Χρ. Κεφαλής: Ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι δημοσιολόγοι του ΝΑΡ

Φιλοξενούμε στη στήλη «Συνεργασίες αναγνωστών, Απόψεις, Αναδημοσιεύσεις» κείμενο που έστειλε ο φίλος του Ξ, μέλος της της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού «Μαρξιστική Σκέψη» Χρήστος Κεφαλής.

Σε προηγούμενα κείμενά μας στο σάιτ του Ξεκινήματος1 ασχοληθήκαμε με τις θέσεις οργανώσεων οι οποίες στον πόλεμο για την Ουκρανία παίρνουν μια φανερά ή ντροπαλά φιλορωσική θέση. Τέτοιες οργανώσεις είναι μεταξύ άλλων το Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο, ο Σύλλογος Γιάνης Κορδάτος και η ομάδα του Λαφαζάνη, καθώς και η Λαϊκή Ενότητα. Συζητήσαμε επίσης τη θέση του ΚΚΕ που καταδικάζει γενικόλογα τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, θεωρώντας ότι αυτό αρκεί για να έχει κανείς μια κομμουνιστική γραμμή στην παρούσα σύρραξη.

Ενώ η πρώτη γραμμή της συσστράτευσης με την ιμπεριαλιστική Ρωσία είναι καταφανώς αντιμαρξιστική και φέρνει όσους την υιοθετούν στο ίδιο πρακτικά επίπεδο με τους Κασιδιάρηδες, η δεύτερη μοιάζει να έχει την έξωθεν καλή, λενινιστική μαρτυρία υπέρ της. Κατόπιν όλων δεν ήταν ο Λένιν εκείνος που άσκησε την πιο δριμεία κριτική στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο του 1914-18, ξεσκεπάζοντας τους οπορτουνιστές που ήθελαν να συνταχτούν με τη μια ή την άλλη μεριά, με την αστική τάξη της πατρίδας τους, δείχνοντας ως μόνη διέξοδο τη σοσιαλιστική επανάσταση;

Από αυτή τη γενική καταδίκη του ιμπεριαλιστικού πολέμου, απορρέει μια γραμμή καταδίκης και των δυο πλευρών στον πόλεμο στην Ουκρανία ως ιμπεριαλιστικών –η Ουκρανία το πιόνι του ΝΑΤΟ, η Ρωσία φορέας του δικού της ιμπεριαλισμού– και μια έκκληση στους λαούς να αγωνιστούν ενάντια σε όλους τους ιμπεριαλισμούς. Είναι μια θέση αρκετά διαδεδομένη στο χώρο της «κομμουνιστικής αριστεράς». Εκτός από το ΚΚΕ, την υποστηρίζει το ΝΑΡ και κάποιες από τις οργανώσεις του τροτσκιστικού χώρου, ιδιαίτερα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αν και όχι με ταυτόσημη συλλογιστική.

Στην περίπτωση του ΝΑΡ η καταδίκη του ιμπεριαλισμού δεν είναι ακριβώς ισοσκελισμένη. Ενώ καταδικάζουν τη ρωσική εισβολή, δεν παύουν να εξαίρουν τις ΛΔ του Ντονμπάς με τις οποίες είχαν ταυτιστεί στο παρελθόν, υπονοώντας και συχνά δηλώνοντας ότι αν αντί για την εισβολή η Ρωσία είχε επιλέξει να στηρίξει τον αγώνα αυτών των ΛΔ τα πράγματα μπορεί να είχαν έρθει πολύ διαφορετικά (άποψη που θυμίζει την οικεία λογική, «Αν η γιαγιά μας είχε καρούλια, θα ήταν σιδηρόδρομος»)2.

Η αρθρογραφία του χώρου του ΝΑΡ δίνει αρκετές καλές αφορμές για να ελέγξουμε αν υπάρχει κάποια ουσία πίσω από αυτόν τον γενικό «αντιιμπεριαλισμό», ή αν, όπως εκτιμάμε, πρόκειται για πυροβολισμούς στον αέρα που ποτέ δεν βρίσκουν στόχο. Για το λόγο αυτό θα σταθούμε σε δυο κείμενα που αναρτήθηκαν στο pandiera.gr, απηχώντας εξαιρετικά τυπικά το πνεύμα του χώρου. Λόγος γίνεται για τα Κ. Μαγκλάρας, «Το Ουκρανικό Ζήτημα και η επιζήμια λογική “ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου”» και Ρεπόρτερ, «Πέντε συλλογισμοί του Λένιν για κάθε αστικό, ιμπεριαλιστικό, τυραννικό πόλεμο»3.

Δεν μας ενδιαφέρει εδώ αν οι συγκεκριμένοι αρθρογράφοι είναι μέλη του ΝΑΡ ή στον πέριξ χώρο του. Το κύριο είναι η υποκείμενη λογική τους, η οποία, συνοψίζοντας το πνεύμα του χώρου, εκθέτει τη διάστασή του με κάθε έννοια σοβαρής μαρξιστικής ανάλυσης.

Παπαγάλοι όλων των χώρων, ενωθείτε!

Το σύνθημα του Μαρξ «Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!» είναι αρκετά οικείο. Στην περίπτωση των αρθρογράφων μας δεν βρίσκουμε κανένα τέτοιο προλεταριακό στοιχείο_ απεναντίας το μόνο που υπάρχει είναι η ευρέως διαδεδομένη στους διανοουμενίστικους, αριστερίστικους και αναρχικούς χώρους παπαγαλία. Το κατάλληλο σύνθημα για τους συγκεκριμένους χώρους, που θα ταίριαζε πολύ καλά σαν μότο στην «Παντιέρα» τους, θα ήταν δίχως άλλο το «Παπαγάλοι όλων των χώρων, ενωθείτε!»

Το κείμενο του «Ρεπόρτερ» είναι κλασικό από αυτή την άποψη. Ο «αρθρογράφος» παραθέτει εντελώς ασχολίαστα πέντε αποσπάσματα από μπροσούρες και άρθρα του Λένιν γραμμένα μεταξύ 1914-17. Η μόνη «δημιουργική» δική του προσθήκη είναι ο τίτλος του άρθρου (που τον παίρνει κι αυτόν copy-paste από ένα από τα τσιτάτα) και η τζούφρα, «Για την αντιγραφή: Ο Ρεπόρτερ».

Ήδη ο τίτλος του κειμένου, «Πέντε συλλογισμοί του Λένιν για κάθε αστικό, ιμπεριαλιστικό, τυραννικό πόλεμο», η μόνη «συμβολή» του Ρεπόρτερ, είναι μια παραχάραξη της θέσης του Λένιν.

Ο Ρεπόρτερ δηλώνει στον τίτλο ότι αστικός, ιμπεριαλιστικός και τυραννικός πόλεμος είναι το ίδιο πράγμα, ότι κάθε αστικός πόλεμος είναι εξ ορισμού ιμπεριαλιστικός και τυραννικός. Ο Λένιν όμως δεν συμμεριζόταν διόλου αυτή την άποψη. Οπωσδήποτε ο Λένιν εκτιμούσε ότι πόλεμος του 1914-18 ήταν ιμπεριαλιστικός, ένας πόλεμος για την αναδιανομή των σφαιρών επιρροής μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, και συνεπώς επίσης ήταν τυραννικός, κακός και ό,τι άλλο θέλει ο Ρεπόρτερ μας. Στα ίδια κείμενά του όμως επέμενε ότι υπήρχαν και προοδευτικοί αστικοί πόλεμοι, όπως οι πόλεμοι της Γαλλικής Επανάστασης ενάντια στους εξωτερικούς εχθρούς της ή στην εποχή μας οι πόλεμοι των αποικιακών λαών ενάντια στους ιμπεριαλιστές. Ακόμη και στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο του 1914-18 διέκρινε μια εξαίρεση στην περίπτωση της Σερβίας, για την οποία υπογράμμιζε ότι έκανε ένα δίκαιο, εθνικό αστικό πόλεμο, στον οποίο η υπεράσπιση της πατρίδας δεν ήταν απάτη. 

Από δω, σύμφωνα με τον Λένιν, απέρρεε και απορρέει η μαρξιστική απαίτηση για τη συγκεκριμένη εκτίμηση του χαρακτήρα του κάθε πολέμου. Μόνο αν αυτή η απαίτηση έχει εκπληρωθεί και έχει δειχτεί και τεκμηριωθεί ότι ο δοσμένος πόλεμος είναι ιμπεριαλιστικός, μπορεί να εφαρμοστούν σε αυτόν οι αναλύσεις του Λένιν για τον πόλεμο του 1914-18. Ο Ρεπόρτερ μας, αντίθετα, εφαρμόζει τις εκτιμήσεις του Λένιν στον τωρινό πόλεμο στην Ουκρανία ως κάτι αυτονόητο που απορρέει αυτόματα από τα τσιτάτα. Αυτό ακριβώς είναι ο ορισμός της παπαγαλίας.

Ας δούμε όμως έναν από τους πέντε παρατιθέμενους «συλλογισμούς» του Λένιν, συγκεκριμένα τον πρώτο: «Ο ευρωπαϊκός και παγκόσμιος πόλεμος έχει σαφώς καθορισμένο χαρακτήρα αστικού, ιμπεριαλιστικού, τυραννικού πολέμου. Η πάλη για αγορές και η καταλήστευση ξένων χωρών, η τάση να καταπνίξουν το επαναστατικό κίνημα του προλεταριάτου και της δημοκρατίας στο εσωτερικό των χωρών, η τάση να αποβλακώσουν, να διασπάσουν και να εξοντώσουν τους προλετάριους όλων των χωρών σπρώχνοντας τους μισθωτούς σκλάβους του ενός έθνους ενάντια στους μισθωτούς σκλάβους του άλλου έθνους προς όφελος της αστικής τάξης, αυτό είναι το μοναδικό πραγματικό περιεχόμενο και το μοναδικό πραγματικό νόημα του πολέμου». «Τα καθήκοντα της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας στον ευρωπαϊκό πόλεμο (24 Αυγούστου 1914)».

Ο καθένας θα δει ότι ο Λένιν αναφέρεται εδώ στο συγκεκριμένο, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο πόλεμο, του οποίου αναγνωρίζει τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα, με όλα του τα επακόλουθα. Ο πόλεμος που διεξάγεται σήμερα στην Ουκρανία όμως δεν είναι ευρωπαϊκός, ούτε παγκόσμιος, είναι ένας τοπικός πόλεμος. Επιπλέον εμπλέκει μια ιμπεριαλιστική δύναμη, τη Ρωσία, και μια χώρα που ως τέτοια δεν είναι ιμπεριαλιστική δύναμη, την Ουκρανία. Επομένως, η μηχανική μεταφορά της ανάλυσης του Λένιν για τον πόλεμο του 1914-18 στον ουκρανικό πόλεμο είναι καθαρή ανοησία και δημαγωγία.

Υπάρχουν δυο τουλάχιστον κρίσιμες διαφορές που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη. Η πρώτη, που θα μας απασχολήσει στο επόμενο μέρος, είναι ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει πυροδοτήσει μια λαϊκή αντίσταση, η οποία δεν μπορεί να αγνοηθεί στη μαρξιστική εκτίμηση του χαρακτήρα του. Η δεύτερη, στην οποία θα εστιάσουμε εδώ, είναι ότι, ακριβώς επειδή πρόκειται για τοπικό πόλεμο, πρέπει να εξεταστούν τα πιθανά αποτελέσματα από τη νίκη της μιας ή της άλλης πλευράς.

Πραγματικά, αν επρόκειτο για ένα γενικευμένο, παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο όπως εκείνος του 1914-18, μια τέτοια εξέταση δεν θα είχε νόημα. Στην περίπτωση αυτή το μόνο δυνατό αποτέλεσμα του πολέμου θα ήταν η αμοιβαία καταστροφή όλων των εμπόλεμων δυνάμεων, πρώτα απ’ όλα η αλληλοσφαγή των λαών τους, και η μόνη διέξοδος η σοσιαλιστική επανάσταση σε κάθε μια από αυτές τις δυνάμεις και τις δορυφορικές τους χώρες. Τέτοια ήταν η εμπειρία του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τέτοια θα είναι δίχως άλλο και η εμπειρία ενός μελλοντικού παγκόσμιου πολέμου (στην εποχή μας εμπλέκοντας και μεγάλους κινδύνους ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος). Σε έναν τοπικό πόλεμο όμως, ακόμη και αν έχει αστικό χαρακτήρα, οι πιθανές εκβάσεις δεν είναι αδιάφορες και δεν είναι καθόλου εκ των προτέρων δεδομένο ότι όλες είναι εξίσου αρνητικές για τους λαούς σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο.

Υπήρχε ένας τέτοιος τοπικός πόλεμος στην εποχή του Λένιν, που να μπορεί να συγκριθεί με τον τωρινό πόλεμο στην Ουκρανία; Υπήρχε πράγματι, ο πόλεμος του 1904-05 ανάμεσα στην τσαρική Ρωσία και την Ιαπωνία. Ο πόλεμος αυτός ήταν από πολλές απόψεις ένα αντίστοιχο του τωρινού στον 20ό αιώνα, αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι έλαβε χώρα στα ανατολικά σύνορα της τότε ρωσικής αυτοκρατορίας, ενώ ο ουκρανικός λαβαίνει χώρα στα δυτικά σύνορα της Ρωσίας του Πούτιν.

Ο πόλεμος του 1904-05 παρέχει καίρια διδάγματα για το ζήτημα που θέσαμε, πώς πρέπει να στεκόμαστε απέναντι στους τοπικούς πολέμους γενικά και στον πόλεμο στην Ουκρανία ειδικότερα, για έναν επιπλέον λόγο: ότι διεξάχθηκε ανάμεσα σε δυο σαφώς ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Η τσαρική Ρωσία ήταν οπωσδήποτε ιμπεριαλιστική δύναμη, έστω και δεύτερης τάξης, λόγω της καθυστέρησης και των παρωχημένων φεουδαλικών χαρακτηριστικών της. Η Ιαπωνία από την άλλη ήταν τότε μια νεαρή αστική δύναμη στην Ανατολή, που και αυτή είχε ήδη μετατραπεί σε ιμπεριαλιστική, επεκτεινόταν με πολέμους προς την Κίνα και την Κορέα, κοκ.

Τι θα όφειλε να πει, λοιπόν, με τη λογική του Ρεπόρτερ μας ο Λένιν γι’ αυτό τον πόλεμο; Θα όφειλε να πει ότι ο πόλεμος ήταν «αστικός, ιμπεριαλιστικός, τυραννικός» και από τις δυο μεριές, ότι οι σοσιαλιστές θα έπρεπε να καταδικάσουν εξίσου τη Ρωσία και την Ιαπωνία και να καλέσουν τους λαούς σε αντιπολεμικό αγώνα ενάντια στις κυρίαρχες τάξεις τους. Ο Λένιν όμως είχε πει ότι οι σοσιαλιστές στο συγκεκριμένο πόλεμο έπρεπε να πάρουν θέση υπέρ της Ιαπωνίας, παρότι αναγνώριζε ρητά ότι και στην περίπτωσή της επρόκειτο για μια ιμπεριαλιστική χώρα.

Δυο ήταν οι λόγοι που είχαν ωθήσει τον Λένιν να πάρει αυτή τη θέση.

Ο πρώτος, ο λιγότερο αναφορικός και εφαρμόσιμος στον τωρινό πόλεμο στην Ουκρανία, είχε να κάνει με το σπάσιμο της δυτικής κυριαρχίας στην Ανατολή, η οποία επενεργούσε σαν φραγμός στα ήδη αναπτυσσόμενα εθνικά και δημοκρατικά κινήματα των λαών της. Η Ρωσία, ενεργώντας ως φορέας του ιμπεριαλιστικού επεκτατισμού της Δύσης, που είχε εκδηλωθεί πριν μερικά χρόνια και με την κατάπνιξη της εξέγερσης των Μπόξερ κυρίως από τις συνασπισμένες ευρωπαϊκές δυνάμεις, έτεινε επιπλέον, λόγω των ισχυρών φεουδαλικών γνωρισμάτων της, να συνασπίζεται με τις πιο καθυστερημένες δομές και τάξεις στις χώρες που υποδούλωνε. Η Ιαπωνία, αντίθετα, διέλυε αυτά τα στοιχεία και γι’ αυτό ο ρόλος της στο δοσμένο στάδιο και στο συγκεκριμένο πόλεμο ήταν προοδευτικός: 

«Πριν δέκα χρόνια η αντιδραστική… Ευρώπη, μ’ επικεφαλής τη Ρωσία, ανησύχησε για τη συντριβή της Κίνας από τη νεαρή Ιαπωνία και συνασπίστηκε για να της αφαιρέσει τους καλύτερους καρπούς της νίκης. Η Ευρώπη περιφρουρούσε τις καθιερωμένες σχέσεις και τα προνόμια του παλιού κόσμου, το προνομιακό δικαίωμά του, το καθαγιασμένο από αιώνες πανάρχαιο δικαίωμα να εκμεταλλεύεται τους ασιατικούς λαούς… Το προλεταριάτο είναι εχθρός κάθε αστικής τάξης και κάθε εκδήλωσης του αστικού καθεστώτος, η εχθρότητα όμως αυτή δεν το απαλλάσσει από την υποχρέωση να κάνει διάκριση ανάμεσα στους ιστορικά προοδευτικούς και στους ιστορικά αντιδραστικούς εκπροσώπους της αστικής τάξης. Γι’ αυτό είναι εντελώς ευνόητο πως οι πιο συνεπείς και αποφασιστικοί εκπρόσωποι της επαναστατικής διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας, ο Ζιλ Γκεντ στη Γαλλία και ο Χάιντμαν στην Αγγλία, εκφράσανε χωρίς περιστροφές τη συμπάθειά τους προς την Ιαπωνία, που τσακίζει τη ρωσική απολυταρχία… Ο Γκεντ και ο Χάιντμαν δεν υπεράσπισαν τη γιαπωνέζικη αστική τάξη και το γιαπωνέζικο ιμπεριαλισμό, στο ζήτημα όμως της σύγκρουσης δυο αστικών χωρών σημείωσαν σωστά τον ιστορικά προοδευτικό ρόλο της μιας από αυτές»4.

Ο άλλος λόγος αφορούσε στο γεγονός ότι η ήττα της Ρωσίας αποκάλυπτε την εσωτερική σήψη του τσαρισμού, επισπεύδοντας και ενδυναμώνοντας την επικείμενη ρωσική επανάσταση. Εκ των υστέρων βλέποντάς το ο πόλεμος του 1904-05 μπορούσε να λήξει μόνο με νίκη της Ιαπωνίας, πλήρη είτε μερική: το τσαρικό καθεστώς ήταν τόσο αναχρονιστικό και οι ένοπλες δυνάμεις του, ιδιαίτερα ο στόλος, τόσο ξεπερασμένες, που δεν είχε καμιά τύχη. Ο Λένιν όμως επέμενε ότι η όσο το δυνατό συντριπτικότερη ήττα της Ρωσίας ήταν η πιο επιθυμητή έκβαση, εκείνη που άνοιγε τις πιο θετικές προοπτικές για την επερχόμενη επανάσταση:

«Η στρατιωτική… καταστροφή που έπαθε η απολυταρχία, αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία, σαν σημάδι κατάρρευσης του όλου πολιτικού μας συστήματος… Με τον ανόητο και εγκληματικό αποικιακό τυχοδιωκτισμό της η απολυταρχία περιήλθε σε τέτοιο αδιέξοδο, που από αυτό μπορεί να γλιτώσει μόνο ο λαός μόνος του και μόνο με το γκρέμισμα του τσαρισμού… Η συνάρτηση ανάμεσα στη στρατιωτική οργάνωση της χώρας και στο όλο οικονομικό και πολιτιστικό καθεστώς της δεν ήταν ποτέ τόσο στενή όσο σήμερα. Γι’ αυτό το λόγο η στρατιωτική καταστροφή δεν μπορούσε παρά να αποτελέσει την απαρχή μιας βαθιάς πολιτικής κρίσης. Ο πόλεμος μιας προηγμένης χώρας ενάντια σε μια καθυστερημένη έπαιξε κι αυτή τη φορά, όπως συνέβη πολλές φορές ως τώρα στην ιστορία, μεγάλο επαναστατικό ρόλο. Και το συνειδητό προλεταριάτο, σαν άσπονδος εχθρός του πολέμου, του αναπόφευκτου και αναπότρεπτου αυτού συνοδοιπόρου κάθε ταξικής κυριαρχίας γενικά, δεν μπορεί να κλείνει τα μάτια του μπροστά στο επαναστατικό αυτό καθήκον που εκπληρώνει η γιαπωνέζικη αστική τάξη η οποία σύντριψε την απολυταρχία… Η υπόθεση της ρωσικής ελευθερίας και της πάλης του ρωσικού (και του παγκόσμιου) προλεταριάτου για το σοσιαλισμό εξαρτιέται πάρα πολύ από τις στρατιωτικές ήττες της απολυταρχίας. Η υπόθεση αυτή κέρδισε πολύ από τη στρατιωτική καταστροφή… Η συνθηκολόγηση του Πορτ-Άρθουρ είναι ο πρόλογος της συνθηκολόγησης του τσαρισμού. Ο πόλεμος απέχει ακόμα πολύ από το τέρμα του, το κάθε όμως βήμα στη συνέχισή του πλαταίνει σε αφάνταστο βαθμό τον αναβρασμό και την αγανάκτηση του ρωσικού λαού, φέρνει πιο κοντά τη στιγμή ενός νέου μεγάλου πολέμου, του πολέμου του λαού ενάντια στην απολυταρχία, του πολέμου του προλεταριάτου για την ελευθερία»5.

Είναι σαφές ότι, σύμφωνα με τον Λένιν, η έκβαση του Ρωσοϊαπωνικού Πολέμου του 1904-05, αν και επρόκειτο για έναν αστικό πόλεμο, και μάλιστα ανάμεσα σε ιμπεριαλιστικές χώρες, δεν ήταν καθόλου αδιάφορη. Απεναντίας, η νίκη της Ιαπωνίας θα είχε πολλαπλές θετικές συνέπειες ενισχύοντας τη ρωσική επανάσταση και υπονομεύοντας τη δυτική κυριαρχία στην Ανατολή. Βάσει αυτού, ας εξετάσουμε ποιες μπορεί να είναι οι συνέπειες του τωρινού πολέμου στην Ουκρανία στις διάφορες πιθανές εκβάσεις του.

Ας υποθέσουμε, για να ξεκινήσουμε, ότι η Ρωσία είχε πετύχει την εύκολη και ολοκληρωτική νίκη στην οποία προσέβλεπε στην αρχή του πολέμου, αναγκάζοντας την Ουκρανία να συνθηκολογήσει σε 2-3 βδομάδες. Ποια θα ήταν η συνέχεια; Η Ουκρανία θα κατακρεουργούνταν και η Ρωσία θα εξαπέλυε σύντομα, στα αμέσως επόμενα χρόνια, νέους πολέμους, ας πούμε ενάντια στη Γεωργία ή τη Μολδαβία.

Μια δεύτερη περίπτωση είναι μια σαφής νίκη της Ρωσίας, που θα μπορούσε να συμβεί αν, ας πούμε, κατέρρεε ο ουκρανικός στρατός στις επόμενες 1-2 βδομάδες. Στην περίπτωση αυτή η Ρωσία δεν θα μπορεί να εξαπολύσει νέους πολέμους για καιρό, καθώς εξάντλησε κατά πολύ τα αποθέματά της και, λόγω και των δυτικών κυρώσεων, δεν θα είναι σε θέση να τα αναπληρώσει άμεσα. Ωστόσο, το καθεστώς του Πούτιν θα έχει μια μερική επιτυχία και σχετική σταθεροποίηση.

Τέλος, ένα τρίτο ενδεχόμενο είναι να τραβήξει ο πόλεμος ακόμη σε μάκρος, ας πούμε για 2-3 μήνες, και να λήξει με ισοπαλία ή μια πύρρεια νίκη της Ρωσίας στα σημεία. Σε αυτό το τελευταίο ενδεχόμενο, ακόμη και οι αστοί αναλυτές στα κανάλια προβλέπουν μια εσωτερική κρίση στη Ρωσία, με πιθανή απομάκρυνση του Πούτιν από την εξουσία.

Ακόμη και χωρίς να αναλύσουμε τις κοινωνικο-πολιτικές συνέπειες της κάθε περίπτωσης, πρώτα και κύρια στο εσωτερικό της Ρωσίας, μπορεί κανείς να πει ότι αυτές οι εκβάσεις δεν διαφέρουν ουσιαστικά σε τίποτα; Μπορεί ποτέ η κομμουνιστική γραμμή να είναι ότι «Εμείς καταδικάζουμε τον ιμπεριαλισμό και τους πολέμους του, και από κει και πέρα όλα τα άλλα είναι αδιάφορα και εκ του πονηρού, υποταγή στο μικρότερο κακό, κοκ»;

Αυτό είναι καταφανής ανοησία, γιατί τα παραπάνω ενδεχόμενα δεν είναι καθόλου ταυτόσημα, ούτε αδιάφορα για το κομμουνιστικό κίνημα. Σε αυτού του τύπου τα συμπεράσματα και τις συναγωγές εξαντλείται όμως όλη η σοφία των δημοσιολόγων του ΝΑΡ.

Να προσθέσουμε ότι στο Ρωσοϊαπωνικό Πόλεμο του 1904-05 παρόμοια συμπεράσματα, που απηχούν το πνεύμα του μικροαστικού πασιφισμού και όχι του μαρξισμού, συνήγαγαν οι οπορτουνιστές στη ρωσική και ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Ο Λένιν παραθέτει στο ίδιο άρθρο του διακηρύξεις του Ζορές, του ηγέτη της δεξιάς πτέρυγας του γαλλικού σοσιαλισμού, και των «νεοϊσκριστών», των Μενσεβίκων που είχαν αναλάβει τη διεύθυνση της Ίσκρα μετά την προσχώρηση του Πλεχάνοφ στη μενσεβίκικη πτέρυγα. Ο Ζορές και οι Μενσεβίκοι υποστήριζαν συγκεκριμένα ότι «είναι άτοπο “να σπεκουλάρουμε” πάνω στη νίκη της γιαπωνέζικης αστικής τάξης και… ότι ο πόλεμος είναι συμφορά, “ανεξάρτητα” αν θα τελειώσει με νίκη ή με ήττα της απολυταρχίας». Άποψη στην οποία ο Λένιν αντέτεινε ότι «το επαναστατικό προλεταριάτο πρέπει να κάνει ακούραστα ζύμωση ενάντια στον πόλεμο, χωρίς ποτέ να ξεχνά πως οι πόλεμοι δεν μπορούν να εκλείψουν όσο διατηρείται η ταξική κυριαρχία γενικά. Με κοινοτοπίες για ειρήνη α λα Ζορές δεν πρόκειται να βοηθήσεις την καταπιεζόμενη τάξη»6

Συμπέρασμα: Ο «Ρεπόρτερ» μας παίρνει άριστα δέκα στην αντιγραφή και μηδέν στο μαρξισμό…

Για την αντιιμπεριαλιστική λογοκοπία

Το δεύτερο άρθρο του Κ. Μαγκλάρα παρέχει ένα τυπικό δείγμα της αντιιμπεριαλιστικής λογοκοπίας, των φωνασκιών, δηλαδή, ενάντια στον ιμπεριαλισμό, στις οποίες επιδίδονται οι δημοσιολόγοι του ΝΑΡ, επίσης το ΚΚΕ, κ.ά. – φωνασκιών που δεν υποχρεώνουν σε τίποτα και καταλήγουν αδιάλειπτα σε μια κούφια επίδειξη επαναστατικότητας: όσο πιο δυνατά φωνάζουμε ενάντια στους ιμπεριαλιστές, τόσο πιο μεγάλοι και τρανοί επαναστάτες είμαστε.

Ο Μαγκλάρας ασκεί πολεμική σε ένα φιλορωσικό άρθρο του Β. Καλιντεράκη στο σάιτ της Λαϊκής Ενότητας, που κάνει λόγο «καταδίκη και ήττα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού» ως το επιθυμητό αποτέλεσμα του πολέμου7.

Ο Μαγκλάρας δεν συμφωνεί με αυτή τη θέση και αποδεικνύει διαδοχικά ότι όλοι οι ιμπεριαλιστές και οι αστοί εν γένει είναι κακοί. Τα βέλη του ενάντια στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό που φιγουράρει κάτω από την επικεφαλίδα «Ο κακός» είναι θανατηφόρα:

«Ο χαρακτήρας των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε.», διαβάζουμε, «είναι γνωστός κι έχουν γραφτεί γι’ αυτόν τόμοι… Πρόκειται για τον κυρίαρχο ιμπεριαλιστικό πόλο που εξαρχής δεν επιχείρησε καν (πέρα από τον ορισμό στο Wikipedia) να κρύψει τον άκρως επιθετικό χαρακτήρα του».

Πολύ ωραία, πάμε παραπέρα. Ακολουθεί «Ο άσχημος», που είναι η ουκρανική αστική τάξη, οι νεοναζί, κοκ. Εδώ ο αρθρογράφος είναι λίγο επιλεκτικός: αναφερόμενος στο κίνημα του Μαϊντάν βλέπει μόνο νεοναζί από τη μεριά των Ουκρανών, αναφέρεται στην πυρπόληση του κτιρίου των συνδικάτων στην Οδησσό που κόστισε τη ζωή σε φιλορώσους Ουκρανούς, παραλείπει όμως το αντίστοιχο γεγονός στο Κίεβο, που κόστιζε τη ζωή σε όχι λιγότερους φιλο-Μαϊντάν διαδηλωτές και πλέκει και το εγκώμιο του Μοζγκοβόι, του άξιου διοικητή της «Ταξιαρχίας φάντασμα» στο Λουγκάνσκ, που διαφωνούσε, λέει, με δυνάμεις όπως το ΚΚΡΟ, που ήταν «ουρά του Κρεμλίνου». 

Ας ξεπεράσουμε την όποια επιλεκτικότητα και ας πάμε πάλι παραπέρα. Ο τρίτος της ιστορίας, «Ο άλλος κακός», είναι η Ρωσία. Και αυτή επίσης είναι ιμπεριαλιστική δύναμη_ μετά από μια εκτενή αναφορά στους πολέμους και επεμβάσεις της Ρωσίας σε Συρία, Λιβύη, Σουδάν, τη ρωσική ολιγαρχία, την ομάδα Βάγκνερ, κ.ά., που έχει και καλά σημεία, συμπεραίνει: «Τα γεγονότα “κραυγάζουν” ότι πρόκειται για μια σαφώς ιμπεριαλιστική δύναμη και αντίστοιχα, ότι είναι ιμπεριαλιστικός, άδικος και αντιδραστικός ο πόλεμος που διεξάγει εναντίον ενός κυρίαρχου κράτους (όπως ακριβώς θα ίσχυε και για κάθε άλλο κυρίαρχο κράτος που θα μπορούσε ή μπορεί, να βρεθεί στη θέση της Ουκρανίας) του οποίου τα εδάφη θέλει είτε να ενσωματώσει είτε να θέσει υπό την αποκλειστική επιρροή της».

Και πού καταλήγουμε μετά από όλα αυτά; «Είμαστε», λέει, «με τους λαούς, γι’ αυτό είμαστε αντιιμπεριαλιστές-στριες και επειδή είμαστε αντιιμπεριαλιστές-στριες, είμαστε κατά των ΗΠΑ και των ολοκληρώσεων που συγκροτούνται γύρω τους∙ όχι όμως απαραίτητα ενάντια μόνο σε αυτούς» – αλλά, υποθέτουμε, και ενάντια στη Ρωσία, αφού «η επιθετικότητα της Ρωσίας» είναι συγκρίσιμη «με εκείνη της Δύσης»_ «η ειρήνη δεν θα έρθει με πόλεμο, αλλά με πόλεμο στον πόλεμο», κ.λπ.

Θαυμάσια, τα πλήθη χειροκροτούν. Μόνο το να είμαστε αντιιμπεραλιστές/στριες δεν αναιρεί την ανάγκη να έχουμε λίγο μυαλό μέσα στο κεφάλι μας και να το βάζουμε να δουλεύει.

Κατ’ αρχήν αν, όπως δηλώνεται, «Τα γεγονότα “κραυγάζουν” ότι… είναι ιμπεριαλιστικός, άδικος και αντιδραστικός, ο πόλεμος που διεξάγει [η Ρωσία] εναντίον ενός κυρίαρχου κράτους (όπως ακριβώς θα ίσχυε και για κάθε άλλο κυρίαρχο κράτος που θα μπορούσε ή μπορεί, να βρεθεί στη θέση της Ουκρανίας)» – αυτό θέτει αναγκαία το ερώτημα: Αυτό το κυρίαρχο κράτος, εδώ η Ουκρανία, έχει το δικαίωμα να αμυνθεί ενάντια στον «ιμπεριαλιστικό, άδικο και αντιδραστικό πόλεμο» που διεξάγεται εναντίον του; Και εμείς ως αντιιμπεριαλιστές/στριες αναγνωρίζουμε αυτό το δικαίωμα; Ακόμη και να μη θέλαμε να θέσουμε εμείς το ερώτημα, το θέτουν τα ίδια τα γεγονότα που «κραυγάζουν».

Εκ πρώτης όψεως, έτσι όπως τίθεται τουλάχιστον το ζήτημα στην παραπάνω πρόταση του άρθρου του Μαγκλάρα, θα φαινόταν ότι πρέπει να το αναγνωρίσουμε. Για να βγάλει κανείς από αυτή την πρόταση το συμπέρασμα ότι δεν πρέπει να το αναγνωρίσουμε, θα χρειαζόταν πολύς ιδρώτας που δεν έχουμε τη διάθεση να σπαταλήσουμε. Αυτό όμως είναι το μόνο ζήτημα που δεν εξετάζει πουθενά ο αρθρογράφος_ σε όλο το άρθρο προχωρά ασυνείδητα από την αντίθετη υπόθεση, ότι δεν πρέπει να το αναγνωρίσουμε.

Εκ δευτέρας όψεως, αν πούμε ότι δεν το αναγνωρίζουμε, θα πρέπει κάπως να δικαιολογήσουμε αυτή τη θέση μας. Πώς τη δικαιολογούμε; Ο μόνος τρόπος είναι με το επιχείρημα που φέρνει στο υπόλοιπο άρθρο ο Μαγκλάρας και που αναμασούν σε όλους τους τόνους ο Μαυροειδής και οι άλλοι δημοσιολόγοι του ΝΑΡ στην αρθρογραφία τους: η Ουκρανία είναι το πιόνι του ΝΑΤΟ, η κυβέρνησή της είναι ακροδεξιά/φασιστική, και επομένως, αν αναγνωρίσουμε ότι ο πόλεμος μπορεί να είναι δίκαιος από τη μεριά της Ουκρανίας, γινόμαστε «πιστά σκυλιά του ΝΑΤΟ»8.

Μια πρώτη αντίρρηση σε αυτό το επιχείρημα είναι ότι διαστρεβλώνει την πραγματικότητα. Η Ουκρανία όταν δέχτηκε τη ρωσική εισβολή και σήμερα δεν είναι μέλος του ΝΑΤΟ ούτε της ΕΕ και οι ακροδεξιές/νεοφασιστικές δυνάμεις, παρά τις προσβάσεις τους στον κρατικό μηχανισμό, είναι πιο αδύναμες από ό,τι σε πολλές δυτικές χώρες και στην ίδια τη Ρωσία. Επιπλέον ως την κήρυξη του πολέμου η χώρα είχε λάβει μόνο μια σχετικά πενιχρή στρατιωτική βοήθεια από τη Δύση. Το πολύ που μπορεί να πει κανείς είναι ότι η τωρινή, φιλοδυτική κυβέρνηση της Ουκρανίας σχεδίαζε να κάνει τη χώρα πιόνι του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Όταν όμως εκτιμάμε το χαρακτήρα ενός πολέμου, πρέπει να ξεκινάμε από την παρούσα κατάσταση της χώρας, στη συγκεκριμένη περίπτωση της Ουκρανίας, όχι από το τι σχεδίαζε να κάνει η κυβέρνησή της σε 2, 5 ή 10 χρόνια.

Μια δεύτερη και πιο ουσιαστική αντίρρηση είναι ότι ακόμη και αν το επιχείρημα δεν πλαστογραφούσε την πραγματικότητα και η Ουκρανία ήταν ήδη μέλος του ΝΑΤΟ, πάλι θα ήταν λαθεμένο. Ουσιαστικά, επιχειρήματα όπως αυτό απηχούν το είδος της λογικής που ο Λένιν αποκαλούσε «ιμπεριαλιστικό οικονομισμό»: την αντίληψη ότι αφού ο ιμπεριαλισμός κυριαρχεί οικονομικά μια χώρα (την Ουκρανία περισσότερο ο δυτικός ιμπεριαλισμός, παρότι υπάρχουν και φιλορώσοι Ουκρανοί μεγιστάνες), δεν έχει καμιά σημασία αν η χώρα θα είναι ανεξάρτητη ή όχι, γιατί και στη μια και στην άλλη περίπτωση ο ιμπεριαλισμός ούτως ή άλλως θα κυριαρχεί. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό μεταφράζεται στη θέση ότι δεν μας ενδιαφέρει αν θα κυριαρχεί στην Ουκρανία ο αμερικανονατοϊκός ή ο ρωσικός ιμπεριαλισμός και ξεχνιέται ότι το δεύτερο σημαίνει σήμερα το βιασμό και διαμελισμό της χώρας.

Αν ένα τέτοιο «επαναστατικό» επιχείρημα γίνει δεκτό, τότε θα μπορούσε να δικαιωθεί κάθε κατακτητικός, ληστρικός πόλεμος του ιμπεριαλισμού και κάθε επιθετικός γενικά πόλεμος. Αν, π.χ., αύριο η Τουρκία ή η Ελλάδα ή το Ισραήλ καταλάβουν την Κύπρο, με βάση αυτή τη λογική θα έπρεπε να σταυρώσουμε τα χέρια μας και να διαπιστώσουμε φιλοσοφικά: «Και όπως ήταν πριν τα πράγματα στην Κύπρο ο ιμπεριαλισμός κυριαρχούσε, και όπως έγιναν τώρα πάλι ο ιμπεριαλισμός κυριαρχεί. Εμείς σαν αντιιμπεριαλιστές/στριες δεν συμφωνούμε καθόλου με αυτό». 

Αρκούμενος να καταδικάζει σε όλους τους τόνους τους ιμπεριαλιστές, ο Μαγκλάρας παραβλέπει στην ανάλυσή του μερικά ακόμη πολύ ουσιαστικά στοιχεία της κατάστασης.

Πρώτα απ’ όλα, βλέποντας μόνο τους ιμπεριαλιστές χάνει τελείως, όπως και οι άλλοι δημοσιολόγοι του ΝΑΡ, από το οπτικό του πεδίο τον ουκρανικό λαό, τη λαϊκή αντίσταση που έχει πυροδοτήσει η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Αυτή η αντίσταση απέχει ακόμη από το να είναι ο καθοριστικός παράγοντας την κατάστασης. Αποτελεί όμως ήδη ένα υπολογίσιμο στοιχείο της: αν η Ρωσία είχε απέναντί της μόνο το τάγμα Αζόφ και τον ουκρανικό στρατό θα είχε ήδη πιθανότατα υπερισχύσει, είναι όμως σαφές ότι η εισβολή ξεσήκωσε ένα λαϊκό πατριωτισμό και πολλοί απλοί Ουκρανοί πολεμούν τον εισβολέα μέσα από τις πολιτοφυλακές, κ.ά. Το να αγνοεί κανείς αυτό το στοιχείο σε μια «μαρξιστική ανάλυση» αρκεί για να την πετάξει στα σκουπίδια.

Οι κομμουνιστικές δυνάμεις στην Ουκρανία –οι πραγματικές κομμουνιστικές δυνάμεις, όχι το παλιό φιλορωσικό «κομμουνιστικό κόμμα»– είναι σήμερα εξαιρετικά αδύναμες. Ωστόσο καταστάσεις όπως ο τωρινός πόλεμος δημιουργούν πάντα μεγάλες δυνατότητες για μια γρήγορη άνοδο των επαναστατών, ακριβώς γιατί με τις καταστροφές που επιφέρουν καθιστούν αδύνατους τους συνηθισμένους αστικούς χειρισμούς. Για να εκμεταλλευτούν αυτές τις δυνατότητες οι Ουκρανοί κομμουνιστές, να τους δώσουν σάρκα και οστά, πρέπει οπωσδήποτε να βρεθούν κοντά στο λαϊκό στοιχείο της αντίστασης, να αποκτήσουν επαφή μαζί του, να το διαφωτίσουν και να το οργανώσουν. Και αυτό σημαίνει να συμμετάσχουν στον πόλεμο και την αντίσταση, καλώντας το λαό να αντισταθεί.

Αυτό ασφαλώς θέτει ορισμένα «δύσκολα» ερωτήματα. Για παράδειγμα, αν οι Ουκρανοί κομμουνιστές (όπως και εκείνοι των άλλων χωρών) υποστηρίζουν την αντίσταση, θα πρέπει να υποστηρίζουν και την αποστολή όπλων από τους ιμπεριαλιστές στην Ουκρανία; Η Διοίκηση της «4ης Διεθνούς» σε ανακοίνωσή της στις 1 Μάρτη 2022 πήρε αυτή τη θέση, κάνοντας λόγο για «Αποστολή όπλων κατόπιν αιτήματος του ουκρανικού λαού για την καταπολέμηση της ρωσικής εισβολής στο έδαφός του»9

Το συγκεκριμένο σημείο αυτής της απόφασης είναι κατά τη γνώμη μας λαθεμένο. Γενικά δεν είναι δουλειά των κομμουνιστών να καλούν τους ιμπεριαλιστές να στείλουν όπλα σε μια αστική κυβέρνηση, γιατί έτσι εγκαταλείπουν την αναγκαία στάση δυσπιστίας προς όλες τις αστικές κυβερνήσεις, που πρέπει να διατηρείται ακόμη και όταν αυτές κάνουν κάτι κατ’ αρχήν σωστό. Με την Ουκρανία μια τέτοια έκκληση σημαίνει να δείχνει κανείς εμπιστοσύνη στους ιμπεριαλιστές ότι δεν θα προσπαθήσουν, π.χ., να κατευθύνουν αυτά τα όπλα στους μισθοφόρους τους του Αφγανιστάν που συρρέουν στη χώρα, ενώ είναι περίπου βέβαιο ότι θα το κάνουν. Οι κομμουνιστές στην Ουκρανία όμως θα πρέπει να πουν στα λαϊκά στοιχεία της αντίστασης: «Από αυτά τα όπλα που στέλνουν σήμερα οι ιμπεριαλιστές πρέπει να προσπαθήσετε ένα όσο δυνατό μεγαλύτερο μέρος τους να έρθει στα χέρια σας. Αν τα πάρουν οι μισθοφόροι αύριο θα μπορεί να τα στρέψουν και ενάντια σε σας». Αυτό πρέπει να είναι το πιο κεντρικό στοιχείο σε μια κομμουνιστική τακτική σήμερα στην Ουκρανία_ χωρίς αυτό όλα τα άλλα είναι λόγια του αέρα.

Ο Τρότσκι, σε μια κριτική του στους υπεραριστερούς κομμουνιστές του Μεσοπολέμου, φέρνει ένα ωραίο παράδειγμα που βοηθά να διευκρινίσουμε την κομμουνιστική τακτική σε τέτοιες καταστάσεις. Εξετάζει την περίπτωση που η φασιστική Ιταλία θα έστελνε όπλα σε μια λαϊκή εξέγερση ενάντια στο γαλλικό ιμπεριαλισμό στην Αλγερία:

«Ας υποθέσουμε ότι αύριο ξεσπάει εξέγερση στην αποικία της Γαλλίας, την Αλγερία, κάτω από το λάβαρο της εθνικής ανεξαρτησίας και ότι η Ιταλική κυβέρνηση, υποκινουμένη από τα δικά της ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, ετοιμάζεται να στείλει όπλα στους εξεγερμένους… Θα έπρεπε οι Ιταλοί εργάτες να αποτρέψουν την αποστολή του οπλισμού στους Αλγερινούς; Ας τολμήσει ο οποιοσδήποτε ακροαριστερός να απαντήσει καταφατικά. Ο κάθε επαναστάτης, μαζί με τους Ιταλούς εργάτες και τους εξεγερμένους Αλγερινούς, θα απορρίψει μια τέτοια απάντηση με αγανάκτηση. Ακόμη κι αν την ίδια στιγμή ξεσπούσε μια γενική ναυτιλιακή απεργία στη φασιστική Ιταλία, ακόμη και σ’ αυτήν την περίπτωση οι απεργοί θα έπρεπε να κάνουν μια εξαίρεση για εκείνα τα πλοία που μεταφέρουν βοήθεια στους εξεγερμένους αποικιοκρατούμενους σκλάβους. Σε διαφορετική περίπτωση δε θα ήταν παρά αξιοθρήνητοι συνδικαλιστές και όχι προλετάριοι επαναστάτες».

Ταυτόχρονα όμως, τόνιζε ο Τρότσκι, οι Ιταλοί εργάτες δεν θα έπρεπε να μειώσουν την εναντίωσή τους στη φασιστική κυβέρνηση, ούτε να παρανοήσουν τις προθέσεις της: 

«Αυτό δε σημαίνει, ωστόσο, ότι οι Ιταλοί εργάτες μετριάζουν σ’ αυτήν την περίπτωση την πάλη τους ενάντια στο φασιστικό καθεστώς; Ούτε στο ελάχιστο. Ο φασισμός προσφέρει “βοήθεια” στους Αλγερινούς μόνο και μόνο για να αποδυναμώσει τον εχθρό του, τη Γαλλία, και να απλώσει το άπληστο χέρι του στις αποικίες. Οι επαναστάτες Ιταλοί εργάτες δεν το ξεχνούν αυτό ούτε στιγμή. Καλούν τους Αλγερινούς να μην εμπιστεύονται τον ύπουλο “σύμμαχό” τους και ταυτόχρονα συνεχίζουν την αδιάλλακτη πάλη τους ενάντια στο φασισμό, “τον κύριο εχθρό στην ίδια τους τη χώρα”»10.

Το να καλεί κανείς τους ιμπεριαλιστές να στείλουν όπλα στην Ουκρανία σημαίνει να παραβλέπει ακριβώς αυτή την τελευταία απαίτηση της κομμουνιστικής πολιτικής.

Το άλλο σημείο που λείπει πλήρως από την ανάλυση του Μαγκλάρα είναι η συγκεκριμένη εκτίμηση του χαρακτήρα του κάθε ιμπεριαλισμού, δηλαδή ουσιαστικά μια εκτίμηση σχετικά με τη μερίδα της αστικής τάξης που ηγεμονεύει σε κάθε ιμπεριαλιστική δύναμη, τη μορφή της κυριαρχίας της, του καθεστώτος της, κοκ.

Υπάρχει κάποια διαφορά σε αυτό το σημείο; Υπάρχει και την έχουμε αναλύσει και σε άλλες περιστάσεις. Το καθεστώς του Πούτιν είναι ένας ιμπεριαλιστικός βοναπαρτισμός, όπου ηγεμονεύει η λεπενική μερίδα της ρωσικής αστικής τάξης, ένα γεγονός συνδεόμενο με τις σαθρές βάσεις του ρωσικού καπιταλισμού, που τον καθιστούν ανίκανο να στηρίξει ένα αστικο-δημοκρατικό εποικοδόμημα και επιθετικά αρπακτικό. Στη Δύση αντίθετα εξακολουθεί να κυριαρχεί η παραδοσιακή φιλελεύθερη (νεοφιλελεύθερη) μερίδα, η οποία μπορεί να στρώνει το δρόμο στην ακροδεξιά, λεπενική πτέρυγα, αλλά διαφέρει σε κάποιο βαθμό από αυτή.

Από εδώ όμως απορρέει ότι στο παρόν στάδιο –δηλαδή, ας πούμε, σε αυτή την 5ετία– υπάρχουν σαφώς μεγαλύτερες πιθανότητες για επαναστατικές εξελίξεις στη Ρωσία, που θα ενισχυθούν από μια ήττα της στον πόλεμο στην Ουκρανία, παρά στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ΗΠΑ. Αυτή είναι μια εκτίμηση που ενισχύεται από όλη την ιστορική εμπειρία. Όλες οι μεγάλες επαναστατικές κρίσεις του παρελθόντος στην Ευρώπη ήρθαν σαν αποτέλεσμα ηττών σε πολέμους: το 1870 η ήττα της Γαλλίας στον πόλεμο με την Πρωσία γέννησε την Κομμούνα, το 1905 η ήττα της Ρωσίας από την Ιαπωνία γέννησε την πρώτη Ρωσική Επανάσταση, το 1917 ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος γέννησε τον Οκτώβρη. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η επανάσταση προέκυψε στην πιο αδύναμη και πιο ηττημένη χώρα. Ακόμη και η Επανάσταση των Γαρυφάλλων στην Πορτογαλία το 1974 υποκινήθηκε από μια στρατιωτικο-πολιτική καταστροφή, την κατάρρευση του αποικιακού της συστήματος (Αγκόλα, Μοζαμβίκη, κοκ) και την προσφυγική κρίση που προκλήθηκε.

Φυσικά δεν μπορεί κανείς να προβλέψει συγκεκριμένα ποια πορεία θα ακολουθήσουν οι μελλοντικές επαναστάσεις στην Ευρώπη_ κάτι τέτοιο θα απαιτούσε ικανότητες μέντιουμ. Υπάρχει πάντα η πιθανότητα, με το υλικό που έχει συσσωρεύσει η κρίση του 2007, στη συνέχεια η πανδημία του COVID, τώρα η πίεση που ασκεί και θα ασκεί η ενεργειακή κρίση, κοκ, να ξεσπάσει πρώτα η επανάσταση σε κάποια ή κάποιες χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Αυτό είναι κάτι δυνατό αλλά και αβέβαιο. Για τον πόλεμο στην Ουκρανία όμως είναι απολύτως βέβαιο ότι η μόνη έκβαση που μπορεί να επισπεύσει επαναστατικές εξελίξεις, πρώτα και κύρια στην ίδια τη Ρωσία, είναι η ήττα της Ρωσίας (η ήττα εδώ με την πιο ευρεία έννοια, γιατί και μια «νίκη με τα χίλια ζόρια» θα είναι ήττα του ρωσικού ιμπεριαλισμού). Καμιά άλλη έκβαση δεν μπορεί να συνεισφέρει οπουδήποτε οτιδήποτε επαναστατικό. Και αυτή η εκτίμηση ενισχύεται επίσης από όλη την ιστορική εμπειρία που δείχνει ότι τα βοναπαρτιστικά καθεστώτα δεν είναι ικανά στην πτώση τους να ετοιμάσουν διάδοχες καταστάσεις, σε αντίθεση με την αντοχή που έχει επιδείξει η δυτική δημοκρατία.

Σχολιαστές όπως ο Μαγκλάρας αδυνατούν ακόμη και να διανοηθούν αυτές τις προοπτικές, γιατί ο αντιιμπεριαλισμός τους είναι φιλολογικός: του λείπει εντελώς η προοπτική της επανάστασης και περνούν τη φαινομενική σταθερότητα του καπιταλιστικού συστήματος για πραγματική σταθερότητα (και το 1904 επίσης, όταν ξεκίνησε ο Ρωσοϊαπωνικός Πόλεμος ελάχιστοι στη Ρωσία πρόβλεπαν ότι μπορούσε να ξεσπάσει επανάσταση). Αυτή όμως η αδυναμία σημαίνει στην πράξη πλήρη έλλειψη προσανατολισμού στα μεγάλα ιστορικά γεγονότα που εγκαινίασε ο πόλεμος στην Ουκρανία. Για παράδειγμα, ενόψει της όξυνσης της κρίσης του ρωσικού ιμπεριαλισμού που σημαίνει αναπόφευκτα η παράταση του πολέμου στην Ουκρανία, η ρωσική εργατική τάξη καλείται να συγκροτήσει τη δική της ανεξάρτητη πρωτοπορία παραμερίζοντας και διαλύοντας το ΚΚΡΟ, τη σταλινική ουρά του Πούτιν. Από την άλλη μεριά, το ότι η Ρωσία θα έχει την υποστήριξη της Κίνας, χωρίς να αλλάζει τη γενική κατεύθυνση της εξέλιξης σημαίνει ότι αυτή θα είναι πολύ πιο σύνθετη από ό,τι η αντίστοιχη το 1905, γιατί η κινεζική οικονομική βοήθεια μπορεί να παρατείνει τεχνητά την ύπαρξη του καθεστώτος Πούτιν, κοκ. Αυτά, όπως και τα αντίστοιχα που θα προκύψουν από την πολύπλευρη κρίση στη Δύση, είναι τεράστια ιστορικά καθήκοντα, και δεν μπορεί να αντιμετωπιστούν με φωνές του τύπου, «Κάτω όλοι οι ιμπεριαλισμοί!»

Τέλος, δεν μπορεί να μη σημειώσουμε, σαν δείγμα του εκλεκτικισμού του Μαγκλάρα ότι ενώ στο άρθρο αναφέρεται διαρκώς στον ιμπεριαλισμό (24 φορές!), στη θεωρία του ακολουθεί, όπως όλοι οι ΝΑΡίτες, τη νεφελώδη άποψη περί «ολοκληρωτικού καπιταλισμού». Την άποψη, δηλαδή, ότι έχουμε μπει σε ένα «νέο στάδιο» του καπιταλισμού πέρα από τον ιμπεριαλισμό, που ούτε η ιδιαίτερη βάση του, ούτε η διαφορά του από τον ιμπεριαλισμό δεν έχει διευκρινιστεί ακόμη – και δεν θα διευκρινιστεί ποτέ:

«Πρώτον», δηλώνει στα συμπεράσματά του, «οι λαοί γενικά και η εργατική τάξη ειδικά, έχουν αποτελέσει – αποτελούν και θα συνεχίσουν να αποτελούν μέχρι την απελευθέρωσή τους, τον μεγαλύτερο καταλύτη της Ιστορίας. Ό,τι ίσχυε σε προηγούμενες περιόδους ισχύει και στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό».

Αυτό είναι περίπου σαν να περπατάς με τα πόδια σου, στην πράξη, σε όσα συνδέονται με τα πραγματικά γεγονότα γύρω σου, στην «Οδό Ιμπεριαλισμού», και στα λόγια, μέσα στο κεφάλι σου, να πορεύεσαι στην «Οδό Ολοκληρωτικού Καπιταλισμού». Είναι άραγε δυο δρόμοι αυτοί που μπορεί να τους ακολουθεί κανείς ελεύθερα κατά βούληση, ας πούμε Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή τον ένα και Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο τον άλλο, είναι ένας που αλλάζει σε κάποιο σημείο όνομα ή συμβαίνει κάτι άλλο; 

Συμπερασματικά

Σε ένα από τα κείμενά του για τη Γερμανία, καταπολεμώντας τη λογική του μικρότερου κακού, ο Τρότσκι φέρνει ένα εύστοχο παράδειγμα από την καθημερινή ζωή αναφορικά με τον πρακτικό προσανατολισμό της κομμουνιστικής τακτικής, που πρέπει να συνίσταται στην εξυπηρέτηση του εκάστοτε πραγματικού επαναστατικού καθήκοντος:

«Υπάρχουν εφτά νότες στη μουσική κλίμακα. Το ζήτημα ποια από αυτές τις νότες είναι η “καλύτερη” –το ντο, το ρε ή το σολ– είναι χωρίς νόημα. Ο μουσικός όμως πρέπει να ξέρει πότε και ποιο πλήκτρο πρέπει να κτυπήσει. Το αφηρημένο ζήτημα ποιο είναι το μικρότερο κακό –ο Μπρίνινγκ ή ο Χίτλερ– είναι ακριβώς χωρίς κανένα νόημα. Χρειάζεται να ξέρουμε ποιο από αυτά τα πλήκτρα πρέπει να κτυπήσουμε. Δεν είναι καθαρό;»11

Σήμερα το πλήκτρο που πρέπει να κτυπήσουμε είναι ο ρωσικός ιμπεριαλισμός γιατί αυτό το πλήκτρο είναι ξεχαρβαλωμένο, ξεχαρβαλώνεται παραπέρα από τον πόλεμο στην Ουκρανία και μπορεί προοπτικά να εκμηδενιστεί. Τα άλλα πλήκτρα, οι ιμπεριαλισμοί της ΕΕ, των ΗΠΑ, της Κίνας, της Ιαπωνίας, είναι πιο γερά και δεν μπορεί κα κτυπηθούν αποτελεσματικά το ίδιο άμεσα.

Ο Τρότσκι συνεχίζει:

«Για τους στενοκέφαλους ας δώσουμε άλλο ένα παράδειγμα. Αν ένας από τους εχθρούς μου με ποτίζει με μικρές καθημερινές δόσεις από δηλητήριο και ένας άλλος από την άλλη μεριά ετοιμάζεται να με πυροβολήσει κατάστηθα, θα κοιτάξω πρώτα να ρίξω από τα χέρια του δεύτερου εχθρού το πιστόλι, γιατί αυτό μου δίνει την ευκαιρία να απαλλαγώ και από τον πρώτο εχθρό. Αλλά αυτό δεν σημαίνει καθόλου πως το δηλητήριο είναι “μικρότερο κακό” από το πιστόλι»12.

Σήμερα ο εχθρός που σημαδεύει το λαό της Ουκρανίας (και ευρύτερα την ανθρωπότητα) με το πιστόλι είναι ο ρωσικός ιμπεριαλισμός, ενώ ο δυτικός ιμπεριαλισμός, πιο εκλεπτυσμένος, είναι ο εχθρός που ποτίζει τους λαούς με καθημερινές δόσεις δηλητήριο. Ο ρωσικός ιμπεριαλισμός είναι αυτός που μπορεί πρώτα να νικηθεί, γιατί όσους και να σκοτώσει με το πιστόλι του, δεν φτάνει για να ξεκάνει όλους τους αντιπάλους του και η προσφυγή του τώρα στο πιστόλι δείχνει την αδυναμία του_ οι λαοί μπορούν να τον νικήσουν και να μείνουν μετά αντιμέτωποι με τον άλλο, τον ισχυρότερο εχθρό. 

Μόνο ξεκινώντας από αυτή την αφετηρία, τη συγκεκριμένη και πρακτική, μπορεί να κατανοήσουμε και να εκπληρώσουμε τα μεγάλα καθήκοντα του αγώνα για το σοσιαλισμό.


Σημειώσεις
1. Βλέπε Χρ. Κεφαλής, «Για τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τα καθήκοντα της Αριστεράς», https://xekinima.org/chr-kefalis-gia-ti-rosiki-eisvoli-stin-oykrania-kai-ta-kathikonta-tis-aristeras/ και «Και πάλι για τον πόλεμο στην Ουκρανία», https://xekinima.org/chr-kefalis-kai-pali-gia-ton-polemo-stin-oykrania/.
2. Βλέπε, π.χ., «Η ανακοίνωση του ΝΑΡ για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση», 24/2/2022, Εφ Συν, https://www.efsyn.gr/politiki/antipoliteysi/333567_kommata-kai-organoseis-tis-exokoinoboyleytikis-aristeras-gia-ton.
3. Βλέπε K. Μαγκλάρας, «Το Ουκρανικό Ζήτημα και η επιζήμια λογική “ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου”» και Ρεπόρτερ, «Πέντε συλλογισμοί του Λένιν για κάθε αστικό, ιμπεριαλιστικό, τυραννικό πόλεμο», www.pandiera.gr.
4. Λένιν, «Η πτώση του Πορτ-Άρθουρ», στα Άπαντα, τόμ. 9, σελ. 151, 155-156. Το ότι ο Χάιντμαν μερικά χρόνια μετά και ο Γκεντ το 1914 πέρασαν με τις αστικές τάξεις των χωρών τους, χάνοντας το όριο ανάμεσα στον προοδευτισμό που μπορεί ενδεχόμενα να επιδείχνει μια αστική τάξη σε μια δοσμένη σύγκρουση και την καθολική αντίδραση που αντιπροσώπευε το ιμπεριαλιστικό μακελειό του 1914-18 δεν αναιρεί την ορθότητα της θέσης τους στον πόλεμο του 1904-05.
5. Στο ίδιο, σελ. 153, 154, 155, 156, 157.
6. Στο ίδιο, σελ. 156.
7. Β. Καλιντεράκης, «Το Ουκρανικό Ζήτημα και η επιζήμια πολιτική των ίσων αποστάσεων», https://laiki-enotita.gr/2022/03/09/to-oukraniko-zitima-kai-i-epizimia-politiki-ton-ison-apostaseon/.
8. «Η ομιλία του Παναγιώτη Μαυροειδή στην εκδήλωση του ΝΑΡ: Με τους Λαούς! Όχι με τον πόλεμο του κεφαλαίου», https://pandiera.gr/%ce%b7-%ce%bf%ce%bc%ce%b9%ce%bb%ce%af%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%b9%cf%8e%cf%84%ce%b7-%ce%bc%ce%b1%cf%85%cf%81%ce%bf%ce%b5%ce%b9%ce%b4%ce%ae-%cf%83%cf%84%ce%b7%ce%bd/?utm_source=feedburner&utm_medium=email.
9.  «Ανακοίνωση του Ε. Γ. της 4ης Διεθνούς: Όχι στην εισβολή του Πούτιν στην Ουκρανία! Υποστήριξη της ουκρανικής αντίστασης! Αλληλεγγύη με τη ρώσικη αντίσταση στον πόλεμο!», elaliberta.gr.
10. Λ. Τρότσκι, «Μάθετε να σκέφτεστε», https://kommon.gr/politiki/item/2351-na-mathoume-na-skeftomaste-tou-kosta-markou.
11. Λ. Τρότσκι, «Ενιαίο μέτωπο ενάντια στο φασισμό», στο Γερμανία: ο Φασισμός και το Εργατικό Κίνημα, εκδ. Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1978, σελ. 63-64. 
12. Στο ίδιο, σελ. 64.
7,127ΥποστηρικτέςΚάντε Like
595ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,111ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
392ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής