Βενεζουέλα: η επανάσταση σε κίνδυνο

Στις 2 Δεκέμβρη 2007, ο Ούγκο Τσάβεζ, Πρόεδρος της Βενεζουέλας, υπέστη δυστυχώς την πρώτη του εκλογική ήττα από την άνοδό του στην εξουσία το 1998.

Οι 69 προτεινόμενες τροποποιήσεις στο σύνταγμα του 1999 περιελάμβαναν:

– την απόδοση μεγαλύτερων εξουσιών στον πρόεδρο, επιτρέποντας στον Τσάβεζ να παραμείνει πρόεδρος για πάνω από δύο θητείες,

– την εγκαθίδρυση «λαϊκής εξουσίας»,

– την ανακήρυξη της Βενεζουέλας σε «σοσιαλιστικό Μπολιβαριανό κράτος» και

– τη μείωση της εργάσιμης εβδομάδας από 44 σε 36 ώρες. Αυτές οι τροποποιήσεις απορρίφθηκαν με ποσοστό 50.7% έναντι 49.2% από αυτούς που ψήφισαν, με υψηλό ποσοστό αποχής (44%).

Η απόρριψη των προτάσεων αυτών θέτει σημαντικά ερωτήματα για ότι αφορά το μέλλον της επανάστασης και τους κινδύνους που τώρα αντιμετωπίζει η εργατική τάξη και οι λαϊκές μάζες. Επισημαίνει την ανάγκη για τους σοσιαλιστές, στη Βενεζουέλα και διεθνώς, να αναλύσουν την τωρινή δύσκολη συγκυρία της μάχης ενάντια στον καπιταλισμό και τους τσιφλικάδες, όπως επίσης και τα καθήκοντα με τα οποία είναι αντιμέτωποι οι ακτιβιστές του κινήματος.

Η ήττα στο δημοψήφισμα σημαίνει ένα πισωγύρισμα για την εργατική τάξη και βοηθάει στην ενδυνάμωση της δεξιάς, καπιταλιστικής αντιπολίτευσης. Η Επιτροπή για μια Εργατική Διεθνή (CWI) και οι υποστηρικτές της στη Βενεζουέλα στήριξαν την εκστρατεία του «ΝΑΙ» στο δημοψήφισμα. Αυτό, παρά τους σημαντικούς «περιορισμούς» των τροπολογιών, μερικές από τις οποίες σχεδιάστηκαν για να αυξήσουν τις κεντρικές εξουσίες της προεδρίας και οι οποίες επέτρεψαν στη δεξιά αντιπολίτευση να τις παρουσιάσει σαν «δικτατορικές». Παρά τις «αδυναμίες» αυτές όμως θα ήταν λάθος να υποστηρίξουμε την αποχή η το μποϊκοτάρισμα των εκλογών, όπως έκαναν κάποιοι στην αριστερά, για παράδειγμα ο συνδικαλιστής ηγέτης, Ορλάντο Τσιρίνο. Η νίκη του «ΟΧΙ» συνέβαλε στην απομόνωση όλων όσων υποστήριξαν το μποϊκοτάζ των εκλογών, από τους πρωτοπόρους των κοινωνικών αγώνων, και κάθε άλλο παρά βοηθάει στο να διευκολυνθεί η εξαγωγή συμπερασμάτων για τις ευθύνες της ηγεσίας από τους ταξικούς αγωνιστές.

Η ήττα στο δημοψήφισμα αποτελεί μια σημαντική, αλλά όχι ακόμα καθοριστική, ήττα. Αλλά απ αυτή την ήττα πρέπει να βγουν τα απαραίτητα συμπεράσματα, αν είναι να αποφευχθεί μιά πιο σοβαρή ήττα στον μέλλον και η επαναστατική διαδικασία να προχωρήσει.

Όπως είχε από την αρχή σχολιάσει η CWI, η άνοδος του Τσάβεζ στην εξουσία αντανακλούσε τις απαρχές μίας σημαντικής αλλαγής στη διεθνή κατάσταση. Η εκλογή του Τσάβεζ σήμαινε μια αποφασιστική απόρριψη των νεοφιλελεύθερων πολιτικών οι οποίες κυριαρχούσαν την δεκαετία του ’90 μετά την πτώση των γραφειοκρατικών δικτατοριών και των σχεδιασμένων οικονομιών στη Σοβιετική Ένωση και την Ανατολική Ευρώπη. Η κυβέρνηση του δεν ήταν διατεθειμένη να σκύψει το κεφάλι, αποδεχόμενη τις απαιτήσεις του ιμπεριαλισμού και εισάγοντας νεοφιλελεύθερα μέτρα.

Αρχικά, ο Τσάβεζ δε μιλούσε για σοσιαλισμό αλλά περιοριζόταν στην ιδέα μιας «Μπολιβαριανής Επανάστασης». Το λαϊκίστικο, εθνικιστικό καθεστώς και οι ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε γρήγορα ήρθαν σε σύγκρουση με τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και την άρχουσα ολιγαρχία που κυβερνούσε την Βενεζουέλα για δεκαετίες. Οργάνωσαν μιά σειρά από προσπάθειες να ρίξουν το καθεστώς. Καθεμιά από αυτές, μιά απόπειρα πραξικοπήματος το 2002, ένα λοκ άουτ των καπιταλιστών το 2002/3 και μιά απόπειρα να ανατρέψουν την κυβέρνηση του μέσα από δημοψήφισμα το 2004, νικήθηκαν από ένα αυθόρμητο μαζικό κίνημα υπεράσπισης του Τσάβεζ.

Αυτές οι αντιπαραθέσεις, ανάμεσα στις μάζες από την μια και την άρχουσα τάξη από την άλλη, προκαλούσαν μια νέα πολιτική ριζοσπαστικοποίηση σε κάθε «γύρο». Αυτό αντανακλάστηκε στην διακήρυξη που τελικά έκανε ο Τσάβεζ πως η «επανάσταση» δεν ήταν μόνο «Μπολιβαριανή» αλλά και σοσιαλιστική. Διακήρυξε πως η Βενεζουέλα ξεκινούσε να χτίσει «σοσιαλισμό του 21ου αιώνα». Μετά την εκλογική του νίκη τον Δεκέμβρη του 2006, προχώρησε ακόμα ένα βήμα πάρα πέρα, ανακοινώνοντας την υποστήριξη του στο Μεταβατικό Πρόγραμμα και την Διαρκή Επανάσταση του Λέον Τρότσκι.

Απέναντι στην παγκόσμια ιδεολογική επίθεση ενάντια στις ιδέες του σοσιαλισμού, από την άρχουσα τάξη των καπιταλιστών και τους εκπροσώπους της στα πρώην αριστερά, πρώην εργατικά κόμματα, της Σοσιαλδημοκρατίας, αυτές οι εξελίξεις αντανακλούσαν και ακόμα αντανακλούν σημαντικά βήματα μπροστά. Καλωσορίσθηκαν με ενθουσιασμό από μια νέα γενιά εργαζομένων και νεολαίων που κοιτούσαν προς την Κούβα και την Βενεζουέλα – και πιο πρόσφατα την Βολιβία μετά την εκλογή του Έβο Μοράλες, και τώρα το Εκουαδόρ – ως ένα αριστερό, ριζοσπαστικό αντίβαρο στον Μπους, τον Μπλερ και τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό.

Την ίδια ώρα που σε άλλες χώρες η εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών έφερε περικοπές και επιθέσεις εναντίον της εργατικής τάξης, η κυβέρνηση Τσάβεζ εισήγαγε μια σειρά φιλολαϊκών μέτρων τις οποίες υποστηρίξαμε, όπως εξηγήσαμε σε πολλά προηγούμενα άρθρα και μπροσούρες μας (CWI website: www.socialistworld.net). Χρηματοδοτήθηκαν από τις υψηλές τιμές του πετρελαίου στην παγκόσμια αγορά και την οικονομική ανάπτυξη, η οποία ωφέλησε κυρίως τις μεσαίες τάξεις.

Φτώχεια και αποξένωση

Παρόλα αυτά, τα μαζικά κοινωνικά προβλήματα υπάρχουν ακόμα, με τα υψηλά επίπεδα φτώχειας να παραμένουν. Η αγανάκτηση λόγω της αποτυχίας της επίλυσης αυτών των προβλημάτων σε συνδυασμό με την οργή για την όλο και αυξανόμενη διαφθορά, την γραφειοκρατία και τις «από τα πάνω» μεθόδους διακυβέρνησης, είναι η εξήγηση για την ήττα στο δημοψήφισμα. Επισήμως, η ανεργία είναι στο 10%. Η έλλειψη τροφίμων, ο πληθωρισμός που βρίσκεται πάνω από το 20% και η μαζική στεγαστική κρίση δεν μπορούν να λυθούν όσο το καπιταλιστικό σύστημα συνεχίζει να υπάρχει. Η έλλειψη 2.7 εκατομμυρίων σπιτιών και οι περίπου 1.3 εκ. κατασκευές που θυμίζουν περισσότερο «καλύβες» παρά κατοικίες, δείχνουν καθαρά την απελπιστική κατάσταση που βρίσκονται ακόμα εκατομμύρια άνθρωποι.

Η φτώχεια και η αποξένωση από την κοινωνία αντανακλούνται σε υψηλά επίπεδα εγκληματικότητας, κυρίως φόνων, στις μεγάλες πόλεις. Το 2000, το ποσοστό φόνων στη Βενεζουέλα ήταν 33.2 ανά 100.000 κατοίκους σε αντίθεση με το 1.1 στην Ιαπωνία και το 5.51 στις ΗΠΑ. Από τότε η κατάσταση έχει χειροτερέψει και η πρωτεύουσα Καράκας, είναι πλέον πιο βίαιη από το Ρίο.

Κατά τη διάρκεια του Νοέμβρη του 2007, καταγράφονταν 11 φόνοι την ημέρα στο Καράκας. Περίπου 1.000 άνθρωποι απήχθηκαν και αφέθηκαν με λύτρα το 2006. Η βίαιη εγκληματικότητα είναι τώρα ένα μεγάλο ζήτημα καθώς ερμηνεύεται σαν αποτυχία της κυβέρνησης να την αντιμετωπίσει. Κάποιοι μπορεί να πουν πως είναι άδικο να κατηγορείται ο Τσάβεζ για τα υψηλά επίπεδα εγκληματικότητας. Η εγκληματικότητα θα υπάρχει σε κοινωνίες που υποφέρουν από φτώχεια και κοινωνική ανέχεια. Σε τελευταία ανάλυση μπορεί μόνο να αντιμετωπιστεί στη βάση της ανατροπής του καπιταλισμού και των κοινωνικών συνθηκών που δημιουργεί.

Παρ’ όλα αυτά, αυτό είναι ένα κρίσιμο ζήτημα και είναι απαραίτητο για το εργατικό κίνημα να ασχοληθεί μ’ αυτό με συγκεκριμένο τρόπο. Η αστυνομία, ως όργανο της κρατικής καπιταλιστικής μηχανής, βρίθει διαφθοράς και είναι ανάγκη το κίνημα να παλέψει για το δημοκρατικό έλεγχό της, από το επίπεδο της κοινότητας. Την ίδια ώρα αυτό πρέπει να συνδεθεί με την οργάνωση των τοπικών κοινοτήτων, ώστε να μπορούν να αμυνθούν απέναντι στις επιθέσεις από βίαιους εγκληματίες και τις συμμορίες. Μία από τις σημαντικότερες αδυναμίες του κινήματος είναι η απουσία μιας συνειδητής, οργανωμένης, ανεξάρτητης ταξικής δύναμης, από την εργατική τάξη και τους φτωχούς. Αν υπήρχε αυτό, το χτίσιμο δημοκρατικά εκλεγμένων συμβουλίων στις τοπικές κοινωνίες θα μπορούσε να συνδεθεί με τη δημιουργία επιτροπών «άμυνας» σε κάθε γειτονιά. Αυτές θα μπορούσαν να πάρουν τα απαραίτητα μέτρα για να διώξουν τις συμμορίες και να προσφέρουν μία εναλλακτική διέξοδο στη νεολαία που σύρεται προς αυτές.

Πάλη για ανατροπή του καπιταλισμού

Τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα που συνεχίζουν να μαστίζουν την κοινωνία της Βενεζουέλας απορρέουν από την συνέχιση του καπιταλισμού. Οι ομιλίες του Τσάβεζ και η προπαγάνδα που αναφέρεται στον «σοσιαλισμό στον 21ο αιώνα» είναι πολύ διαφορετικά πράγματα από ένα πραγματικό πρόγραμμα για την εφαρμογή του σοσιαλισμού.

Τα υψηλά επίπεδα φτώχειας, σε συνδυασμό με την διαφθορά και την γραφειοκρατία, στην κυβέρνηση, τις συνδικαλιστικές ηγεσίες, τις τοπικές αρχές και τις κοινωνικές οργανώσεις, έχουν οξύνει την αγανάκτηση, την οργή και την απογοήτευση ανάμεσα σε όλο και περισσότερα στρώματα των εργαζομένων και των φτωχών, ειδικά στις αστικές περιοχές. Αυτά, σε συνδυασμό με την αποτυχία της επανάστασης να προχωρήσει, έχουν οδηγήσει την κατάσταση σε αδιέξοδο. Πιθανά η απογοήτευση να είναι μικρότερη στις αγροτικές περιοχές, οι οποίες έχουν ωφεληθεί περισσότερο από τις μεταρρυθμίσεις, αλλά είναι φανερότατη στις πόλεις.

Αυτό προκύπτει από την αποτυχία να εφαρμοστεί μια πολιτική που να οδηγεί στην ανατροπή του καπιταλισμού, με την εγκαθίδρυση μιας κυβέρνησης εργατών και αγροτών, βασισμένη σε μια δημοκρατικά σχεδιασμένη, σοσιαλιστική οικονομία.

Πολύς κόσμος ένιωσε καθαρά ότι θα μπορούσε να εκφράσει την αγανάκτησή του για όλα τα πιο πάνω προβλήματα, με το να απέχει από την ψηφοφορία, καθώς δεν υπήρχε άμεσος κίνδυνος νίκης των δυνάμεων της αντεπανάστασης. Αν αυτό το αδιέξοδο διατηρηθεί πάντως, οι αντεπαναστατικές δυνάμεις θα δυναμώσουν και τελικά θα απειλήσουν τον Τσάβεζ με ήττα.

Ο Τσάβεζ και το καθεστώς του έχουν τώρα να αντιμετωπίσουν επιπρόσθετους κινδύνους. Καθώς το φιλολαϊκό μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα έχει χρηματοδοτηθεί κυρίως από την άνοδο της τιμής του πετρελαίου, αυτό μπορεί να αλλάξει με την είσοδο της παγκόσμιας οικονομίας σε μια κρίση. Αυτό μπορεί να πυροδοτήσει μία πτώση στα έσοδα από το πετρέλαιο και να καταλήξει στο να παρθούν πίσω οι φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις.

Την περίοδο 1974-79, το κεντροαριστερό, πατριωτικό-λαϊκίστικο καθεστώς του Κάρλος Αντρές Περές εισήγαγε κάποιες σημαντικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες χρηματοδοτήθηκαν από τις ψηλές τιμές του πετρελαίου. Το 1979 το πετρέλαιο είχε φτάσει τα 80 δολάρια το βαρέλι. Όμως αυτές οι μεταρρυθμίσεις εξαφανίστηκαν τη δεκαετία του ’80 καθώς μια μεγάλη οικονομική κρίση χτύπησε τη Βενεζουέλα μετά την πτώση στην τιμή του πετρελαίου στα 38 δολάρια το βαρέλι. Ο αριθμός των πολιτών που βρίσκονταν κάτω από το όριο της φτώχιας εκτοξεύθηκε από το 17% του 1980 στο 65% το 1996. Αυτό αποτελεί μία προειδοποίηση για τον Τσάβεζ και την εργατική τάξη στην περίπτωση που ο καπιταλισμός δεν αντικατασταθεί από μία δημοκρατικά σχεδιασμένη, σοσιαλιστική οικονομία.

Δυστυχώς, κάποιοι στην σοσιαλιστική αριστερά αντιμετώπιζαν αυτές τις προειδοποιήσεις σαν «τριχοτόμιση της τρίχας» και σαν σεχταρισμό. Τώρα όμως, που είναι υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουν τις συνέπειας της ήττας στο δημοψήφισμα, καθυστερημένα «ξύπνησαν» και αρχίζουν να μιλούν για κινδύνους και να προειδοποιούν. Αυτή η στάση χαρακτηρίζει τη Διεθνή Μαρξιστική Τάση (ΔΜΤ) οι οποίοι έχουν προσπαθήσει να συμπεριφερθούν ως φιλικοί σύμβουλοι του Ούγκο Τσάβεζ. Μετά την ήττα στο δημοψήφισμα, η ΔΜΤ προχώρησε σε κριτική μιλώντας για μία επικίνδυνη «αυταπάτη στην ηγεσία και τις ίδιες τις μάζες, οτι η επανάσταση ήταν κάτι σαν “γύρος του θριάμβου” ο οποίος θα ξεπερνούσε με ευκολία όλα τα εμπόδια» (Άλαν Γούντς, «Η Βενεζουελανή Επανάσταση σε σταυροδρόμι»,11 Ιανουαρίου 2008.)

Παρά ταύτα το Βενεζουελανό τμήμα της ΔΜΤ φαίνεται να έχει πέσει θύμα ακριβώς αυτού του κινδύνου, υποτιμώντας τους κινδύνους που αντιμετωπίζει το κίνημα και τις πιθανότητες να μπορέσει η αντεπανάσταση να περάσει στην αντεπίθεση και να σημειώσει επιτυχίες. Δύο μέρες πριν το δημοψήφισμα, ένα άρθρο στην ιστοσελίδα της ΔΜΤ προέβλεπε: «Και δεν αμφισβητούμε οτι η απόφαση της πλειοψηφίας θα είναι υπέρ του ”ΝΑΙ”… Η νίκη του ”ΝΑΙ” στις 2 Δεκέμβρη ήταν το πρώτο βήμα σε αυτόν τον δρόμο».

Η προειδοποίηση του δημοψηφίσματος

Το γεγονός πως δεν γίνονται βήματα στην κατεύθυνση της ανατροπής του καπιταλισμού έχει αρχίσει να διαβρώνει τον ενθουσιασμό για τον Τσάβεζ και το καθεστώς του. Ενδεικτικά, 44% (των πολιτών) απείχε από το δημοψήφισμα και οι ψήφοι του «ΝΑΙ» ήταν 3 εκ. λιγότεροι από τους ψήφους για τον Τσάβεζ στις προεδρικές εκλογές του Δεκεμβρίου 2006. Οι ψήφοι υπέρ του «ΝΑΙ» ήταν ένα εκατομμύριο λιγότεροι από τα μέλη που ισχυρίζεται ότι έχει το προσφάτως ιδρυθέν Σοσιαλιστικό Ενιαίο Κόμμα Βενεζουέλας (Partido Unificado Socialista de Venezuela – PSUV).

Επιπλέον, το «ΟΧΙ» θριάμβευσε στα 9 μεγαλύτερα (πληθυσμιακά) από τα 23 κρατίδια και σε 13 από τις μεγαλύτερες πόλεις, συμπεριλαμβανομένου και του Καράκας. Το «ΝΑΙ» κέρδισε σε 14 κρατίδια που είναι πιο αγροτικά και μικρότερα σε πληθυσμό. Στην πρωτεύουσα και στα πρώην «κάστρα» του «Τσαβισμού», όπως το Πετάρε το Καρικουάο και η Κατία, το «ΟΧΙ» πήρε πολύ ψηλά ποσοστά και υπήρχε πολύ ψηλά ποσοστό αποχής. Γενικά, η δεξιά κέρδισε 300.000 περισσότερες ψήφους από ότι στις τελευταίες προεδρικές εκλογές.

Οι προειδοποιήσεις είχαν ήδη φανεί από τις προεδρικές εκλογές, τον Δεκέμβρη του 2006. Παρά το γεγονός οτι ο Τσάβεζ κέρδισε με καθαρή πλειοψηφία, η καπιταλιστική δεξιά αντιπολίτευση είχε αρχίσει να ανασυγκροτείται γύρω από τον Μανουέλ Ροζάλες και βγήκε δυναμωμένη. Η προεκλογική εκστρατεία σημαδεύτηκε από μεγαλύτερα συλλαλητήρια δεξιάς και μικρότερη (από πριν) συμμετοχή σε αντίστοιχα του Τσάβεζ. Οι μάζες τελικά τάχθηκαν στο πλευρό του Τσάβεζ όταν η απειλή της ήττας και του κινδύνου μιας νίκης της αντεπανάστασης, είχε γίνει ορατή.

Το χαμηλό επίπεδο ενεργητικότητας και ενθουσιασμού στην προεκλογική εκστρατεία αποτελούσε αντανάκλαση μιας αυξημένης αίσθησης κούρασης, αγανάκτησης και οργής στα λαϊκά στρώματα, λόγω της αποτυχίας να προχωρήσει η επανάσταση. Παρά τις εξαιρετικά δημοφιλείς μεταρρυθμίσεις που εισήχθηκαν στην Υγεία, την Παιδεία και τις επιδοτήσεις στα τρόφιμα, η συνέχιση του καπιταλισμού προκαλεί ψηλά επίπεδα ανεργίας, ελλείψεις στα τρόφιμα, ανερχόμενο πληθωρισμό, μαζική στεγαστική κρίση και όλο και μεγαλύτερη γραφειοκρατία και διαφθορά. Παράλληλα με αυτά τα κοινωνικά προβλήματα, η έκρηξη της εγκληματικότητας, ιδιαίτερα της βίαιης, έχουν αρχίσει να οδηγούν σε αγανάκτηση και βαθιά απογοήτευση τμήματα των υποστηρικτών του Τσάβεζ.

Αυτά τα ζητήματα έχουν επίσης επιτρέψει στη δεξιά αντιπολίτευση να κερδίσει κομμάτια της μεσαίας τάξης στο στρατόπεδό της. Η απειλή μίας νίκης της δεξιάς στις προεδρικές εκλογές είχε προκαλέσει συσπείρωση των ψηφοφόρων στο πλευρό του Τσάβεζ. Όμως οι μάζες δεν είδαν την ίδια άμεση απειλή στο δημοψήφισμα για την αλλαγή του συντάγματος. Παρόλο που ο Τσάβεζ έχει ακόμα χώρο να ελιχθεί, και πιθανότατα θα κέρδιζε τις εκλογές αν γίνονταν σήμερα, αυτή η ήττα είναι μια σοβαρή προειδοποίηση για τις διεργασίες που αναπτύσσονται.

Ανασύνταξη της Δεξιάς

Οι αρνητικές συνέπειες των κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων ενισχύθηκαν από κάποια λάθη του Τσάβεζ τα οποία χρησιμοποιήθηκαν από την αντιπολίτευση και τα οποία ενέτειναν τους φόβους του λαού, ειδικά τμημάτων της μεσαίας τάξης. Έχουν κατηγορήσει τον Τσάβεζ οτι εγκατέστησε μία «έρπουσα δικτατορία». Η CWI προειδοποίησε οτι η απόφαση του Τσάβεζ να άρει την άδεια λειτουργίας της RCTV (ενός δεξιού, αντιπολιτευτικού τηλεοπτικού δικτύου) θα βοηθούσε την αντιπολίτευση να ανασυνταχτεί και να αναδιοργανωθεί. Γράψαμε: «Δυστυχώς, η ανάκληση της άδειας του RCTV, λόγω της χρονικής περιόδου και του τρόπου που έγινε, είναι μία λάθος κίνηση τακτικής από την κυβέρνηση Τσάβεζ που χρησιμοποιήθηκε από την αντιπολίτευση». (Το RCTV και το ζήτημα των ΜΜΕ, 20 Ιουλίου 2007). Αυτό το ζήτημα έγινε το κεντρικό σημείο γύρω από το οποίο η δεξιά μπόρεσε να ανασυντάξει και να κινητοποιήσει τις δυνάμεις της. Μεγάλες διαδηλώσεις καλέστηκαν με την υποστήριξη των προηγούμενα παθητικών φοιτητών που ανήκουν στα μεσαία στρώματα.

Αυτές οι ανησυχίες ενισχύθηκαν από κάποιες από τις προτεινόμενες αλλαγές στο Σύνταγμα του 1999, οι οποίες στόχευαν στο να δυναμώσουν τις προεδρικές εξουσίες χωρίς δημοκρατικά αντίβαρα, με ισχυρά βοναπαρτιστικά στοιχεία (υπερξουσίες σε βάρος δημοκρατικών θεσμών). Το όριο στον αριθμό των φορών που μπορεί ένας υποψήφιος να εκλεγεί, αφαιρούνταν και η προεδρική θητεία επεκτεινόταν από έξι σε εφτά χρόνια – όπως (είχε γίνει) στη Γαλλία κατά την 5η Δημοκρατία του Ντε Γκωλ. Ένα εργατικό δημοκρατικό κράτος δεν είναι το ίδιο με ένα «βοναπαρτιστικό» καθεστώς. Σε μία αυθεντική εργατική δημοκρατία το ερώτημα του ποιός είναι τυπικά πρόεδρος και για πόσο θα ήταν ασήμαντο. Όμως η Βενεζουέλα δεν είναι μία εργατική δημοκρατία και αυτό το θέμα, των βοναπαρτιστικών εξουσιών, ένα στρώμα της κοινωνίας το αντιλήφθηκε σαν μία επίθεση στα δημοκρατικά δικαιώματα – πράγμα το οποίο εκμεταλλεύτηκε η αντιπολίτευση.

Με βάση τις προτεινόμενες αλλαγές στο Σύνταγμα, ο πρόεδρος και όχι το εθνικό κοινοβούλιο, θα είχε επίσης την εξουσία να διορίσει όλους τους αξιωματικούς του στρατού. Ο πρόεδρος θα είχε το δικαίωμα να ορίσει νέες πολιτικές/γεωγραφικές περιοχές, όπως οι ομοσπονδιακές επαρχίες, και να προτείνει τις αντίστοιχες αρχές που να τις διοικούν. Δεν υπήρχε κανένας ορισμός των εξουσιών η των λειτουργιών αυτών των αρχών και των τοπικών περιφερειών. Άλλες προτάσεις περιελάμβαναν την αφαίρεση του «δικαιώματος στην πληροφορία» κατά την κήρυξη κατάστασης έκτατης ανάγκης από τον πρόεδρο.

Οι σοσιαλιστές υποστηρίζουν το δικαίωμα της κυβέρνησης Τσάβεζ να πάρει οποιαδήποτε μέτρα χρειαστούν για να προστατεύσει τον εαυτό της από μία ακόμα προσπάθεια της αντίδρασης να πάρει την εξουσία, μέσω ενός ακόμα πραξικοπήματος, για παράδειγμα. Αλλά αυτό δεν είναι κάτι το οποίο πρέπει να αφορά το θέμα του Συντάγματος. Κάνοντάς το τέτοιο, έδωσε στην αντιπολίτευση ακόμα ένα όπλο να πολεμήσει την κυβέρνηση. Ενώ η αντιπολίτευση διέγειρε τα ανακλαστικά των υποστηριχτών της και συσπείρωνε τα μεσαία στρώματα, τμήματα των παραδοσιακών υποστηρικτών του Τσάβεζ ένιωθαν μπερδεμένοι και αδύναμοι να αντιμετωπίσουν με επιχειρήματα την εκστρατεία της δεξιάς.

Αυτό ενισχύθηκε από την αυξανόμενη οργή απέναντι στην γραφειοκρατία και τις μεθόδους της «από τα πάνω» επιβολής της, καθώς και από την απουσία ενός συστήματος αυθεντικής εργατικής δημοκρατίας και ενεργούς, συνειδητής συμμετοχής των μαζών στις αποφάσεις και στην πάλη για όσα τις αφορούν. Οι υποστηρικτές του Τσάβεζ, γενικά, δεν ήταν διατεθειμένοι να πάνε στην απέναντι όχθη και να υποστηρίξουν το «ΟΧΙ», αλλά έμειναν μακριά από τις κάλπες. Σύμφωνα με ανταποκρίσεις μελών της CWI στη Βενεζουέλα, πολλοί τώρα μετάνιωσαν γι’ αυτή τους την στάση.

Ένα από τα ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι Μαρξιστές και η εργατική τάξη σε κάθε επανάσταση είναι η προσπάθεια να κερδίσουν την υποστήριξη των μεσαίων στρωμάτων της κοινωνίας – φοιτητές, επαγγελματίες, μικροϊδιοκτήτες κτλ, – που επίσης υποφέρουν στον καπιταλισμό και καταπιέζονται πολιτικά και οικονομικά. Το σοσιαλιστικό επαναστατικό κίνημα πρέπει να προσπαθήσει να πείσει αυτά τα στρώματα για το ποιοι είναι οι πραγματικοί τους εχθροί και ότι δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν από τον σοσιαλισμό. Να τους εξηγήσει πως αντίθετα, μια σοσιαλιστική κοινωνία μπορεί να προσφέρει λύση στα προβλήματά τους, να «αγκαλιάσει» και να ενθαρρύνει τα ταλέντα και τις δεξιότητές τους. Δυστυχώς, η στάση που ο Τσάβεζ έχει επιλέξει, προσφέρει όπλα στη δεξιά για να συσπειρώσει αυτά τα στρώματα και να κερδίσει την υποστήριξή τους.

Οι Μαρξιστές δεν «στοιβάζουν» την μεσαία τάξη και αυτούς που ψήφισαν «ΟΧΙ», όλους μαζί, σαν μία αντιδραστική μάζα. Αυτή η λάθος προσέγγιση ακούστηκε από την ΔΜΤ αμέσως μετά το δημοψήφισμα. Ο Άλαν Γούντς στο κείμενό του απλά κατήγγειλε «…τους μικρομαγαζάτορες, τους φοιτητές – ”τα κακομαθημένα παιδιά των πλουσίων”, τους δημόσιους υπαλλήλους που ενοχλήθηκαν από τις κατακτήσεις του ”λαουτζίκου”, τους συνταξιούχους νοσταλγούς των ”παλιών καλών ημερών” της Τέταρτης Δημοκρατίας… όλα αυτά τα στοιχεία φαίνονται σαν μια τρομερή δύναμη σε εκλογικούς όρους, αλλά στην ταξική πάλη το ”βάρος” τους, η δύναμη τους, αντιστοιχεί, πρακτικά, σε ένα μηδενικό». («Η ήττα στο Δημοψήφισμα – Τι σημαίνει;» 3 Δεκέμβρη 2007)

Το πισωγύρισμα ανανέωσε την αντιπολίτευση και αποκαλύπτει την αναπτυσσόμενη απειλή της αντεπανάστασης. Την ίδια ώρα, όμως, δεν αποτελεί μια καθοριστική ήττα για το κίνημα. Αν η δεξιά αντιδράσει με υπερβολικό τρόπο θα προκαλέσει μία μεγάλη αντίδραση από τις μάζες και θα σπρώξει το κίνημα ακόμα περισσότερο στ’ αριστερά. Υπάρχει ακόμα χρόνος ώστε να βγουν τα απαραίτητα συμπεράσματα τα οποία να επιτρέψουν την ανατροπή του καπιταλισμού και την τελειωτική ήττα του.

Η αναγκαιότητα αυτή είναι πια επείγουσα, υπάρχει ένας αγώνας δρόμου με το χρόνο, καθώς η αντεπανάσταση θα προσπαθήσει να κεφαλαιοποιήσει από το παρόν αδιέξοδο. Μια γρήγορη αλλαγή στην οικονομική κατάσταση και μία πτώση στην τιμή του πετρελαίου μπορεί να επιταχύνει αυτές τις εξελίξεις και να δώσει την ευκαιρία στην δεξιά να δυναμώσει και να προετοιμάσει το έδαφος για μία πιο καθοριστική ήττα για τον Τσάβεζ και τις μάζες.

Είναι επείγον να γίνει ένας απολογισμός της εμπειρίας των εργαζομένων, της νεολαίας και γενικά των λαϊκών στρωμάτων, ο οποίος να αντλεί συμπεράσματα από την πορεία της πάλης από την άνοδο του Τσάβεζ στην εξουσία μέχρι σήμερα. Σε αυτό τον απολογισμό, πρέπει να προστεθούν κρίσιμα συμπεράσματα από το οπλοστάσιο της εργατικής τάξης διεθνώς, για να βοηθήσουν τους εργαζόμενους και τη νεολαία να βγάλουν τα δικά τους σημαντικά συμπεράσματα τα οποία είναι απαραίτητα για να νικηθεί οριστικά η αντεπανάσταση και να ξεκινήσει η διαδικασία του δημοκρατικού σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας.

Οικονομική δύναμη

Ενώ διακηρύσσει την υποστήριξη του στο χτίσιμο του «σοσιαλισμού στον 21ο αιώνα», στην πράξη, ο Τσάβεζ έχει προσπαθήσει να δημιουργήσει μια «παράλληλη» οικονομία και κράτος, δίπλα από τα υπάρχοντα καπιταλιστικά μονοπώλια και την υπάρχουσα κρατική μηχανή. Παρά το ότι ο Τσάβεζ έχει αυξήσει τον κρατικό παρεμβατισμό στην οικονομία, δεν έχει εθνικοποιήσει τις μεγάλες τράπεζες η τα μονπώλια που έχουν μείνει σε ιδιώτες. Μέχρι τώρα, έχει περιορίσει τις εθνικοποιήσεις στην εταιρία ατσαλιού «Venepal» και τις τηλεπικοινωνίες και εταιρείες ηλεκτρισμού CANTV και EDC.

Παρά τις υστερικές επιθέσεις ενάντια στον Τσάβεζ από τον Αμερικανικό ιμπεριαλισμό, σαν αποτέλεσμα της οικονομικής ανάπτυξης του ιδιωτικού τομέα – ο οποίος αναπτύσσεται ταχύτερα από τον δημόσιο – ο ιδιωτικός τομέας έχει τώρα μεγαλύτερο μερίδιο της οικονομίας από ότι είχε πριν την άνοδο του Τσάβεζ στην εξουσία. (Φίλο-τσαβική έκθεση από το, εδραζόμενο στην Ουάσινγκτον, Κέντρο Οικονομικής και Πολιτικής Έρευνας, «Η Οικονομία της Βενεζουέλας στα Χρόνια του Τσάβεζ», Ιούλιος 2007)

Παρά το ότι ο Τσάβεζ έχει λεκτικά απειλήσει να εθνικοποιήσει τις τράπεζες, δεν το έχει κάνει. Βασισμένες στην έκρηξη ρευστότητας που έχει ευνοήσει την μεσαία τάξη, οι τράπεζες της Βενεζουέλας έχουν γίνει ζηλευτές για τον καπιταλιστικό τραπεζικό κόσμο. Τα κέρδη στον τραπεζικό τομέα ανέβηκαν κατά 33% το 2006. Η απόδοση του μετοχικού κεφαλαίου έφτασε 30% πάνω από τον διεθνή μέσο όρο.

Τα κρατικά σούπερ μάρκετ, «Μερκάλ», παρά το ότι πουλάνε φθηνό φαγητό στους φτωχούς, είναι σε ανταγωνισμό με τις μεγάλες αλυσίδες εταιριών τροφίμων και σούπερ μάρκετ. Καθώς κάτω από ορισμένες συνθήκες – «δυαδικής εξουσίας» για παράδειγμα – τέτοια στοιχεία μίας παράλληλης οικονομίας είναι πιθανό να μπορέσουν να σημειώσουν κάποια πρόοδο, μια τέτοια κατάσταση είναι αδύνατο να συνεχιστεί έπ’ αόριστον.

Για τους μαρξιστές, μια κατάσταση «δυαδικής εξουσίας» μπορεί να εμφανιστεί κάτω από συνθήκες που η άρχουσα τάξη δεν έχει πλέον τον έλεγχο της οικονομίας η του κράτους καθώς αμφισβητείται από ένα επαναστατικό κίνημα της εργατικής τάξης. Παρά το ότι η αμφισβήτηση αυτή έχει φτάσει σε τέτοιο βαθμό ώστε η άρχουσα τάξη δεν είναι πλέον σε θέση να κυβερνήσει ή να διοικήσει την κοινωνία, η εργατική τάξη δεν έχει πάρει ακόμα την εξουσία στα χέρια της, ανατρέποντας την άρχουσα αστική τάξη. Μια τέτοια κατάσταση καταλήγει είτε με την εργατική τάξη να παίρνει την εξουσία είτε με την άρχουσα τάξη να ξαναπαίρνει τον έλεγχο της κοινωνίας.

Οι καπιταλιστές θα πολεμήσουν μέχρι το τέλος για να αποτρέψουν τον κρατικό τομέα από το να κερδίζει σταδιακά όλο και περισσότερη δύναμη μέχρι να «καταλάβει» τα οικονομικά και πολιτικά κέντρα εξουσίας. Αν χρειαστεί και αν τους παίρνει θα καταφύγουν ακόμα και σε βάρβαρες στρατιωτικές δικτατορίες για να αποτρέψουν τέτοιου είδους εξελίξεις. Αυτό, ακριβώς, που ο Τσάβεζ προσπαθεί να κάνει είναι να «εισβάλει» και να κυριαρχήσει σιγά-σιγά στην καπιταλιστική οικονομία. Την ίδια ώρα όμως έχει αφήσει την οικονομική δύναμη στα χέρια των καπιταλιστών οι οποίοι την χρησιμοποίησαν για να δημιουργήσουν τεχνητές ελλείψεις στον καφέ, το ρύζι, τα φασόλια και άλλα βασικά τρόφιμα ως μέσο αντεπίθεσης στις κρατικά ελεγχόμενες τιμές.

Αυτές οι ελλείψεις ήταν ένας σημαντικός παράγοντας στην εκστρατεία της αντιπολίτευσης για το δημοψήφισμα. Σε ένα γκάλοπ τον Νοέμβρη του 2007, 75% των κατοίκων της Βενεζουέλας πίστευαν οτι οι ελλείψεις στα τρόφιμα δημιουργούνταν από τους εργοδότες για να σαμποτάρουν την κυβέρνηση. Σε ένα νέο γκάλοπ, όμως, μία εβδομάδα πριν το δημοψήφισμα, η πλειοψηφία θεωρούσε υπεύθυνη για τις ελλείψεις την κυβερνητική ανικανότητα και διαφθορά!

Δεν είναι δυνατό να εξουδετερώσεις μία τίγρη «βγάζοντας ένα-ένα τα νύχια της». Με τον ίδιο τρόπο είναι αδύνατο να πάρεις τον έλεγχο της καπιταλιστικής οικονομίας εισχωρώντας σταδιακά στο ένα μονοπώλιο μετά το άλλο. Η πραγματικότητα είναι πως ο Τσάβεζ δεν έχει κάνει καν αυτό. Η οικονομία της Βενεζουέλας είναι εξαιρετικά μονοπωλιακή. Πέντε μεγάλες ολιγαρχικές οικογένειες –Κισνέρο, Μεντόζα, Καπρίλε, Μπούλτον και Φέλπς – μαζί με τις τράπεζες ελέγχουν όλες τις στρατηγικές μονάδες της οικονομίας εκτός από το πετρέλαιο. Ο Τσάβεζ δεν έχει αγγίξει κανένα από αυτά τα συγκροτήματα.

Η αποτυχία του Τσάβεζ να εθνικοποιήσει αυτά τα μονοπώλια έχει αφήσει στην άρχουσα τάξη τον έλεγχο της οικονομίας. Σαν αποτέλεσμα, κατά τη διάρκεια της πρόσφατης οικονομικής ανόδου, που αύξησε τα έξοδα του κράτους για κάποια δημόσια έργα, αυτοί αποκόμισαν τεράστια κέρδη. Την ίδια ώρα οι ίδιοι είχαν την άνεση να οργανώσουν οικονομικό σαμποτάζ ως μέσο υπονόμευσης της κυβέρνησης.

Επιβράδυνση

Όλα τα παραπάνω αντανακλάστηκαν στο δημοψήφισμα. Αλλά αντί να γίνει κατανοητό ότι η ήττα στο δημοψήφισμα αντανακλά τη δυσαρέσκεια, την απογοήτευση και τα αδιέξοδα σ’ αυτή την κατάσταση, κατηγορούνται οι μάζες «ότι δεν καταλαβαίνουν». Στην εβδομαδιαία του τηλεοπτική τηλεφωνική παρέμβαση «Γεια σου πρόεδρε», στις 6 Ιανουαρίου, ο Τσάβεζ είπε ότι πιστεύει πως τμήματα των λαϊκών στρωμάτων και ο κρατικός μηχανισμός δεν ήταν «προετοιμασμένοι για μία συνταγματική μεταρρύθμιση που θα έφερνε πιο κοντά και θα βάθαινε τον σοσιαλισμό». Με πιο απειλητικό ύφος, δε τόνισε πως οι κάτοικοι του Καράκας και άλλων πόλεων «…έχουν ένα χρέος απέναντί μου. Το έχω σημειώσει στην ατζέντα μου. Θα δούμε αν θα μου το ξεπληρώσουν η όχι». (Ισπανική καθημερινή εφημερίδα, ABC, 9 Δεκεμβρίου 2007)

Αυτή η μέθοδος αντιμετώπισης των πισωγυρισμάτων και των ηττών είναι ένας αντίλαλος από το παρελθόν, των επιχειρημάτων που υποστήριζαν οι ηγέτες των κομμουνιστικών κομμάτων και των ρεφορμιστών-σοσιαλιστών, κατά τη διάρκεια επαναστατικών κινημάτων, όπως στη Χιλή το 1970-73 η στον Ισπανικό Εμφύλιο τη δεκαετία του 1930. Δικαιολογούσαν την απόφαση τους να μην προχωρήσουν και να νικήσουν τον καπιταλισμό μια για πάντα, υποστηρίζοντας πως οι μάζες «δεν ήταν έτοιμες» και οτι ένα τέτοιο προχώρημα θα προκαλούσε αντιδράσεις.

Έχοντας αρχικά ρίξει την ευθύνη για την ήττα στην «έλλειψη κατανόησης από την πλευρά των μαζών», ο Τσάβεζ κατέληξε πως δεν είχε άλλη επιλογή από το να «χαμηλώσει την ταχύτητα της πορείας»: «Η εμπροσθοφυλακή δε μπορεί να διαχωριστεί από τις μάζες. Πρέπει να είναι μαζί με τις μάζες! Θα είμαι μαζί σας και για αυτό το λόγο πρέπει να μειώσω την ταχύτητά μου». (6 Ιανουαρίου)

Οι μαρξιστές δεν υιοθετούν μία σεχταριστική προσέγγιση έναντι των μαζών αγνοώντας το υπάρχον επίπεδο πολιτικής κατανόησης και αντίληψης. Αυτό θα οδηγούσε στο να αναπτυχθούν πολιτικά συνθήματα και πρωτοβουλίες που δεν θα γίνονταν κατανοητά και θα ξέκοβε τους αυθεντικούς επαναστάτες από τις μάζες. Οι μαρξιστές θα έμπαιναν σε έναν πολιτικό διάλογο, την ανταλλαγή ιδεών και εμπειριών και θα υποστήριζαν συνθήματα και αιτήματα που βοηθάνε τις μάζες να προχωρήσουν την πάλη, βοηθώντας τους να βγάλουν τα απαραίτητα συμπεράσματα για το πρόγραμμα, τα καθήκοντα και της μεθόδους που χρειάζονται για να φτιαχτεί ο σοσιαλισμός.

Αυτό δεν είναι το ίδιο με το να χρησιμοποιείται αυτό το ζήτημα ως δικαιολογία να «επιβραδυνθεί η διαδικασία» της επανάστασης. Η «επιβράδυνση» περιείχε έναν κυβερνητικό ανασχηματισμό τον Ιανουάριο. Επρόκειτο βασικά για μία ανακατανομή υπουργικών θώκων ανάμεσα στους ήδη υπάρχοντες υπουργούς. Ενδεικτικά όμως, ο πρώην αντιπρόεδρος, Χόρχε Ροντρίγκεζ, αντικαταστάθηκε και τη θέση του πήρε ο πρώην υπουργός στέγασης, Ραμόν Καρριζάλες. Η επιλογή του Ροντρίγκεζ, ένα χρόνο πριν, είχε αναγγελθεί σαν μία στροφή προς τα αριστερά στο «δρόμο προς το σοσιαλισμό».

Η μείωση των ρυθμών της μεταρρύθμισης είναι πολύ πιθανό να ξεκινήσει με την χαλάρωση του ελέγχου των τιμών τον οποίο είχε νωρίτερα εισάγει η κυβέρνηση. Χαλαρώνοντάς τον η κυβέρνηση ελπίζει να ηρεμήσει τους παραγωγούς και διανομείς τροφίμων που είχαν αντιδράσει δημιουργώντας ελλείψεις και καθυστερήσεις στην διανομή. Αυτά ήταν πράξεις σαμποτάζ που η κυβέρνηση είχε αποτύχει να αντιμετωπίσει με το να μην προχωρήσει στην εθνικοποίηση των μονοπωλίων των εταιρειών τροφίμων.

Πίσω από αυτήν την «επιβράδυνση», ο Τσάβεζ προσπαθεί να δημιουργήσει μία «εθνική ομοφωνία» για να εξευμενίσει τους καπιταλιστές. Στο «Γεια σου πρόεδρε» ο Τσάβεζ είπε: «Χρειάζονται βελτιώσεις στην στρατηγική συμμαχιών μας. Δεν μπορούμε να παρασυρθούμε από εξτρεμιστικές τάσεις που μπορεί να οδηγήσουν στον εκτροχιασμό μας. Δεν είμαστε εξτρεμιστές και ούτε πρόκειται να γίνουμε. Όχι! Πρέπει να επιδιώξουμε συμμαχίες με τις μεσαίες τάξεις, συμπεριλαμβανομένης της εθνικής αστικής τάξης. Δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε πρακτικές που έχουν αποτύχει σε όλο τον κόσμο, όπως η εξάλειψη της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Αυτή δεν είναι πρακτική μας».

Με άλλα λόγια, αντιμετωπίζοντας την ήττα στο δημοψήφισμα, ο Τσάβεζ συμπεραίνει οτι πρέπει να επιτευχθεί μια συμφωνία με την άρχουσα τάξη. Οι σοσιαλιστές δεν υποστηρίζουν την εξάλειψη όλης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, όπως την εθνικοποίηση κάθε μικρής επιχείρησης ή της κατοικίας του κάθε πολίτη. Παρόλα αυτά, είναι απαραίτητο να εθνικοποιηθούν τα μεγάλα μονοπώλια και οι τράπεζες οι οποίες ελέγχουν την οικονομία και να εγκαθιδρυθεί δημοκρατικός εργατικός έλεγχος και διοίκηση, αν είναι να υπάρξει σοσιαλιστικός σχεδιασμός της οικονομίας. Ο Τσάβεζ έδωσε επίσης αμνηστία σε κάποιους που είχαν εμπλακεί στην οργάνωση του πραξικοπήματος το 2002, για να «σταλεί ένα μήνυμα στην χώρα ότι μπορούμε να ζήσουμε μαζί παρά τις διαφορές μας».

Δεν υπάρχει τρίτος δρόμος

Ο Τσάβεζ επιστρέφει στη θέση που είχε πριν υιοθετήσει την ιδέα του σοσιαλισμού, αυτή του «τρίτου δρόμου». Αυτή η ιδέα ήταν βασισμένη στην λανθασμένη οπτική ότι είναι πιθανό, δουλεύοντας με «προοδευτικά» τμήματα της εθνικής καπιταλιστικής τάξης, να εξαφανιστεί η φτώχεια και η διαφθορά και να αναπτυχθεί ένας καπιταλισμός «με ανθρώπινο πρόσωπο». Αυτό θυμίζει τη «Θεωρία των Σταδίων» που υποστηριζόταν στο παρελθόν από τους Σταλινικούς και κάποιους ρεφορμιστές. Έλεγαν οτι πριν γίνει δυνατό να ανατραπεί ο καπιταλισμός, είναι απαραίτητο να αναπτυχθεί η βιομηχανία και η οικονομία σε ημι-αποικιακά κράτη σε συνεργασία με «προοδευτικούς καπιταλιστές» μεταθέτοντας το ζήτημα του σοσιαλισμού στο μακρινό μέλλον.

Τέτοιου είδους ιδέες οδήγησαν στην ήττα της εργατικής τάξης στον Ισπανικό Εμφύλιο και στην Χιλή το 1973 και ποτέ δεν έφεραν τη νίκη. Στη σημερινή εποχή οι άρχουσες τάξεις των ημι-αποικιακών χωρών είναι στενά δεμένες με τον ιμπεριαλισμό και ανίκανες να αναπτύξουν την κοινωνία. Αυτό το καθήκον πέφτει στην εργατική τάξη, με την υποστήριξη άλλων εκμεταλλευομένων από τον καπιταλισμό τάξεων, και είναι ένα βήμα προς τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που ο Τσάβεζ προσπαθεί να καλοπιάσει την άρχουσα τάξη. Είναι μία επανάληψη αυτών που είχε υποστηρίξει αμέσως μετά την κατάρρευση του δεξιού πραξικοπήματος το 2002. Παρότρυνε τους πολίτες να γυρίσουν σπίτι, κάνοντας έκκληση για εθνική ενότητα και για το χτίσιμο εθνικής συναίνεσης.

Ακόμα και η ΔΜΤ έχει υποχρεωθεί να αναγνωρίσει την λάθος αυτή τακτική: «Βοηθούμενος από τους ρεφορμιστές συμβούλους του ο πρόεδρος έχει βγάλει κάποια λάθος συμπεράσματα από το δημοψήφισμα».

(Α. Γούντς, «Η Βενεζουελανή Επανάσταση σε σταυροδρόμι», 11 Ιανουαρίου).

Σαφέστατα όμως, κάποιες ευθύνες γι’ αυτό πρέπει να έχει και ο ίδιος ο Τσάβεζ…

Ο Γούντς είχε υποστηρίξει νωρίτερα οτι ο Τσάβεζ «έχει καταλάβει το γεγονός οτι η επανάσταση πρέπει να κάνει αυτό το ποιοτικό άλμα». (Συνάντηση με τον Ούγκο Τσάβεζ, Απρίλης 2004) Ξανά στο «Εθνικοποίηση της Βενεπάλ: Τι σηματοδοτεί;» Ο Γούντς διαβεβαιώνει τους αναγνώστες του ότι «Ο Πρόεδρος Ούγκο Τσάβεζ έχει επανειλημμένως παρουσιάσει ένα αλάθητο επαναστατικό ένστικτο». (21 Ιανουαρίου 2005)

Όμως, κανένα από αυτά τα «αλάθητα» χαρακτηριστικά δεν έχει φανεί στα «λαθεμένα συμπεράσματα» που έβγαλε ο Τσάβεζ.

Ο Τσάβεζ, μιλώντας στο άνοιγμα του συνεδρίου του προσφάτως δημιουργημένου PSUV αναγκάστηκε να αναγνωρίσει πως η κυβέρνηση πλήττεται από «ανικανότητα, γραφειοκρατία και διαφθορά». Επίσης τόνισε την ανάγκη να λυθούν «τα επίμονα προβλήματα όπως η εγκληματικότητα, οι ελλείψεις τροφίμων και ο πληθωρισμός». «Γιατί έχει εξαφανιστεί το γάλα; Γιατί η ανασφάλεια συνεχίζει να είναι πρόβλημα…Γιατί δεν είμαστε ικανοί να μειώσουμε τη διαφθορά, ακόμα και να τη νικήσουμε;»

Αυτά είναι πολύ σημαντικά ερωτήματα. Δυστυχώς η απάντηση του Τσάβεζ ήταν οτι το 2008 θα ήταν η χρονιά των «τριών Έψιλον»: Επανάληψη, Επαναδραστηριοποίηση, Επανεκκίνηση». Παρόλα αυτά τα προβλήματα που αναγνώρισε δεν μπορούν να λυθούν «επιβραδύνοντας την επανάσταση».

Αναπτύσσοντας ταξική συνείδηση

Μερικές μέρες μετά ο Τσάβεζ φάνηκε να «γέρνει» πάλι προς τα αριστερά. Στο «Γεια σου πρόεδρε» στις 20 Ιανουαρίου, πιάνοντας το θέμα της έλλειψης τροφίμων, απείλησε με εθνικοποίηση της γης και των τραπεζών. Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που έχει απειλήσει τις τράπεζες και άλλους τομείς της οικονομίας με εθνικοποίηση, και βέβαια, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι τελικά θα προχωρήσει στις απειλές του. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η απειλή έγινε κατά τη διάρκεια του συνεδρίου και θα χρησιμοποιηθεί να αναχαιτίσει την κριτική από κάποιους ακτιβιστές για την δεξιά στροφή του. Την ίδια ώρα αυτό δείχνει πως το καθεστώς του μπορεί να στραφεί πάλι στα αριστερά και να υιοθετήσει πιο ριζοσπαστικά, αριστερά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των εθνικοποιήσεων.

Η γραφειοκρατία και η διαφθορά είναι κρίσιμα προβλήματα που αντιμετωπίζει το κίνημα στη Βενεζουέλα. Αλλά, χωρίς ένα αυθεντικό σύστημα εργατικού ελέγχου και δημοκρατίας, μια πραγματική πάλη εναντίων αυτών των προβλημάτων δεν είναι δυνατή. Αυτό αποτελεί μία από τις βασικές αδυναμίες του κινήματος. Η συνέχιση της σοσιαλιστικής επανάστασης απαιτεί τη συνειδητή, ανεξάρτητη οργάνωση της εργατικής τάξης, υποστηριζόμενης από την νεολαία, τους φτωχούς των πόλεων, ριζοσπαστικοποιημένα τμήματα της μεσαίας τάξης και άλλους εκμεταλλευόμενους, θύματα του καπιταλισμού. Λόγω της συλλογικής ταξικής συνείδησης, που αναπτύσσεται εξαιτίας του ρόλου και της θέσης της στην παραγωγή, η εργατική τάξη χρειάζεται να αναλάβει αυτόν τον αποφασιστικό, ηγετικό ρόλο.

Αυτό δεν έχει ακόμα εκφραστεί με συνειδητό και οργανωμένο τρόπο στη Βενεζουέλα. Χωρίς τον συνειδητό έλεγχο από τα κάτω, η εμφάνιση γραφειοκρατικών μεθόδων είναι αναπόφευκτο να αναπτυχθεί σε κάθε κίνημα εργαζομένων ακόμα και επαναστατικό. Από την αρχή, ο Τσάβεζ και οι ηγέτες του κινήματος έχουν υιοθετήσει μία «από τα πάνω» προσέγγιση. Το καθεστώς αρκείται στο να το υποστηρίζουν οι μάζες και να κινητοποιούνται μόνο όταν η απειλή μίας αντεπανάστασης τίθεται έντονα – με άλλα λόγια οι μάζες δεν είναι στην ηγεσία του κινήματος, πολύ περισσότερο συνειδητά.

Η δημιουργία του PSUV μπορεί να προσφέρει μια σημαντική ευκαιρία για το χτίσιμο ενός νέου μαζικού κόμματος της εργατικής τάξης το οποίο, με ένα επαναστατικό σοσιαλιστικό πρόγραμμα, να αποτελέσει ένα σημαντικό όπλο για να πάει την επανάσταση μπροστά. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, γίνεται το πρώτο του συνέδριο, το οποίο παρακολουθείται από 1600 συνέδρους (και σχεδιάζεται να κρατήσει δύο μήνες!). Το PSUV ισχυρίζεται ότι πάνω από 5 εκ. έχουν δηλώσει ένταξη στο κόμμα, αλλά δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο αν οι αριθμοί είναι πραγματικοί, αν αυτοί οι άνθρωποι αποφάσισαν να συμμετέχουν στο χτίσιμο ενός σοσιαλιστικού κόμματος ή αν κάποιοι τοπικοί γραφειοκράτες απλά αντιγράφουν ονόματα από εκλογικούς καταλόγους και τους παρουσιάζουν σαν μέλη του κόμματος.

Αν το PSUV είναι να αποτελέσει ένα όργανο για μία επιτυχή επανάσταση θα χρειαστεί μια πραγματική κομματική βάση και μια πραγματική εσωτερική ζωή, με τοπικές οργανώσεις και μέλη με ουσιαστικό ρόλο και συμμετοχή στις αποφάσεις – σήμερα είναι απλά μια άθροιση των μελών των κομμάτων και οργανώσεων που στηρίζουν τον Τσάβεζ, κι αυτό είναι κάθε άλλο παρά αρκετό.

Δυστυχώς, η δημιουργία του PSUV έγινε από τα πάνω, με τον Τσάβεζ να διορίζει την οργανωτική του επιτροπή, στην οποία συμπεριέλαβε δύο πρώην στρατηγούς. Τον Ιανουάριο, στον Χόρχε Ροντρίγκεζ είχε ανατεθεί η «γενική καθοδήγηση του PSUV».

Η CWI παλεύει για ένα πλήρως δημοκρατικό PSUV με ένα σοσιαλιστικό επαναστατικό πρόγραμμα. Ο εκδημοκρατισμός των συνδικαλιστικών οργάνων και το χτίσιμο δημοκρατικά εκλεγμένων επιτροπών στους χώρους εργασίας για την εγκατάσταση ενός συστήματος με αυθεντικό εργατικό έλεγχο, είναι μερικά από τα πιο επείγοντα καθήκοντα. Παρόμοιες επιτροπές πρέπει να δημιουργηθούν στις κοινότητες και στο στρατό. Συνδεδεμένες με τις περιφερειακές επιτροπές, αυτές των πόλεων, τις κρατικές και τις εθνικές επιτροπές, θα μπορούσαν να βάλουν τα θεμέλια για μία κυβέρνηση εργατών και αγροτών. Μέσω της εθνικοποίησης των 5 οικογενειακών επιχειρήσεων και των τραπεζών, ένας δημοκρατικός σοσιαλιστικός προγραμματισμός της παραγωγής και της οικονομίας μπορεί να γίνει πραγματικότητα.

Αυτό θα έδινε την δυνατότητα σύνδεσης με το μαζικό κίνημα στη Βολιβία, και, μαζί με την εγκαθίδρυση εργατικής δημοκρατίας στην Κούβα, θα επέτρεπε την ανάπτυξη μίας δημοκρατικής σοσιαλιστικής ομοσπονδίας σε αυτές τις χώρες. Αυτό με τη σειρά του, θα μπορούσε να αποτελέσει εφαλτήριο για την σοσιαλιστική επανάσταση σε όλη τη Λατινική Αμερική. Αυτός είναι ο πιο σίγουρος δρόμος για την ήττα της απειλής της αντεπανάστασης η οποία, όπως έδειξε η ήττα στο δημοψήφισμα, θα μεγαλώνει για όσο υφίσταται ο καπιταλισμός.

7,128ΥποστηρικτέςΚάντε Like
593ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,113ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
394ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής