εκεί και κινείται γύρω από τα προγράμματα δράσης που βάζουν αυτές οι ηγεσίες. Ούτε έτσι όμως ούτε αλλιώς, κατάφερε να επεκτείνει την απήχηση του μαζικά στο σύνολο των εργαζομένων. Η συνεχής επανάληψη της εικόνας της συσπείρωσης μόνο των κομματικών μελών του ΚΚΕ, δεν μπορεί παρά να προκαλεί προβληματισμό σ’ αυτά τα ίδια μέλη. Και τελικά όσο κι αν προσπαθεί η ηγεσία του ΚΚΕ να δημιουργεί ικανοποίηση από το γεγονός ότι –συνήθως- σε αντίθεση με τις 2-3.000 συγκεντρωμένους της ΓΣΕΕ, το ΠΑΜΕ συγκεντρώνει 5-6.000, αυτός ο ισχυρισμός σήμερα για το σύνολο των εργαζομένων δεν έχει καμιά απολύτως αξία. Πολύ περισσότερο όταν μετά τη ΔΕΘ αυτή η εικόνα ανατρέπεται, με τις συγκεντρώσεις των επίσημων συνδικάτων να είναι ανάλογες ή να ξεπερνούν αυτές του ΚΚΕ.

71. Ο σεχταρισμός των ξεχωριστών συγκεντρώσεων του ΠΑΜΕ είναι επικίνδυνος για τη συνείδηση που καλλιεργεί στους εργαζόμενους. Πολύ χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της απουσίας των τραπεζοϋπαλλήλων μελών του ΠΑΜΕ από τις συγκεντρώσεις των απεργών τραπεζοϋπαλλήλων, επειδή αυτές καλύπτονταν με κεντρικούς ομιλητές τον Πολυζωγόπουλο ή τον Παπασπύρου. Όσον αφορά δε στην ουσία της αντιπολίτευσης τους στην συνδικαλιστική γραφειοκρατία, αυτή ως επί το πλείστον, περιορίζεται στην πρόταση άλλων ημερών κινητοποιήσεων ή μιας επιπλέον 24ωρης απεργιακής κινητοποίησης, ή στην πραγματοποίηση κάποιων εντυπωσιακών δράσεων του ίδιου του ΠΑΜΕ (όπως π.χ. οι συχνές, αλλά συμβολικές καταλήψεις του υπουργείου εργασίας, ή τα τεράστια πανό του ΠΑΜΕ στην Ακρόπολη κ.λ.π.). Τέτοιου είδους εντυπωσιακές δράσεις δεν είναι κατά κανόνα λαθεμένες αλλά τη στιγμή που ολόκληρη η τακτική του ΠΑΜΕ είναι λαθεμένη από μόνες δεν δίνουν λύση στα προβλήματα των εργαζομένων.

72. Ούτε καν όμως τα ίδια τα συνδικάτα που ελέγχει το ΚΚΕ μπορούν μέσα στα τελευταία χρόνια να θεωρηθούν ως παράδειγμα αποτελεσματικής ταξικής δράσης και ανατροπής των κυβερνητικών πολιτικών. Δεν μπορούν να θεωρηθούν ως παράδειγμα δημοκρατικής λειτουργίας. Πολύ δε περισσότερο δεν έχουν διαφοροποιήσει την πορεία τους από την γενική κρίση του συνδικαλιστικού κινήματος. Αντιθέτως είναι μέρος αυτής της κρίσης συμμετοχής και εμπιστοσύνης. Ίσως ο πιο χαρακτηριστικός να είναι ο, προνομιακός για το ΚΚΕ χώρος των οικοδόμων, όπου από τις περίπου 62.000 γραμμένους στο σωματείο (από 150.000 σύνολο, σύμφωνα με την ΕΣΥΕ) στις εκλογές για το συνδικάτο ψηφίσαν τον Οκτώβρη του 2005, μόνο 11.500, σημειώνοντας μάλιστα μείωση σε σχέση με 17.000 που είχαν ψηφίσει δύο χρόνια πριν στις ίδιες εκλογές!

73. Το ΠΑΜΕ, κατ’ εικόνα και ομοίωση του ΚΚΕ, δεν μπορεί να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην αναγέννηση του συνδικαλιστικού κινήματος. Ακόμα και όταν σε περιπτώσεις όπως στο Σισμανόγλειο, συμμετέχοντας στο σχήμα που πήρε την πρωτοβουλία η δική μας Ο. να δημιουργήσει, την ΑΝΑΓΚΙ, έγινε εφικτή η αλλαγή των συσχετισμών στην ηγεσία του σωματείου και η ανατροπή της ΠΑΣΚΕ, αμέσως μετά οι συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ, άρχισαν το παιχνίδι του ελέγχου της ΑΝΑΓΚΙ. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν η διάσπαση της ΑΝΑΓΚΙ και η επανεκλογή της ΠΑΣΚΕ στην ηγεσία του σωματείου.

74. Οι μελλοντικές δυνατότητες του ΠΑΜΕ δεν μπορούν να ξεπεράσουν τα όρια που βάζει ο ίδιος ο σταλινισμός. Και αυτό δεν μπορεί παρά να πυροδοτεί τον προβληματισμό στα μέλη του ΚΚΕ, την αποστράτευση και τις διαφοροποιήσεις. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι το ΠΑΜΕ ή το ΚΚΕ θα «εξαφανιστούν». Όσο το συνδικαλιστικό και πολιτικό κενό στα αριστερά θα μένει ακάλυπτο, θα τείνουν να διατηρούν τις δυνάμεις τους.

Γ. Αυτόνομη Παρέμβαση (ΣΥΝ)

75. Αντίστοιχα η συνδικαλιστική παρέμβαση της Αυτόνομης Παρέμβασης είναι δέσμια των ζιγκ-ζαγκ του ΣΥΝ και των δικών του ιστορικών αδιεξόδων. Από την μια στην ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ αλλά και μια σειρά σωματεία, συνεχίζουν να σέρνονται επί της ουσίας πίσω από την ΠΑΣΚΕ, με ελάχιστες διαφοροποιήσεις. Χωρίς να έχουν βγάλει κανένα συμπέρασμα ότι με αυτή την τακτική δεν πρόκειται ποτέ να απελευθερώσουν τους εργαζόμενους από τα δίκτυα του ΠΑΣΟΚ. Την τελευταία περίοδο, μετά την εκλογή του Αλαβάνου στην ηγεσία του ΣΥΝ εμφανίζεται μια μικρή μετακίνηση της ΑΠ προς περισσότερο αντιπολιτετυτικές θέσεις και διαχωρισμό από την ΠΑΣΚΕ, που όμως αποτελεί περισσότερο φραστική παρά ουσιαστική κίνηση.

76. Όπου από την άλλη επιχείρησαν μέτωπα μαζί και με άλλες αριστερές συνδικαλιστικές δυνάμεις (που έχουν σχέση και με το φόρουμ: ΔΕΑ, ΚΟΚΚΙΝΟ, ΟΚΔΕ κ.λ.π.), κατέληξαν δεν μπόρεσαν να κάνουν ούτε ένα ουσιαστικό βήμα μπροστά, και το αποτέλεσμα ήταν η αποτυχία κάθε προσπάθειας. Πχ το Δίκτυο αριστερών συνδικαλιστών για την Υγεία έκλεισε προτού καλά-καλά εμφανιστεί. Αποτυγχάνοντας από την αρχή στα τεστ με τα οποία βρέθηκε αντιμέτωπο. Πολύ χαρακτηριστικό επίσης είναι το παράδειγμα της ΟΛΜΕ, όπου μέχρι το πρόσφατο συνέδριο ο βασικός συνδικαλιστής της ΣΥΝ ήταν και ο πρόεδρος της ΟΛΜΕ και η παράταξη του ΣΥΝ είχε 21,1%. Όμως το γεγονός ότι στηρίζονταν στις ψήφους της ΔΑΚΕ (ΝΔ) για το προεδρείο, παράλληλα με το γεγονός ότι η προεδρία τους δεν έφερε καμιά πραγματική βελτίωση στον κλάδο, προκάλεσε πτώση, στο τελευταίο 12ο συνέδριο (2005) στο 16,6%,παρά τη συνεργασία με συνδικαλιστές των οργανώσεων του φόρουμ. Νικητής η ΔΑΚΕ με 35,7%!

Δ. Εξωκοινοβουλευτική αριστερά – Αναρχικοί

77. Η εξωκοινοβουλευτική αριστερά (πέραν αυτών που συμμετέχουν στο φόρουμ ή συνεργάζονται με το ΣΥΝ) τα τελευταία χρόνια εμφανίζει μια πενιχρή παρέμβαση στους εργασιακούς χώρους, με ελάχιστες εξαιρέσεις σε κάποιους χώρους (στην Υγεία, τους καθηγητές κ.λ.π.). Εννοούμε κυρίως δυνάμεις του ΜΕ.Ρ.Α. ή Μαοϊκούς. Ωστόσο, παρόλα τα αξιοπρόσεκτα στοιχεία σε κάποιους χώρους (π.χ. στους καθηγητές οι Μαοϊκοί παίρνουν σταθερά γύρω στο 9%) η εξωκοινοβουλευτική αριστερά παραμένει δέσμια του δικού της σεχταρισμού και καθηλωμένη.

Με τις δικές της ξεχωριστές συγκεντρώσεις, προσυγκεντρώσεις, επιτροπές κ.λ.π., προσπαθεί να καλλιεργήσει τη συνείδηση στους εργαζόμενους ότι η σωτηρία τους βρίσκεται στην εγκατάλειψη των παλιών συνδικάτων για να δημιουργήσουν νέα. Σε απόλυτη αντίθεση με την μαρξιστική αντίληψη για την ανάγκη μέσα στα υπάρχοντα συνδικάτα να αντικατασταθούν οι προδότες ηγέτες με ανιδιοτελείς και ταξικούς πρωτοπόρους αγωνιστές. Η διαφορά με την δική μας την Ο. όσον αφορά την συνδικαλιστική παρέμβαση συγκριτικά με την εξωκοινοβουλευτική αριστερά, δεν βρίσκεται τόσο στην ποσότητα, όσο στην ποιότητα της δουλειάς, στην μέθοδο και στην κατανόηση της συνείδησης και των προοπτικών του εργατικού κινήματος.

78. Πολύ πρόσφατα αρχίζουν να υπάρχουν σημάδια και της προσπάθειας αναρχοσυνδικαλιστικών και αναρχικών ομάδων να παρέμβουν στους εργαζόμενους. Είτε με την μορφή των Cabaleros, είτε με την μορφή των εκστρατειών αλληλεγγύης σε απολυμένους (SEX FORM), είτε με την συμμετοχή τους στην επιτροπή αγώνα ενάντια στην μεταφορά της λυματολάσπης στη χωματερή των Άνω Λιοσίων. Σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει ένα κοινό νήμα. Η καλλιέργεια μιας άποψης που αμφισβητεί την ανάγκη της οργάνωσης. Τίποτα καινούργιο. Από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα οι μαρξιστές βρέθηκαν αντιμέτωποι με τέτοιες απόψεις περί της αυτονομίας των κινημάτων. Ωστόσο είναι η ίδια η εργατική τάξη που έδωσε την καλύτερη απάντηση σ’ αυτές τις απόψεις κάθε φορά που κινήθηκε για να δώσει μια μάχη. Γιατί σ’ αυτή της την κίνηση αναζήτησε συνολικές απαντήσεις και συγκεκριμένες μορφές οργάνωσης. Την ίδια ώρα αξίζει να σημειωθεί ότι για παράδειγμα οι Cabaleros δεν χρειάστηκαν καν κίνημα για να δείξουν την ανεπάρκεια τους. Οι τραμπουκισμοί, η απαγόρευση να συμμετέχει σε συσκέψεις ή μοτοπορείες, οποιοσδήποτε άλλος εκτός από τους ίδιους, και τελικά η αντίληψη «πας μη δικός μας βάρβαρος», τους αποκάλυψε αρκετά γρήγορα.

Τα κεντρικά ζητήματα της περιόδου

79. Το κενό που περιγράφει στις αναλύσεις της η Ο. μας είναι ταυτόχρονα πολιτικό και συνδικαλιστικό. Η αστικοποίηση του ΠΑΣΟΚ, η κρίση του σταλινισμού και του ρεφορμισμού, μεταφέρει το βαρύ φορτίο στους εργαζόμενους να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους, ξαναχτίζοντας τις μαζικές οργανώσεις τους καταρχήν. Ξαναχτίζοντας τα συνδικάτα τους. Σ’ αυτή την πορεία θα ξαναδοκιμάζουν ότι τους προσφέρεται σήμερα. Μέσα από τα μεγάλα γεγονότα της ταξικής πάλης, μέσα από τις συγκρούσεις στα σημερινά τους συνδικάτα και παρατάξεις, μέσα από την ανεξάρτητη κίνηση των ασυνδικάλιστων κομματιών των εργαζομένων, θα διαμορφώνεται μαζικά μια νέα συνείδηση. Που διαδοχικά και όχι αυτόματα και απευθείας θα προσεγγίζει τα επαναστατικά συμπεράσματα.

80. Η Ο. έχει σταθεί πολλές φορές στην ανάγκη να αλλάξουν οι συσχετισμοί στις ηγεσίες των συνδικάτων, σαν μέρος της γενικότερης ανάγκης για αναγέννηση του εργατικού κινήματος. Ωστόσο σήμερα το πραγματικό περιεχόμενο αυτής της θέσης είναι διπλό. Από την μια απαιτεί την παρέμβαση με αυτό τον στόχο στα υπάρχοντα συνδικάτα. Κι από την άλλη απαιτεί την παρέμβαση μέσα στα ασυνδικάλιστα κομμάτια των εργαζομένων, τα διπλά καταπιεσμένα και οικονομικά εξαντλημένα. Δηλ. στους νέους εργαζόμενους, τους μετανάστες, τους «απασχολήσιμους», τις γυναίκες. Γιατί η δική τους αναπόφευκτη πορεία προς τη δημιουργία νέων συνδικάτων και οργανώσεων σαν απαραίτητο στοιχείο στην πάλη για τα καθημερινά και για την ίδια την επιβίωση, θα ενεργοποιήσει εκείνο το νέο αίμα των σκληρά δοκιμαζόμενων εργαζομένων αγωνιστών που θα επιβάλει την αλλαγή βάρδιας και στις κορυφές. Αυτή δεν είναι ούτε μια εύκολη, ούτε μια ευθεία πορεία, ούτε πολύ περισσότερο μια εξέλιξη που δεν απαιτεί χρόνο. Ωστόσο τα σημάδια αυτής της πορείας υπάρχουν ήδη και στην Ελλάδα και διεθνώς

81. Οι επιθέσεις του ελληνικού καπιταλισμού δεν μπορούν παρά να εξακολουθήσουν. Έτσι παρόλη την αντιφατικότητα, την σύγχυση, την απογοήτευση ενίοτε στη συνείδηση των εργαζομένων, η ανάγκη να υπερασπιστούν ακόμα και τα στοιχειωδέστερα των δικαιωμάτων τους, θα υποχρεώνει τα πιο πρωτοπόρα στρώματα της τάξης να αναλαμβάνουν μέρος της ευθύνης να αντικαταστήσουν τις παλιές ηγεσίες. Όσο αναπόφευκτη είναι αυτή η πορεία, άλλο τόσο αναπόφευκτα και τα μπρος-πίσω σ’ αυτή την πορεία.

82. Από την δική μας την σκοπιά κατανοώντας την ανάγκη να χτίζουμε αυτή τη συνείδηση με το παράδειγμα πρώτα απ΄ όλα χρειάζεται να τοποθετήσουμε τους εαυτούς όσο καλύτερα και βαθύτερα μπορούμε μέσα σ’ αυτές τις διεργασίες. Και όπου αυτό είναι δυνατό –όπως π.χ. σε κάποιους χώρους της υγείας- να πρωταγωνιστήσουμε σε αυτές τις διεργασίες. Αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες για ευρύτερες συσπειρώσεις, βρισκόμενοι μπροστά με ένα φυσικό τρόπο ακόμα και στην μικρότερη διεκδίκηση των εργαζομένων, χτίζοντας νέες παραδόσεις δημοκρατίας και σεβασμού της συνείδησης των υπόλοιπων εργαζομένων.

Παράρτημα 1. Αγρότες

1. Το εισόδημα των ελλήνων αγροτών είναι ως και 5 φορές κάτω από το μέσο αγροτικό εισόδημα των χωρών του ευρωπαϊκού Βορρά. Το 36,5% ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Ενώ η μείωση των αριθμών τους είναι δραματική στο πέρασμα των χρόνων. Σήμερα αποτελούν περίπου το 15% του ενεργού παραγωγικά πληθυσμού (από τα πιο ψηλά ποσοστά στην Ευρώπη).

1973______ 1983______ 1993______ 1997

1.116.000__ 917.000__ 702.000__ 580.000

2. Συνολικότερα σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες από το 1950 ως σήμερα ο αριθμός των αγροτών έχει μειωθεί μέχρι και 80%. Για παράδειγμα στις ΗΠΑ οι αγρότες με πλήρη απασχόληση είναι μόλις το 1% του πληθυσμού, και οι μεγάλες φάρμες είναι κλασικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις.

3. Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές άνοιξαν μια εποχή κατάργησης της στήριξης του αγροτικού τομέα, κάτω από το σκλόγκαν να επιβιώσει «ο πιο δυνατός» και όχι «ο πιο επιδοτούμενος». Στο εσωτερικό της ΕΕ αυτό σηματοδοτήθηκε από τις απανωτές αναθεωρήσεις της ΚΑΠ (Κοινής Αγροτικής Πολιτικής) με στόχο τη δημιουργία μιας μικρής και ανταγωνιστικής γεωργίας –κύρια στη βόρεια Ευρώπη-, ώστε να μπορεί να σταθεί απέναντι στους διεθνείς αντιπάλους. Κι αυτό που έχουν παραπέρα στο μυαλό τους είναι η δραστική μείωση των επιδοτήσεων στήριξης των τιμών των αγροτικών προϊόντων στην εσωτερική αγορά, η συρρίκνωση ως την κατάργηση των εξαγωγικών επιδοτήσεων και η παραπέρα απελευθέρωση της αγοράς αγροτικών προϊόντων. Η πιο πρόσφατη αναθεώρηση της ΚΑΠ που θα ενεργοποιηθεί από το Γενάρη του 2006 χτυπά πιο ειδικά τις επιδοτήσεις για τα μεσογειακά προϊόντα από τα οποία εξαρτάται η ελληνική αγροτική οικονομία.

4. Όλα τα παραπάνω αποτελούν την βάση της εμφάνισης όλα τα τελευταία χρόνια σημαντικών αγροτικών κινητοποιήσεων. Δεν ήταν μόνο οι κρατικοδίαιτοι και πλούσιοι αγρότες που πήραν τα τρακτέρ στις εθνικές, αλλά κυρίως οι εκπρολεταριοποιημένοι και εξαθλιωμένοι αγρότες. Και αυτοί οι αγώνες θα επαναληφθούν και στο μέλλον. Γιατί είναι αγώνες επιβίωσης ενός στρώματος που διαλύει νομοτελειακά η ανάπτυξη του καπιταλισμού.

5. Οι θέσεις του ΚΚΕ ότι η λύση είναι η αποδέσμευση από την ΕΕ ή του ΣΥΝ για ριζοσπαστική μεταρρύθμιση της ΚΑΠ, σπρώχνουν τους αγρότες σε λάθος κατευθύνσεις. Ούτε η εθνική αυτάρκεια, ούτε οι προστατευτικές πολιτικές, μπορούν να βάλουν φραγμό σε αυτές τις εξελίξεις.

Παράρτημα 2. Γυναίκες

1. Οι γυναίκες είναι οι πρώτες που υφίστανται όλες τις δυσμενείς επιπτώσεις της οικονομικής πολιτικής, του περιορισμού των κοινωνικών δαπανών, της ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων.

2. Τα στοιχεία της ΓΣΕΕ είναι ζοφερά για την πραγματικότητα της Ελληνίδας γυναίκας: Η ανεργία στις γυναίκες (14,6%) παραμένει υπερδιπλάσια των ανδρών (6,2%) έναντι 8,7% στις χώρες της Ε.Ε.

3. Περισσότερο πλήττονται από την ανεργία οι γυναίκες 15-19 χρόνων, ενώ άνεργη είναι και μία στις τέσσερις άνω των 20 χρόνων.

4. Μεγάλο ποσοστό των άνεργων γυναικών είναι μακράς διάρκειας (τριπλάσιο των ανδρών) και το 2002 εκτιμάται ότι θα μειωθεί σε 57,8% από 63% το 2000.

5. Επιπλέον, η εκμετάλλευση έχει έντονα γυναικείο πρόσωπο, αφού:

– Πάνω από 250.000 γυναίκες εργάζονται στο σπίτι, χωρίς κοινωνική προστασία.

– Η μαύρη αγορά εργασίας εκατοντάδων χιλιάδων αλλοδαπών γυναικών ανθεί, χωρίς ο αριθμός τους να προσμετράτε στο εργατικό δυναμικό ή στους ανέργους.

– Οι γυναίκες υπερεκπροσωπούνται στις λεγόμενες άτυπες μορφές εργασίας (μερική ή εποχική απασχόληση, εργασία ορισμένου χρόνου, συμβάσεις έργου, εργασία στο σπίτι με το κομμάτι, φασόν κ.λπ.). Πάνω από τα 2/3 των μερικώς απασχολουμένων είναι γυναίκες (1.215.000) και το 28% εργάζονται λιγότερο των 30 ωρών εβδομαδιαίως.

– Η άνιση κατά φύλο κατανομή αποτελεί σοβαρό εργασιακό πρόβλημα, με τις γυναικείες θέσεις εργασίας χαμηλότερες ιεραρχικά στην παραγωγή και στην αμοιβή.

– Η ανισότητα αμοιβών συνεχίζεται με μέσο όρο των γυναικείων αποδοχών χαμηλότερο των ανδρών σε όλα τα επαγγέλματα και στην Ευρώπη.

– Στο Δημόσιο το 60% των εργαζομένων είναι γυναίκες. Και από την πλειοψηφία αυτή, μόνο το 20% των γυναικών αυτών φτάνουν σε διευθυντικές θέσεις.

– Η συμμετοχή των γυναικών στο Δ.Σ. (στα Εργατικά Κέντρα και τις Ομοσπονδίες) βρίσκεται στο επίπεδο των 7,99%, καθώς τα μέλη των διοικήσεων στις δευτεροβάθμιες αυτές οργανώσεις είναι 1.940, από τα οποία 155 είναι οι γυναίκες. Ως προς τη διοίκηση της ΓΣΕΕ σε 45 μέλη, μόνο μία είναι γυναίκα – δηλαδή ποσοστό 2,22%.

7,137ΥποστηρικτέςΚάντε Like
593ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,105ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
407ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής