Το παρακάτω κείμενο είναι βασισμένο στην εισήγηση του Sebastian Rave (Γερμανία) στη συζήτηση με τίτλο «Παγκόσμιοι ανταγωνισμοί και στρατιωτικοποίηση», που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του 33ου κάμπινγκ Antinazizone-YRE. Μπορείτε να βρείτε τις εισηγήσεις των Μαρινέλλα Παγιάτσου (Κύπρος) και Ecehan Balta (Τουρκία) για το ίδιο θέμα, όπως και όλες τις εισηγήσεις του κάμπινγκ εδώ.
Πρόκειται για ένα καλά τεκμηριωμένο γεγονός: δεν είναι ποτέ καλά νέα όταν η Γερμανία στρατιωτικοποιείται. Δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι, στους οποίους ο γερμανικός ιμπεριαλισμός έπαιξε σημαντικό ρόλο, έφεραν ανείπωτη καταστροφή στην Ευρώπη. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και οι δύο Γερμανίες επανεξοπλίστηκαν ως κράτη της πρώτης γραμμής του Ψυχρού Πολέμου. Μετά την επανένωση υπήρχαν ελπίδες για αποστρατιωτικοποίηση: τα περισσότερα ξένα στρατεύματα αποχώρησαν από τη χώρα και η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία τελικά καταργήθηκε. Δημιουργήθηκε η ΕΕ, υποσχόμενη ειρήνη και ελευθερία στην Ευρώπη.
Η «Νέα Παγκόσμια Τάξη» που διακήρυξε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους σηματοδότησε μια εποχή επέκτασης του παγκόσμιου εμπορίου και σύντομα τα γερμανικά προϊόντα περνούσαν όλα τα σύνορα. Η Γερμανία έγινε παγκόσμια οικονομική δύναμη και, από την οπτική των Γερμανών αναλυτών, το αυξανόμενο οικονομικό της βάρος απαιτούσε μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνατότητες για τη διασφάλιση των συμφερόντων της. Το 1999, ο υπουργός Εξωτερικών Γιόσκα Φίσερ των Πρασίνων, του κόμματος που παλιότερα ήταν «το κόμμα του ειρηνευτικού κινήματος», δικαιολόγησε κυνικά τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, με τα λόγια: «ποτέ ξανά πόλεμος, ποτέ ξανά Άουσβιτς. Ποτέ ξανά γενοκτονία και ποτέ ξανά φασισμός».
Από τότε, η Μπούντεσβερ (ο γερμανικός στρατός) έχει σταλεί σε δεκάδες διεθνείς επεμβάσεις. Το 2010, ο πρόεδρος της Γερμανίας Χορστ Κέλερ αναγκάστηκε να παραιτηθεί αφού, σε μια συνέντευξη, είπε κατά λάθος την αλήθεια:
«μια χώρα του μεγέθους μας, με αυτόν τον προσανατολισμό προς το εξωτερικό εμπόριο και, συνεπώς, με αυτή την εξάρτηση από το εξωτερικό εμπόριο» πρέπει να κατανοεί ότι, «σε περίπτωση ανάγκης», μπορεί να είναι αναγκαία η στρατιωτική δράση «για τη διασφάλιση των συμφερόντων μας», για παράδειγμα για την εξασφάλιση «ελεύθερων εμπορικών οδών» ή την αποτροπή περιφερειακής αστάθειας που θα μπορούσε να βλάψει «το εμπόριο, τις θέσεις εργασίας και το εισόδημα».
Ο αντιμιλιταριστής Τόμας Βίνκλμάγιερ χαρακτήρισε εύστοχα αυτές τις επεμβάσεις της Μπούντεσβερ «το καμουφλαρισμένο χέρι της αγοράς». [1]
Σήμερα, η γερμανική οικονομία βρίσκεται παγιδευμένη ανάμεσα σε ολοένα πιο ανταγωνιστικά παγκόσμια μπλοκ ισχύος. Η παγκόσμια οικονομία χαρακτηρίζεται από προστατευτισμό, δασμούς και εμπορικούς πολέμους: η εποχή της «χωρίς σύνορα» παγκοσμιοποίησης του ελεύθερου εμπορίου αποτελεί παρελθόν. Οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις οξύνονται ξανά, ενώ παλιές και νέες αντιπαλότητες καθορίζουν τις διεθνείς σχέσεις.
Ο γερμανικός στρατός προσαρμόζεται σε αυτή τη νέα κατάσταση: το «Zeitenwende» («σημείο καμπής»), που διακήρυξε ο καγκελάριος Όλαφ Σολτς το 2022, απαιτεί όχι απλώς έναν στρατό ικανό να προστατεύει μερικές εμπορικές οδούς από «πειρατές» και «τρομοκράτες», αλλά έναν στρατό ικανό να διεξάγει μεγάλης κλίμακας διακρατικούς πολέμους, με τη Ρωσία να προσδιορίζεται ως η κύρια στρατηγική πρόκληση.
Η μετατροπή ενός στρατού από μια ευέλικτη εκστρατευτική δύναμη σε έναν πιο συμβατικό στρατό μαζικού χαρακτήρα απαιτεί τεράστιες προσπάθειες. Πρέπει να στρατολογηθούν εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες και να δημιουργηθεί μια πολεμική βιομηχανία εντελώς διαφορετικής κλίμακας. Για να γίνει αυτό, ολόκληρη η κοινωνία πρέπει να πειστεί ότι ο επανεξοπλισμός είναι απαραίτητος και η οικονομία να αναδιαρθρωθεί. Αυτό ακριβώς παρακολουθούμε σήμερα.
Πρώτα απ’ όλα, βλέπουμε μια μαζική ιδεολογική προετοιμασία. Η προπαγάνδα σε όλα τα κανάλια, σε talk shows, στο YouTube, σε εκθέσεις gaming, στα τραμ, ακόμη και πάνω σε κουτιά πίτσας, επαναλαμβάνει διαρκώς την ανάγκη στρατιωτικοποίησης μπροστά σε μια «νέα παγκόσμια πραγματικότητα». Το επιχείρημα πάει κάπως έτσι: «Καθώς η Ρωσία και οι ΗΠΑ επιστρέφουν σε βάρβαρες ιμπεριαλιστικές πολιτικές, η Ευρώπη πρέπει να προσαρμοστεί σε αυτή την πραγματικότητα» – υιοθετώντας και η ίδια μια βάρβαρη ιμπεριαλιστική πολιτική και στηρίζοντας τα οικονομικά της συμφέροντα με τα απαραίτητα μέσα: τουφέκια, πυρομαχικά, πολεμικά αεροσκάφη, πολεμικά πλοία, τανκς, drones, στρατιωτικούς δορυφόρους, συστήματα πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς κ.ο.κ.
Αυτό μας οδηγεί στο δεύτερο βήμα. Όλες αυτές οι μηχανές θανάτου πρέπει κάπως να κατασκευαστούν. Για τον σκοπό αυτό βρίσκεται σε εξέλιξη μια πραγματική μεταμόρφωση της οικονομίας. Καθώς η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία βρίσκεται σε κρίση, εταιρείες παραγωγής όπλων όπως η Rheinmetall επεκτείνονται, εξαγοράζοντας ή επιδιώκοντας να εξαγοράσουν εγκαταστάσεις που έχουν εγκαταλειφθεί. Το πρώην εργοστάσιο της Alstom στο Γκέρλιτς, όπου κατασκευάζονταν τραμ και βαγόνια τρένων, περνά στην KNDS, η οποία σχεδιάζει να παράγει εκεί εξαρτήματα για στρατιωτικά οχήματα όπως τα Leopard και Boxer. Στα ναυπηγεία του Ρόστοκ, τα οποία λειτουργούσε η εταιρία ναυπήγησης MV-Werften, θα κατασκευάζονται πολεμικά πλοία αντί για κρουαζιερόπλοια.
Ο κινητήρας αυτής της οικονομικής μεταμόρφωσης δεν είναι το μυστηριώδες «αόρατο χέρι», αλλά το ίδιο το κράτος. Το καθεστώς πολιτικής συσσώρευσης κεφαλαίου αναδιαμορφώνεται, καθώς το γερμανικό κράτος απομακρύνεται από το νεοφιλελεύθερο δόγμα της λιτότητας. Οι κρατικές δαπάνες αυξάνονται – τουλάχιστον όταν πρόκειται για στρατιωτικές δαπάνες και υποδομές. Η νέα γενναιοδωρία, φυσικά, δεν αφορά την εκπαίδευση, την υγεία ή το κλίμα. Αντί για έναν κοινωνικό και οικολογικό «πράσινο μετασχηματισμό», βλέπουμε έναν μιλιταριστικό «χακί» μετασχηματισμό.
Στην πραγματικότητα, η Γερμανία πρωτοστατεί στην προσπάθεια επανεξοπλισμού της Ευρώπης. 800 δισεκατομμύρια ευρώ κινητοποιούνται για το σχέδιο REARM EUROPE της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Εισάγεται μια νέα βιομηχανική πολιτική: Στρατιωτικός Κεϊνσιανισμός – μαζικές κρατικές δαπάνες που κατευθύνονται στην επέκταση των στρατιωτικών δυνατοτήτων και της πολεμικής βιομηχανίας.
Το αυστηρό όριο στα δημοσιονομικά ελλείμματα, που είναι κατοχυρωμένο στο γερμανικό Σύνταγμα, έχει τροποποιηθεί έτσι ώστε οι στρατιωτικές δαπάνες πάνω από το 1% του ΑΕΠ να εξαιρούνται από το φρένο χρέους. Η Γερμανία έχει επίσης δεσμευτεί στον στόχο του ΝΑΤΟ για 5% του ΑΕΠ σε αμυντικές και συναφείς με την άμυνα δαπάνες μέχρι το 2035. Οι στρατιωτικές δαπάνες σε αυτό το επίπεδο, μαζί με τις συσσωρευμένες πληρωμές τόκων για τα νέα χρέη, θα έχουν τεράστιες δημοσιονομικές επιπτώσεις στον γερμανικό προϋπολογισμό και, κατά συνέπεια, στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας.
Οι στρατιωτικές δαπάνες βρίσκονται ξαφνικά παντού. Ακόμη και οι επενδύσεις στις υποδομές τίθενται στην υπηρεσία στρατιωτικών σκοπών. Ένα συγκεκριμένο παράδειγμα είναι το λιμάνι του Μπρεμερχάβεν, το οποίο για δεκαετίες ήταν υποχρηματοδοτούμενο και έχει σοβαρή ανάγκη ανακαίνισης. Πρόσφατα, το υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε επένδυση 1,3 δισεκατομμυρίων ευρώ για τη μετατροπή του λιμανιού σε κεντρικό κόμβο ανεφοδιασμού του ΝΑΤΟ. Το Die Linke, που συμμετέχει στην τοπική κυβέρνηση, διαφωνεί για το αν πρέπει να αποδεχτεί αυτή την ξαφνική βροχή χρημάτων. Οι αντιμιλιταριστές υποστηρίζουν ότι το Μπρεμερχάβεν θα γίνει πιο εκτεθειμένο ως στρατηγικός στρατιωτικός στόχος, όμως η πίεση του ρεαλπολιτίκ είναι τεράστια, δεδομένης της οικονομικής σημασίας του λιμανιού. Αυτό είναι μόνο ένα από τα πολλά παραδείγματα όπου οι τοπικές κυβερνήσεις ουσιαστικά εκβιάζονται να αποδεχτούν χρηματοδότηση που θα συνδέσει τις πολιτικές υποδομές με στρατιωτικούς σκοπούς.
Όλες αυτές οι επενδύσεις δεν θα σημάνουν επιστροφή στην ανάπτυξη και την ευημερία. Η προβλεπόμενη επίδραση του Στρατιωτικού Κεϊνσιανισμού θα είναι η αύξηση του πληθωρισμού, αλλά μόνο περιορισμένη πρόσθετη απασχόληση. Στην πραγματικότητα, ιστορικά παραδείγματα δείχνουν ότι η στρατιωτικοποίηση μπορεί ακόμη και να συμβάλει στην αποβιομηχάνιση, όταν πόροι, επενδύσεις και εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό μεταφέρονται από άλλους τομείς της οικονομίας.
Ο Στρατιωτικός Κεϊνσιανισμός δεν σημαίνει το τέλος της λιτότητας – το αντίθετο. Ενώ οι στρατιωτικές δαπάνες αυξάνονται, στη Γερμανία πραγματοποιούνται σημαντικές επιθέσεις στα δικαιώματα των εργαζομένων και στις κοινωνικές παροχές. Ο στρατιωτικός εξοπλισμός είναι ακριβός και οι Γερμανοί πολιτικοί λένε ολοένα και περισσότερο ότι η Γερμανία δεν μπορεί να αντέξει τις «πολυτέλειες» του παρελθόντος.
«Δεν μπορείς να έχεις και όπλα και βούτυρο», δήλωσε ο Κλέμενς Φουστ, πρόεδρος του Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών IFO, σε μια τηλεοπτική εκπομπή, παραθέτοντας κατά λάθος τον Ρούντολφ Ες, υπουργό του Ράιχ και αναπληρωτή του Φύρερ.
Τους τελευταίους μήνες, η κυβέρνηση έχει εξαπολύσει μια γενικευμένη επίθεση εναντίον του κοινωνικού κράτους: περικοπές στις δημόσιες υπηρεσίες, πίεση στους εργαζόμενους που παίρνουν αναρρωτική άδεια, αυστηρότερους όρους για τους ανέργους, αλλαγές στις συντάξεις και προτάσεις για διευρυμένο ωράριο εργασίας.
Οι πολιτικοί που υλοποιούν αυτές τις επιθέσεις υποστηρίζουν ότι όλα αυτά είναι απαραίτητα για να «διατηρηθεί η ειρήνη» ή για να «αποτραπεί ο πόλεμος», αλλά δεν πρέπει να είμαστε αφελείς: η στρατιωτικοποίηση αποτελεί προετοιμασία για πόλεμο. Ο αγώνας ενάντια στη στρατιωτικοποίηση είναι επομένως ένας από τους σημαντικότερους αγώνες της εποχής μας. Πρέπει επειγόντως να οικοδομηθεί ένα νέο, πλατύ κίνημα ενάντια στη στρατιωτικοποίηση, αλλά αυτό πρέπει να οικοδομηθεί πάνω σε μια σαφή πολιτική βάση.
Το ειρηνευτικό και αντιμιλιταριστικό κίνημα στη Γερμανία
Η μεταπολεμική Γερμανία έχει μια μακρά και περήφανη παράδοση ισχυρών αντιπολεμικών κινημάτων. Όμως το ειρηνευτικό κίνημα της δεκαετίας του ’80 υπέστη σοβαρό πλήγμα από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και ορισμένοι παλιοί ειρηνιστές εξακολουθούν να επαναλαμβάνουν τα συνθήματα περί «ντρούζμπα» (στα ρωσικά: φιλία), σαν να μην αποκαταστάθηκε ποτέ ο καπιταλισμός στην Ανατολική Ευρώπη. Ο ισχυρισμός τους ότι η Ρωσία θέλει μόνο την ειρήνη αντιμετωπίζεται με χλευασμό σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Όμως, ακόμη κι αν αυτή η παλιά φρουρά των ειρηνιστών είναι αφελής ή έχει λαθεμένες θέσεις, πρέπει να υπερασπιστούμε το δικαίωμά της απέναντι στην εθνικιστική υστερία που επιτίθεται σε όποιον δεν υποστηρίζει την «εθνική γραμμή» ως κάποιον που «τάσσεται με τον εχθρό».
Το παλιό ειρηνευτικό κίνημα είχε τη Σοβιετική Ένωση και τη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας ως σημεία αναφοράς, και είναι κοινό μυστικό ότι τμήματα του κινήματος χρηματοδοτούνταν από τη Μόσχα. Αυτό όμως δεν ισχύει σήμερα. Αν, ωστόσο, η Ρωσία προσέφερε χρηματοδότηση στο αντιπολεμικό κίνημα της Γερμανίας, οι ακτιβιστές θα έπρεπε να την απορρίψουν. Όχι μόνο επειδή το καθεστώς Πούτιν δεν ενδιαφέρεται για πραγματική ειρήνη, αλλά και επειδή κάτι τέτοιο θα έθετε σε κίνδυνο την πολιτική ανεξαρτησία του κινήματος και θα το αποξένωνε από μεγάλα τμήματα του πληθυσμού.
Τμήματα του BSW, του κόμματος της πρώην αριστερής πολιτικού Σάρα Βάγκενκνεχτ, επιχειρηματολογούν από τη σκοπιά επιχειρηματικών συμφερόντων, για παράδειγμα εκείνων της αυτοκινητοβιομηχανίας, η οποία θέλει να πουλά αυτοκίνητα στη Ρωσία και την Κίνα, και προσπαθούν να πείσουν το γερμανικό κράτος ότι οι φιλικές σχέσεις με τους σημερινούς αντιπάλους είναι προς το συμφέρον του. Όμως το κράτος δεν ακολουθεί απλώς τις εντολές μεμονωμένων καπιταλιστών. Όπως έγραψαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, «η εκτελεστική εξουσία του σύγχρονου κράτους δεν είναι παρά μια επιτροπή για τη διαχείριση των κοινών υποθέσεων ολόκληρης της αστικής τάξης».
Ακόμη κι αν η Daimler-Benz και η BMW θέλουν να πουλούν αυτοκίνητα και να αγοράζουν φθηνή ενέργεια από την Ανατολή, η μακροπρόθεσμη στρατηγική του γερμανικού καπιταλισμού είναι να προσαρμοστεί στον νέο ανοιχτό ιμπεριαλισμό – όντας και ο ίδιος ανοιχτά ιμπεριαλιστικός. Επομένως, δεν μπορούμε να αγωνιστούμε για την ειρήνη μαζί με τους Γερμανούς καπιταλιστές. Όταν το BSW καλεί για περισσότερη «γερμανική κυριαρχία απέναντι στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό», ενώ σε μεγάλο βαθμό αγνοεί τον γερμανικό ιμπεριαλισμό, δεν βοηθά αλλά αποτελεί εμπόδιο στην οικοδόμηση ενός ανεξάρτητου κινήματος ενάντια στη στρατιωτικοποίηση.
Τμήματα του Die Linke κρατούν τη λέξη «ιμπεριαλισμός» για τη Ρωσία και τις ΗΠΑ, ενώ υποστηρίζουν μια «Ευρώπη της ειρήνης» και τη διπλωματία. Πρόκειται για μια φιλελεύθερη αυταπάτη. Η ΕΕ ως θεσμός εμπλέκεται βαθιά στη στρατιωτικοποίηση της Ευρώπης και τα ευρωπαϊκά κράτη έχουν επιδιώξει τα δικά τους ιμπεριαλιστικά συμφέροντα καθ’ όλη την ιστορία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Στην πραγματικότητα, από την ίδρυσή της, η ΕΕ δεν ήταν τίποτα άλλο από έναν συνασπισμό ιμπεριαλιστών.
Το να ζητάμε περισσότερη διπλωματία είναι καλό, αλλά δεν αρκεί. Ακόμη και οι πιο ικανοί διπλωμάτες δεν μπορούν να καταργήσουν τα αντικρουόμενα συμφέροντα των εθνικών κρατών. Ούτε μπορούμε να βασιστούμε σε κάποια πλευρά ή κάποιο μπλοκ μέσα στη νέα παγκόσμια αταξία. Ούτε η ΕΕ, ούτε η Κίνα, ούτε η Ρωσία είναι με το μέρος μας. Πρέπει να οικοδομήσουμε ανεξάρτητες δυνάμεις και θα χρειαστεί να συνδεθούμε σε διεθνές επίπεδο. Τέτοιες συνδέσεις θα προωθούσαν μια ταξική θέση απέναντι στον πόλεμο, φέρνοντας κοντά αντιμιλιταριστές πέρα από τα σύνορα και αντιτιθέμενες στους πολεμοκάπηλους κάθε χώρας.
Είναι η ακροδεξιά ενάντια στη στρατιωτικοποίηση;
Στο ακροδεξιό AfD διεξάγεται έντονη συζήτηση σχετικά με το αν η Γερμανία θα πρέπει να συμμαχήσει με τον Τραμπ ή με τον Πούτιν. Η απάντηση των φιλελευθέρων είναι ο ισχυρισμός: «Δεν είστε πραγματικοί πατριώτες, έχετε διασυνδέσεις με τον εχθρό» – εννοώντας φυσικά τη Ρωσία· οι φιλελεύθεροι, βέβαια, ενοχλούνται πολύ λιγότερο από μια γερμανική ευθυγράμμιση με τις ΗΠΑ.
Αυτή η απάντηση είναι πολιτικά αδύναμη και μάλιστα ενισχύει το AfD, επιτρέποντάς του να εμφανίζεται ως αντίπαλος της στρατιωτικοποίησης. Αλλά το AfD δεν είναι αντιμιλιταριστικό. Υποστηρίζει σθεναρά τη στρατιωτική επέκταση και ανέκαθεν εξέφραζε ισχυρή υποστήριξη προς το Ισραήλ.
Όπως και το γερμανικό κατεστημένο, η ακροδεξιά εκμεταλλεύεται τη δικαιολογημένη, ευρέως διαδεδομένη αντίθεση στον αντισημιτισμό, ενώ ταυτόχρονα κατηγορεί τους μετανάστες και προωθεί την ιδέα του «εισαγόμενου αντισημιτισμού». Σύμφωνα με την ακροδεξιά κοσμοθεωρία, το Ισραήλ βρίσκεται στην πρώτη γραμμή ενός πολιτισμικού πολέμου ανάμεσα στον «Δυτικό Πολιτισμό» και το «Ισλάμ». Μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι στο εσωτερικό του AfD υπάρχουν ευρέως διαδεδομένα αντισημιτικά στερεότυπα, αλλά όσο οι Εβραίοι βρίσκονται στο Ισραήλ, η γερμανική ακροδεξιά είναι εντάξει μαζί τους και υπερασπίζεται τη γερμανική «Staatsräson» (κρατική λογική).
Οι σχέσεις της Γερμανίας με το Ισραήλ
Ούτε το AfD ούτε το γερμανικό κατεστημένο ανησυχούν πραγματικά για τον αντισημιτισμό. Ιστορικά, οι γερμανικές πολιτικές ελίτ ανησυχούσαν για τη διεθνή εικόνα της Γερμανίας μετά τη φρίκη του Ολοκαυτώματος. Σήμερα, η Γερμανία είναι στενά ευθυγραμμισμένη με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ για γεωπολιτικούς λόγους. Ως εκ τούτου, η αλληλεγγύη προς την Παλαιστίνη παρουσιάζεται συχνότερα ως αντισημιτική.
Αυτή η ιδέα είχε διεισδύσει βαθιά και στην Αριστερά. Το παράδοξο «αριστερό» ρεύμα που είναι γνωστό ως «Antideutsche», τα αυτοκόλλητα του οποίου έγραφαν «Antifa σημαίνει υποστήριξη του IDF» και το οποίο απαντούσε στην κριτική της ισραηλινής πολιτικής με πληθωριστικές κατηγορίες περί αντισημιτισμού, ήταν για μεγάλο διάστημα υπερβολικά κυρίαρχο στη γερμανική Αριστερά. Είναι ντροπή που χρειάστηκε μια γενοκτονία για να αλλάξει αυτό, αλλά υπάρχει αλλαγή: συνολικά, η πλειοψηφία της γερμανικής Αριστεράς τάσσεται σήμερα ανοιχτά στο πλευρό της Παλαιστίνης.
Ο αντιιμπεριαλισμός επιστρέφει στην ατζέντα της Αριστεράς. Έχουν πραγματοποιηθεί μαζικές διαδηλώσεις ενάντια στη γενοκτονία και ακτιβιστές υπέρ της Παλαιστίνης έχουν ενταχθεί στο Die Linke, αλλάζοντας τη σύνθεση των μελών και τις θέσεις του κόμματος προς μια ισχυρότερη στάση αλληλεγγύης προς τον λαό της Παλαιστίνης.
Χτίζοντας ένα κίνημα ενάντια στη στρατιωτικοποίηση
Για να οικοδομήσουμε με επιτυχία ένα ισχυρό κίνημα ενάντια στην ιμπεριαλιστική πολεμική μηχανή, χρειαζόμαστε ένα ενιαίο μέτωπο, που θα συνδυάζει τα υλικά συμφέροντα της εργατικής τάξης και της νεολαίας.
Η στρατιωτικοποίηση είναι ασύμβατη με την κοινωνική ισότητα, την προστασία του περιβάλλοντος ή ακόμη και τον φεμινισμό. Είναι όμως απόλυτα συμβατή με τον εθνικισμό και την ακροδεξιά. Επομένως, οι δυνατότητες για ένα ενιαίο κίνημα συνδικάτων, αριστερών κομμάτων, κινημάτων για την κλιματική δικαιοσύνη, φεμινιστριών και αντιφασιστών ενάντια στη στρατιωτικοποίηση είναι μεγάλες.
Η συγκρότηση ενός τέτοιου κινήματος έχει ήδη αρχίσει. Δεκάδες χιλιάδες νέοι και νέες προχώρησαν σε αποχές στα σχολεία ενάντια στην επιστροφή της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας. Το κράτος επιχείρησε μια εκστρατεία εθελοντικής στρατολόγησης, στέλνοντας 300.000 επιστολές σε νέους ανθρώπους. Οι άνδρες ήταν υποχρεωμένοι από τον νόμο να απαντήσουν. Ωστόσο, οι απαντήσεις απέχουν πολύ από το να είναι επαρκείς. Μέχρι τον Ιούνιο, μόλις 530 άτομα είχαν δεσμευτεί να υπηρετήσουν εθελοντικά στον στρατό.
Η γενιά που υποτίθεται ότι θα στελεχώσει τον στρατό είναι η ίδια γενιά που είδε την πρώτη γενοκτονία που μεταδόθηκε ζωντανά, που αγωνίστηκε ενάντια στην κλιματική αλλαγή με μαθητικές απεργίες, που χρειάστηκε να μορφωθεί σε ένα υποχρηματοδοτούμενο εκπαιδευτικό σύστημα και που τώρα ρωτά: «Γιατί να υπηρετήσουμε και ενδεχομένως να πεθάνουμε για μια χώρα που δεν έκανε τίποτα για εμάς;»
Το «Merz leck Eier» («Μερτς, γλείψε αρχίδια»), ένα σύνθημα που κέρδισε έδαφος μετά τη σύλληψη ενός διαδηλωτή και την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του επειδή κρατούσε ένα πλακάτ με αυτό το σύνθημα, έχει γίνει το σύνθημα συσπείρωσης μιας ολόκληρης γενιάς.
Αυτό το κίνημα αξιοποιεί τη μαζική δυσαρέσκεια απέναντι στη σημερινή κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς. Και είναι εξαιρετικά σημαντικό να γίνει μέρος μιας πλατιάς αντιπολίτευσης σε αυτή την αντιδημοφιλή κυβέρνηση, αντί να αφήσει την αντιπολίτευση στο ακροδεξιό AfD.
Τα κακά νέα, λοιπόν, είναι ότι ο γερμανικός μιλιταρισμός επιστρέφει. Τα καλά νέα είναι ότι επιστρέφει και η αντίσταση.












