Διάλογοι κι αντιπαραθέσεις στην Αριστερά: Για τον εφησυχασμό απέναντι στο φασισμό

του Χρήστου Κεφαλή*

Δεν υπάρχει πιο λαθεμένη και επικίνδυνη στάση στην αντιμετώπιση του φασισμού από τον εφησυχασμό. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι αυτή η στάση και η άρνηση των επίσημων αριστερών κομμάτων στο Μεσοπόλεμο (σοσιαλδημοκρατία και σταλινοποιημένα ΚΚ) να πάρουν στα σοβαρά το φασιστικό κίνδυνο και να χαράξουν μια αποτελεσματική αντιφασιστική στρατηγική, ήταν ένας από τους κύριους συντελεστές της νίκης του Μουσολίνι και του Χίτλερ.

Αυτά τα μαθήματα της ιστορίας μας θύμισε ένα πρόσφατο άρθρο του Πάνου Σώκου στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία. Ο συγγραφέας ξεκινά με τις εξής καθησυχαστικές σκέψεις:

«Ψυχραιμία! Η δημοκρατία στην Ελλάδα δεν κινδυνεύει όσο κι αν είναι ανησυχητική η αύξηση των ποσοστών της Χρυσής Αυγής, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο από ένα φαινόμενο που γέννησαν ο αποτυχημένος τρόπος αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης σε συνδυασμό με την ατιμωρησία των υπευθύνων, η υπολειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος και η αδυναμία των δυνάμεων του λεγόμενου συνταγματικού τόξου να σχεδιάσουν το μέλλον της χώρας και των πολιτών χωρίς να αποσκοπούν σε μικροκομματικά οφέλη και προσωπικές στρατηγικές. Η Χρυσή Αυγή δεν μπορεί να απειλήσει τη Δημοκρατία και για ακόμη ένα λόγο. Γιατί όσοι λένε ότι την υποστηρίζουν δεν είναι φασίστες, ούτε ναζιστές. Είναι άνθρωποι απογοητευμένοι, που θέλουν να εκφράσουν με αυτό τον ακραίο τρόπο τη διαμαρτυρία τους στο πολιτικό σύστημα που έφερε χώρα και πολίτες στην εξαθλίωση»[1].

Ας εξετάσουμε λίγο αυτά τα παρήγορα επιχειρήματα, ξεκινώντας από το πρώτο: τη Χρυσή Αυγή τη γέννησε η αποτυχημένη αντιμετώπιση της κρίσης σε συνδυασμό με τις άλλες χρόνιες παθογένειες του ελληνικού πολιτικού συστήματος.

Ο αρθρογράφος ολοφάνερα συγχέει τα «λάθη» στη θεραπεία με την πραγματική αιτία της αρρώστιας· για την ακρίβεια, σκεπάζει το δεύτερο ζήτημα, που είναι το πιο σημαντικό, δίνοντας μονόπλευρη, υπερβολική έμφαση στο πρώτο. Μοιάζει έτσι με ένα γιατρό που υπόσχεται ότι θα θεραπεύσει στα σίγουρα τον άρρωστο χωρίς να έχει καν κάνει πρώτα τη διάγνωση από τι πάσχει. Όσο και αν ο γιατρός μας κάνει έκκληση για «ψυχραιμία», η συμπεριφορά του δείχνει ότι έχει πελαγώσει μέσα του…

Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι το «φαινόμενο Χρυσή Αυγή», ο νεοφασισμός γενικότερα, δεν γεννήθηκε από τη λάθος αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, αλλά από την ίδια την κρίση, τη διαδικασία που οδήγησε σε αυτή και τις συνέπειές της. Η βάση της ενίσχυσης του φασισμού βρίσκεται στην κυριαρχία του παρασιτικού καπιταλισμού των αγορών, στις αντιφάσεις που γεννούν η παγκοσμιοποίηση και η χρηματιστικοποίηση. Από εδώ απορρέει επίσης ότι οι «κακές επιλογές» των δυνάμεων του κατεστημένου δεν μπορεί να θεωρηθούν τυχαίες, αλλά είναι αναγκαίο στοιχείο της ταξικής αστικής πολιτικής, σε μια κατάσταση που δεν αφήνει άλλα περιθώρια χειρισμού της κρίσης στα πλαίσια του συστήματος. Όπως δεν είναι, βέβαια, τυχαία και η ενίσχυση της Χρυσής Αυγής, έχοντας να κάνει με τον προσανατολισμό μιας μερίδας του κατεστημένου προς το φασισμό όταν η αστική δημοκρατία δεν επαρκεί για να επιβληθεί η τάξη, αλλά και τις αντιδραστικές αυταπάτες των μικροαστών που καταστρέφονται. Συγκαλύπτοντας όλες αυτές τις πλευρές, και αποτυχαίνοντας να εξετάσει τι γέννησε τις «παθογένειες» του παρελθόντος, τις οποίες καταγράφει αναλυτικά στο υπόλοιπο άρθρο, ο αρθρογράφος της Ελευθεροτυπίας συσκοτίζει τις ρίζες του φασιστικού κινδύνου, τον εμφανίζει ως συμπτωματικό και μικρότερο από ό,τι πραγματικά είναι.

Παραπέρα, αν ο φασιστικός κίνδυνος περιοριζόταν στην Ελλάδα, θα μπορούσε να συζητηθεί μια τέτοια «εξειδικευμένη» προσέγγιση. Μια ματιά γύρω όμως θα δείξει τα τεράστια βήματα που έχει κάνει ο νεοφασισμός στην Ευρώπη, ακόμη και από τη δεκαετία του 1990, πολύ πριν από την οικονομική κρίση. Σε χώρες όπως οι Γαλλία, Ιταλία, Αυστρία, Ολλανδία, Βέλγιο, Δανία, Ουγγαρία, Βουλγαρία, ακόμη και οι προηγμένες σκανδιναβικές χώρες, τα ακροδεξιά και νεοφασιστικά κόμματα παίρνουν ήδη διψήφια ποσοστά.

Αν η άνοδος της Χρυσής Αυγής στη χώρα μας οφείλεται σε ιδιομορφίες της ελληνικής εσωτερικής πολιτικής, τότε πώς το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται σε όλη την Ευρώπη; Η άγρια λιτότητα των μνημονίων είναι βέβαια μια καταθλιπτική ελληνική πραγματικότητα, αλλά οι πολιτικές των άλλων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων διαφέρουν άραγε πολύ από τη δική μας; Δεν είναι οι ίδιες πολιτικές, στη μια ή την άλλη παραλλαγή, που εφαρμόζονται παντού, καταστρέφοντας εκατομμύρια ανθρώπινες υπάρξεις και ωθώντας ένα μέρος τους στην αγκαλιά του φασισμού; Και είναι άραγε το κύριο ζήτημα αν μπορεί να εφαρμοστεί κι εδώ μια κάπως καλύτερη παραλλαγή των ίδιων πολιτικών, χωρίς τις ελληνικές «ακρότητες», ή το να ξεμπερδεύουμε με αυτές τις πολιτικές;

Ή πάλι, η δημοκρατική νομιμότητα καταστρατηγείται βάναυσα στην Ελλάδα, αλλά στην Ευρώπη και τον κόσμο βλέπουμε κάτι διαφορετικό; Ο αυταρχισμός, η καταπάτηση των δικαιωμάτων, δεν είναι παγκόσμια; Λειτουργεί καλύτερα η αμερικάνικη δημοκρατία, με τα Γκουαντάναμο και την οργουελική χειραγώγηση που αποκάλυψε ο Σνόουντεν; Λειτουργούν καλύτερα η βρετανική και γαλλική δημοκρατία, με όσα έρχονται και κει κάθε μέρα στο φως; Κι αν η Χρυσή Αυγή σε μας αλωνίζει και παίρνει ήδη 50% στα σώματα ασφαλείας –το οποίο από μόνο του μόνο έλλειψη κινδύνου δεν δείχνει– είναι μήπως καλύτερη η κατάσταση στην προηγμένη Γερμανία, όπου οι μυστικές υπηρεσίες κάλυπταν, όπως αποδείχτηκε, νεοναζιστικές συμμορίες που δολοφονούσαν αθώους μετανάστες;

Δεν ευδοκιμεί καλύτερα το δεύτερο επιχείρημα του Σώκου, ότι όσοι υποστηρίζουν τη Χρυσή Αυγή δεν είναι ναζί, αλλά απλά απελπισμένοι από την εξαθλίωση που βιώνουν. Μα και το 30-35% του γερμανικού λαού που ψήφιζε τον Χίτλερ ήταν ναζί; Όχι, στην πλειοψηφία τους ήταν άνθρωποι απογοητευμένοι και κατεστραμμένοι από την μεγάλη κρίση του 1929, ακριβώς όπως οι σημερινοί ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής. Και οι ναζί εκμεταλλεύτηκαν υποδειγματικά αυτόν τον παράγοντα στην προπαγάνδα τους, επιδιδόμενοι σε μια ξέφρενη κοινωνική δημαγωγία. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι όταν εκατομμύρια απελπισμένων δεν βρίσκουν θετική διέξοδο τότε μπορεί να φανατιστούν και να στραφούν στο φασισμό, έτσι που είναι τελείως ανιστόρητο να εθελοτυφλεί κανείς απέναντι σε αυτόν τον κίνδυνο.

Αν οι εφησυχασμένες λογικές περιορίζονταν σε ένα άτυχο άρθρο της Ελευθεροτυπίας ή τους απολογητές του κατεστημένου, θα λέγαμε μικρό το κακό. Είναι όμως κεντρικές σήμερα και στη νεοσταλινική γραμμή του ΚΚΕ. Πραγματικά, η στρατηγική της αντεπίθεσης που διακηρύσσει και εφαρμόζει το ΚΚΕ, με το να αρνείται την αμυντική θέση στην οποία βρίσκεται το κίνημα, σε Ελλάδα και Ευρώπη, προσπερνά το ζήτημα του φασισμού, ο αγώνας ενάντια στον οποίο αποτελεί ένα από τα κύρια καθήκοντα της αμυντικής φάσης. Ακόμη και αν ο κίνδυνος αυτός λεκτικά αναγνωρίζεται, δημιουργείται η εντύπωση πως το κίνημα έχει κιόλας το πάνω χέρι απέναντι στο φασισμό και παραχαράσσονται τα προβλήματα του αντιφασιστικού αγώνα. Τελικά, ο ίδιος εφησυχασμός που υπάρχει γυμνός στο άρθρο του Σώκου, περιτυλίγεται απλά με κομμουνιστικά άμφια.

Το πρωτότυπο αυτών των λογικών θα βρεθεί, βέβαια, στη σταλινική πολιτική του «Σοσιαλφασισμού» που διευκόλυνε τη νίκη στον Χίτλερ. Στις πολεμικές του εναντίον της, ο Τρότσκι δεν έδειξε μόνο την ενδεδειγμένη πολιτική του Ενιαίου Μετώπου, αλλά ξεσκέπασε και τη βαθύτερη ηττοπάθεια της σταλινικής γραμμής, που συγκάλυπτε απλά κάτω από ηχηρές διακηρύξεις τη δειλία να αναληφθεί ένας σοβαρός αγώνας ενάντια στο φασισμό:

«Και αν η πραγματική ανάπτυξη της πάλης των τάξεων» έγραφε χαρακτηρίζοντας την πολιτική του ΚΚ της Γερμανίας «θέτει τώρα κιόλας μπροστά στην εργατική τάξη το ζήτημα του φασισμού σαν ζήτημα ζωής και θανάτου; Τότε πρέπει να ξεστρατίσουμε την εργατική τάξη από αυτό το καθήκον, πρέπει να την αποκοιμίσουμε, πρέπει να την πείσουμε ότι το καθήκον της πάλης εναντίον του φασισμού είναι δεύτερο καθήκον, ότι δεν είναι βιαστικό, ότι θα λυθεί μοναχό του, ότι άλλωστε ο φασισμός βασιλεύει κιόλας, ότι ο Χίτλερ δεν θα φέρει τίποτα καινούργιο, ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε τον Χίτλερ, ότι ο Χίτλερ θ’ ανοίξει το δρόμο στους κομμουνιστές»[2].

Σε ένα άλλο σημείο ο Τρότσκι παραθέτει μια τυπική διακήρυξη του Ρέμελε, βασικού ηγέτη του ΚΚ της Γερμανίας, για το ότι «Οι κύριοι φασίστες δεν μας τρομάζουν, θα χρεοκοπήσουν πιο γρήγορα από κάθε άλλη κυβέρνηση». Και ο Τρότσκι καυτηριάζει αυτή τη φαινομενικά θαρραλέα στάση ως την άλλη όψη της γραφειοκρατικής παραίτησης:

«“Δεν φοβόμαστε” τον ερχομό του Χίτλερ στην εξουσία. Αλλά ακριβώς αυτό είναι η ανάστροφη μορφή της δειλίας…: Δεν φοβόσαστε, λοιπόν, τι; Τον αγώνα εναντίον του Χίτλερ; Όχι, δεν φοβούνται… τη νίκη του Χίτλερ. Δεν φοβούνται ν’ αποφύγουν τον αγώνα. Δεν φοβούνται να ομολογήσουν τη δειλία τους»[3].

Ουσιαστικά στην περίπτωση του αρθρογράφου της Ελευθεροτυπίας και των σταλινικών και νεοσταλινικών γραφειοκρατών πρόκειται για δυο παραλλαγές της ίδιας λογικής, της λογικής «όλα θα τακτοποιηθούνε μια χαρά, όσο γίνεται καλύτερα»[4], όπως λέει ο Τρότσκι. Και οι δυο αποκοιμίζουν τον κόσμο, κάνοντάς το απλά με διαφορετικό τρόπο: η μια εναποθέτοντας τις ελπίδες στη δημοκρατία και η άλλη στις κενές ψευδο-επαναστατικές φράσεις. Από την άποψη αυτή δεν είναι τυχαίο ούτε άνευ σημασίας ότι ο Σώκος είναι ένας θαυμαστής του Ζαχαριάδη, του πρόσφατα «αποκατεστημένου» από την ηγεσία Παπαρήγα σταλινικού ηγέτη του ΚΚΕ. Προλόγισε μάλιστα πριν λίγο καιρό την έκδοση του αρχείου του Ζαχαριάδη στην εξορία, που πρόσφερε στους αναγνώστες της η Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία[5].

Η πιο διεισδυτική κριτική αυτού του τύπου των εφησυχασμένων «αντιφασιστών» έχει γίνει από τον Εντέν Χόρβατ, κορυφαίο Ούγγρο αντιφασίστα λογοτέχνη. Στην Ιταλική Νύχτα, ένα θεατρικό του στα 1930, στηλιτεύει την απάθεια των βολεμένων ηγετίσκων, που βρίσκονταν σε πλήρη σύγχυση ενώ ανέβαινε ο φασισμός. Συνοψίζει όλα αυτά τα γνωρίσματα στη μορφή του φαφλατά, αυτάρεσκου προέδρου του Ρεπουμπλικανικού Συνδέσμου, βάζοντάς να λέει:

«Φυσικά και δεν μπορεί να γίνεται καν λόγος για μια οξεία απειλή της δημοκρατίας… Σύντροφοι! Όσο υπάρχει ένας Ρεπουμπλικανικός Σύνδεσμος και όσο θα έχω εγώ εδώ την τιμή να είμαι Πρόεδρος της τοπικής οργάνωσης, η δημοκρατία μπορεί να κοιμάται ήσυχη»[6].

Ουσιαστικά και οι σύγχρονοι εφησυχασμένοι δεν λένε κάτι διαφορετικό. Και η λογική τους, όπως και των παλιών εφησυχασμένων, μπάζει διπλά: όχι μόνο γιατί αδυνατούν να συλλάβουν ότι ο κίνδυνος για τη δημοκρατία είναι πραγματικός αλλά και γιατί δεν τους περνά από το μυαλό ότι για να τον καταπολεμήσουμε θα χρειαστεί, αξιοποιώντας την όσο γίνεται και υπερασπίζοντάς την απέναντι στο φασισμό, να πάμε πιο πέρα από αυτήν την περιορισμένη, αστική δημοκρατία. Αλίμονο αν τους πιστέψουμε!

________
Σημειώσεις
1. Πάνου Σώκου, «Οι πληγές και η θεραπεία της Δημοκρατίας», Ελευθεροτυπία, 28 Ιουλίου 2013
2. Λ. Τρότσκι, Και Τώρα, Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, σελ. 52
3. Λ. Τρότσκι, Και Τώρα, Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, σελ. 54
4. Στο ίδιο
5. Βλέπε την εισαγωγή του Σώκου, Νίκος Ζαχαριάδης, το Κρυφό Αρχείο της Εξορίας, σελ. 37-45
6. Παρατίθεται στο Λίλα Μαράκα, Εντέν Χόρβατ, ο Απομυθευτής του Μικροαστισμού και του Φασισμού, Διογένης, σελ. 172.

*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης

Ακολουθήστε το «Ξ» στο Google News για να ενημερώνεστε για τα τελευταία άρθρα μας.

Μπορείτε επίσης να βρείτε αναρτήσεις, φωτογραφίες, γραφικά, βίντεο και ηχητικά μας σε facebook, twitter, instagram, youtube, spotify.

Ενισχύστε οικονομικά το xekinima.org

διαβάστε επίσης:

7,282ΥποστηρικτέςΚάντε Like
999ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,118ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
425ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Επίκαιρες θεματικές

Πρόσφατα άρθρα