«Διατλαντικός Εμπορικός και Επενδυτικός Συνεταιρισμός» ή αλλιώς η ιδιωτικοποίηση της δικαιοσύνης

 

Του Βλαντιμίρ Μπορτούν,
Σοσιαλιστικό Κόμμα (CWI) Αγγλίας και Ουαλίας

Οι πολυεθνικές εταιρείες ετοιμάζονται να δώσουν ένα νέο, μεγάλο χτύπημα στα δημοκρατικά δικαιώματα, μέσω του «Διατλαντικού Εμπορικού και Επενδυτικού Συνεταιρισμού» (ΔΕΕΣ) ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ΕΕ.

Ένα από τα κύρια και πιο επικίνδυνα συστατικά του «Συνεταιρισμού» είναι ο λεγόμενος «διακανονισμός διαφορών επενδυτή-κράτους» (ΔΔΕΚ). Αν αυτός ο διακανονισμός εφαρμοστεί θα καταστήσει την υποταγή του αστικού κράτους στα συμφέροντα των πολυεθνικών ακόμα πιο έντονη.

Ο –ελάχιστα γνωστός στο ευρύ κοινό– ΔΕΕΣ είναι μια εμπορική συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ που είναι υπό διαπραγμάτευση από τον Ιούλιο του 2013. Σύμφωνα με το επίσημο site της Κομισιόν

«στοχεύει στην άρση των εμπορικών φραγμών σε ένα ευρύ φάσμα τομέων της οικονομίας για να καταστεί ευκολότερη η αγορά και πώληση αγαθών μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΕ».

Πιο συγκεκριμένα, αυτό αφορά κυρίως την άρση εμποδίων στο εμπόριο και τις επενδύσεις, καθώς και την εναρμόνιση των τεχνικών κανονισμών και προτύπων. Σύμφωνα με μια «ανεξάρτητη» έρευνα που έγινε κατά παραγγελία της Κομισιόν, η εφαρμογή του ΔΕΕΣ θα αποφέρει (υποτίθεται) ετησίως 119 δις ευρώ στην οικονομία της ΕΕ, 95 δις  ευρώ στις ΗΠΑ και 100 δις ευρώ στον υπόλοιπο κόσμο.

 

Τι είναι ο Διακανονισμός διαφορών επενδυτή-κράτους (ΔΔΕΚ);

Ένα δελτίο που εξέδωσε η Κομισιόν τον περασμένο Νοέμβρη περιγράφει τον ΔΔΕΚ σαν ένα σύστημα που

«…επιτρέπει σε κάποιο επενδυτή να ασκήσει αγωγή κατά των αρχών της χώρας στην οποία έχει επενδύσει, απευθείας σε διεθνές δικαστήριο».

Με άλλα λόγια, οι εταιρείες έχουν το δικαίωμα να προχωρήσουν σε αγωγές εναντίον κρατών, και οι αγωγές αυτές θα εκδικάζονται από τρίτους, σε διεθνές επίπεδο.

Αυτό μπορεί να συμβεί μόνο αν οι επενδυτές μπορούν να ισχυριστούν ότι ένα από τα τέσσερα είδη προστασίας που τα κράτη πρέπει να τους εξασφαλίζουν έχει παραβιαστεί:

«1) προστασία έναντι διακρίσεων (υπέρ κάποιου άλλου έθνους, ή του έθνους στο οποίο έχει γίνει η επένδυση),

»2) προστασία κατά των απαλλοτριώσεων που δεν γίνονται για σκοπούς δημόσιας πολιτικής και για τις οποίες δεν παρέχεται δίκαιη αποζημίωση,

»3) προστασία από την αθέμιτη και άδικη μεταχείριση

»4) προστασία σχετικά με την δυνατότητα μεταφοράς κεφαλαίων».

Οι 4 αυτές «εγγυήσεις» δεν αναπτύσσονται ούτε εξηγούνται παραπέρα, ούτε και τα κριτήρια βάσει των οποίων αποφασίζεται τι συνιστά παραβίαση των εγγυήσεων αυτών. Επιπλέον, δεν διευκρινίζεται τι θα αποτρέψει τους επενδυτές απ’ το να ξεκινήσουν αβάσιμες αγωγές. Ως εκ τούτου, φαίνεται πως οι εταιρείες θα έχουν το ελεύθερο να προχωράνε σε αγωγές ενάντια σε κράτη κάθε φορά που νιώθουν ότι τα συμφέροντα τους (δηλαδή τα κέρδη τους) έχουν επηρεαστεί από εθνικούς νόμους ή πολιτικές. Το πρόβλημα είναι μεγάλο, όμως στην πραγματικότητα είναι ακόμη βαθύτερο από ότι φαίνεται εκ πρώτης όψεως.

Ποιος θα αποφασίζει;

Επειδή τα εγχώρια δικαστήρια

«θα μπορούσαν να είναι προκατειλημμένα ή να στερούνται ανεξαρτησίας» (όπως μας πληροφορεί ένα σχετικό έγγραφο της Κομισιόν)

οι διαφορές μεταξύ κράτους και επενδυτών θα επιλύονται από διεθνή δικαστήρια διαιτησίας ή «διαιτητές», ο ρόλος των οποίων γίνεται όλο και πιο σημαντικός τα τελευταία 20 χρόνια. Η Κομισιόν όμως δεν απαντά σε μια σειρά κρίσιμα ερωτήματα: Ποιοι είναι αυτοί οι διαιτητές; Ποιες εγγυήσεις υπάρχουν για την ανεξαρτησία τους; Σε ποιους λογοδοτούν; Ποιος τους ελέγχει; Με δυο λόγια, ποιος θα μας φυλάξει από τους φύλακες;

Στην πραγματικότητα, αυτοί οι «διαιτητές», μια κλειστή ομάδα-ελίτ δικηγόρων και δικαστικών που θυμίζει μαφία, θα παίρνουν αποφάσεις πίσω από τις πλάτες των κοινωνιών που θα επηρεαστούν από αυτές, αποφάσεις μη εφέσιμες!

Σύμφωνα με μια έκθεση που δημοσίευσε το 2012 το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο Επιχειρήσεων και το Διακρατικό Ινστιτούτο, στο 69% των υποθέσεων που εξετάστηκαν στο Διεθνές Κέντρο της Παγκόσμιας Τράπεζας για την Επίλυση Επενδυτικών Διαφορών, οι «διαιτητές» προέρχονταν από την Βόρεια Αμερική και την Δυτική Ευρώπη, ενώ το ποσοστό αυτό ανεβαίνει στο 83% για τις περιπτώσεις διαιτητών που συμμετείχαν σε πάνω από 10 υποθέσεις. Τέλος, το 55% των υποθέσεων που αφορούσαν διαμάχη μεταξύ κρατών και επενδυτών κατά την διάρκεια του 2012, κρίθηκε από έναν αριθμό 15 (!!) διαιτητών.

 

«Αμερόληπτοι» διατητές… σύμβουλοι επιχειρήσεων

Όπως αποκαλύπτει μια σχετική έκθεση της αμερικάνικης ΜΚΟ, «Democracy Center», δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο αυτοί οι άνθρωποι

«…τη μια να εμφανίζονται ως δήθεν αμερόληπτοι διαιτητές, την άλλη νομικοί σύμβουλοι εταιρειών, ενώ πολλοί είναι ταυτόχρονα σύμβουλοι και εταιρειών και κρατών».

Επιπλέον, ορισμένοι από αυτούς τους ανθρώπους που υποτίθεται ότι είναι λιγότερο «μεροληπτικοί» από τα εθνικά δικαστήρια, στην πραγματικότητα

«…είναι μέλη διοικητικών συμβουλίων μεγάλων πολυεθνικών, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων των εταιρειών που έχουν προχωρήσει σε αγωγές εναντίον αναπτυσσόμενων χωρών».

Τα παραπάνω εξηγούν το γιατί το 2012, σύμφωνα με σχετικό έγγραφο του ΟΗΕ «στο 70% των περιπτώσεων οι απαιτήσεις των επενδυτών έγιναν δεκτές, τουλάχιστον εν μέρει». Ακόμα και όταν τα κράτη τελικά κερδίζουν – συνήθως κράτη του αναπτυσσόμενου κόσμου – έχουν πρώτα ξοδέψει εκατομμύρια δολάρια για τη νομική τους υπεράσπιση.

Ελ Σαλβαδόρ

Η περίπτωση του Ελ Σαλβαδόρ είναι πολύ ενδεικτική. Οι αγροτικές κοινότητες στην επαρχία Λας Καμπάνιας, ανησυχούσαν έντονα για την μόλυνση των ποταμών και των αποθεμάτων νερού με χημικές ουσίες, όπως το αρσενικό, από την καναδική επιχείρηση εξόρυξης χρυσού Pacific Rim.

Το τοπικό κίνημα που οργανώθηκε κάτω από μεγάλες αντιξοότητες και κινδύνους (πχ 3 ακτιβιστές δολοφονήθηκαν) κατάφερε μετά από πίεση να οδηγήσει την κυβέρνηση της χώρας στην απόφαση να αρνηθεί τις απαραίτητες άδειες για το ορυχείο. Αυτό θεωρήθηκε ένα τεράστιο βήμα προς τα μπρος για την βιώσιμη διαχείριση των υδάτων της χώρας και μια κίνηση που έβαζε το δικαίωμα στο νερό πάνω από τα συμφέροντα των εταιρειών.

Η απάντηση της Pacific Rim ήταν η κατάθεση αγωγής στο εμπορικό δικαστήριο της Παγκόσμιας Τράπεζας με την οποία ζητούσε 135 εκ. δολάρια από την κυβέρνηση του Ελ Σαλβαδόρ, η οποία σύμφωνα με την αγωγή «παραβίασε το δικαίωμα της εταιρείας στην δίκαιη και ίση μεταχείριση».

Ανεξάρτητα από το αν η κυβέρνηση θα κερδίσει τελικά την δικαστική διαμάχη, ξοδεύει αυτή την στιγμή εκατομμύρια δολάρια για τη νομική της υποστήριξη, χρήματα που θα μπορούσαν να δοθούν για την ικανοποίηση βασικών αναγκών σε μια χώρα όπου το 42.5% του πληθυσμού ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας.

Αν το δικαστήριο αποφασίσει υπέρ της εταιρείας, πολλές δεκάδες ή ακόμη και εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια θα μεταφερθούν από το δημόσιο ταμείο στα χέρια των ιδιοκτητών της καναδικής εταιρείας και μιας χούφτας πάμπλουτων μεγαλοδικηγόρων.

Η περίπτωση του Ελ Σαλβαδόρ είναι μόνο μία από τις εκατοντάδες αντίστοιχες υποθέσεις όπου εταιρείες κινήθηκαν νομικά εναντίον κρατών. Η Βολιβία, το Μεξικό και η Ουρουγουάη είναι μερικές μόνο από τις χώρες που μηνύθηκαν από μεγάλες εταιρείες.

Έχοντας σαν πρότυπο τη ΝΑFΤΑ

Μερικές από αυτές τις αγωγές έγιναν δυνατές με τις διατάξεις ΔΔΕΚ που περιλαμβάνονται στην διαβόητη Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου Βόρειας Αμερικής (NAFTA). Μιας που ο προτεινόμενος ΔΕΕΣ περιλαμβάνει παρόμοιες διατάξεις, οι αγωγές αμερικάνικων εταιρειών κατά ευρωπαϊκών κρατών ή ευρωπαϊκών εταιρειών κατά του αμερικάνικου κράτους, είναι προφανώς μόνο θέμα χρόνου.

Η ιδιωτικοποίηση του διεθνούς δικαίου που θα επιφέρει ο ΔΕΕΣ θα αποτελέσει το τελειωτικό χτύπημα στα λίγα απομεινάρια «κρατικής κυριαρχίας» που απομένουν στην Ευρώπη. Ο Χουάν Φερνάντεζ Αρμέστο, ένας διαιτητής από την Ισπανία, συνόψισε το πρόβλημα σε μια δήλωση εκπληκτικής ειλικρίνειας:

«Όταν ξυπνάω το πρωί και σκέφτομαι την διαιτησία, ποτέ δεν παύει να με εκπλήσσει ότι κυρίαρχα κράτη έχουν συμφωνήσει στην διαιτησία των επενδύσεων […] Αναθέτουν σε 3 ιδιώτες την εξουσία να ελέγχουν, χωρίς καμία διαδικασία περιορισμού ή προσφυγής σε έφεση, όλες τις ενέργειες της κυβέρνησης, όλες τις αποφάσεις των δικαστηρίων, καθώς και όλους τους νόμους και τους κανονισμούς που απορρέουν από το κοινοβούλιο».

Φυσικά το αστικό κράτος είναι από την φύση του υπέρ των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου και των πολυεθνικών, όμως τέτοιες συμφωνίες επιδιώκουν να θέσουν εκτός νόμου ακόμα και τις πιο περιορισμένες δυνατότητες μεταρρυθμίσεων από κυβερνήσεις που κάτω από την πίεση των εργαζομένων παρεμβαίνουν υπέρ των συμφερόντων της κοινωνίας.

Κάτω από μια τέτοια νομοθεσία, ακόμα και οι «απλές» και ήπιες μεταρρυθμίσεις που υποστηρίζει η ευρωπαϊκή ρεφορμιστική Αριστερά και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις θα γίνουν «παράνομες» και θα μπορούν να ανατραπούν μόλις οι διεθνείς «διαιτητές» το αποφασίσουν.

Φυσικά, ενώ πρέπει να παλέψουμε ενάντια σ’ αυτή τη συμφωνία και για την κατάργησή της, η Αριστερά διεθνώς οφείλει να γνωρίζει ότι η δικτατορία των μεγάλων επιχειρήσεων μπορεί να ανατραπεί μόνο με την κοινωνικοποίηση των βασικών τομέων της οικονομίας, στα πλαίσια μιας σοσιαλιστικής εναλλακτικής πρότασης για την κοινωνία, με σκοπό τον σχεδιασμό της οικονομίας με γνώμονα το συμφέρον των εργαζομένων, της νεολαίας και των φτωχών και όχι του κεφαλαίου.

7,137ΥποστηρικτέςΚάντε Like
593ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,106ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
406ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής