Βενεζουέλα: η «Μπολιβαριανή επανάσταση» σε κρίση

Του Γιόχαν Ρίβας (Johan Rivas)
Socialismo Revolucionario (τμήμα της CWI στη Βενεζουέλα)
Επιμέλεια, Ηλέκτρα Κλείτσα

Ο θάνατος του Ούγκο Τσάβεζ τον περασμένο Μάρτη (μετά από πολυετείς μεταρρυθμίσεις που ενώ ανακούφισαν σε μεγάλο βαθμό την κοινωνία και τα φτωχά λαϊκά στρώματα της Βενεζουέλας, δεν οδήγησαν ποτέ σε ολοκληρωτική ρήξη με το σύστημα) σε συνδυασμό πάντα με τη συνεχώς εντεινόμενη παγκόσμια οικονομική κρίση, κάνει σήμερα ιδιαίτερα εμφανείς, όχι μόνο τις αντιφάσεις στο εσωτερικό του «τσαβισμού», αλλά και τα σαφή όρια και τις αδυναμίες της λεγόμενης «μπολιβαριανής επανάστασης» συνολικά.

Την ίδια ώρα, η έλλειψη μιας ισχυρής και συνειδητής εναλλακτικής στο σύστημα, με πραγματική συμμετοχή από τους εργαζόμενους και τους φτωχούς, η διαφθορά και η γραφειοκρατία, έχουν επιτρέψει στη δεξιά αντιπολίτευση να περάσει σε μια οικονομική και πολιτική αντεπίθεση, και να βλέπει πλέον με αισιοδοξία το ενδεχόμενο να ξαναπάρει την κατάσταση στα χέρια της.

Στην πραγματικότητα, πίσω από αυτό που οι εκπρόσωποι του «τσαβισμού» αποκαλούν «σαμποτάζ» και «οικονομικό πόλεμο», βρίσκεται ακριβώς αυτή η προσπάθεια της αστικής τάξης να ξεφορτωθεί μια κυβέρνηση την οποία δεν μπορεί να ελέγξει. Και παρόλα αυτά, την ίδια ώρα, η ίδια κυβέρνηση προσπαθεί να συμμαχήσει με τμήματα της αστικής τάξης που της κάνει πόλεμο, τουλάχιστον με αυτά που θεωρούνται πιο «δημοκρατικά».

Ο διάδοχος του Τσάβεζ, Ν. Μαδούρο, αμέσως μετά την εκλογή του τον περασμένο Απρίλη, αντί να στραφεί σε μια συμμαχία με τους εργαζόμενους και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, προκειμένου να διαμορφώσει ένα σχέδιο σύγκρουσης με την αστική τάξη, προτίμησε να συναντηθεί με τους εκπροσώπους των μεγάλων επιχειρήσεων.

Ανάμεσα στους «δημοκρατικούς» καπιταλιστές τους οποίους επέλεξε να συναντήσει, ήταν και η οικογένεια Μεντόζα, ιδιοκτήτες της POLAR, του μεγαλύτερου μονοπωλίου σε είδη διατροφής. Πέρα από τα υπόλοιπα, στη συγκεκριμένη συνάντηση, τους έδωσε διαβεβαιώσεις ότι δεν πρόκειται να επέμβει όταν «ξεχνάνε» τις υποχρεώσεις τους προς τους εργαζόμενους και τα δικαιώματά τους.

«Παιχνίδια» με τις τιμές και την επάρκεια ειδών πρώτης ανάγκης

Οι ιδιοκτήτες των εταιριών τροφίμων, αλλά δυστυχώς ακόμη και εκπρόσωποι συνδικάτων και ομοσπονδιών, ρίχνουν μερίδιο της ευθύνης για την άνοδο των τιμών των τροφίμων στην «αδιαφορία» των εργαζομένων του συγκεκριμένου κλάδου, που έχει υποτίθεται οδηγήσει σε μείωση της παραγωγής.

Φυσικά οι πραγματικοί λόγοι για τη μείωση της παραγωγής βρίσκονται αλλού: η εταιρία επεξεργασίας πτηνοτροφικών προϊόντων SOUTO για παράδειγμα (μια επιχείρηση με αρκετά εργοστάσια σε ολόκληρη τη χώρα) οδηγήθηκε σε χρεοκοπία από τους ιδιοκτήτες της και έκλεισε σκανδαλωδώς τον περασμένο Αύγουστο, συμβάλλοντας σε μεγάλο βαθμό στη συνολική μείωση της παραγωγής ειδών διατροφής.

Κι αυτό παρά την αντίσταση των εργαζομένων, που σε έναν πολύμηνο αγώνα απαίτησαν την εθνικοποίηση της εταιρίας, με τη συμμετοχή στη διαχείριση και τον έλεγχο από τους ίδιους αλλά και της κοινωνίας συνολικά, η «λύση» που προτίμησε η κυβέρνηση, ήταν να αυξήσει τις εισαγωγές πτηνοτροφικών προϊόντων, αλλά και τροφίμων συνολικά.

Έτσι, την ίδια ώρα που οι μεγάλες εταιρίες και οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι συνεχίζουν την επίθεση, η κυβέρνηση αδυνατεί να απαντήσει και να υπερασπιστεί το βιοτικό επίπεδο της κοινωνίας. Οι ελλείψεις σε είδη πρώτης ανάγκης έχουν φτάσει σε επίπεδα ρεκόρ, αγγίζοντας συνολικά περίπου το 20%, ενώ σε συγκεκριμένα προϊόντα, όπως το γάλα, ή το κοτόπουλο, φτάνουν ακόμη και στο 50%, ή και το 100%. Οι αυξήσεις των τιμών αγγίζουν συνολικά το 40%, ενώ ειδικά στα τρόφιμα φτάνουν μέχρι και το 70%!

Αυξανόμενη ανισότητα

Παρά τις σημαντικές μεταρρυθμίσεις και την φιλολαϊκή πολιτική που άσκησε τα τελευταία δεκατέσσερα χρόνια η κυβέρνηση του Τσάβεζ, η αστική τάξη της χώρας εξακολουθεί όχι μόνο να δρα ανενόχλητη, αλλά και να αυξάνει τα κέρδη της. Το 70% του ΑΕΠ παραμένει στα χέρια του 1% του πληθυσμού, ενώ 423 μονάδες παραγωγής αγροτικών προϊόντων έχουν στην κατοχή τους το 55% των αγροτικών εκτάσεων. Την ίδια ώρα, οι πολυεθνικές εταιρίες με έδρα στο εξωτερικό είναι πλήρως απαλλαγμένες την υποχρέωση να πληρώνουν φόρους στη Βενεζουέλα, γεγονός που υπολογίζεται ότι έχει στερήσει περίπου 17 δις δολάρια από τα κρατικά ταμεία, από το 2009.

Παρά το γεγονός ότι η ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας ανάγκασε τον «Τσαβισμό» να προχωρήσει σε εθνικοποιήσεις επιχειρήσεων και απαλλοτριώσεις μεγάλων αγροτικών εκτάσεων, αυτό δεν εμπόδισε την αστική τάξη να διατηρήσει, ή ακόμη και να αυξήσει τα κέρδη της, τόσο την περίοδο του Τσάβεζ, όσο και επί των ημερών του Μαδούρο.

Κατακτήσεις σε κίνδυνο

Η κοινωνία της Βενεζουέλας βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με σοβαρές προκλήσεις, που δεν έχουν να κάνουν μόνο με την απώλεια του ειδικού πολιτικού βάρους του Τσάβεζ, αλλά κατά κύριο λόγο με το πώς μπορεί να συνεχιστεί και να βαθύνει η διαδικασία η οποία έθεσε το ζήτημα της ανατροπής του συστήματος, της σοσιαλιστικής επανάστασης, του τέλους της φτώχειας και της εκμετάλλευσης στο μυαλό μεγάλων κομματιών των φτωχών στρωμάτων της.

Όσο απουσιάζει η δύναμη η οποία θα μπει μπροστά στο καθήκον της ολοκλήρωσης αυτής της διαδικασίας, δε θα κινδυνεύουν μόνο οι κατακτήσεις της προηγούμενης περιόδου σε επίπεδο κοινωνικών παροχών και βελτίωσης της ποιότητας ζωής στη χώρα. Ο εκφυλισμός της μπορεί ταυτόχρονα να οδηγήσει σε μια συνολική πολιτική ήττα, που δε θα επηρεάσει μόνο το ηθικό και τη μαχητικότητα της κοινωνίας της Βενεζουέλας, αλλά και των κομματιών του κινήματος διεθνώς, που την αντιλαμβάνονται σαν σημείο αναφοράς στο δρόμο για το χτίσιμο μιας κοινωνίας χωρίς φτώχεια και εκμετάλλευση.

Την ίδια ώρα ωστόσο, με την κρίση του καπιταλισμού να εξελίσσεται σε παγκόσμια κλίμακα, με την ανάπτυξη νέων εργατικών αγώνων διεθνώς, ακόμη και μια κυβέρνηση με την ιστορία των μεταρρυθμίσεων του «Τσαβισμού», στο βαθμό που παραμένει εγκλωβισμένη στα πλαίσια του συστήματος μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με επαναστατικές εκρήξεις.

7,127ΥποστηρικτέςΚάντε Like
589ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,111ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
390ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής