Χρ. Κεφαλής: Για τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τα καθήκοντα της Αριστεράς

Δημοσιεύουμε άρθρο που μας έστειλε ο φίλος του «Ξ» σ. Χρήστος Κεφαλής, μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού «Μαρξιστική Σκέψη».

Το νέο στάδιο των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τα καθήκοντα της επαναστατικής αριστεράς

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία σηματοδοτεί αναμφισβήτητα ένα νέο στάδιο των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Η κλίμακα της επίθεσης, σε συνδυασμό με τις δηλώσεις του Πούτιν για «αποναζιστικοποίηση» της Ουκρανίας, είναι τέτοια που δημιουργεί ισχυρά την αίσθηση ότι η Ρωσία μπορεί να επιδιώξει την ουσιαστική κατάργηση της ουκρανικής ανεξαρτησίας και μετατροπή της χώρας σε δορυφόρο της με την εγκατάσταση μιας υποτακτικής κυβέρνησης. Σε κάθε περίπτωση, θα υπάρξουν δραστικές αλλαγές στο στάτους κβο και τα σύνορα στην περιοχή, με επιπτώσεις και στις γειτονικές χώρες.

Στην άμεση διάστασή της η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία αποκαλύπτει γυμνό το βάρβαρο πρόσωπο του ρωσικού ιμπεριαλισμού, της ωμής δικτατορίας του Πούτιν. Είναι ένα σκληρό, αιματοβαμμένο καθεστώς που δεν διστάζει να βγάζει από τη μέση πολιτικούς αντιπάλους, δημοσιογράφους και διαφωνούντες που θεωρεί «επικίνδυνους» στο εσωτερικό του. Σήμερα αυτό το καθεστώς ισοπεδώνει πόλεις, καταστρέφει υποδομές, προκαλεί χιλιάδες θύματα, στρατιώτες και αμάχους, και ξεριζώνει εκατομμύρια ανθρώπους για να επεκτείνει τη σφαίρα επιρροής του σε μια αδύναμη στρατιωτικά χώρα, προφασιζόμενο μια μελλοντική απειλή ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, που δεν είχε ακόμη μορφοποιηθεί. Και ενώ αυτές οι πρακτικές έχουν ασκηθεί κατά κόρο και από τους Δυτικούς ιμπεριαλιστές σε διάφορα μέρη του κόσμου, ο κυνισμός της δικτατορίας του Πούτιν ξεπερνά κάθε προηγούμενο.

Ταυτόχρονα, σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, η ρωσική επίθεση αντιπροσωπεύει μια ριζική καμπή στην εποχή της παγκοσμιοποίησης που ξεκίνησε μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ το 1991. Ενώ στην ανοδική φάση της οι αντιθέσεις ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις είχαν σε κάποιο βαθμό αμβλυνθεί και εν γένει λύνονταν μέσω συμβιβασμών, η ουσία αυτού του νέου σταδίου είναι ότι οι αντιθέσεις αυτές έχουν πλέον οξυνθεί σε τέτοιο βαθμό, που η «ειρηνική», συμβιβαστική επίλυσή τους γίνεται αυξανόμενα ανέφικτη. Ως αποτέλεσμα ενδυναμώνεται με ταχείς ρυθμούς ο μιλιταρισμός και ξεσπούν διαρκώς απειλές πολεμικών συρράξεων, επεισοδίων και κρίσεων, όπως εκείνες που είχαν οδηγήσει μετά το 1900 στο ξέσπασμα του πρώτου παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού πολέμου.

Οι παράγοντες που καθορίζουν αυτή την όξυνση δεν είναι περιστασιακοί· απεναντίας, έχουν βαθιές ρίζες στα θεμέλια του καπιταλιστικού συστήματος και στις προκύπτουσες δυναμικές του. Από τη μια μεριά, οι δυο παγκόσμιες κρίσεις, του 2007 και της πανδημίας του Covid, δεν τερμάτισαν μόνο αμετάκλητα την εποχή των παχιών αγελάδων μετά το 1990, αλλά, με την παρούσα πληθωριστική κρίση, ενέτειναν στο έπακρο τον ανταγωνισμό για πρώτες ύλες και πόρους. Από την άλλη, η συνεχής υποχώρηση των ΗΠΑ και η ορμητική άνοδος της Κίνας οδήγησαν σε ένα πολυπολικό κόσμο όπου δεν υφίσταται πια μια παγκόσμια ηγεμονική δύναμη. Αυτή η εξέλιξη θέτει αντικειμενικά επί τάπητος το ξαναμοίρασμα των παλιών σφαιρών επιρροής, που έχουν πάψει να ανταποκρίνονται στις νέες σχέσεις ισχύος, μεταξύ των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Στις συνθήκες αυτές, οι πολεμικές περιπέτειες έχουν καταστεί μια αναγκαία διέξοδος από τις δυσχέρειες, το μέσο για να φορτώσει η κάθε δύναμη το κύριο βάρος της κρίσης στους ανταγωνιστές της, υπερισχύοντας στις αμφισβητούμενες περιοχές, και για να εκτραπεί ταυτόχρονα η μαζική δυσαρέσκεια που έχει συσσωρεύσει η πρωτοφανής συσσώρευση του πλούτου στα χέρια των ολιγαρχών και η φτωχοποίηση σε αδιέξοδες, βολικές για το σύστημα κατευθύνσεις.

Είναι σαφές ότι η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ανεξάρτητα από τη συγκεκριμένη πορεία και έκβασή της, δεν συνιστά ένα μεμονωμένο επεισόδιο, μετά το πέρας του οποίου θα μπορεί να υπάρξει, έστω βαθμιαία, ένας μετριασμός των αντιθέσεων και επιστροφή στην καπιταλιστική «κανονικότητα». Απεναντίας, αποτελεί μέρος της γενικότερης παγκόσμιας όξυνσης, που σηματοδότησε η σύναψη της συμφωνίας AUKUS μεταξύ ΗΠΑ, Αυστραλίας και Μεγάλης Βρετανίας ενάντια στην Κίνα, ο εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ-Κίνας και άλλες παρόμοιες εξελίξεις. Η ίδια η παγκόσμια κρίση και οι αναπόφευκτες επιπτώσεις της εισβολής στον ήδη επιβαρυμένο τομέα της ενέργειας και ευρύτερα στην παγκόσμια οικονομία, με τον επικείμενο οικονομικό πόλεμο Ρωσίας-Δύσης, πυροδοτούν ένα ντόμινο εξελίξεων, προς μιας κατάσταση μόνιμης επιδείνωσης της διεθνούς κατάστασης, αμοιβαίων κυρώσεων, εντάσεων και ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Το τι μπορούν να προσδοκούν οι λαοί από αυτούς τους ανταγωνισμούς το δείχνουν οι τραγικές εικόνες στην τηλεόραση με τους απλούς Ουκρανούς που εγκαταλείπουν κλαίγοντας τα σπίτια τους και η επέλαση της ακρίβειας στον υπόλοιπο καπιταλιστικό κόσμο.

Αν και η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία δεν είναι ο πρώτος πόλεμος στην Ευρώπη μετά το 1945 –τα συστημικά ΜΜΕ που παπαγαλίζουν αυτό το σλόγκαν ξεχνούν πολύ απλά τον όχι λιγότερο σημαντικό πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία στα 1999-2001– δεν παύει να αποτελεί ένα γεγονός μεγάλης ιστορικής σημασίας. Η ανάλυση των εξελίξεων που πυροδοτεί και των καθηκόντων που θέτουν στην κομμουνιστική, επαναστατική αριστερά, έχει άμεση προτεραιότητα.

Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά μπλοκ;

Τα κύρια ιμπεριαλιστικά μπλοκ που βρίσκονται αντιμέτωπα στη διεθνή σκηνή, ακόμη και αν δεν έχουν διαμορφωθεί πλήρως, καθώς είμαστε ακόμη στα αρχικά στάδια της αντιπαράθεσης, είναι ήδη αρκετά σαφή. Από τη μια μεριά, η αντικινεζική συμμαχία ΗΠΑ, Μεγάλης Βρετανίας, Αυστραλίας (στην οποία εντάσσονται η Ιαπωνία και η Ινδία)· από την άλλη, η συμμαχία της Κίνας με τη Ρωσία· τέλος, η Ευρωπαϊκή Ένωση, κυριαρχούμενη από τη Γαλλία και τη Γερμανία. Οι ανταγωνισμοί τους εστιάζονται τώρα στην Ουκρανία και την περιοχή του Ινδικού-Ειρηνικού, επεκτείνονται όμως και αλλού, ιδιαίτερα στην Αφρική, με το κάθε κέντρο, και την κάθε δύναμη χωριστά, να έχουν τη δική τους ατζέντα.

Η μαρξιστική απάντηση στο ερώτημα αν υπάρχει κάποια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά μπλοκ, με την έννοια του να είναι οι επιδιώξεις του ενός ιστορικά πιο προοδευτικές από εκείνες των άλλων, είναι αυτονόητη. Δεν υπάρχει ούτε μπορεί να υπάρξει καμιά θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στις διάφορες ιμπεριαλιστικές χώρες και συμμαχίες. Από τη φύση τους οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις είναι αντιδραστικές και οι μεταξύ τους συγκρούσεις επιθετικές, αφορώντας πάντα τα ληστρικά, επεκτατικά τους συμφέροντα. Αυτό δεν αποκλείει επιμέρους διαφορές, με την έννοια των ιδιομορφιών και διαβαθμίσεων, που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Μια συγκεκριμένη αναφορά  στις βλέψεις και τα σχέδιά τους είναι έτσι αναγκαία και θα καταδείξει και τα δυο σημεία:

• Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός αγωνίζεται σήμερα να περισώσει τα απομεινάρια της πρωτοκαθεδρίας του από την κινεζική αμφισβήτηση. Για το λόγο αυτό επιδιώκει να δημιουργήσει μέσω της AUKUS μια «υγειονομική ζώνη» γύρω από την Κίνα, που θα χρησιμεύει ως βάση για την άσκηση πίεσης και για μελλοντικές πολεμικές εξορμήσεις. Αυτή η εξόρμηση είχε δρομολογηθεί ήδη από το 2007 με τη δημιουργία της Quadrilateral Dialogue (Quad), μιας τετραμερούς υποτιθέμενα πολιτικής συμμαχίας μεταξύ ΗΠΑ, Αυστραλίας, Ινδίας και Ιαπωνίας, η οποία περιλαμβάνει πρωτοφανείς ετήσιες πολεμικές ασκήσεις και, μετά από μια προσωρινή αποχώρηση της Αυστραλίας ως το 2010, αναθερμάνθηκε επί Τραμπ και ακόμη περισσότερο πρόσφατα, με συνόδους κορυφής των μελών της. Η συμμαχία αυτή συμπληρώνεται από τη FIORC (Five Eyes Intelligence and Review Council), μια συνεργασία των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ, Καναδά, Νέας Ζηλανδίας, Μεγάλης Βρετανίας και Αυστραλίας. Η αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν υπηρετεί ως τακτική κίνηση τη συγκέντρωση όλων των δυνάμεων στον ανταγωνισμό με την Κίνα. 

Οι κινήσεις της διοίκησης Μπάιντεν απέναντι στην Κίνα είναι τόσο εξόφθαλμα επιθετικές που ακόμη και ο Economist, η ημιεπίσημη φωνή των αγορών και του αγγλο-αμερικάνικου μπλοκ, αναγκάστηκε να παραδεχτεί αναφορικά με «το δόγμα Μπάιντεν» ότι «ο προστατευτισμός του και η ρητορική του εμείς-ή-αυτοί θα βλάψει την Αμερική και θα απομακρύνει συμμάχους».[1]

Στο άλλο σημαντικό μέτωπό του, την αντιπαράθεση με τη Ρωσία του Πούτιν, ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός επιδιώκει επίσης να δημιουργήσει μια βάση για επιθετικές ενέργειες στα δυτικά σύνορα της Ρωσίας, με την επέκταση του ΝΑΤΟ στην Ουκρανία και τη Γεωργία και την ενίσχυση των νατοϊκών δυνάμεων στις άλλες γειτονικές με τη Ρωσία χώρες.

• Η περίπτωση της Κίνας είναι πιο δύσκολο να αποτιμηθεί, κυρίως λόγω της συνύπαρξης της πιο ορμητικής, θυελλώδους καπιταλιστικής ανάπτυξης στην ιστορία με την πολιτική διοίκηση του γραφειοκρατικού κατεστημένου του ΚΚ Κίνας. Η ύπαρξη ακόμη σημαντικών εσωτερικών περιθωρίων καπιταλιστικής ανάπτυξης και η ενσωμάτωση στοιχείων της κρατικομονοπωλιακής ρύθμισης στις κρατικές πολιτικές της υποδηλώνουν επίσης ορισμένες διαφοροποιήσεις από τα υπερώριμα ιμπεριαλιστικά κέντρα της Δύσης. Ωστόσο, η κύρια τάση είναι και εδώ προς τον επιθετικό ιμπεριαλισμό. Αυτό δεν καθρεφτίζεται μόνο στη δημιουργία μονοπωλιακών κολοσσών και δισεκατομμυριούχων στην ίδια την Κίνα, αλλά και στην ορμητική οικονομική επέκταση σε άλλες Ηπείρους. Ιδιαίτερα στην Αφρική οι κινεζικές επενδύσεις σε υποδομές και άλλα έργα ανέρχονταν το 2020 σε 720 δις δολάρια, ελέγχοντας πολιτικά και οικονομικά πολλές αφρικανικές χώρες με τη θηλιά του χρέους και αποσπώντας προνομιακά πολύτιμους πόρους.[2] Κινεζικά εργοστάσια ρούχων κ.ά. μεταφέρονται στην Αφρική, όπου απασχολούνται ντόπιοι με εξευτελιστικούς μισθούς, σε μια επανάληψη αυτού που συνέβηκε τις προηγούμενες δεκαετίες με τη μεταφορά της παραγωγής αμερικάνικων πολυεθνικών στην Κίνα.

Η αμερικάνικη επιθετική πολιτική απέναντι στην Κίνα υπαγορεύεται σε μεγάλο βαθμό ως αντίδραση στη διεθνή απώλεια θέσεων των αμερικάνικων πολυεθνικών από την κινεζική οικονομική επέκταση.

• Ο ρωσικός ιμπεριαλισμός είναι ο πιο αδύναμος αλλά και ο πιο άμεσα επικίνδυνος και επιθετικός όλων, κυρίως λόγω της εσωτερικής σαθρότητας του καθεστώτος Πούτιν και της ζωτικής ανάγκης του για επέκταση και λεηλασία. Αυτή την ανάγκη οι Ρώσοι ολιγάρχες δεν μπόρεσαν να την προωθήσουν αποτελεσματικά μετά την καπιταλιστική παλινόρθωση στην ΕΣΣΔ, λόγω του αποκλεισμού τους από τις αγορές και της ισχνότητάς τους απέναντι στους ομολόγους τους των ΗΠΑ.

Το καθεστώς Πούτιν έδωσε ένα ανάλογο του κλασικού βοναπαρτισμού, του αυταρχικού καθεστώτος του Λουδοβίκου Βοναπάρτη που κυβέρνησε τη Γαλλία στα 1852-70, στην ιμπεριαλιστική εποχή: μια καταπιεστική δικτατορία όπου καταπατούνται και τα πιο στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα και αλωνίζουν οι κάθε λογής μαφίες, καλυμμένη με τα άμφια του κοινοβουλευτισμού. Από την αρχή προώθησε τον επεκτατισμό του με τη δημιουργία δορυφορικών ψευδοκρατών στα σύνορά του, όπως οι λεγόμενες «Λαϊκές δημοκρατίες» του Λουγκάνσκ και του Ντονέτσκ, κοκ, και αργότερα με την ενσωμάτωση της Κριμαίας, καλυπτόμενο από μια «πατριωτικο-λαϊκή» ρητορική, που στηρίχτηκε από τους ψευδο-κομμουνιστές λακέδες του ΚΚΡΟ και διάφορους ψευδο-αριστερούς παρατρεχάμενους σε άλλες χώρες. Η Ρωσία του Πούτιν στήριξε ποικιλότροπα, από κοινού με τους φασίστες όλης της Ευρώπης, την αιμοσταγή δικτατορία του Άσαντ, που έσπασε τη δυναμική των Αραβικών Επαναστάσεων για ένα μεγάλο διάστημα. Ο επεκτατισμός της εκφράστηκε με το ευρασιατικό δόγμα, επεξεργασμένο από τον ακροδεξιό μυστικοσύμβουλο του Πούτιν, τον Ντούγκιν, για την Ευρασία ως την κατεξοχήν σφαίρα επιρροής του ρωσικού ιμπεριαλισμού. Πολιτικά, η πτέρυγα του Πούτιν αντιπροσωπεύει ένα ιδιόμορφο ανάλογο του λεπενισμού στις ιδιαίτερες ρωσικές συνθήκες. 

Η εσωτερική αδυναμία και η κοινή αντιπαλότητα με τις ΗΠΑ ωθούν το ρωσικό ιμπεριαλισμό στη συμμαχία με την Κίνα. Η ουκρανική κρίση, ως κλιμάκωση στις στρατηγικές του όξυνσης, αποτελεί το επιστέγασμα του προηγούμενου επεκτατισμού του και το πέρασμά του σε νέα φάση, γεγονός που εκφράστηκε και με την υιοθέτηση μιας τσαρικού τύπου ρητορικής από τον Πούτιν στα πρόσφατα διαγγέλματά του, εγκαταλείποντας τις ερωτοτροπίες με το σταλινικό εθνικισμό.

• Σε αντίθεση με τη Ρωσία, η Ευρωπαϊκή Ένωση χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία ακόμη σε αυτή της παραδοσιακής φιλελεύθερης –στην εποχή μας νεοφιλελεύθερης– αστικής πτέρυγας, τόσο στις ηγετικές χώρες της, Γερμανία και Γαλλία, όσο και στις περισσότερες άλλες. Ως αποτέλεσμα, διατηρούνται, παρά τη συνεχή τους υπονόμευση, οι βάσεις του κοινοβουλευτισμού και της αστικής δημοκρατίας (στις ΗΠΑ, ανεξάρτητα από την ανάδειξη της τραμπικής πτέρυγας ή των Δημοκρατικών στην προεδρία, υπάρχει κάτι ενδιάμεσο ανάμεσα στην ΕΕ και τη Ρωσία, ανάλογα με τους εκάστοτε συσχετισμούς στη Βουλή και τη Γερουσία). Η εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο και η δέσμευση στο ελεύθερο εμπόριο ωθεί την ΕΕ σε μια πιο μετριοπαθή πολιτική απέναντι στη Ρωσία και την Κίνα από εκείνη των ΗΠΑ.

Οι διαφορές αυτές δεν αναιρούν τον εντεινόμενα επιθετικό ιμπεριαλισμό της ΕΕ, εκφρασμένο, π.χ., στα ματαιωμένα σχέδια της Γαλλίας να εκπληρώσει αυτή πρωταγωνιστικά στον Ειρηνικό το ρόλο που ανέλαβε η AUKUS και τις πολύ πιο πραγματικές επεκτατικές πολιτικές στη Βόρεια Αφρική (ανταγωνισμός Γαλλίας-Τουρκίας, κ.ά.). Σημαίνουν το πολύ μια διαφορά βαθμού, ότι για όσο κυριαρχεί ακόμη η φιλελεύθερη πτέρυγα (που όμως στρώνει η ίδια με τις πολιτικές της το δρόμο στο λεπενισμό), οι ιμπεριαλιστικές τάσεις στην ΕΕ δεν είναι εξίσου εξόφθαλμα ωμές και επιθετικές με εκείνες των ΗΠΑ και της Ρωσίας. Ως επιμέρους διαφορές δεν είναι, ωστόσο, εντελώς αμελητέες και έχουν τακτικές επιπτώσεις. Κατά πρώτο λόγο, η επαναστατική αριστερά δεν πρέπει να ενεργεί με τρόπο που να βοηθά στην αντικατάσταση στην ΕΕ της φιλελεύθερης με τη λεπενική πτέρυγα, γιατί αυτό, δεδομένης της κυριαρχίας της ήδη στη Ρωσία, θα αύξανε κατά πολύ τους πολεμικούς κινδύνους και στην ίδια τη Δυτική Ευρώπη. Κατά δεύτερο, στις σπάνιες περιπτώσεις που η πτέρυγα αυτή –με εμπλοκή και του αμερικάνικου παράγοντα μέσω του ΝΑΤΟ– δίνει μια κάπως βιώσιμη λύση σε εθνικά ή άλλα ζητήματα για να διασφαλίσει τη συνοχή της, δεν είναι λάθος να υποστηρίζονται, το τυπικό παράδειγμα όντας εδώ η Συμφωνία των Πρεσπών.

Είναι έτσι σαφές ότι η επαναστατική αριστερά δεν μπορεί να υποστηρίζει κανένα από τα ιμπεριαλιστικά στρατόπεδα έναντι του άλλου. Πρέπει να εναντιώνεται στα αμερικάνικα σχέδια «αποκλεισμού» της Κίνας, χωρίς όμως γι’ αυτό το λόγο να συντάσσεται με την Κίνα. Πρέπει να εναντιώνεται παρόμοια στους πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς του ρωσικού ιμπεριαλισμού στην Ουκρανία, χωρίς όμως να συντάσσεται, έστω και μεμονωμένα σε αυτό το θέμα, με το δυτικό στρατόπεδο. Το γεγονός ότι η Ουκρανία είναι μια μικρότερη χώρα που δέχεται επίθεση από μια ιμπεριαλιστική δύναμη δεν επιδρά καθοριστικά εδώ. Το πλαίσιο της αντιπαράθεσης καθορίζεται από την ιμπεριαλιστική διαμάχη και σε μια τέτοια διαμάχη οι εμπλεκόμενες μικρές χώρες μπορεί να λειτουργούν μόνο ως υποχείρια της μιας ή της άλλης ιμπεριαλιστικής δύναμης.

Το θέμα της Ουκρανίας είναι το πιο δύσκολο γιατί εμπεριέχει και το πρακτικό ερώτημα: Ποια πρέπει να είναι η στάση της ουκρανικής επαναστατικής αριστεράς απέναντι στη ρωσική επίθεση; Θα πρέπει να καλέσει το λαό να αντισταθεί ή να υιοθετήσει μια στάση αποχής; Και τι πρέπει να κάνει η επαναστατική αριστερά στη Ρωσία;

Η επαναστατική αριστερά στην Ουκρανία θα πρέπει να τονίσει ότι οι δυο λαοί δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν και ότι η συναδέλφωσή τους ενάντια στους τωρινούς κρατούντες τόσο στην Ουκρανία όσο και στη Ρωσία είναι το μακροχρόνια ζητούμενο. Ταυτόχρονα όμως μπορεί και πρέπει να καλέσει το λαό να αντισταθεί στη ρωσική επίθεση, χωρίς να το ερμηνεύει αυτό ούτε στιγμή, στα λόγια και τις πράξεις, ως υποστήριξη της «εθνικής κυβέρνησης». Όποιες και αν είναι οι στρατιωτικές εξελίξεις, ακόμη και αν η άμυνα της χώρας καταρρεύσει εύκολα, δεδομένου του σάπιου χαρακτήρα του ουκρανικού καθεστώτος, μια τέτοια στάση θα είναι παρ’ όλα αυτά δικαιολογημένη, καθώς αυτό που θα το διαδεχτεί θα είναι ακόμη πιο σάπιο και επικίνδυνο.

Η τακτική των Μπολσεβίκων απέναντι στο πραξικόπημα του Κορνίλοφ είναι εδώ αναφορική, γιατί ο Πούτιν ουσιαστικά είναι ένας Κορνίλοφ που επιτίθεται από το εξωτερικό. Ο Κερένσκι, τον οποίο επιχείρησε να ανατρέψει ο Κορνίλοφ, ήταν ο ίδιος ένας ιμπεριαλιστής, που μόλις 1-2 μήνες πριν είχε διατάξει μια επίθεση στο μέτωπο και φυλάκιζε και καταδίωκε τους Μπολσεβίκους. Παρ’ όλα αυτά, οι Μπολσεβίκοι κάλεσαν το λαό να αγωνιστεί ενάντια στον Κορνίλοφ. Κάνοντάς το αυτό, δεν κάλεσαν ποτέ σε ενότητα με τον Κερένσκι και δεν έπαψαν ποτέ να λένε ότι και ο Κερένσκι ήταν ένας αντιδραστικός. Η συμμετοχή στον αγώνα ενάντια στον Κορνίλοφ ήταν αναγκαία ακριβώς για να μπορέσουν στη συνέχεια να ξεκαθαρίσουν τους λογαριασμούς και με την κυβέρνηση Κερένσκι· διαφορετικά θα γίνονταν μια σέκτα ηθικολόγων χωρίς επιρροή στο λαό.[3]

Στην επαναστατική αριστερά της Ρωσίας, από την άλλη, πέφτει το δύσκολο αλλά τιμητικό καθήκον να καλέσει το λαό σε κινητοποίηση ενάντια στην εισβολή, εξηγώντας τα ιμπεριαλιστικά σχέδια του Πούτιν, που κρύβονται κάτω από τις φανφάρες για υπεράσπιση δήθεν των ρωσόφωνων της Ουκρανίας. Οι αυθόρμητες διαδηλώσεις ενάντια στον πόλεμο, που ξέσπασαν σε διάφορες ρωσικές πόλεις –το μόνο ελπιδοφόρο γεγονός των ημερών– αποδεικνύουν ότι οι διαθέσεις αυτές υπάρχουν ήδη στο ρωσικό λαό και ότι ο πόλεμος, μακριά από το να αποφέρει κέρδη στο καθεστώς του Πούτιν, όταν θα γίνουν φανερές οι συνέπειές του μπορεί να αποβεί η αρχή του τέλους του. Αλλά και στον ίδιο τον ουκρανικό λαό, η αδιάφορη στην ουσία στάση της Δύσης –οι αισιόδοξες διαβεβαιώσεις του Μακρόν ότι είχε αποτρέψει τον πόλεμο μετά τη συνάντησή του με τον Πούτιν θυμίζουν κάτι από τον πνεύμα των Νταλαντιέ και Τσάμπερλεν στη Συμφωνία του Μονάχου– θα διαλύσει τις αυταπάτες ότι μπορούν να περιμένουν οτιδήποτε από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ.

Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να λησμονείται ότι ενώ συγκρούσεις όπως αυτή στην Ουκρανία φέρνουν πιο κοντά έναν Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν είναι ακόμη αυτός ο πόλεμος, που θα αφαιρούσε κάθε σημασία από την ανεξαρτησία των μικρών χωρών, προσδένοντάς τις απόλυτα στο άρμα του ενός ή του άλλου ιμπεριαλισμού. Το αν ο ρωσικός ιμπεριαλισμός μπορέσει ή όχι να εκπληρώσει τα σχέδιά του στην Ουκρανία δεν είναι τελείως αδιάφορο. Η διεθνής κατάσταση θα είναι χειρότερη αν εκπληρώσει το σύνολο αυτών των σχεδίων, από ό,τι αν αποτύχει να τα εκπληρώσει ή εκπληρώσει μόνο ένα μέρος τους.

Η αναλογία με τις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου

Τα συστημικά ΜΜΕ και οι δημοσιολόγοι του κατεστημένου κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για να διαστρεβλώνουν το νόημα των τελευταίων εξελίξεων. Ανάλογα με το σε ποιο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο ανήκει η χώρα τους, προσπαθούν να εμφανίζουν το συγκεκριμένο στρατόπεδο ως φιλειρηνικό, αποδίδοντας την ευθύνη για τον πόλεμο στο αντίπαλο στρατόπεδο. Εναλλακτικά διάφοροι υπερφίαλοι πασιφιστές κάνουν ό,τι μπορούν για να υποτιμούν τους κινδύνους, καλλιεργώντας μια απατηλή αισιοδοξία ότι τελικά η λογική θα υπερισχύσει και οι ηγέτες του κόσμου θα συνετιστούν, κοκ.

Ένα άρθρο του Ισραηλινού ιστορικού Γιουβάλ Νόα Χαράρι, πραγματικό μαργαριτάρι από την τελευταία κατηγορία, συνοψίζει όλες τις απάτες της συστημικής προπαγάνδας. Ο Χαράρι προσπαθεί να μας πείσει ότι ενώ στο παρελθόν οι ελίτ θεωρούσαν τον πόλεμο ένα θεμιτό μέσο επίλυσης των διαφορών, σήμερα η κατάσταση έχει αλλάξει και οι τωρινοί ηγέτες αποστρέφονται τον πόλεμο:

«Στον παγκόσμιο πολιτισμό», διαβάζουμε, «έχει συντελεστεί μια τεκτονική μετατόπιση. Πολλές ελίτ στην ιστορία –Ούννοι οπλαρχηγοί, Βίκινγκ και Ρωμαίοι πατρίκιοι, για παράδειγμα– έβλεπαν τον πόλεμο θετικά. Οι ηγεμόνες, από τον Σαργκόν τον Μέγα μέχρι τον Μπενίτο Μουσολίνι, επιδίωκαν να περάσουν στην αιωνιότητα μέσω των κατακτήσεων… Άλλες ελίτ, όπως η χριστιανική εκκλησία, θεωρούσαν τον πόλεμο ως αναγκαίο κακό… Τις τελευταίες γενιές, ωστόσο, για πρώτη φορά στην ιστορία ο κόσμος κυριαρχείται από ελίτ που θεωρούν τον πόλεμο κακό και αποφεύξιμο. Ακόμη και οι Τζορτζ Μπους και Ντόναλντ Τραμπ –για να μην αναφέρουμε τις Μέρκελ και Άρντερν του κόσμου– , είναι πολύ διαφορετικοί τύποι πολιτικών από τον Αττίλα τον Ούννο ή τον Αλάριχο τον Γότθο. Συνήθως έρχονται στην εξουσία με όνειρα για εγχώριες μεταρρυθμίσεις και όχι για κατακτήσεις άλλων χωρών».[4]

Γιατί, λοιπόν, ενώ όλοι ενδιαφέρονται και μοχθούν για την ειρήνη, βλέπουμε παρ’ όλα αυτά να ξεσπούν ακόμη πόλεμοι; Η αιτία, πάντα κατά τον Χαράρι, θα βρεθεί στο γεγονός ότι η αναμφισβήτητη πρόοδος που συντελέστηκε δεν έχει ακόμη πλήρως εμπεδωθεί, με συνέπεια ορισμένοι ηγέτες να παρασύρονται από τους πειρασμούς σε λάθος επιλογές: «Για να απολαύσουμε την ειρήνη, πρέπει σχεδόν όλοι να κάνουμε σωστές επιλογές. Αντίθετα, μια κακή επιλογή από μία μόνο πλευρά μπορεί να οδηγήσει σε πόλεμο».[5]

Πραγματικά, αν είναι έτσι και όλοι οι ηγέτες του παγκόσμιου καπιταλισμού, ως τον Μπους και τον Τραμπ, αγωνιούν για την παγκόσμια ειρήνη, τότε θα έπρεπε να συμπεράνουμε ότι η υπόθεση της ειρήνης βρίσκεται σε καλά χέρια και η τωρινή πολεμική κρίση στην Ουκρανία, μαζί με όλες τις προηγούμενες στο Ιράκ, το Αφγανιστάν, τη Συρία, τη Γιουγκοσλαβία και αλλού, είναι το προϊόν μιας ατυχούς παρανόησης και κακής επιλογής. Αν μόνο ο Μπους, ο Τραμπ και ο Πούτιν σε κάποια από τις συναντήσεις τους είχαν βήξει ή φταρνιστεί διαφορετικά, η παρανόηση θα είχε πιθανότατα αποφευχθεί και όλα θα ήταν μέλι-γάλα…

Ο Χαράρι απλά αγνοεί την ύπαρξη του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού· γι’ αυτόν υπάρχει μόνο η «ανθρωπότητα» και οι αναμφισβήτητες πολιτιστικές πρόοδοί της. Ένας πόλεμος στην Ουκρανία θα έχει βέβαια εξαιρετικά αρνητικές συνέπειες, «η ρωσική απειλή για εισβολή στην Ουκρανία πρέπει να ανησυχεί τους πάντες στη Γη». Αλλά ευτυχώς «ο νόμος της ζούγκλας είναι επιλογή και όχι αναπόφευκτο γεγονός; Αν είναι έτσι, κάθε ηγέτης που επιλέγει να κατακτήσει έναν γείτονα θα πάρει μια ξεχωριστή θέση στη μνήμη της ανθρωπότητας, πολύ χειρότερη από τον γνωστό ως “η μάστιγα του Θεού” Ταμερλάνο. Θα μείνει στην ιστορία ως ο άνθρωπος που κατέστρεψε το μεγαλύτερο επίτευγμά μας. Εκεί που νομίζαμε ότι βγήκαμε από τη ζούγκλα, μας τράβηξε πάλι μέσα».[6] Τι να πει όμως κανείς γι’ αυτή την έξοχη «δημοκρατία των αγορών» που ενώ, σύμφωνα με τον Χαράρι, έχει τέτοια υψηλά επιτεύγματα, αρκεί ένας κακός άνθρωπος για να χαλάσει όλα τα επιτεύγματά της;

Η αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, με τις δηλώσεις των Μακρόν, Τζόνσον, Σολτς, κ.ά., ενάντια στην «παραβίαση του διεθνούς δικαίου», τις αναφορές στην ειρήνη και την ευρωπαϊκή ασφάλεια, κοκ, είναι υποκριτικές και ελάχιστα πιο σοβαρές από τις ασυναρτησίες ενός Χαράρι. Οι επικεφαλής των αστικών κυβερνήσεων, ποζάροντας ως υπερασπιστές της ειρήνης, ξεχνούν ότι ο Πούτιν εφαρμόζει τις μεθόδους που δίδαξαν πρώτοι παλιότερα στο Αφγανιστάν και το Ιράκ και συνεπώς οι ίδιοι είναι συνυπεύθυνοι. Αν καμιά φορά κοίταζαν έντιμα το πρόσωπό τους στον καθρέφτη, δεν θα αποτύχαιναν να δουν ένα πρόσωπο ελάχιστα διαφορετικό από εκείνο του Πούτιν. Και όταν σήμερα η Ελλάδα υπερασπίζει το «διεθνές δίκαιο» μαζί με το Ισραήλ, με τους ηγέτες τους να προβαίνουν σε κοινές δηλώσεις για τη ρωσική επίθεση, τι νόημα μπορεί να έχει ένας τέτοιος «φιλειρηνισμός» όταν το ίδιο το Ισραήλ έχει αμέτρητες φορές περιφρονήσει αυτό το δίκαιο εξαπολύοντας βάρβαρες επιθέσεις ενάντια στους Παλαιστίνιους και άλλους;

Απέναντι σε όλες τις ωμές αστικές παραχαράξεις, από τον ουκρανικό πόλεμο προβάλλει και πρέπει να τονίζεται το αναπόφευκτο των πολεμικών συρράξεων και κρίσεων που πηγάζουν αναγκαία από το υπέδαφος του ιμπεριαλισμού. Υπάρχει όμως και ένα νέο ουσιαστικό στοιχείο της κατάστασης, που φέρνει στην επιφάνεια η ουκρανική κρίση: ότι ενώ μετά το 1990 και μέχρι σχετικά πρόσφατα οι ιμπεριαλιστές συνυπήρχαν σε διεθνείς οργανισμούς όπως οι G20 και οι μεταξύ τους αντιθέσεις συμβιβάζονταν λίγο-πολύ με παζάρια ανάμεσά τους, σήμερα η τέτοια επίλυση των διαφορών καθίσταται πλέον ουσιαστικά αδύνατη και σχηματίζονται ανταγωνιστικά ιμπεριαλιστικά μπλοκ.

Από αυτή την άποψη, η κατάσταση θυμίζει την πορεία των εξελίξεων στη 15ετία που προηγήθηκε του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Και τότε επίσης, σε ένα κατώτερο επίπεδο, οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της εποχής είχαν ενωθεί αρχικά στην κοινή επέμβασή τους στην Κίνα, για την κατάπνιξη της εξέγερσης των Μπόξερ στα 1899-1901. Στη συνέχεια όμως αποκρυσταλλώθηκαν τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα με τη δημιουργία της Αντάντ (Αγγλία, Γαλλία, Τσαρική Ρωσία, κ.ά.) και της συμμαχίας των Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Βουλγαρία και Οθωμανική Αυτοκρατορία). Οι πολεμικές κρίσεις ανάμεσα στους δυο συνασπισμούς, στο Μαρόκο το 1905-06 και το 1911, στην Τρίπολη, τη Βοσνία και αλλού, προπαρασκεύασαν το παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό μακελειό που ακολούθησε. 

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ συνόψισε στην Μπροσούρα του Γιούνιους υποδειγματικά τους σταθμούς αυτής της πορείας, εξηγώντας ότι η κήρυξη του πολέμου είχε αναβληθεί για ένα διάστημα μόνο επειδή οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν είχαν προετοιμαστεί ακόμη επαρκώς για τον επερχόμενο αγώνα:

«Οι αιτίες και  οι αντιπαραθέσεις για τον πόλεμο είχαν ωριμάσει από πολύ καιρό. Ο αστερισμός που ζούμε σήμερα ήταν ήδη έτοιμος εδώ και μια δεκαετία. Κάθε χρόνο, κάθε πολιτικό συμβάν των πρόσφατων ετών εξυπηρετούσε στο να φέρει τον πόλεμο ένα βήμα πιο κοντά: η τούρκικη επανάσταση, η προσάρτηση της Βοσνίας, η κρίση του Μαρόκου, η εκστρατεία της Τρίπολης, οι δύο Βαλκανικοί Πόλεμοι. Όλοι οι παλαιοί στρατιωτικοί “λογαριασμοί” των τελευταίων ετών ανασύρθηκαν για την άμεση προετοιμασία αυτού του πολέμου. Οι χώρες της Ευρώπης προετοιμάζονταν με τα μάτια ορθάνοιχτα για τον αναπόφευκτο τελικό αγώνα. Πέντε φορές κατά τη διάρκεια των πρόσφατων ετών αυτός ο πόλεμος ήταν στα όρια του ξεσπάσματος: το καλοκαίρι του 1905, όταν η Γερμανία για πρώτη φορά εξέφρασε αποφασιστικά τα αιτήματά της στην κρίση του Μαρόκου, το καλοκαίρι του 1908, όταν Αγγλία, Ρωσία και Γαλλία απείλησαν με πόλεμο μετά το συνέδριο των μοναρχιών στο Ρεβάλ για το μακεδονικό ζήτημα, όπου ο πόλεμος αποφεύχθηκε μόνο εξαιτίας του ξεσπάσματος της τούρκικης επανάστασης, στις αρχές του 1909, όταν η Ρωσία απάντησε στην προσάρτηση της Βοσνίας με μια επιστράτευση, όταν η Γερμανία διακήρυξε επίσημα στην Πετρούπολη την ετοιμότητά της να μπει στον πόλεμο στο πλευρό της Αυστρίας, το καλοκαίρι του 1911 όταν το Panther στάλθηκε στο Agadir, μια πράξη που σίγουρα θα είχε οδηγήσει σε πόλεμο αν τελικά η Γερμανία δεν είχε συγκατατεθεί στο ζήτημα του Μαρόκου και δεν το είχε αντισταθμίσει με την εκχώρηση του Κονγκό και τέλος, στις αρχές του 1913, όταν η Γερμανία, με την προοπτική της επαπειλούμενης εισβολής της Ρωσίας στην Αρμενία, για δεύτερη φορά απείλησε την Πετρούπολη με την ετοιμότητά της να πάρει πολεμικά μέτρα. Έτσι ο σημερινός παγκόσμιος πόλεμος κρεμόταν από μια κλωστή για οκτώ χρόνια. Αναβαλλόταν ξανά και ξανά μόνο και μόνο επειδή πάντα η μία από τις εμπλεκόμενες πλευρές δεν ήταν ακόμη έτοιμη με τις πολεμικές της προετοιμασίες. Πιο συγκεκριμένα, ο παρών παγκόσμιος πόλεμος ήταν ήδη επικείμενος την εποχή της περιπέτειας του Panther το 1911 – χωρίς ένα δολοφονημένο Αρχιδούκα, χωρίς γαλλικά μαχητικά αεροπλάνα πάνω από τη Νυρεμβέργη, χωρίς μια ρωσική εισβολή στην Ανατολική Πρωσία. Η Γερμανία απλώς το ανέβαλλε για μια πιο ευνοϊκή στιγμή… Ο παγκόσμιος πόλεμος που ξεκίνησε επίσημα στις 4 Αυγούστου 1914 ήταν ο ίδιος παγκόσμιος πόλεμος στον οποίο κατευθύνονταν ο γερμανικός ιμπεριαλισμός και η διεθνής ιμπεριαλιστική πολιτική για δεκαετίες, ο ίδιος πόλεμος που προφήτευε χρόνο με το χρόνο η σοσιαλδημοκρατία».[7]  

Ο πόλεμος στην Ουκρανία αντιστοιχεί στην αρχή της διαμόρφωσης των αντίστοιχων ιμπεριαλιστικών μπλοκ στην εποχή μας. Ταυτόχρονα δίνει και μια εξαιρετικά ισχυρή ώθηση στην παγίωση αυτών των μπλοκ, αφού είναι σαφές ότι οι δυτικές κυρώσεις στη Ρωσία θα οδηγήσουν σε μια πολύ πιο ισχυρή σύνδεση και γεωπολιτική ταύτισή της με την Κίνα, και για οικονομικούς ακόμη λόγους. Η εξέλιξη αυτή έχει δίχως άλλο ακόμη μπροστά της κάποια ακόμη στάδια και θερμά επεισόδια. Στο τέρμα της όμως, αν αφεθεί αδιατάρακτη, δεν μπορεί βρίσκεται κάτι άλλο από έναν νέο παγκόσμιο πόλεμο.[8]

Για την ανασύνταξη και τα καθήκοντα της κομμουνιστικής αριστεράς

Ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι αναπόφευκτες συνέπειές του εγκυμονούν σοβαρούς άμεσους κινδύνους, ιδιαίτερα για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου υπάρχουν ήδη ισχυροί τοπικοί ανταγωνισμοί, αλλά και για τις άλλες χώρες, όπου μπορεί να προκύψουν αύριο. Ωστόσο, οι κίνδυνοι αυτοί, και οι μακροχρόνιες προοπτικές γενικευμένου ιμπεριαλιστικού πολέμου, δεν είναι αναπόφευκτοι. Η παρέμβαση των λαών, και μόνο αυτή, μπορεί να τους αποτρέψει.

Τα ίδια τα γεγονότα δείχνουν ότι η παρέμβαση αυτή είναι αναπόφευκτη και θα εκδηλωθεί με μεγάλα λαϊκά κινήματα στο όχι μακρινό μέλλον. Τα τελευταία χρόνια οι λαοί σε όλες τις σημαντικές καπιταλιστικές δυνάμεις, ΗΠΑ, ΕΕ, Ιαπωνία, κ.ά., και ακόμη περισσότερο στις άλλες χώρες της Ευρώπης, τις χώρες του Τρίτου Κόσμου, κοκ, δοκιμάστηκαν επώδυνα από την κρίση της πανδημίας του Covid, που συμπλήρωσε και βάθυνε τα τραύματα που είχαν προκαλέσει η άλλη μεγάλη παγκόσμια κρίση του 2007 και οι πολιτικές της άγριας λιτότητας που ακολούθησαν. Ακόμη και οι αστοί δημοσιολόγοι συμφωνούν ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια είναι εκρηκτική: «Έπειτα από 10ετή κρίση χρέους και 2ετή κρίση Covid», παρατηρεί ο Κ. Καλλίτσης, αναφερόμενος στη χώρα μας, «τα περιθώρια αντοχών της κοινωνίας είναι μικρά – έχει μαζευτεί πολύ “προσάναμμα”».[9] Στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες η κατάσταση δεν διαφέρει πολύ και είναι σαφές ότι η παραπέρα επιδείνωση από τις συνέπειες του ουκρανικού πολέμου αργά ή γρήγορα θα πυροδοτήσει το προσάναμμα, προκαλώντας κοινωνικές εκρήξεις παρόμοιες με τα κινήματα των Αγανακτισμένων ή ακόμη ισχυρότερες.

Πραγματικά, αρκεί να θέσει κανείς μερικά μόνο βασικά ερωτήματα, για να δει ότι δεν μπορεί να υπάρξει επιστροφή στην ομαλότητα: Πώς θα αντιμετωπίσουν οι αστικές κυβερνήσεις της ΕΕ την απώλεια του ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου ή τις δυσθεώρητες τιμές τους; Τι θα κάνουν με τα νέα φτωχοποιημένα στρώματα που θα προκύψουν στις χώρες τους; Τι θα γίνει με τα ευρωπαϊκά προϊόντα που διοχετεύονταν στην αγορά της Ρωσίας; Τι θα γίνει με τους πρόσφυγες από την Ουκρανία, πιθανότατα κάποια εκατομμύρια, που θα συρρεύσουν δίχως άλλο στις γειτονικές ευρωπαϊκές χώρες; Για να λυθούν αυτά και άλλα παρόμοια ζητήματα είναι αναγκαίο να απαλλοτριωθεί ο πλούτος της ολιγαρχίας που λιμνάζει στους φορολογικούς παραδείσους· όμως οι δισεκατομμυριούχοι αύξησαν το 2021 κατά 1 τρις δολάρια τον πλούτο τους[10] και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, όντας υποχείριά τους, δεν θίξουν στο ελάχιστο αυτό τον πλούτο. 

Το ερώτημα που παραμένει ανοικτό είναι αν αυτά τα κινήματα θα μπορέσουν ή όχι να φέρουν αποτέλεσμα, κάτι που δεν συνέβη στα 2011-12. Και αυτό με τη σειρά του θέτει την κομμουνιστική αριστερά αντιμέτωπη με μεγάλα ιστορικά καθήκοντα, από την εκπλήρωση των οποίων θα κριθεί η έκβαση των κινημάτων.

Αν τα κινήματα των Αγανακτισμένων έμειναν χωρίς αποτέλεσμα το 2011-12, οι αιτίες θα βρεθούν στη γενική υποχώρηση των κινημάτων και την παγκόσμια κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, αλλά και στην αποσύνθεση του κομμουνιστικού κινήματος σε μια ποικιλία κομμάτων και ομάδων, οι πιο πολλές από τις οποίες είχαν ακατάλληλη στρατηγική και τακτική και ελάχιστη επαφή με την πραγματικότητα.

Στην Ελλάδα η αποσύνθεση πήρε μια κλασική, ακραία μορφή, με την επικράτηση στο κομμουνιστικό κίνημα του ΚΚΕ και ακόμη της ΛΑΕ και του ΝΑΡ. Αυτές οι δυνάμεις υποστήριζαν μια σεκταριστική, ανεδαφική στρατηγική αντεπίθεσης, ενώ κατά τις τελευταίες δεκαετίες το κίνημα βρισκόταν ξεκάθαρα αντιμέτωπο με αμυντικά καθήκοντα. Στην πορεία το ΚΚΕ αποκήρυξε τα κινήματα του 2011-12 ως κατευθυνόμενα από τον ιμπεριαλισμό, μη βρίσκοντας κάτι καλύτερο από την αποθέωση του Στάλιν, που ουσιαστικά ισοδυναμούσε με μια πλήρη απάρνηση του μαρξισμού και των παραδόσεων του κομμουνιστικού κινήματος. Η ΛΑΕ πέρασε στο μικροαστικό εθνικισμό και διαλύθηκε, με την ομάδα Λαφαζάνη να μετατρέπεται ανοικτά σε παράρτημα του ρωσικού ιμπεριαλισμού.[11] Τέλος, το ΝΑΡ και οι παραφυάδες του κατέληξαν σε έναν διανοουμενίστικο αριστερισμό, αποκηρύσσοντας μετά το 2017 ουσιαστικά τις παραδόσεις της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Η αναγνώριση ότι βρισκόμαστε σε μια αμυντική περίοδο δεν είναι κατά κανένα τρόπο ένα καθαρά φιλοσοφικό ζήτημα και συνδέεται στενά με τις θέσεις που παίρνουμε, μεταξύ άλλων και για τις εξελίξεις στην Ουκρανία. Το ΚΚΕ και το ΝΑΡ, για παράδειγμα, εξέδωσαν ανακοινώσεις όπου εκτός από το αίτημα της μη εμπλοκής της Ελλάδας στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, βάζουν και το ζήτημα του κλεισίματος των αμερικάνικων βάσεων και της πάλης για την έξοδο από ΝΑΤΟ και ΕΕ (το ΝΑΡ μόνο από το ΝΑΤΟ).[12] Ο καθένας όμως θα δει ότι το να βάζουμε θέμα εξόδου από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ σε μια περίοδο υποχώρησης των κινημάτων, δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο από μια «επαναστατική» επίδειξη χωρίς αντίκρισμα, πέρα από την αυτό-εξύψωση μερικών ηγεσιών. Αν, ας πούμε, ήμασταν σε μια φάση ανόδου των κινημάτων με αντι-ΕΕ πρόσημο, όπως το 2011-12, τέτοια αιτήματα θα είχαν ασφαλώς νόημα, σήμερα όμως δεν θα συγκινήσουν τον κόσμο, που μπορεί να σκέφτεται ότι για την ώρα η συμμετοχή στην ΕΕ προστατεύει τη χώρα μας από το να έχει την τύχη της Ουκρανίας. Αν η ώρα είναι 12 το μεσημέρι και πούμε ότι είναι 12 το μεσημέρι θα πούμε ασφαλώς κάτι σωστό, έχει όμως νόημα να επαναλαμβάνουμε κάθε ώρα και στιγμή ότι είναι 12 το μεσημέρι ή ότι θα όφειλε να είναι τόσο και πέραν αυτού ουδέν έτερον; Στην πραγματικότητα θα έπρεπε πρώτα να εξηγήσουμε τι νέο φέρνει ο ουκρανικός πόλεμος στις ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις, εκτιμώντας επακριβώς το ρόλο του κάθε ιμπεριαλισμού, και σε αυτή τη βάση να θέσουμε σε πρώτο πλάνο κάποια άμεσα αιτήματα για την επίλυση της κρίσης και ως μακροχρόνια προοπτική το ζήτημα του αγώνα ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς και σχεδιασμούς, κοκ.[13]

Δυνάμεις όπως αυτές, που με τη μια ή την άλλη μορφή υπάρχουν και σε άλλες χώρες, δεν μπορούν να συνεισφέρουν τίποτα στην αναγκαία ανασύνταξη του κομμουνιστικού κινήματος, στην οποία μπορούν να θέτουν μόνο εμπόδια. Το μόνο που ξέρουν είναι να επαναλαμβάνουν μηχανικά τα ίδια συνθήματα του χτες, χωρίς να αναρωτιούνται ποτέ μην τυχόν οι ίδιες έχουν κάνει κάποια λάθη που ευθύνονται για τη δυσχερή θέση του κινήματος· με τη διαρκή αυτό-επανάληψη απομακρύνουν από τον εαυτό τους αυτήν ακριβώς την υποψία. Η ανασύνταξη θα προχωρήσει μόνο μέσα από την ιδεολογική και πολιτική κατανίκησή τους, προϋποθέτοντας ταυτόχρονα τη συνένωση των ακτιβιστών, ρευμάτων και ομάδων που συμφωνούν στη βασική εκτίμηση της κατάστασης, με το παραμέρισμα πραγματικών ή υποτιθέμενων διαφορών.

Το 1898-1902, στα πλαίσια της ευρύτερης όξυνσης της παγκόσμιας κατάστασης, είχε προκύψει στη Γαλλία μια πανεθνική κρίση, εκφρασμένη αρχικά με την υπόθεση Ντρέιφους και στη συνέχεια την ανάδειξη της κυβέρνησης Βαλντέκ-Ρουσώ, η οποία είχε υποστηριχθεί από τους δεξιούς σοσιαλιστές του Ζορές και του Μιλεράν. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε δείξει στις υποδειγματικές της αναλύσεις ότι οι διάφορες ομάδες της τότε πολυδιασπασμένης γαλλικής αριστεράς (γκεντιστές, μπλανκιστές, αλεμανικοί, ποσιμπιλιστές, κ.ά.), οι οποίες προηγούμενα, σε κανονικές εποχές, εκπλήρωναν η κάθε μια ένα μέρος από τα καθήκοντα του κινήματος, είχαν γίνει πλέον εντελώς ανεπαρκείς και μάλιστα εμπόδια στα νέα, διευρυμένα καθήκοντα που έθετε η πανεθνική κρίση.[14] Αυτή η εκτίμηση ισχύει αυτούσια για τα τεράστιας κλίμακας ιστορικά καθήκοντα που θέτει η τωρινή παγκόσμια κρίση και οι περιπλοκές που δημιουργούν γεγονότα όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία. 

Τα καθήκοντα της ανασύνταξης του κομμουνιστικού κινήματος δεν μπορεί να αντιμετωπιστούν από παρωχημένους και αποσπασμένους από τη ζωή πολιτικούς σχηματισμούς, ούτε από μικρές ομάδες, ακόμη και τις υγιείς ανάμεσά τους. Προϋποθέτουν, σε κάθε χώρα, τη δημιουργία νέων κομμουνιστικών κομμάτων, με γερά μαρξιστικά θεμέλια, που θα πετάξουν ό,τι συνδέεται με το σταλινισμό αλλά όχι και το σύνολο των παραδόσεων της ΕΣΣΔ και του κομμουνιστικού κινήματος. Αυτός ο δρόμος μπορεί να φαντάζει δύσκολος και είναι δύσκολος, είναι όμως ο μόνος πραγματικός δρόμος που ανοίγει μια προοπτική νίκης απέναντι στους επερχόμενους κατακλυσμούς. Εναπόκειται στους έντιμους ακτιβιστές του κινήματος να τον βαδίσουν, παραμερίζοντας κάθε τι το νόθο μέσα στο κίνημα και στον ίδιο τους τον εαυτό.


[1] «Biden’s new China doctrine Its protectionism and its us-or-them rhetoric will hurt America and put off allies», The Economist, 17-7-2021, https://www.economist.com/leaders/2021/07/17/bidens-new-china-doctrine.
[2] Βλέπε π.χ., «Chinese Investment in Africa Rises as Project Values and Bilateral Trade Decline», https://www.iisd.org/articles/chinese-investment-africa-bilateral-trade-decline.
[3] Ορισμένοι ακροαριστεροί μπορεί να θεωρήσουν «αντιφατική» μια τέτοια τακτική. Οι «αριστεροί» αυτοί, που έλκονται πάντα από την επαναστατική φρασεολογία, θα έκαναν καλά να αναλογιστούν μήπως στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτή η «αντιφατικότητα» πηγάζει από την ίδια την αντιφατική κατάσταση και δεν μπορεί να αναιρεθεί με επαναστατικές φράσεις. Από την άλλη μεριά, μπροστά στην κατάφωρη επιθετικότητα του ρωσικού ιμπεριαλισμού, κάποιες αριστερές ομάδες τείνουν να ξεχνούν το γεγονός ότι η τωρινή ουκρανική κυβέρνηση είναι υποχείριο του δυτικού ιμπεριαλισμού, καλώντας γενικόλογα σε υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας. Για ένα τυπικό δείγμα αυτής της προσέγγισης, βλέπε π.χ., Ρ. Λάντερσεν, «Η εφημερίδα Militant στηρίζει την ανεξαρτησία της Ουκρανίας», http://www.diethnesvima.com/940rhothetarhoalpha/-militant, όπου δεν γίνεται σχεδόν καμιά αναφορά στο χαρακτήρα της τωρινής ουκρανικής κυβέρνησης. Σε μια μαρξιστική τακτική αυτή η κρίσιμη πλευρά δεν μπορεί να παραλείπεται.
[4] «Γιουβάλ Νώε Χαράρι: Στην Ουκρανία διακυβεύεται η πορεία της ανθρωπότητας», https://www.iefimerida.gr/kosmos/gioybal-noe-harari-oykrania-poreia-anthropotitas?fbclid=IwAR1HLQ6I8TgQPoX6YX2_FyCFm_plATw9U9g-o1kRnbgUxaFuD8N4-TSSQPU.
[5] Στο ίδιο.
[6] Στο ίδιο.
[7] Ρ. Λούξεμπουργκ, Μπροσούρα του Γιούνιους, εκδ. Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2011, σελ. 108-110.
[8] Σχολιαστές στο χώρο της μαρξιστικής αριστεράς επισημαίνουν αυτές τις τάσεις, σημειώνοντας ως πρώτο αποφασιστικό βήμα τους τη συμφωνία AUKUS (βλέπε, π.χ., Η. Χριστοφορίδης, «AUKUS: ανοίγει ο δρόμος προς τον 3ο Παγκόσμιο Πόλεμο;», Εργατική Πάλη, Οκτώβρης 2021). Αυτή η επισήμανση είναι σωστή, για να είναι όμως ακριβής και πειστική πρέπει να εκτιμά κανείς με ακρίβεια τη συγκεκριμένη στιγμή στην πορεία όξυνσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και να δείχνει σε αδρές γραμμές τη γενική δυναμική τους.
[9] Κ. Καλλίτσης, «Το (προ)εκλογικό έτος 2022», Καθημερινή, 31-12-2021 – 2-1-2022.
[10] Βλέπε σχετικά, «Κατά 1 τρις δολάρια αυξήθηκε το 2021 η περιουσία 500 κροίσων», Καθημερινή, 6-1-2022.
[11] Η αισχρή αρθρογραφία της Ίσκρα, του σάιτ της ομάδας Λαφαζάνη, για τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ουσιαστικά μια αναμετάδοση των ανακοινωθέντων της ρωσικής κυβέρνησης, θα αποτελεί ένα μνημείο κατάντιας στην ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος και της ευρύτερης αριστεράς στη χώρα μας.
[12] Βλέπε «ΚΚΕ για Ουκρανία: Απαράδεκτη η εισβολή της Ρωσίας- “Όχι” στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο», https://www.naftemporiki.gr/story/1835819/kke-gia-oukrania-aparadekti-i-eisboli-tis-rosias-oxi-ston-imperialistiko-polemo και «Το ΝΑΡ για την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία», pantiera.gr.
[13] Η απόφαση του ΝΑΡ είναι μια πλήρης αποτυχία από αυτή την άποψη. Αναφέρεται, π.χ., σε «επέκταση του επιθετικού συνασπισμού του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη και μέχρι τα σύνορα της Ρωσίας… ανοικτή στοχοποίηση της Ρωσίας και της Κίνας τα τελευταία χρόνια» ως δείγμα ότι «οι καπιταλιστικοί ανταγωνισμοί θα επιλύονται όλο και πιο συχνά με προσφυγή στα όπλα». Για τη Ρωσία του Πούτιν όμως εκτιμούν ότι «Η Ρωσία αντιδρά και με πολεμικά μέσα στις κινήσεις του ΝΑΤΟ». «Η εξέγερση στο Ντόνετσκ και το Λουγκάνσκ το 2014», μας λένε παραπέρα για τα προγεφυρώματα που έστησε ο Πούτιν για να κάνει αυτό που κάνει σήμερα, «είχε αντιφασιστικό χαρακτήρα, με τάσεις εργατικής αμφισβήτησης της κυριαρχίας των τοπικών ολιγαρχών». Αν αυτό χάλασε, ας όψεται η «κυβέρνηση Πούτιν… που κυνηγάει και κτυπά ό,τι εργατικό και κομμουνιστικό υπάρχει στις Λαϊκές Δημοκρατίες του Ντονμπάς». Με απλά λόγια, δηλαδή, το ΝΑΡ δεν έκανε κανένα λάθος όταν υποστήριζε αυτά τα μορφώματα, ούτε ενεργούσαν σαν «αριστερός» μαϊντανός του Πούτιν, και αν ίσως ο Πούτιν είχε αφήσει ακόμη μερικούς ΝΑΡίτες της «εργατικής αμφισβήτησης» σε αυτές τις «Λαϊκές Δημοκρατίες», όλα θα ήταν διαφορετικά. Αυτό είναι πραγματικά αξεπέραστη, μνημειώδης ηλιθιότητα.
Στην ανακοίνωση του Ξεκινήματος, από την άλλη, μπαίνουν σωστά σε πρώτη γραμμή αιτήματα όπως «Έξω ο ρωσικός στρατός από την Ουκρανία. Αυτοδιάθεση στους Ρωσόφωνους πληθυσμούς της Ουκρανίας. Όχι στην επέκταση του ΝΑΤΟ… Διεθνές κίνημα ενάντια στον πόλεμο στην Ουκρανία. Κανένας Έλληνας φαντάρος και καμία ελληνική διευκόλυνση στις Νατοϊκές επιχειρήσεις», κοκ («Μαζική εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία», https://xekinima.org/maziki-eisvoli-tis-rosias-stin-oykrania/).
[14] Βλέπε Ρ. Λούξεμπουργκ, «Die französische Einigung», https://sites.google.com/site/sozialistischeklassiker2punkt0/luxemburg/luxemburg-frankreich/rosa-luxemburg-die-franzoesische-einigung.
7,127ΥποστηρικτέςΚάντε Like
595ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,111ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
392ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής