Δημοσιεύουμε στη συνέχεια επιστολή που μας έστειλε ο Παλαιστίνιος συναγωνιστής Αχμάντ Αλάρζα. Το κείμενο του αναφέρεται στα γεγονότα που συνέβησαν στη συζήτηση για την Παλαιστίνη, στο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ του περασμένου Ιούλη (5-6-7 Ιούλη 2026) και με τα οποία καταπιαστήκαμε σε άρθρο μας στο Ξεκίνημα μερικές μέρες αργότερα (δείτε εδώ). Σ’ αυτό το άρθρο είχαμε ανάμεσα σε άλλα καυτηριάσει την στάση που κράτησαν 3 νεαροί Παλαιστίνιοι που διέκοψαν την διαδικασία με το αίτημα να αφαιρεθεί ο λόγος από τους ομιλητές που είχαν έρθει από το Ισραήλ. Ο Αχμαντ Αλάρζα ήταν ένας από τους 3 και στο κείμενο που μας έστειλε εξηγεί την στάση του.
Χαιρετίζουμε τους ήπιους τόνους που χαρακτηρίζουν το κείμενο του. Στα σημεία που διαφωνούμε θα επανέλθουμε στο επόμενο διάστημα στα πλαίσια μια συντροφικής ενδοκινηματικής συζήτησης.
Του Αχμάντ Αλάρζα
Μετάφραση από τα αραβικά και επιμέλεια: Νάουζατ Χαντίντ
Είμαι ένας από τους τρεις νέους στους οποίους αναφέρεται το άρθρο «Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ: μια σημαντική αλλά και επεισοδιακή συζήτηση για το Παλαιστινιακό». Η συζήτηση με τίτλο «Παλαιστίνη και Λίβανος: πόλεμος και αντίσταση» πραγματοποιήθηκε σε ανοιχτό χώρο, στο πλαίσιο του 27ου Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ Αθήνας, το οποίο διοργανώθηκε στις 3, 4 και 5 Ιουλίου 2026. Εκείνο το βράδυ ήμουν ένας από εκείνους που ύψωσαν τη φωνή τους και διέκοψαν τη συζήτηση.
Δεν αρνούμαι ότι η παρέμβασή μου ήταν έντονη ούτε ισχυρίζομαι ότι η διακοπή των ομιλητών και η ύψωση της φωνής αποτελούν τον καλύτερο τρόπο διεξαγωγής μιας πολιτικής συζήτησης. Γράφω αυτή την απάντηση επειδή το δημοσιευμένο άρθρο παρουσίασε αναλυτικά τις θέσεις των ομιλητών, ενώ περιόρισε τη δική μας παρέμβαση στον θυμό και στην αναστάτωση. Χαρακτήρισε, μάλιστα, τα λόγια μας «παραλήρημα», χωρίς να εξηγήσει ποιοι είμαστε, τι πραγματικά είπαμε και ποιοι πολιτικοί και προσωπικοί λόγοι μάς οδήγησαν να αντιδράσουμε.
Είμαι ένας νέος Παλαιστίνιος που έζησα ολόκληρη τη ζωή μου στη Γάζα. Η οικογένεια και οι συγγενείς μου εξακολουθούν να ζουν εκεί, μέσα στη γενοκτονία, ενώ έχω χάσει συγγενείς, φίλους και γείτονες. Για μένα η Γάζα δεν είναι ένα θεωρητικό ζήτημα που συζητείται σε μια εκδήλωση. Είναι το σπίτι μου, η οικογένειά μου, η μνήμη μου και η ίδια μου η ζωή.
Η αντίδρασή μου ήταν πολιτική και δεν στρεφόταν εναντίον της εβραϊκής θρησκείας. Ως ένας από τους ανθρώπους που επικρίθηκαν και χαρακτηρίστηκαν από το άρθρο, θέλω να παρουσιάσω όσα συνέβησαν από τη δική μου οπτική και να εξηγήσω τη θέση μου με τη δική μου φωνή.
Γιατί πήγα στη συζήτηση;
Γνώριζα από πριν τα ονόματα και τις ιδιότητες των συμμετεχόντων. Στο πάνελ βρίσκονταν ο Όφερ Κασίφ, βουλευτής της Κνεσέτ, στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος του Ισραήλ και εκλεγμένος με το Χαντάς, έναν συνασπισμό στον οποίο συμμετέχουν Παλαιστίνιοι και Ισραηλινοί· η Σολάφα Μαχούλ, Παλαιστίνια από το εσωτερικό, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και βασικό στέλεχος της «Συμμαχίας για την Ειρήνη»· ο Μιχιάρ Εκτάμι, πρόεδρος της Ένωσης Παλαιστινίων Εργαζομένων στην Ελλάδα· και ο Σωτήρης Ρούσσος, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Θρησκείας στη Μέση Ανατολή στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Τη συζήτηση συντόνιζε ο δημοσιογράφος Γιάννης Αλμπάνης.
Δεν πήγα, λοιπόν, χωρίς να γνωρίζω ποιοι θα συμμετείχαν ούτε αντέδρασα αυθόρμητα και μόνο στην παρουσία ενός Ισραηλινού ομιλητή. Είχα αναζητήσει πληροφορίες για τις πολιτικές θέσεις των συμμετεχόντων, ιδιαίτερα του Όφερ Κασίφ, επειδή τόσο η σύνθεση του πάνελ όσο και το θέμα της συζήτησης μου είχαν δημιουργήσει σοβαρά πολιτικά ερωτήματα.
Το βασικό μου ερώτημα ήταν πώς θα συζητούνταν η Παλαιστίνη, η αντίσταση και η γενοκτονία μέσα από αυτή τη σύνθεση. Η σύγκρουση του παλαιστινιακού λαού δεν είναι σύγκρουση με την εβραϊκή θρησκεία, αλλά με ένα αποικιοκρατικό σχέδιο που κατέλαβε τη γη μας, εκτόπισε τον λαό μας και εγκαθίδρυσε ένα καθεστώς κατοχής, εποικισμού και απαρτχάιντ. Γι’ αυτό η ένστασή μου αφορούσε τις θέσεις που διατυπώθηκαν, τον κεντρικό ρόλο που δόθηκε σε έναν Ισραηλινό ομιλητή και την απουσία μιας οπτικής που να πηγάζει από την άμεση εμπειρία της Γάζας και από το δικαίωμα του παλαιστινιακού λαού να αντιστέκεται στην κατοχή.
Η παρουσία Παλαιστινίων στο πάνελ δεν σημαίνει ότι εκπροσωπούνται αυτομάτως όλοι οι Παλαιστίνιοι, με τις διαφορετικές εμπειρίες και πολιτικές τους απόψεις. Η Σολάφα Μαχούλ είναι Παλαιστίνια από το εσωτερικό και ο Μιχιάρ Εκτάμι είναι Παλαιστίνιος που ζει στην Ελλάδα. Έχουν και οι δύο κάθε δικαίωμα να εκφράσουν τη θέση τους, αλλά κανένας τους δεν μπορεί από μόνος του να εκπροσωπήσει τους ανθρώπους της Γάζας ή όλα τα πολιτικά ρεύματα του παλαιστινιακού λαού.
Το ερώτημά μου, επομένως, ήταν ξεκάθαρο: πού βρισκόταν η άμεση φωνή της Γάζας σε μια συζήτηση που αφορούσε τη Γάζα; Πού βρίσκονταν οι φωνές των Παλαιστινίων που έζησαν τον αποκλεισμό, τους βομβαρδισμούς, τον εκτοπισμό και την απώλεια των δικών τους ανθρώπων;
Η αντίδρασή μου δεν αφορούσε μόνο τις θέσεις που διατυπώθηκαν
Δεν αντιμετωπίζω το Ισραήλ ως ένα κανονικό κράτος, του οποίου η σημερινή κυβέρνηση διέπραξε απλώς ορισμένα λάθη. Ούτε θεωρώ ότι το πρόβλημα άρχισε με την κυβέρνηση Νετανιάχου και μπορεί να λυθεί μόνο με την απομάκρυνσή της. Για μένα, το Ισραήλ είναι ένα αποικιοκρατικό κράτος που ιδρύθηκε πάνω στην παλαιστινιακή γη, στον εκτοπισμό και στη δολοφονία του λαού μας, στην αρπαγή της γης του και στη στέρηση του δικαιώματος επιστροφής των Παλαιστινίων προσφύγων. Γι’ αυτό δεν μπορώ να διαχωρίσω τους θεσμούς αυτού του κράτους από την ισραηλινή πολιτική ταυτότητα που διαμορφώθηκε πάνω στα συντρίμμια της παλαιστινιακής παρουσίας.
Δεν αρκεί, κατά τη γνώμη μου, κάποιος να αντιτίθεται στην κυβέρνηση Νετανιάχου ή να επικρίνει ορισμένες πολιτικές της και στη συνέχεια να παρουσιάζεται ως φωνή αλληλεγγύης προς τους Παλαιστινίους. Η αντίθεση στον Σιωνισμό δεν μπορεί να περιορίζεται στα λόγια. Προϋποθέτει μια ξεκάθαρη θέση απέναντι στο κράτος που οικοδομήθηκε πάνω στον ξεριζωμό των Παλαιστινίων, στο δικαίωμα επιστροφής των προσφύγων και στη συνέχιση της αποικιοκρατίας, της κατοχής και του εποικισμού.
Ορισμένοι Ισραηλινοί που αντιτάχθηκαν στον Σιωνισμό επέλεξαν να εγκαταλείψουν το Ισραήλ, επειδή αρνήθηκαν να συνεχίσουν να ζουν σε ένα κράτος που έχει οικοδομηθεί πάνω σε γη κλεμμένη από έναν άλλο λαό. Για μένα υπάρχει μια πραγματική πολιτική και ηθική αντίφαση, η οποία χρειάζεται να εξηγηθεί, όταν κάποιος δηλώνει αντισιωνιστής, αλλά εξακολουθεί να αποδέχεται την πολιτική δομή και τα προνόμια που του παρέχει το κράτος το οποίο δημιούργησε ο Σιωνισμός.
Αυτή ήταν η πολιτική βάση της αντίδρασής μου. Κάποιος μπορεί να διαφωνεί μαζί της, οφείλει όμως να την παρουσιάζει όπως πραγματικά είναι και όχι ως έκφραση παράλογου θυμού ή θρησκευτικής εχθρότητας απέναντι στους Εβραίους.
Δεν τοποθετώ τη Σολάφα Μαχούλ και τον Όφερ Κασίφ στην ίδια θέση
Είναι απαραίτητο να ξεκαθαρίσω ότι δεν τοποθετώ τη Σολάφα Μαχούλ και τον Όφερ Κασίφ στην ίδια θέση. Η Σολάφα είναι Παλαιστίνια Αραβίδα, παιδί αυτής της γης, και ζει στην πατρίδα της. Η ισραηλινή υπηκοότητα, η οποία επιβλήθηκε στους Παλαιστινίους που παρέμειναν στη γη τους μετά τη Νάκμπα, δεν ακυρώνει την παλαιστινιακή της ταυτότητα ούτε καθιστά την παρουσία της στην ίδια της την πατρίδα αντικείμενο αμφισβήτησης για εμένα.
Μπορεί να διαφωνώ πολιτικά μαζί της και να αντιδρώ σε ορισμένα από όσα είπε στη συζήτηση. Η διαφωνία μου, όμως, δεν αφορά το δικαίωμά της να ζει στην Παλαιστίνη. Εάν κάποιος άλλος αναφέρθηκε στο διαβατήριό της ή την αποκάλεσε Ισραηλινή, δεν είναι σωστό τα λόγια του να αποδίδονται σε εμένα ή συλλογικά σε όλους όσοι αντιδράσαμε.
Η ένστασή μου απέναντι στον Όφερ Κασίφ έχει διαφορετική πολιτική βάση. Αφορά και τη θέση από την οποία μιλά: εκείνη ενός Εβραίου Ισραηλινού που εξακολουθεί να ζει και να δρα πολιτικά μέσα στο κράτος το οποίο ιδρύθηκε πάνω στον εκτοπισμό του λαού μας.
Η πολιτική μου διαφωνία με τον Όφερ Κασίφ
Πριν πάω στη συζήτηση, αναζήτησα πληροφορίες για τον Όφερ Κασίφ. Σύμφωνα με όσα έχει δηλώσει ο ίδιος, κατά την υποχρεωτική στρατιωτική του θητεία υπηρέτησε στο Ναχάλ και για ένα διάστημα στην Ταξιαρχία Αλεξιπτωτιστών. Αργότερα, όταν κλήθηκε ως έφεδρος κατά την Πρώτη Ιντιφάντα, αρνήθηκε να υπηρετήσει στη Γάζα και στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη και φυλακίστηκε τέσσερις φορές γι’ αυτή την άρνησή του.
Για λόγους εντιμότητας πρέπει να αναφερθούν και τα δύο: υπηρέτησε στον ισραηλινό στρατό, αλλά σε μεταγενέστερη περίοδο αρνήθηκε να υπηρετήσει στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη και πλήρωσε τίμημα γι’ αυτή την επιλογή. Δεν αρνούμαι ούτε τις σημερινές του θέσεις ενάντια στην κατοχή και στη γενοκτονία ούτε τις κυρώσεις και τις απειλές που έχει δεχθεί εξαιτίας της υποστήριξής του στα δικαιώματα των Παλαιστινίων.
Η αναγνώριση αυτών των γεγονότων δεν σημαίνει ότι βρίσκεται πάνω από κάθε κριτική. Η πολιτική μου διαφωνία μαζί του αφορά τη λύση που προτείνει για το παλαιστινιακό ζήτημα, τον τρόπο με τον οποίο αξιολογεί την αντίσταση και την ιστορία της σύγκρουσης, καθώς και το δικαίωμα που θεωρεί ότι έχει να κρίνει ποιες μορφές αντίστασης είναι αποδεκτές για έναν λαό που ζει υπό κατοχή.
Δεν επιδίωξα να διαγράψω το τίμημα που έχει πληρώσει για τις θέσεις του. Αμφισβήτησα, όμως, την επιλογή να του παραχωρηθεί κεντρικός ρόλος σε μια συζήτηση για την Παλαιστίνη, χωρίς να υπάρχει στο πάνελ κάποιος που να μεταφέρει την άμεση εμπειρία της Γάζας ή να εκφράζει μια διαφορετική παλαιστινιακή αντίληψη για την αντίσταση.
Η παλαιστινιακή αντίσταση δεν ξεκίνησε στις 7 Οκτωβρίου
Τόσο στη συζήτηση όσο και στο δημοσιευμένο άρθρο έγινε αναφορά στις μεθόδους της Χαμάς και άλλων ένοπλων παλαιστινιακών οργανώσεων. Το άρθρο υποστήριξε ότι ένα τμήμα της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς έχει «θεοποιήσει» αυτές τις μεθόδους, ιδιαίτερα την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023, και τόνισε ότι το παλαιστινιακό ζήτημα δεν μπορεί να λυθεί με τις μεθόδους που χρησιμοποιεί η Χαμάς.
Ο καθένας έχει δικαίωμα να ασκεί κριτική στη Χαμάς ή σε οποιαδήποτε άλλη παλαιστινιακή οργάνωση και να συζητά τις μεθόδους της αντίστασης και τα αποτελέσματά τους. Δεν είναι όμως αποδεκτό να παρουσιάζεται η 7η Οκτωβρίου σαν να αποτελεί την αρχή της ιστορίας ή να δημιουργείται η εντύπωση ότι η γενοκτονία υπήρξε το αποτέλεσμα μιας απόφασης της παλαιστινιακής αντίστασης.
Πριν από τη 7η Οκτωβρίου υπήρξαν η Νάκμπα, ο εκτοπισμός, η κατοχή, ο πολυετής αποκλεισμός της Γάζας, οι εποικισμοί στη Δυτική Όχθη, οι επιθέσεις στο τέμενος Αλ-Άκσα, οι δολοφονίες και οι συλλήψεις Παλαιστινίων, οι κατεδαφίσεις των σπιτιών τους και η αρπαγή της γης τους. Καμία πράξη αντίστασης δεν μπορεί να αξιολογηθεί έντιμα, εάν πρώτα αποκοπεί από αυτό το ιστορικό πλαίσιο.
Μπορούμε να διαφωνούμε για μια συγκεκριμένη μέθοδο ή απόφαση. Την ευθύνη, όμως, για τη γενοκτονία τη φέρει το κράτος που τη διαπράττει, ο στρατός που βομβαρδίζει, σκοτώνει, καταστρέφει και επιβάλλει την πείνα, καθώς και οι κυβερνήσεις που του προσφέρουν όπλα και πολιτική προστασία. Η κριτική προς την αντίσταση δεν μπορεί να μετατρέπεται σε απόδοση ευθύνης στους ίδιους τους Παλαιστινίους για τα εγκλήματα που διαπράττει η κατοχή εναντίον τους.
Για μένα, η αντίσταση δεν ταυτίζεται με μία οργάνωση ούτε περιορίζεται σε μία μορφή. Αποτελεί μέρος της ιστορίας του παλαιστινιακού λαού και έχει λάβει πολιτικές, λαϊκές, πολιτιστικές, κοινωνικές και ένοπλες μορφές. Γι’ αυτό αντέδρασα όταν αισθάνθηκα ότι η παλαιστινιακή αντίσταση υποβαθμιζόταν ή παρουσιαζόταν ως η αιτία της τραγωδίας, αντί να τοποθετείται μέσα στην ιστορία της κατοχής και της αποικιοκρατίας.
Τι συνέβη όταν ζήτησα τον λόγο;
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης άκουσα ορισμένες τοποθετήσεις που αφορούσαν άμεσα τη δική μου εμπειρία και την εμπειρία των ανθρώπων της Γάζας. Σήκωσα το χέρι μου και ζήτησα να μιλήσω, όμως οι διοργανωτές αρνήθηκαν αρχικά να μου δώσουν τον λόγο. Όταν επέμεινα και ορισμένοι παρευρισκόμενοι ζήτησαν επίσης να μου επιτραπεί να μιλήσω, μου είπαν ότι θα είχα τη δυνατότητα να τοποθετηθώ αργότερα.
Η παρέμβασή μου ήταν έντονη και διέκοψα μία από τις ομιλήτριες. Δεν αρνούμαι αυτό που συνέβη. Η ένταση, όμως, δεν αναιρεί το πολιτικό περιεχόμενο των λόγων μου.
Όταν η Σολάφα μίλησε για όσα βιώνουν οι Παλαιστίνιοι στο εσωτερικό —για την καταστολή, τις διακρίσεις και τις δολοφονίες μέσα στο Ισραήλ— είπε, όπως θυμάμαι, αμέσως μετά την αναφορά της στη Γάζα, ότι και εκείνοι υφίστανται εγκλήματα και δολοφονίες και ότι καθημερινά σκοτώνονται από ένας έως πέντε άνθρωποι. Εγώ εξέλαβα αυτή την τοποθέτηση ως μια έμμεση σύγκριση με όσα συμβαίνουν στη Γάζα. Ίσως να μην είχε αυτή την πρόθεση. Έτσι, όμως, έφτασαν σε εμένα τα λόγια της, σε μια στιγμή κατά την οποία η οικογένεια και οι συγγενείς μου ζούσαν κάτω από τους βομβαρδισμούς, την πείνα και τη γενοκτονία.
Με εξόργισε επίσης το γεγονός ότι χρησιμοποίησε το όνομα «Άζα», με την εβραϊκή προφορά, αντί για «Γάζα», όπως προφέρεται στα αραβικά. Η Σολάφα είναι Παλαιστίνια Αραβίδα και μιλά πολύ καλά αραβικά. Γνωρίζει, επομένως, πολύ καλά πώς προφέρεται το όνομα της Γάζας στη γλώσσα μας. Γι’ αυτό δεν μπορούσα να αντιμετωπίσω τη συγκεκριμένη χρήση σαν ένα απλό λάθος ή σαν δυσκολία στην προφορά του γράμματος «γ».
Αυτή η λεπτομέρεια μπορεί να φαίνεται μικρή ή ασήμαντη σε ορισμένους από τους παρευρισκόμενους. Δεν ήταν, όμως, ασήμαντη για εμένα, ως παιδί της Γάζας. Η κατοχή δεν αρκείται στον έλεγχο της γης, αλλά επιχειρεί επίσης να αλλάξει τα ονόματα των παλαιστινιακών πόλεων και χωριών και να επιβάλει πάνω τους τη δική της αφήγηση και τη δική της γλώσσα. Γι’ αυτό τα ονόματα φέρουν βαθύ πολιτικό και συναισθηματικό νόημα. Τη ρώτησα, λοιπόν, τι εννοούσε λέγοντας «Άζα» και της ζήτησα να χρησιμοποιήσει το αραβικό όνομα της πόλης: Γάζα.
Δεν μπορώ να γνωρίζω με βεβαιότητα τι εννοούσε επιλέγοντας αυτή την ονομασία. Μπορώ, όμως, να εξηγήσω πώς την άκουσα και πώς την κατάλαβα εκείνη τη στιγμή. Αισθάνθηκα ότι το όνομα και η ταυτότητα της πόλης μου διαγράφονταν μπροστά μου, την ίδια ώρα που η ίδια η Γάζα —οι γειτονιές, τα σπίτια, οι άνθρωποι και οι αναμνήσεις της— υφίστατο τη διαγραφή. Γι’ αυτό η αντίδρασή μου ήταν έντονη και συναισθηματικά φορτισμένη.
Τι έκανα εγώ και τι έκαναν οι άλλοι
Το άρθρο αναφέρει ότι ένας από τους νέους πήρε το μικρόφωνο και ζήτησε από τους ομιλητές να φωνάξουν «Free Palestine», καθώς και ότι κάποιος κάλεσε το κοινό να αποχωρήσει από τη συζήτηση. Θέλω να ξεκαθαρίσω ότι δεν ήμουν εγώ αυτός που έκανε αυτές τις ενέργειες. Ένας άλλος άνθρωπος ζήτησε από τους ομιλητές να επαναλάβουν το σύνθημα, ενώ διαφορετικά πρόσωπα από το κοινό κάλεσαν τους παρευρισκόμενους να αποχωρήσουν.
Δεν το διευκρινίζω για να αποφύγω την ευθύνη για τη δική μου παρέμβαση, αλλά επειδή το άρθρο ένωσε τρεις διαφορετικούς ανθρώπους σε μία εικόνα και απέδωσε και στους τρεις τις ίδιες πράξεις. Ο καθένας μας είχε τα δικά του λόγια, τον δικό του τρόπο παρέμβασης και τη δική του ευθύνη.
Όταν τελικά μου δόθηκε ο λόγος, συστήθηκα και εξήγησα ότι έχω ζήσει στη Γάζα, ότι η οικογένειά μου εξακολουθεί να βρίσκεται εκεί και ότι έχω χάσει συγγενείς, φίλους και γείτονες. Προσπάθησα να εξηγήσω ότι οι Παλαιστίνιοι δεν αντιστέκονται στην εβραϊκή θρησκεία ούτε απορρίπτουν τους Εβραίους ως ανθρώπους, αλλά αντιστέκονται στην κατοχή, στην αποικιοκρατία και στον εκτοπισμό.
Είπα επίσης ότι ένας από τους σημαντικότερους ρόλους των αλληλέγγυων στην Ευρώπη είναι να αντιπαρατεθούν με τις κυβερνήσεις τους, οι οποίες στηρίζουν πολιτικά και στρατιωτικά το Ισραήλ, και να ασκήσουν πίεση για να σταματήσει αυτή η υποστήριξη.
Μια διαφορετική καταγραφή όσων συνέβησαν στη συζήτηση
Η δική μου αφήγηση δεν είναι η μόνη που διαφέρει από την εικόνα που παρουσίασε το άρθρο του Ανδρέα Παγιάτσου. Στις 6 Ιουλίου 2026, την επόμενη ημέρα της συζήτησης, το ιστολόγιο «Αντίσταση στις γειτονιές!» δημοσίευσε, με την υπογραφή «Κ.Μπ.», το άρθρο «Σχετικά με την εκδήλωση για την Παλαιστίνη στο 27ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ της Αθήνας», παρουσιάζοντας μια ουσιαστικά διαφορετική καταγραφή των γεγονότων.
Σύμφωνα με αυτό το άρθρο, η πρόσκληση ενός Ισραηλινού βουλευτή να μιλήσει για την Παλαιστίνη, ενώ στη Γάζα συντελείται γενοκτονία, είχε προκαλέσει αντιδράσεις ήδη από τις προηγούμενες ημέρες. Η ίδια η εκδήλωση άρχισε, μάλιστα, με ένα ερώτημα προς τον Μιχιάρ Εκτάμι σχετικά με το πώς δικαιολογούσε αυτή την επιλογή. Η αντίδραση, επομένως, δεν εμφανίστηκε ξαφνικά τη στιγμή που τρεις νέοι ύψωσαν τις φωνές τους.
Η ίδια καταγραφή υποστηρίζει ότι η παλαιστινιακή αντίσταση έμεινε ουσιαστικά έξω από τη συζήτηση, παρόλο που περιλαμβανόταν στον τίτλο της εκδήλωσης. Αναφέρει επίσης ότι οι Παλαιστίνιοι που παρενέβησαν υπερασπίστηκαν την αντίσταση, απέρριψαν τη λύση των δύο κρατών και μίλησαν για ένα ενιαίο παλαιστινιακό κράτος από τον ποταμό μέχρι τη θάλασσα. Είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί κανείς με αυτές τις θέσεις, πρόκειται για συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο και όχι για ένα ξέσπασμα χωρίς σκέψη και επιχειρήματα.
Το άρθρο επιβεβαιώνει ακόμη ότι οι διοργανωτές αρνήθηκαν αρχικά να δώσουν τον λόγο στους Παλαιστινίους που αντέδρασαν και ότι η παρέμβασή τους βρήκε ανταπόκριση σε ένα μέρος του κοινού. Δεν παρουσιάζω αυτή τη δεύτερη καταγραφή ως ουδέτερη ή ως οριστική απόδειξη για κάθε λεπτομέρεια, καθώς εκφράζει και η ίδια μια σαφή πολιτική θέση. Δείχνει, όμως, ότι η αφήγηση του Ανδρέα Παγιάτσου δεν είναι η μοναδική περιγραφή όσων συνέβησαν και ότι ο χαρακτηρισμός «παραλήρημα τριών οργισμένων νέων» αποσιωπά το πολιτικό πλαίσιο και το περιεχόμενο της παρέμβασής μας.
Πηγή: [«Σχετικά με την εκδήλωση για την Παλαιστίνη στο 27ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ της Αθήνας» – «Αντίσταση στις γειτονιές!», 6 Ιουλίου 2026]
Μιλώ από την «ασφάλεια και την άνεση μιας ευρωπαϊκής χώρας»;
Αυτό που με πλήγωσε περισσότερο, τόσο στη συζήτηση όσο και αργότερα στο δημοσιευμένο άρθρο, ήταν η αναφορά στη φράση που ειπώθηκε προς εμάς: ότι είναι εύκολο να «κουνάμε το δάχτυλο από την ασφάλεια και την άνεση μιας ευρωπαϊκής χώρας».
Δεν γνωρίζω τη Γάζα μέσα από τα δελτία ειδήσεων. Έζησα εκεί ολόκληρη τη ζωή μου και μεγάλωσα μέσα στον αποκλεισμό, στους βομβαρδισμούς και στους πολέμους. Η γειτονιά στη βόρεια Γάζα, όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα, βομβαρδίστηκε και σήμερα βρίσκεται στην περιοχή που ελέγχει ο ισραηλινός στρατός. Η οικογένεια και οι συγγενείς μου εξακολουθούν να βρίσκονται στη Γάζα, ενώ έχω χάσει συγγενείς, φίλους και γείτονες.
Το γεγονός ότι σήμερα βρίσκομαι σωματικά στην Ευρώπη δεν σημαίνει ότι ζω μακριά από τη γενοκτονία. Πώς μπορεί να θεωρείται ότι ζει με «άνεση» ένας άνθρωπος που περιμένει καθημερινά νέα από τους γονείς, τα αδέλφια και τους συγγενείς του, χωρίς να γνωρίζει αν θα παραμείνουν ζωντανοί; Και πώς μπορεί η προσωρινή παρουσία μου έξω από τη Γάζα να ακυρώνει τη σχέση μου με την πόλη μου ή το δικαίωμά μου να μιλώ γι’ αυτήν;
Δεν υποτιμώ τον κίνδυνο που αντιμετωπίζουν η Σολάφα και ο Όφερ εξαιτίας των θέσεών τους ούτε το τίμημα που έχουν πληρώσει. Ζητώ, όμως, να αναγνωριστεί και η δική μου εμπειρία και να μην αντιμετωπίζεται ως λιγότερο σημαντική επειδή σήμερα βρίσκομαι στην Ευρώπη.
Ο θυμός δεν καταργεί τη λογική
Το άρθρο χαρακτήρισε τα λόγια μας «παραλήρημα», μας περιέγραψε επανειλημμένα ως «οργισμένους νέους» και υποστήριξε ότι οι θέσεις μας απευθύνονται στο συναίσθημα και όχι στη λογική. Ναι, είμαι θυμωμένος. Πώς θα μπορούσε ένας άνθρωπος από τη Γάζα να μη θυμώνει, όταν η οικογένειά του κινδυνεύει και η κοινωνία του καταστρέφεται μπροστά στα μάτια ολόκληρου του κόσμου;
Ο θυμός, όμως, δεν σημαίνει απουσία λογικής ούτε ακυρώνει μια πολιτική θέση. Το άρθρο θα μπορούσε να ασκήσει κριτική στον τρόπο της παρέμβασής μας, αναφέροντας ότι διακόψαμε τους ομιλητές και υψώσαμε τις φωνές μας, και ταυτόχρονα να παρουσιάσει με εντιμότητα τους λόγους της αντίδρασής μας. Αντί γι’ αυτό, ανέπτυξε αναλυτικά τα επιχειρήματα των ομιλητών, ενώ περιόρισε τη δική μας θέση σε μία μόνο φράση: «Οι Ισραηλινοί δεν έχουν δικαίωμα να μιλούν».
Ο συντάκτης έχει κάθε δικαίωμα να διαφωνεί με τη θέση μου. Δεν έχει, όμως, το δικαίωμα να διαγράφει την πολιτική της βάση και να την παρουσιάζει σαν ένα ξέσπασμα χωρίς περιεχόμενο.
Η αλληλεγγύη δεν δίνει σε κανέναν το δικαίωμα να υποκαθιστά την παλαιστινιακή φωνή
Ο παλαιστινιακός λαός χρειάζεται τη διεθνή αλληλεγγύη. Η κριτική μου προς τον Όφερ Κασίφ δεν σημαίνει ότι υποτιμώ τη σημασία των φωνών που, μέσα στην ισραηλινή κοινωνία, αντιστέκονται στην κατοχή και στη γενοκτονία. Όμως, όσο σημαντική κι αν είναι αυτή η στάση και όποιο τίμημα κι αν έχει πληρώσει εκείνος που την εκφράζει, δεν του δίνει το δικαίωμα να μιλά αντί για τους Παλαιστινίους. Ούτε καθιστά τη δική του φωνή περισσότερο νομιμοποιημένη από τη φωνή εκείνου που έχει βιώσει την κατοχή, τον αποκλεισμό και τη γενοκτονία.
Ο πραγματικός σύμμαχος δεν φοβάται την κριτική ούτε απαιτεί από τον Παλαιστίνιο να εγκαταλείψει τη δική του αφήγηση για να γίνει αποδεκτός. Στέκεται στο πλευρό του απέναντι στην κατοχή και ακούει τις διαφορετικές εμπειρίες και πολιτικές φωνές που υπάρχουν μέσα στον παλαιστινιακό λαό.
Για έναν πραγματικό διάλογο
Δεν θέλω να μείνω στη μνήμη εκείνης της συζήτησης απλώς ως ένας από τους τρεις «οργισμένους νέους» που πήγαν για να τη διαλύσουν. Βρισκόμουν εκεί επειδή όσα συζητούνταν αφορούσαν άμεσα τη ζωή μου, την οικογένειά μου και τον λαό μου.
Αναγνωρίζω ότι η διακοπή των ομιλητών και η ύψωση της φωνής δεν ήταν τα καλύτερα μέσα για να εκφράσω τη θέση μου. Περιμένω, όμως, και από τον συντάκτη του άρθρου, τους διοργανωτές και τους ομιλητές να αναρωτηθούν γιατί η συζήτηση έφτασε σε αυτό το επίπεδο έντασης και γιατί ένας νέος από τη Γάζα αισθάνθηκε ότι έπρεπε να φωνάξει για να του επιτραπεί να μιλήσει.
Ο πραγματικός διάλογος δεν μπορεί να στηρίζεται στον χαρακτηρισμό της αντίθετης άποψης ως «παραληρήματος» ούτε στον διαχωρισμό των παρευρισκομένων σε «λογικούς» και «οργισμένους». Προϋποθέτει να ακούμε πραγματικά τον άλλον, να αναγνωρίζουμε ότι δεν υπάρχει σχέση ισοτιμίας ανάμεσα σε έναν λαό που βρίσκεται υπό κατοχή και στο κράτος που τον κατέχει, να σεβόμαστε την πολυφωνία μέσα στον παλαιστινιακό λαό και να συζητάμε τις πολιτικές μας διαφωνίες χωρίς προσβολές και αποκλεισμούς.
Δεν ζητώ από κανέναν να αποδεχθεί όλα όσα λέω. Ζητώ να παρουσιάζεται η θέση μου όπως πραγματικά είναι και να συζητούνται τα επιχειρήματά μου, αντί να συμπυκνώνονται όλα στον θυμό μου.
Η Παλαιστίνη χρειάζεται αλληλεγγύη. Χρειάζεται, όμως, και να ακούγεται η φωνή των παιδιών της, ακόμη και όταν αυτή η φωνή είναι οδυνηρή, διαφορετική και οργισμένη.











